Category: γεωλογία


Γεια σας. Έπειτα από ένα μήνα και λίγο επανεμφανίζομαι στο Ιστολόγιο, και παρά τις ανησυχίες που ίσως είχατε, δεν έπαθα τίποτα. Απλώς κάποιες φορές σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα λειτουργίας ενός ιστολογίου, είναι λογικό να απουσιάζω για λιγότερο ή περισσότερο χρόνο για οποιονδήποτε λογο. Στην προκειμένη περίπτωση είτε δεν είχα χρόνο, είτε, όταν είχα, ένιωθα πως πιεζόμουν και δεν έγραφα άρθρα. Άλλοτε τεμπέλιαζα συνειδητά ωστόσο και δεν έγραφα τίποτα. Τι έγινε, μήπως υπάρχει κάποιο νευροβιολογικό πρόβλημα; Παρόλα αυτά κατά διαστήματα έμπαινα για να ελέγξω τα σχόλια. Με χαρά βλέπω επίσης ότι η επισκεψιμότητά μου είναι καλή, και όλα πάνε όπως και πριν.
Λοιπόν αυτό το διάστημα δεν έγιναν και πάρα πολλά συνταρακτικά πράγματα. Τη δεύτερη βδομάδα του Πάσχα πήγα στη Ρουμανία εκδρομή, αλλα αυτό θα το καλύψω σε επόμενο άρθρο. Στο παρόν άρθρο θέλω απλώς να παρουσιάσω ορισμένες ενδιαφέρουσες ιστοσελίδες που βρήκα ή επανανακάλυψα στο Διαδίκτυο, που, ως αναμενόμενο, μπορεί να είναι ουδέτερες ή πλήρως βαρετές για άτομα που δεν έχουν παρόμοιες ανησυχίες μ’εμένα.

Why evolution is true

Αυτό το μεγάλο, συχνά ενημερούμενο ιστολόγιο είναι απ’τα πιο γνωστά ιστολογία σχετικά με την εξέλιξη. Δημιουργός του είναι ο Jerry A. Coyne, καθηγητής στο Τμήμα Οικολογίας και Εξέλιξης του Πανεπιστημίου του Σικάγο των ΗΠΑ και μέλος της Επιτροπής Γενετικής και της Επιτροπής Εξελικτικής Βιολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Ο Κόιν έλαβε πτυχείο στη Βιολογία από το Κολλέγιο William and Mary, έπειτα κέρδισε το διδακτορικό του πάνω στην εξελικτική βιολογία στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ το 1998, εργαζόμενος στο εργαστήριο του Richard Lewontin. Μετά από ένα μεταδιδακτορικό στο εργαστήριο του Timothy Prout στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Ντέιβις, ανέλαβε την πρώτη του ακαδημαϊκή θέση ως επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, και εισήχθει στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο το 1996. Η μελέτη του εστιάζει κυρίως στη διαδικασία προέλευσης των ειδών, διακριτών δηλαδή αναπαραγωγικά απομονωμένων ομάδων πληθυσμών, εξετάζοντας την εξέλιξη φραγμών κατά του υβριδισμού μεταξύ αποκλινόντων αλλά συγγενικών πληθυσμών κάνοντας γενετικές αναλύσεις στις φρουτόμυγες του γένους Drosophila (πολύ γνωστό μοντέλο). Έχει εκδώσει ως τώρα περί τις 110 επιστημονικές εργασίες και 80 άλλα άρθρα, κριτικές βιβλίων, και στήλες. Επίσης είχε συγγράψει ένα βιβλίο με τον τίτλο Speciation (Ειδογένεση) μαζί με τον H. Allen Orr, αν και το έργο που τον έκανε ευρέως διάσημο είναι το ομώνυμο με τον τίτλο του ιστολογίου βιβλίο του (Γιατί η εξέλιξη είναι αλήθεια), όπου αποδεικνύει την ύπαρξη και δράση της εξελικτικής διαδικασίας, αντλώντας πειστήρια από πολλούς επιστημονικούς κλάδους, από τη μοριακή βιολογία μέχρι τη γεωλογία. Το βιβλίο θεωρείται κλασικό πλέον, κι έχει λάβει άπειρες θετικές κριτικές.
Δυστυχώς βρισκόμαστε ακόμα στη θέση που πρέπει συνεχώς ν’αποδεικνύουμε την εξέλιξη, λες και πρόκειται για κάτι το δυσνόητο. Ιδίως στην Αμερική, μια χώρα χωρισμένη σε φιλελεύθερους και θρησκευτικούς φονταμενταλιστές, οι δεύτεροι, είτε με το θρησκευτικό δημιουργισμό, είτε με τον πιο επιστημονικοφανή εφυή σχεδιασμό, αντιτίθενται έντονα στη θεωρία αυτήν, σαν να επρόκειτο για αστήρικτη υπόθεση, επειδή αντιβαίνει στην πίστη τους. Παρόλο που φαίνεται εύκολη η καταπολέμησή τους, στην πραγματικότητα είναι ένα δύσκολο έως αδύνατο εγχείρημα, αφού, ως συνήθως, αυτοί που νικούν δεν είναι αυτοί που φέρουν την αλήθεια, αλλά αυτοί που υψώνουν περισσότερο τις φωνές τους και κατορθώνουν ν’ακουστούν απ’τους φορείς εξουσίας, γι’αυτό και βλέπουμε συχνά δημιουργιστές να προωθούν τις απόψεις τους στα μμε, και πολλές φορές να έχουν ακραίες απαιτήσεις, όπως το αίτημα για ισοτιμία των πεποιθήσεών τους με την εξελικτική θεωρία στα σχολεία! Στην Ευρώπη γενικά οι άνθρωποι είναι πιο ανοιχτόμυαλοι και δεν έχουν τέτοια προβλήματα, αν και σποραδικά εμφανίζονται κι εδώ. Στην Ελλάδα η διαφωνία αυτή σχεδόν δεν υπάρχει, μολονότι κατά καιρούς η εξέλιξη δέχεται κάποιες επιθέσεις από έντονα θρησκευτικούς κύκλους. Το βιβλίο αυτό λοιπόν πιθανότατα δε στοχεύει σ’αυτήν την ομάδα φανατικών, αφού πολύ δύσκολα θ’άλλαζαν τις απόψεις τους, τόσο δύσκολα που νομίζεις πως εθελοτυφλούν μόνο και μόνο για νά’χουν την ψευδαίσθηση πως ανήκουν σε μια ομάδα που καταπολεμά το κακό, αλλά θα βοηθούσε ήδη κάποιον που αγαπά τη βιολογία και διαβάζει για την εξέλιξη. Μπορείτε να το αγοράσετε από το Διαδίκτυο αν θέλετε.
Εξαιτίας λοιπόν αυτών των φανατικών – οι Αμερικάνοι πολύ εύστοχα τους αποκαλούν «θρησκευτικά καρύδια (religious nuts)”, αφού, όπως και τα καρύδια, αντιστέκονται πολύ σε κάθε πίεση, αλά μόλις σπάσουν, αποδιοργανώνονται πλήρως -, πολλά άρθρα του ιστολογίου έχουν το χαρακτήρα πολεμικής προς τη θρησκεία ή το δημιουργισμό. Επίσης υπάρχουν πολλά άρθρα για την εξέλιξη, διάφορες νέες κι ενδιαφέρουσες επιστημονικές μελέτες, και φωτογραφίες ή άρθρα αναγνωστών. Ακόμα απ’το περιεχόμενο κατάλαβα πως ο συγγραφέας αγαπάει πολύ τις γάτες και προσπαθεί να μάθει πολωνικά. Επειδή είναι αδελφό WordPresss κι αυτό, μπορώ να σχολιάσω πολύ εύκολα κι έχω σχολιάσει λίγες φορές. Επισκεφθείτε το ιστολόγιο εδώ.

Ρώτησε ένα βιολόγο

Η βρετανική σελίδα «Ask a biologist» είχε αρχικά το σκοπό βοηθήματος για μαθητές σχολείου ως προς τις απορίες τους πάνω στη βιολογία, αλλά πλέον μπορεί να υποβάλει οποιοδήποτε βιολογικά σχετιζόμενο ερώτημα οποιοσδήποτε. Αποτελεί μια σύμπραξη ειδικών, κυρίως καθηγητών πανεπιστημίου, σε διάφορους τομείς της βιολογίας, από μοριακοί βιολογία μέχρι παλαιοντολογία. Κάποιοι των ειδικών είναι διαδικτυακά διάσημοι με τα ιστολόγια τους οπως ο Βρετανός Darren Naish με το ιστολόγιό του ζωολογία τετραπόδων, ή ο Αμερικανος Dave Hone με ένα ιστολόγιο για τους αρχόσαυρους. Τα ερωτήματα είναι ταξινομημένα κατά κατηγορία, και η απαντήσεις δίνονται κάτω απ’το ερώτημα με τη μορφή διαλόγου. Τα μόνα μειονεκτήματα είναι η μη ικανότητα απάντησης απ’τον ερωτώντα ή κάποιον άλλον που δεν είναι γραμμένος στους ειδικούς. Μπορείτε να επισκεφθείτε τη σελίδα ή και να ρωτήσετε εδώ.

Μια βιογραφία της αυστραλιανής ηπείρου

Υπάρχει τόπος εξωτικότερος και αρχεγονότερος της Αυστραλίας; Μάλλον ΄΄όχι. Αν και μοναδικά στοιχεία μπορούν να εντοπιστούν σε κάθε μέρος του κόσμου, η Αυστραλία συγκεντρώνει πολλά τέτοια. Όπως το μεγαλύτερο μέρος του φλοιού της γης, έτσι και η Αυστραλία αποτελείται στον πυρήνα της από πανάρχαια πετρώματα ηλικίας 1-2 και πλέον δισεκατομμυρίων ετών, αλλά εξαιτίας της χαμηλής γεωλογικής της δραστηριότητας, μεγάλο μέρος της δεν ανανεώνεται, αλλά διαβρώνεται αφήνοντας εκτεθημένες στην επιφάνεια τεράστιες εκτάσεις παλαιών πετρωμάτων. Η διάβρωση αυτή επίσης την έχει κάνει αρκετά χαμηλή, και με έδαφος φτωχό σε θρεπτικά συστατικά. Το κλίμα της είναι απρόβλεπτο, και μέσα σ’αυτόν τον αλλόκοτο κόσμο οι ζωντανοί οργανισμοί της έχουν αναπτύξει διάφορες παράξενες προσαρμογές για ν’ανταπεξέλθουν. Οι άνθρωποί της την εποίκησαν πολύ νωρίς μετά την έξοδο του σύγχρονου ανθρώπου από την Αφρική, και διατηρούν ως σήμερα πολιτιστικές παραδόσεις δεκάδων χιλιάδων ετών. Όταν ήταν μέλος της νότιας υπερηπείρου Γκοντβάνας μέχρι 45 εκατομμύρια χρόνια, βίωσε πολλές κλιματικές μεταβολές, κατά τη μετακίνησή της από τον ισημερινό προς τους πόλους και πάλι πίσω. Ως προστατευμένη χερσόνησος της τότε υπερηπείρου, διέσωζε είδη που αλλού εξαφανίζονταν, κάτι που διευκολύνθηκε έπειτα με την απομόνωσή της. Κατά το Καινοζωικό, διαχωρίστηκε από την Ανταρκτική, διασπαζόταν σε νησιά όταν το κλίμα θερμαινόταν και η στάθμη της θάλασσας ανέβαινε και ενωνόταν με την Τασμανία και τη Νέα Γουινέα (προεκτάσεις της) όταν το κλίμα ψύχραινε και η στάθμη της θάλασσας κατέβαινε, βίωσε την ψύχρανση και ξήρανση του πλανήτη κατά το ύστερο καινοζωικό, δέχτηκε την πρώτη ανθρώπινη επίθεση, έπειτα την επίθεση των Ευρωπαίων, κι ακόμα δεν έχασε το χαρακτήρα της. Άραγε τι θα γίνει με την προβλεπόμενη επανένωση των ηπείρων μετά από 400 εκατομμύρια χρόνια;
Η σελίδα αυτή λοιπόν, με δημιουργό το Mike H. Monroe, πραγματεύεται την πορεία της Αυστραλίας μέσα στο χρόνο εξετάζοντάς την από γεωλογική, κλιματολογική, υδρολογική, βιολογική και ανθρωπολογική σκοπιά. Ο άνθρωπος αυτός πραγματικά έχει κάνει κολοσσιαίο έργο συγκεντρώνοντας τόσο πολύ χρήσιμο υλικό από βιβλια, επιστημονικά άρθρα και κάθε γωνιά του Διαδικτύου για όλους εμάς, και γι’αυτό θα πρέπει να τον συγχαρούμε.
Στη σελίδα αυτήν είχα σκοντάψει κάποτε παλιά, αλά την ξέχασα έπειτα, ώσπου την ανακάλυψα πάλι πρόσφατα. Πέρασα αρκετό χρόνο διαβάζοντας διάφορα άρθρα της, κυρίως όσον αφορά την κατάστασή της στο Παλαιοζωικό, την πανίδα της και τα ήθη και έθιμα των Αβοριγίνων, αν κι έχω διαβάσει άρθρα απ’όλες τις ενότητες. Τα κείμενα είναι ευανάγνωστα και επιστημονικά τεκμηριωμένα με πηγές, και σίγουρα έχουν μεγάλη επισκεψιμότητα. Γι’αυτό το λόγο εξεπλάγην όταν βρήκα ένα άρθρο που ανέλυε την ανεπιστημονική υπόθεση ότι τα μονοτρήματα εξελίχθηκαν από πουλιά που έχασαν την πτήση τους. Τα μονοτρήματα είναι βέβαια γνήσια θηλαστικά, απλώς γεννούν αυγά όπως οι πρόγονοί τους. Το μόνο χαρακτηριστικό που τα κάνει να μοιάζουν με πουλιά είναι το ανεξάρτητα εξελιγμένο έντονα οστεοποιημένο κρανίο τους με το μακρύ ρύγχος, κάθε άλλο στοιχείο ομοιότητας είναι κληρονομημένο από τον κοινό πρόγονο όλων των σημερινών αμνιοτών, και ερπετών/πουλιών και θηλαστικών. Τέτοιες περίεργες εξελικτικές θεωρίες διατυπώνονται κατά καιρούς, και θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι το βιολογικό αντίστοιχο των συνομωσιολογικών θεωριών στην ιστορία. Για παράδειγμα, υπάρχει μια θεωρία που υποστηρίζει ότι νέες μορφές εμφανίζονται με υβριδισμό δύο εντελώς διαφορετικών προγονικών ειδών, και μια άλλη που ισχυρίζεται πως πρόγονοι όλων των ζώων ήταν κάτι μικρά, υδρόβια, δίποδα ανθρωποειδή όντα! Φυσικά κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν τις δίνει ιδιαίτερη σημασία, συνήθως τις διαβάζουμε για να γελάμε. Επειδή δεν ανέφερε ξεκάθαρα το άρθρο πως αυτό είναι υππόθεση που δεν υποστηρίζεται από κανέναν σήμερα, θα μπορούσε πολύ εύκολα κάποιος να δεχτεί το περιεχόμενο ως αληθές. Έτσι έστειλα στο διαχειριστεί γρήγορα ένα ιμέιλ εξηγώντας του το πρόβλημα, και μου υποσχέθηκε πως θα το αλλάξει, αφού η σελίδα του χρησιμοποιείται και από μαθητές και φοιτητές για τις εργασίες τους, οπότε θα μπορούσε νά’ναι μεγάλο πρόβλημα αυτό. Σε άλλα άρθρα πάντως της σελίδας για τα μονοτρήματα, δε γίνεται κανένας λόγος γι’αυτήν τη μπαρούφα. Επισκεφθείτε τη σελίδα εδώ.

Listverse (λιστοσύμπαν)

Μια σελίδα για όποιον θέλει να μαθαίνει πληροφορίες σε βολικά λιστάκια αριθμημένων στοιχείων. Το περιεχόμενο είναι περί παντός επιστητού οργανωμένη σε κατηγορίες. Η σελίδα αυτή μπορεί να είναι διασκεδαστική, μπορέι όμως να γίνει και πολύ τρομακτική, αφού πολλές λίστες της αγγίζουν το απόκοσμο, το μακάβριο ή το αστυνομικό, και γίνεται ακόμα τρομακτικότερη από τον τρόπο εμφάνισης των στοιχείων, επειδή δεν μπορείς να ξέρεις εκ των προτέρων αν το επόμενο αντικείμενο της λίστας θα είναι κάτι αβλαβές ή ένα αποσυντεθημένο πτώμα, ένα μουμιοποιημένο παιδάκι χωμένο σε κάποιο μπαούλο ενός εγκαταλελειμένου σπιτιού ή μερικά διασκορπισμένα ανθρώπινα μέλη σε μια χωματερή. Ακόμα χειρότερα είναι το βράδυ, με σβηστά φώτα. Προσοχή: κίνδυνος εθισμού! Επισκεφθείτε τη σελίδα εδώ.

Εξάντας

Το ιστολόγιο αυτό είναι του Χρήστου Γκιόλμα από το Βόλο, πλοιάρχου του εμπορικού ναυτικού για πολλά χρόνια – ξεκίνησε να μπαρκάρει από το 1976 -, ο οποίος έχει γυρίσει όλον σχεδόν τον κόσμο με τα πλοία. Θα διαβάσετε ταξιδιωτικές αφηγήσεις και θα δείτε καταπληκτικές φωτογραφίες και βίντεο από τους τόπους που έχει επισκεφθεί. Η ναυτική ζωή ωστόσο δεν είναι ωραία, ακόμα και με τις σημερινές τεχνολογικές ανέσεις, γι’αυτό και συχνά θα δείτε πως συναντά δυσκολίες στην πορεία του. Το ιστολόγιο ενημερώνεται συχνά. Μπορείτε να το επισκεφθείτε εδώ. Το ιστολόγιο το βρήκα εντελώς τυχαία με την εξής αναζήτηση στο γκουγκλ: «πουτάνες λιμάνια». Φυσικα έγινε από ιστορικό ενδιαφέρον και μόνο, μην με παρεξηγήσετε.

Καλή περιήγηση σας εύχομαι!

Ενημέρωση 3/1/2015: Βρήκα αφιέρωμα για τον μπλόγκερ του Εξάντα από την εφημερίδα Το Βήμα του 2011, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Advertisements

Ήρθε και φέτος η ημέρα του Δαρβίνου 12 Φεβρουαρίου, οπότε πρέπει να κάνω ένα ανάλογο δημοσίευμα. Ίσως είμαι κι ο μόνος στο ελληνικό Διαδίκτυο που τηρεί με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια την ημέρα του Δαρβίνου. Είναι κάτι σαν γιορτή του Ιστολογίου. Φέτος όμως, ψάχνοντας διάφορα άλλα πράγματα για ετοιμασία άρθρων, ξέχασα τη μέρα αυτήν μέχρι πριν δύο μέρες, οπότε τότε μόνο άρχισα να ψάχνω θέμα, το οποίο δε θά’πρεπε νά’ναι και πολύ μεγάλο ώστε να προλάβω να το βάλω στις 12 Φεβρουαρίου – θα μπορούσα να το βάλω κι αργότερα, όμως δε θα φαινόταν τόσο καλά -, και τελικά θυμήθηκα ένα θέμα που σχεδίαζα για καιρό να γράψω στο μυαλό μου, για όσα πράγματα πήραν τιμητικά το όνομα του Δαρβίνου, είτε πριν είτε μετά το θάνατό του.

Ως φυσιοδίφης που ταξίδεψε σε μακρινά μέρη και πρώτος ευρετής της σύγχρονης μορφής εξελικτικής θεωρίας, είναι αναμενόμενο
το όνομά του
να δόθηκε τιμητικά σε διάφορες τοποθεσίες, είδη, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιστημονικούς θεσμούς. Ίσως είναι μέσα στα συγχρονότερα ιστορικά πρόσωπα με τα περισσότερα στοιχεία στο όνομά του.

Καθώς λοιπόν περνούσε το πασίγνωστο Μπιγκλ με βοηθητικές βάρκες το 1833, όπου επέβαινε κι ο Δαρβίνος, κατά τη χαρτογραφική του αποστολή στο Νότιο Ημισφαίριο (1831-1836) από έναν πορθμό, που ονομάστηκε Πορθμός του Μπιγκλ στη Γη του Πυρός της Νότιας Αμερικής, ένα κομμάτι παγετώνα αποκολλήθηκε από έναν κάθετο γκρεμό κι έπεσε στη θάλασσα, προκαλώντας τεράστια κύματα που απειλούσαν τις βάρκες. Τότε ο Δαρβίνος μαζί με τρεις ναύτες εντόπισαν μέσα στην καταχνιά έναν μικρότερο πορθμίσκο, όπου κατέφυγε το πλοίο και οι βάρκες, ο οποίος ονομάστηκε Πορθμός του Δαρβίνου. Πορθμός Δαρβίνου ονομάστηκε επίσης ένα κανάλι μεταξύ των νησιών Μόρεσμπι και Λάιελ (ο Κάρολος Λάιελ ήταν γεωλόγος και φίλος του Δαρβίνου) του συμπλέγματος τω Νησιων της Βασίλισσας Καρλότας στη Βρετανική Κολομβία του Καναδά από το γεωγράφο George M. Dawson προς τιμήν του Δαρβινου το 1878.

Ένα χρόνο αργότερα, στις 12 Φεβρουαρίου του 1834, περνώντας πάλι το Μππιγκλ απ’το ίδιο μέρος, ο πλοίαρχος Φιτς-Ρόι ονόμασε το ψηλό βουνό βορειοανατολικά του Πορθμού του Δαρβίνου Όρος Δαρβίνου, κάνοντάς του, όπως είπε κι ο Δαρβίνος, ένα βουνό δώρο για τα 25α γενέθλιά του. Η σχέση του Δαρβίνου με τον πλοίαρχο Φιτς-Ρόι ήταν αμφίθυμη, πότε με εντάσεις και φόβο απ’το μέρος του ‘δαρβίνου μην εκδιωχθεί απ’το πλοίο και πότε υποτίθεται φιλική. Στο βιβλίο του πάντως για το ταξίδι του με το Μπιγκλ, ο Δαρβίνος προσπάθησε να περιγράψει τον πλοίαρχο με καλά λόγια για να μην τον προσβάλλει δημοσίως, αναφέροντας όμως πάλι την κυκλοθυμικότητα και τη δυσκολία του χαρακτήρα του. Ο πλοίαρχος ωστόσο, παρά τις διαφωνίες του με το Δαρβίνο, τον περιέγραψε θετικά στον απολογισμό του ταξιδιού του. Το βουνό αυτό λοιπόν είναι το δεύτερο ψηλότερο στη Γη του Πυρός, ύψους 2400 μέτρων με απότομες πλαγιές και παγετώνες, και σήμερα ανήκει στη Χιλή. Κατακτήθηκε για πρώτη φορά μόλις το 1979, ενώ το τμήμα των νότιω Άνδεων όπου βρίσκεται, αποκαλείται και οροσειρά του Δαρβίνου. Άλλο μεγάλο βουνό που πήρε το όνομά του είναι το Όρος Δαρβίνου ύψους 4218 μέτρων στη Σιέρα Νεβάδα της Καλιφόρνιας, το οποίο ονομάστηκε έτςι το 1895 από τους Αμερικανούς γεωγράφους Theodor S. Solomons και E. C. bonner ως μέρος ολόκληρης της περιοχής που πήρε ονόματα σχετικά με εξελικτικούς επιστήμονες, π.χ. Όρος Λαμάρκ, όρος Σπένσερ, Όρος Χέκελ, Κοιλάδα της Εξέλιξης κλπ. Επίσης στο βουνό αυτό βρίσκεται ο παγετώνας του Δαρβίνου και στους πρόποδες το Φαράγγι του Δαρβίνου. Ένα Όρος Δαρβίνου επίσης υπάρχει στην Τασμανία της Αυστραλίας, την οποία επισκέφθηκε ο Δαρβίνος, αν και το όνομα δόθηκε αργότερα. Το βουνό βρίσκεται στη δυτική ακτή του νησιού με ύψος 1033 μέτρα. Δυτικά του υπάρχει μια εγκαταλελειμμένη κοινότητα που είχε αναπτυχθεί γύρω από ένα σιδηροδρομικό σταθμό όπου φορτωνόταν μετάλλευμα από τα τώρα εγκατελελειμμένα ορυχεία της περιοχής με το όνομα Δαρβίνος. Ένα είδος φυσικού γυαλιού στην περιοχή, που προήλθε από υψηλή θερμοκρασία που έλιωσε τα πετρώματα κατά μια παρελθοντική μετεωριτική σύγκρουση, επίσης λέγεται γυαλί Δαρβίνου, επειδή πρωτοβρέθηκε σ’αυτό το βουνό. Στο νησί Ιζαμπέλα ή Τσάθαμ των Γκαλαπάγκος το κεντρικό ηφαίστειο έχει επίσης ονομαστεί Ηφαίστειο Δαρβίνου. Στην Ανταρκτική τέλος, μια μικρή οροσειρά στα βάθη της ειπήρου έχει ονομαστεί Όροι Δαρβίνου από μια βρετανική αποστολή του 1901-1904 προς τιμήν όχι του γνωστού Καρόλου Δαρβίνου, αλλά του γιου του Λεονάρδου Δαρβίνου, τότε επίτιμου γραμματέα της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας (η τάση προς την επιστήμη είναι κληρονομική;).

Χαρτογραφώντας το Μπιγκλ τη βόρεια Αυστραλία το 1839 στο 3ο μεγάλο ταξίδι του, ο πλοίαρχος John Clements Wickham (υποπλοίαρχος στο δεύτερο ταξίδι που ήταν κι ο Δαρβίνος) εντόπισε έναν κολπίσκο, τον οποίον ονόμασε Λιμάνι του Δαρβίνου προς τιμήν του φυσιοδίφη. Ο οικισμος του Πάλμερστον, που ιδρύθηκε το 1869 κοντά σ’αυτό το λιμάνι, άλαξε επίσημα όνομα σε Δαρβίνος (Darwin) το 1911. Σήμερα είναι η πρωτεύουσα της σχετικά αραιοκατοικημένης Βόρειας Επικράτειας της Αυστραλίας, με πληθυσμό 129.000 κατοίκων. Άλλοι οικισμοί με το όνομα του Δαρβίνου είναι ο Δαρβίνος, με παλαιότερο όνομα λιμάνι Δαρβίνου στη χερσόνησο Λαφόνια του Ανατολικού Φόκλαντ που είχε επισκεφθει ο ίδιος, ο οποίος ιδρύθηκε το 1859, τη χρονιά έκδοσης του βιβλίου της Καταγωγής των Ειδών, και το Όρος Δαρβίνου, μια μικρή πόλη στη Ζιμπάμπουε που ονομάστηκε έτσι από τον Άγγλο εξερευνητή Frederick Courtney Selous στα τέλη του 19ου αι.

Στην Πόλη του Δαρβίνου της Αυστραλίας βρίσκεται το γνωστό Πανεπιστήμιο Καρόλου Δαρβίνου, ενώ κοντά στην πόλη βρίσκεται το Εθνικό Πάρκο Καρολου Δαρβίνου. Στο Κέιμπριτζ της Αγγλίας το 1964 ιδρύθηκε το Κολέγιο Καρόλου Δαρβίνου, που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της οικογένειας του Δαρβίνου, η οποία είχε στο παρελθόν μέρος της γης όπου χτίστηκε το κολέγιο. Εκεί φοιτούν μεταπτυχειακοί φοιτητές, κυρίως για διδακτορικές σπουδές, και από την Αγγλία και απ’το εξωτερικό. Στα Νησιά Γκαλαπάγκος υπάρχει το Ερευνητικό Κέντρο Καρόλου Δαρβίνου που εμπεριέχει το Ίδρυμα Καρόλου Δαρβίνου, το οποίο ασχολείται με την προστασία του οικοσυστήματος των νησιών. Η ΛινναΪκή Εταιρεία απονέμει απ’το 1908 το βραβείο Δαρβίνου-Ουάλας (ο δεύτερος ανεξάρτητος ευρετής της εξελικτικής θεωρίας περίπου συγχρόνως με το Δαρβίνο) για μεγάλες προόδους στην εξελικτική βιολογία. Τέλος, θα πρέπει οπωσδήποτε ν’αναφέρω το θεσμό των Βραβείων Δαρβίνου, ενός ανεπίσημου χιουμοριστικού ετήσιου διαδικτυακού βραβείου που απονέμεται σ’όσους έχουν αφαιρέσει τα γονίδιά τους απ’την ανθρωπότητα για το καλό της, π.χ. πεθαίνοντας με υπερβολικά χαζό τρόπο.
Η σελίδα τους
Είναι εδώ.

Ο Δαρβίνος έχει ακόμα δώσει τ’όνομά του σε αμέτρητα είδη. Υπολογίζεται ότι 120 είδη και 9 γένη φέρουν το όνομά του. Από τα γένη, μερικά είναι ο δαρβινόπτερος (Darwinopterus), ένα γένος πρωτόγονω πτερόσαυρω με μακριά ουρά από την Κίνα, η δαρβίνια (Darwinia), ένα γένος αειθαλών μυρτοειδών θάμνων της Αυστραλίας, και το αρχαίο γένος πιθηκοειδών δαρβίνιος (Darwinius), μ’ένα μόνο είδος (D. macillae) εόκαινου εποχής ηλικίας 47 εκατομμυρίων ετών από τη σημερινή Γερμανία. Το μαΪμουνάκι αυτό βρέθηκε από έναν ερασιτέχνητ ο 1983, αλλά τα δύο κομμμάτιατου πουλήθηκαν χωριστά. Επανενώθηκαν το 2007, οπότε έγινε και η εκτενής εξέταση του απολιθώματος. Τα είδη που έχουν πάρει τ’όνομα του Δαρβίνου είναι πάρα πολλά, και δε μπορώ να τα’αναφέρω όλα, αφού άλλωστε δεν τα ξέρω όλα. Αυτό με την πιο ενδιαφέρουσα ιστορία είναι ωστόσο το ρέα του Δαρβίνου (Rhea darwini, έπειτα άλλαξε σε Rhea pennata), ένα είδος ρέα (στρουθοκαμηλοειδές πουλί της Νότιας Αμερικής), το οποίο έψαχνε διακαώς ο Δαρβίνος ακούγοντας μαρτυρίες από ντόπιους ισπανούς αγελαδοτρόφους (γκαούτσος) ή Ινδιάνους πως υπήρχε ένα μικρότερο είδος ρέα απ’το γνωστό κατά το ταξίδι του στην Παταγονία το 1833, ώσπου μια μέρα κατάλαβε πως έτρωγε αυτό το είδος, κι έτσι έσωσε τα εναπομείναντα μέλη του και τά’στειλε στο βοτανολόγο και φίλο του Τζον Χένσλοου στην Αγγλία, ο οποίος με τη σειρά του τά’δωσε στον ορνιθολόγο Τζον Γκουλντ οπότε αναγνωρίστηκαν ως ξεχωριστό είδος το 1837. Η γειτνίαση και σ’ένα σημείο ένωση των επικρατειών αυτού του είδους με του άλλου γνωστότερου και μεγαλύτερου (R. Americana) βορειότερης εξάπλωσης ήταν ένα απ’τα πάμπολλα παραδείγματα της σταδιακής μετάλλαξης των ειδών που άρχισαν να ταλανιζουν το Δαρβίνο. Ομοίως και στα Γκαλαπάγκος, παρατηρώντας ο Δαρβινος του σπίνους που ήταν διαφορετικοί κι ελαφρώς τροποποιημένοι σε κάθε νησί, επίσης αμφέβαλε για την υποτιθέμενη σταθερότητα των ειδών, αν και οι σπίνοι στην πραγματικότητα δεν ήταν η αφορμή για την ανάπτυξη της θεωρίας της εξέλιξης, όπως υποστηρίζεται συχνά. Η θεωρία της εξέλιξης αναπτύχθηκε σιγά-σιγά με διάφορα παραδείγματα από διάφορες ομάδες οργανισμών. Πάραυτα, οι σπίνοι των Γκαλαπάγκος λέγονται ανεπίσημα σπίνοι του Δαρβίνου. Ένα άλλο περίεργο είδος είναι ο βάτραχος του Δαρβίνου (Rhinoderma darwini), είδος που ανακάλυψε ο ίδιος στα υγρά και κρύα δάση της νότιας Χιλής, αν κι ονομάστικε μετά την αποστολή δειγμάτων στην Αγγλία. Είναι μικρός βάτραχος 3 εκατοστών πρασινωπός, με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι ο αρσενικός φυλάγει τα αβγά κι έπειτα τοποθετεί τους γυρίνους στο φωνητικό του σάκο του λαιμού του για το πρώτο στάδιο της ανάπτυξής τους, κι όταν μεγαλώσουν ανοίγει το στόμα και φεύγουν. Άλλα φυτικά είδη είναι η ίριδα της Αργεντινής (Herbertia darwini) που περιγράφηκε το 2008, ο θάμνος (Berberis darwini), και διάφορα άλλα.

Και φυσικά, το όνομα του Δαρβίνου έχει λεξικοποιηθεί στη γλώσσα όπως και τα ονόματα πολλών άλλω σημαντικών ανθρώπων, με παράγωγα όπως δαρβινισμός, δαρβινιστής, δαρβίνιος, δαρβινικός κλπ που αναφέρονται στην κεντρική ιδέα του της εξέλιξης των ειδών, αφήνοντας μόνιμο αποτύπωμα στον παγκόσμιο πολιτισμό. Κλείνοντας όμως έχω να κάνω και μια θλιβερή παρατήρηση. Αν κι ο Δαρβίνος βοήθησε τόσο πολύ στην κατανόηση της προέλευσης και πορείας της ζωής του πλανήτη μας, και κατ’επέκτασιν και του είδους μας, κι όπως βλέπουμε λόγω της σημασίας του έργου του το όνομά του δόθηκε σε διάφορα μέρη και πράγματα ανά τον κόσμο, η συνεισφορά του στην παγκόσμια γνώση δεν αναγνωρίζεται το ίδιο όσο άλλων επιστημόνων, π.χ. αυτή του ΑΪνστάιν ή του Πλανκ. Δηλαδή, αν κι ο Δαρβίνος αναφέρεται φυσικά μεταξύ των σημαντικότερων επιστημόνων, τα πορίσματά του, αν κι εύκολα κατανοητά απο σχεδόν όλους αφού αφορούν το χειροπιαστό βιολογικο κόσμο κι όχι αφηρημένες μαθηματικές έννοιες της φυσικής για παράδειγμα, συνήθως εξετάζονται επιφανειακά, αντίθετα μ’αυτά των άλλων επιστημόνων, με αποτέλεσμα ακόμα ο κοινός νους να μην έχει εντάξει την εξελικτική σκέψη στην καθημερινή ζωη, π.χ. αναλύοντας τα βιολογικά, κοινωνικά ή ψυχολογικά φαινόμενα με βάση τις αρχές της εξέλιξης, όπως έχει εντάξει αρχές τις φυσικής στην εξήγηση των ιδιιοτήτων των υλικών σωμάτων, του ηλεκτρισμού κλπ. Ο λόγος μάλλον είναι, εκτός του ότι δυστυχώς ακόμα και σήμερα πολλοί άνθρωποι ανεπτυγμένων χωρών δε γνωρίζουν επαρκώς την εξελικτική θεωρία, ότι κάποια απ’τα επακόλουθα αυτής της θεωρίας, π.χ. η προέλευσή μας από νοητικά κατώτερα είδη ή η εξήγηση της λειτουγίας του νου σύμφωνα με φυσικώς επιλεγμένες αρχές, ενοχλούν ακόμα κάποιον κόσμο, όχι απαραίτητα θρησκευόμενους, μπορείνα ενοχλούν επίσης άτομα με ανθρωπιστικές πεποιθήσεις. Ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον η προσέγγιση της βιολογικής πραγματικότητας θα γίνει πιο δαρβινική.

Πάντοτε είναι σπουδαίο γεγονός η ανακάλυψη απολιθωμένων οικοσυστημάτων, κάτι που γίνεται πολύ σπάνια, όμως μας δίνει τεράστιο πλούτο πληροφοριών για τις συνθήκες στην εποχή που αυτοί οι οργανισμοί ζούσαν. Ένα τέτοιο οικοσύστημα δεν είναι απλά μια συλλογή απολιθωμάτων σ’ένα πέτρωμα, που μπορεί ν’αποτέθηκε εκεί με τυχαίο τρόπο από ένα ρεύμα. Συνήθως τ’απολιθώματα βρίσκονται διατηρημένα σε τέλεια κατάσταση, όπως και το περιβάλλον δίπλα τους, ενώ συχνά οργανισμοί που δεν απολιθώνονται εύκολα μπορεί να βρεθούν. Είναι ακόμα συχνό να βρίσκονται οργανισμοί στη θέση που θα ήταν τότε που ζούσαν, ίχνη τους ή και οι σχέσεις μεταξύ τους. Τα γνωστά μας απολιθωμένα δάση για παράδειγμα, αν και είναι σπουδαίο εύρημα, συνήθως δεν διατηρούν όλα τα λεπτά χαρακτηριστικά ενός οικοσυστήματος, αν και πάλι μπορούμε να συμπεράνουμε πολλά. Εδώ στην Ελλάδα έχουμε μερικά απολιθωμένα δάση, όπως αυτό στη Μυτηλίνη ή αυτό στο νόστιμο, όμως σχετικά μ’αυτά τα οικοσυστήματα που λέω είναι πολύ πιο πρόσφατα και όχι τόσο άριστα διατηρημένα.

Αρκετά παλαιότερα είχα κάνει μια αναφορά για
ένα ύστερο δεβόνιο οικοσύστημα στις ΗΠΑ,
που μας έδωσε αρκετές πληροφορίες για την εξέλιξη των οργανισμών εκείνη την περίοδο, και ιδίως για τα φυτα και τα πρώτα αμφίβια. Αυτό το οικοσύστημα όμως που θ’αναφέρω τώρα βρίσκεται στην πιο κρίσιμη για τη ζωή περίοδο, μετά την Περμοτριαδική Εξαφάνιση.

Η
Περμοτριαδική Εξαφάνιση
ή το Μεγάλο Θανατικό, έγινε πριν 252 εκατομμύρια χρόνια και ήταν η σοβαρότερη περίοδος εξαφάνισης οργανισμών στη γήινη ιστορία. Τόσο σοβαρή, ώστε σηματοδοτεί όχι μόνο το όριο μεταξύ δύο γεωλογικών περιόδων, της Πέρμιας και της Τριαδικής, αλλά και δύο αιώνων, του Παλαιοζωικκού και του Μεσοζωικού. Εκτιμάται πως κατ’αυτήν την εξαφάνιση χάθηκε περίπου το 96% των θαλάσσιων οργανισμών και το 70% των χερσαίων. Εδώ εξαφανίστηκαν πολλές χαρακτηριστικές ομάδες οργανισμών, όπως οι τριλοβίτες (η ομάδα όμως αυτή βρισκόταν σε κατάπτωση πολύ πριν την εξαφάνιση), τα βλαστοειδή εχινόδερμα, τα ευρυπτεροειδή ή αλλιώς θαλάσσιοι σκορπιοί, οι ακανθώδεις ιχθύες, τα τραπεζοειδή και ρυτιδωτά κοράλια, πολλά απ’τα πρωτόγονα σπερματόφυτα (πτεριδοσπερματόφυτα), πολλά πρωτόγονα αναψιδωτά ερπετά, πολλά συναψιδωτά (πρόγονοι των θηλαστικών), τα περισσότερα των αρχαίων αμφιβίων, πολλά απ’τα βραχιονόποδα και κρινοειδή, αλλά και ασυνήθιστα πολλά είδη εντόμων. Όσες ομάδες επιβίωσαν είτε εξελίχθηκαν αλλιώς, είτε κατέπεσαν ακόμα περισσότερο από τον ανταγωνισμό με πιο προσαρμοσμένες (ή εξαφανίστηκαν αργότερα ή μένουν ως σήμερα αλλά μειωμένες σε είδη), ή παρέμειναν ως είχαν σε σπάνιες περιπτώσεις. Οι αιτία της εξαφάνισης δεν είναι πλήρως γνωστή, αν και υπάρχουν ενδείξεις για αυξημένη ηφαιστειακή δραστηριότητα, πτώση αστεροειδών, απότομη απελευθέρωση μεθανίου κι άλλες αιτίες. Πιθανότατα όμως συνέβαλαν όλες οι παραπάνω αιτίες για το τελικό γεγονός. Ένας άλλος παράγοντας που συνέβαλε στην εξαφάνιση ήταν η συνένωση σχεδόν όλων των ξηρών εκείνη την εποχή στην υπερήπειρο Παγγαία. Η υπερήπειρος αυτή, όπως γίνεται στις μεγάλες εκτάσεις στεριάς κι όπως υπολογίζεται από μοντέλα, είχε πολύ ξηρό κλίμα στο εσωτερικό της με απότομες θερμοκρασιακές αλλαγές, και χαμηλή επομένως βιοποικιλότητα. Η περισσότερη ζωή συγκεντρωνόταν στην περιφέρεια της ειπίρου ή σε τοπικά ευνοΪκότερα μικροκλίματα. Στη θάλασσα επίςης η ήπειρος αυτή δημιούργησε πρόβλημα στην επιβίωση των παράκτιων οργανισμών, που ήταν και είναι οι πολυπληθέστεροι, λόγω της μικρής ακτογραμμής που είχε η οποία εξέθετε τους οργανισμούς στις μεγάλες μεταβολές του παγκόσμιου ωκεανού. Επειδή δηλαδή δεν υπήρχαν ξεχωριστές ήπειροι ή νησιά και νησάκια κι ακρωτήρια που θα σχημάτιζαν κόλπους, κανάλια, κλειστές θάλασσες κι άλλες προστατευμένες περιοχές, η θαλάσσια ζωή δεν είχε τόσα καταφύγια να διαφύγει των κινδύνων. Όποια όμως και νά’ταν η αιτία, η Γη μετά την εξαφάνιση είχε αλλάξει ριζικά. Πλέον είχε μείνει ένα έρημο τοπίο με ξηρό κλίμα, χαμηλά επίπεδα οξυγόνου από τη μείωση των φωτοσυνθετικών οργανισμών και τη συγκέντρωση άλλων αερίων του θερμοκηπίου, και λίγα ευπροσάρμοστα είδη παγκόσμιας εξάπλωσης. Τα περισσότερα από τα επιζήσαντα είδη, εφόσον χάθηκαν για λίγο κι επανεμφανίστηκαν αργότερα πάλι στο απολιθωματικό αρχείο, θεωρείται πως έμεναν περιορισμένα σε κατά τόππους καταφύγια με ευνοϊκότερες συνθήκες για πολλά εκατομμύρια χρόνια. Ένα τέτοιο καταφύγιο ήταν κι αυτό το οικοσύστημα. Η ζωή λοιπόν άργησε πολύ να επανακάμψει, με διάφορους επιστήμονες να τοποθετούν το χρόνο επανάκαμψης στα 5, στα 10, στα 15 ή ακόμα και στα 30 εκατομμύρια χρόνια μετά τη μεγάλη καταστροφή. Ο υπολογισμός της ακριβούς χρονικής περιόδου είναι δύσκολος, διότι για την πρώιμη Τριαδική περίοδο έχουμε πολύ λίγα απολιθωματοφόρα στρώματα για να σσυμπεράνουμε.

Κατά την Τριαδική λοιπόν περίοδο εξαφανίστηκαν διάφορες ομάδες που είχαν μείνει από τον Παλαιοζωικό, εμφανίστηκαν όμως πολλές σημερινές όπως όλες οι σημερινές τάξεις των ερπετών, σχεδόν όλες οι σημερινές των εντόμων, τα σύγχρονα σκληρακτίνια κοράλια, όλες οι ομάδες των σύγχρονων γυμνόσπερμων φυτών, και στο τέλος της περιόδου, και τα πρώτα θηλαστικά. Οι δεινόσαυροι, που έμελε να κυριαρχήσουν για τα επόμενα 215 εκατομμύρια χρόνια, επίσης εμφανίστηκαν μέση προς τέλος αυτής της περιόδου.

Η μελέτη για το εν λόγω πλούσιο απολιθωματοφόρο στρώμα των γαλλογερμανικών συνόρων έγινε το 2004. Δεν είναι πολύ παλιά, συνήθως τα πλούσια σε απολιθώματα μέρη μελετώνται για πολλές δεκαετίες. Τα στρώματα αυτά αποτελούνται από ψαμμίτες χρονολογούμενους στο Ανίσιο στάδιο ή υποπερίοδο της πρώιμης μέσης Τριαδικής περιόδου, περίπου πριν 245 εκατομμύρια χρόνια. Όπως φαίνεται, αποτελούν το δέλτα ενός ποταμού με περιοδικές εισχωρήσεις της θάλασσας αλλά και ξηρασίες. Το ποτάμι αυτό έρεε από δυτικά προς ανατολικά εκβάλλοντας στην Τιθύ θάλασσα, τη θάλασσα που χώριζε τη βόρεια με τη νότια υπερήπειρο, κι όταν είχαν ενωθεί, ήταν ένας τεράστιος αλλ’ανοιχτός κόλπος στα ανατολικά, απομεινάρι της οποίας σήμερα είναι ο βόρειος ινδικός ωκεανός και η Μεσόγειος. Το ποτάμι αυτό πλημμύριζε και γέμιζε τις προσωρινές λιμνούλες δίπλα του, οι οποίες όταν στέγνωναν παγίδευαν μέσα τους όλους τους οργανισμούς που έζησαν εκεί κι αργότερα με την απόθεση νέων ιζημάτων κάποιοι καλύπτονταν και αναλογικά λίγοι απολιθώνονταν. Το ποτάμι επίσης έφερνε υπολοίμματα οργανισμών κι από πιο ψηλά, θάβοντάς τα μαζί με τα ιζήματα στο δέλτα του. Γύρω απ’το ποτάμι φύτρωναν δάση διαφόρων δέντρων, ενώ και η θάλασσα έβριθε πολλών ασπονδύλων. Ο μεγάλος αριθμός των ατόμων ωστόσο δεν αντανακλά ποικιλία ειδών, αφού αυτά ήταν σχετικά λίγα και συγκεκριμένα. Το κλίμα ήταν μάλλον τροπικό με μια μεγάλη ξηρή περίοδο και μια υγρή, το οποίο όμως σταδιακά γινόταν ξηρότερο. Στα είδη παρατηρείται ένα ανακάτεμα παλαιοζωικών μορφών και νεοτέρων. Τα πιο ποικίλα ήταν τα καρκινοειδή, με διάφορα είδη από τα εσθεριοειδή, τα μικροσκοπικά οστρακώδη, τα μαλακόστρακα, κι άλλες ομάδες, με ποικιλία σχημάτων. Ένα εξ αυτών, ο Τρίωψ ο καρκινόμορφος (Triops cancriformis), είδος προσαρμοσμένο για προσωρινές λιμνούλες, ζει ως σήμερα και χαρακτηρίζεται ζωντανό απολίθωμα. Από έντομα υπηρχαν κολεόπτερα (σκαθάρια), εφημερόπτερα (ομάδα που περιλαμβάνει και τους άλτες), ορθόπτερα (ακρίδες και συγγενείς), βλαττοειδή (κατσαρίδες) και οδοντωτά (λιβελούλες). Από φυτά υπήρχαν βόλτσιες, αρχαία κωνοφόρα με αραουκαριοειδή εμφάνιση, ένα περίεργο και το μοναδικό ποώδες κωνοφόρο το αιθόφυλλο, που φύτρωνε ως αγριόχορτο παντού, πρώιμα γίνκγο, φτέρες, πολυκόμπια και πλευρόμιες, σχετικά ψηλά λυκόφυτα σαν καλάμια. Εδώ ιδιαίτερη αναφορά χρίζει το αιθόφυλλο, αφού ήταν το μοναδικό ποώδες γυμνόσπερμο στην ιστορία. Όπως υποθέτουν οι επιστήμονες, είχε προσαρμοστεί έτσι ώστε νά’χει γρήγορο κύκλο ζωής, μεγάλη ικανότητα εξάπλωσης και λίγες ανάγκες, χαρακτηριστικά που χρειάζονται σε μια ταραχώδη οικολογικά εποχή όπως τότε, κάτι ασυνήθιστο όμως για σπερματόφυτο σε εποχή πριν την εμφάνιση των ανθοφόρων φυτών. Ήταν φυτό που έφτανε μόλις και μετά βίας τα 1,5-2 μέτρα. Ο βλαστός του είχε διάμετρο μόνο 2 εκατοστά, με αρκετή εντεριόνη (ο μαλακός παρεγχυματικός ιστός στο κέντρο των περισσότερων βλαστών) και κοίλα μέρη, με λίγο υπολοιματικό ξύλο, επομένως ο βλαστός θά’ταν λεπτός και κούφιος. Το φυτό είχε δύο τάξεις κλαδιών όπως και σχεδόν όλες οι σύγχρονες αραουκάριες, με τα πρώτα κλαδιά απ’τον κορμό να φέρουν ακομα μια τάξη δικών τους. Οι βλαστοί καλύπτονταν με πυκνά, εναλλάξ μικρά ταινιοειδή φύλλα, με το χαρακτηριστικό τους δύο εκφύσεις σαν τα παράφυλλα άλλων φυτών στη βάση τους, εξού και τ’όνομα αιθόφυλλο το ποαραφυλλοειδές (Aethophyllum stipulare). Όλα τα κλαδιά στην ωριμότητά τους κατέληγαν σε κώνους, με τους θηλυκούς ωοειδής κάπως επίμηκεις και τους αρσενικούς ελλειψοειδής. Το φυτό παρήγαγε ασυνήθιστα πολλούς και λεπτούς σπόρους για κωνοφόρο, ώστε να εξαπλώνεται εύκολα. Όπως και με τα συμβατικά κωνοφόρα, οι θηλυκοί κώνοι βρίσκονταν ψηλότερα, ώστε η γύρη των αρσενικών του ίδιου ατόμου να μην πέφτει κάτω στους θηλυκούς, αλλά να σηκώνεται απ’τον αέρα και να φεύγει πιο μακριά, αποτρέποντας έτσι την πολλή αυτεπικονίαση. Σε λιγότερο καλές συνθήκες τα φυτά ήταν χαμηλότερα από 2 μέτρα, κι έχει βρεθεί μάλιστα ένα μικρό ύψους 30 εκ. αποτελούμενο μόνο από δύο βλαστούς που έβγαιναν απ’τη ρίζα με ένα θηλυκό κώνο ο καθένας στην κορυφή του. Έχει επίσης βρεθεί νεαρό σπορόφυτο, με την κεντρική του ριζούλα (ριζίδιο), τις κοτυληδόνες και το νεαρό βλαστό με λίγα φύλλα στην κορυφή. Δεν αναφέρεται αν είχε ή όχι ρητίνη, προφανώς όμως δε θα είχε. Πηγές
εδώ
κι
εδώ.
Από άλλα αρθρόποδα υπήρχαν αράχνες, σκορπιοί (και σημερινού τύπου και παλαιοζωικού), χιλιοποδαρούσες, και λιμουλοειδή. Από μαλάκια υπήρχαν λίγα είδη γαστεροπόδων και διθύρων στη θάλασσα. Τα βραχιονόποδα βρίσκονταν κι αυτά εκεί, με το αιώνιο γένος γλωσσίδιο (Lingula), γένος με ιστορία από το Ορδοβίκιο (πριν 450 εκάτ. χρόνια), που περιλαμβάνει και σημερινά είδη,. Από ψάρια βρέθηκαν πολύ λίγα είδη ακτινοπτερυγίων (η σύγχρονη ομάδα των οστεωδών ψαριών), αλλά κι ένα αταυτοποίητο κοιλακανθοειδές. Ακόμα βρέθηκε κι ένα είδος σκώληκα. Εντύπωση προκαλεί η παντελής έλλειψη χερσαίων σπονδυηλωτών. Προφανώς είτε δε θα υπήρχαν εκεί, είτε θα υπήρχαν, αλλά πιο μακριά απ’το νερό κι έτσι απέφυγαν την απολίθωση με τα ιζήματα, ή ίσως ακόμα δε βρέθηκαν αλλ’υπάρχουν. Όπως αναφέρουν οι ίδιοι οι επιστήμονες στην περίληψη της μελέτης τους:

Μετάφραση: Bolko

Ο πρώιμος μέσος τριαδικός σχηματισμός Gres a Voltzia της Ανατολικής Γαλλίας, ένα μοντέλο περιβαλλοντικού καταφυγίου

των Jean-Claude Gall a,*, Léa Grauvogel-Stamm b από το Εργαστήριο Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Παστέρ.
Ελήφθει στις 16 Ιουλίου του 2004` έγινε δεκτό έπειτα από επανεξέταση στις 19 Απριλίου του 2005. Έγινε διαθέσιμο στο Διαδίκτυο στις 9 Ιουνίου του 2005. Γραμμένο με την άδεια του εκδοτικού σώματος.

Περίληψη
Η βιωτική ανάκαμψη που διαδέχθηκε το γεγονός της ύστερης πέρμιας κρίσης της ζωής διήρκησε ένα μακρό χρονικό διάστημα, υπολογιζόμενο στα 8 με 10 εκατομμύρια χρόνια, ακόμα και στα 14 εκατομμύρια χρόνια. Θεωρείται ότι γενικά προχώρησε από καταφύγια των οποίων η γεωγραφική θέση δε μπορεί ποτέ να εξακριβωθεί. Παρόλα αυτά, η ύπαρξή τους μπορεί να συμπεραστεί από την εκπληκτική σταθερότητα που παρουσιάζεται σε ορισμένες απολιθωματικές κοινότητες μεταξύ του ύστερου Παλαιοζωικού και του Τριαδικού. Ειναι η περίπτωση της βιοκοίνωσης του σχηματισμού Gres a Voltzia (ανώτερες ζώνες ψαμμίτη) (Upper Buntsandstein) της ανατολικής Γαλλίας, η οποία αποτελείται από παλαιοζωικούς επιζήσαντες (καρκινοειδή, αμφίβια, έντομα, φυτά), ταξινομικές ομάδες που ανακοινώνουν τη σύγχρονη πανίδα (καρκινοειδή, αράχνες, σκορπιοί, έντομα, ζωντανά απολιθώματα (γλωσσιδιοειδή), το παγχρονικό είδος Triops cancriformis, όπως επίσης και πρωτοποριακά ειδη που κατέλαβαν γρήγορα τα διαταραγμένα μέρη του οικοσυστήματος (το ποώδες κωνοφόρ Aethophyllum). Το Gres a Voltzia είναι πρώιμης Ανίσιας ηλικίας κι αποτέθηκε σε μια δελταϊκή περιοχή, ένα περιβάλλον μεταβατικό από παράκτιο σε χερσαίο, όπου τοπικά λιγότερο ξηρές κλιματικές συνθήκες ευνόησαν την επιβίωση των φυτών και των ζώων. Το Gres a Voltzia εκπροσωπεί ένα μοντέλο του τύπου περιβάλλοντος που μπορεί να λειτούργησε ως καταφύγιο για τις χερσαίες κοινότητες κατά την ύστερη πέρμια μαζική εξαφάνιση και του τριαδικού της επακόλουθου.

Διευκρίνιση: Βιοκοίνωση είναι μια συγκέντρωση απολιθωμένων οργανισμών που θεωρείται πως είχαν σχέση μεταξύ τους όσο ζούσαν, κι επομένως ανήκουν στο ίδιο οικοσύστημα. Αλλιώς, αν δηλαδή τα απολιθώματα βρίσκονται μαζί αλλά προέρχονται από διαφορετικά οικοσυστήματα, π.χ. σε θαλάσσιο ίζημα θαλάσσια όστρακα μαζί με κορμούς, πεταλούδες και λίγα οστά θηλαστικών, τότε έχουμε θανατοκοίνωση. Οι οργανισμοί αυτοί δεν είχαν σχέση όσο ζούσαν, όμως βρέθηκαν κοντά μετά το θάνατό τους με τη μεταφορά π.χ. με το ρεύμα ενός ποταμού ή τον άνεμο στη θάλασσα στην παραπάνω περίπτωση.

Πρωτότυπο:

Abstract
The biotic recovery that succeeded the end-Permian life crisis event lasted a long period, estimated at ca 8 to 10 Myr, even
14 Myr. It is thought that it essentially proceeded from refugia whose geographic location can never be established. Their
existence can nevertheless be inferred from the surprising stability exhibited by some fossil communities between the Late
Palaeozoic and the Triassic. It is the case of the biocoenoses from the ‘Grès à Voltzia’ Formation (Upper Buntsandstein) of
eastern France, which consist of Palaeozoic survivors (crustaceans, amphibians, insects, plants), taxa that announce the modern
faunas (crustaceans, spiders, scorpions, insects), living fossils (lingulids, the panchronic species Triops cancriformis) as well as
pioneering species which invaded rapidly the disturbed ecospaces (the herbaceous conifer Aethophyllum). The ‘Grès à Voltzia’
is Early Anisian in age and was deposited in a deltaic area, an environment transitional from nearshore to terrestrial, where
locally less arid climatic conditions favoured the survival of plants and animals. The ‘Grès à Voltzia’ represents a model of the
type of environment that may have acted as a refugium for terrestrial communities during the end-Permian mass extinction and
its Triassic aftermath.

Ολόκληρο το άρθρο είναι ένα pdf αρχείο 16 σελίδων που συνεχίζει με εκτενή ανάλυση του θέματος. Αρχικά κάνει μια εισαγωγή, μετάλέει για την τοποθεσία, το πέτρωμα και τα στρώματα στα οποία ανακαλύφθηκαν οι οργανισμοί κάνοντας υποθέσεις για το ποτάμι και το κλίμα, έπειτα αναλύει όλους τους οργανισμούς κατά ομάδα, και τέλος παραθέτει το συμπέρασμα για τα καταφύγια και την ανάκαμψη του οικοσυστήματος. Το άθρορ μπορείτε να το βρείτε
εδώ.

Το επιστημονικό ενδιαφέρο του μέρους δεν εξαντλήθηκε ακομα, και έρευνες συνεχίζουν να γίνονται.

Λίγες μέρες πριν είχα κάνει την παρουσίαση ενός πολύ καλού ιστολογίου, του
Catalogue of Organisms
ενός Christopher Taylor εντομολόγου και ταξινομιστή, που όμως έχει ασχοληθεί μ’όλους τους κλάδους της πολυποίκιλης ζωής. Αυτός λοιπόν συμμετέχει και σε μια άλλη σελίδα, την οποία γνώριζα κι επισκεπτόμουν από παλιά, και σχεδίαζα να την παρουσιάσω κάποτε κι εδώ.

Η σελίδα αυτή είναι ο Παλαιός (Palaeos), μια σελίδα που ασχολείται με το βίο και το χρόνο. Στην αρχή της σελίδας γράφει με ελληνικά γράμματα «παλαιός», κι από κάτω υπάρχει η ενότητα «χρόνος», κι από κάτω η ενότητα «βίος». Με λίγα λόγια, καλύπτει θέματα γεωλογίας και γεωλογικών περιόδων, εξέλιξης, οικολογίας (εξέλιξης των οικοσυστημάτων από παλαιότερα έως σήμερα), εξαφανισμένων και αρτίγονων ομάδων ειδών (από μονοκύτταρους έως φυτά και ζώα), την περιγραφή τους και την ταξινόμησή τους. Η ταξινόμηση που χρησιμοποιεί είναι ως επί το πλείστον η
κλαδιστική,
ένα νέο ταξινομικό σύστημα εναλλακτικό του παραδοσιακού που εμφανίστηκε στα μέσα του 20ου αι. και κατατάσσει τις ομάδες των οργανισμών σε κλάδους που αποτελούνται από προγόνους και τους απογόνους τους.

Επειδή στη σελίδα υπάρχει αρκετή κλαδιστική ορολογία, είναι σκόπιμο να διασαφηνίσω τους πιο σημαντικούς όρους. Όταν μια ομάδα αποτελείται λοιπόν από τον κοινό πρόγονο κι όλους τους απογόνους του, χαρακτηρίζεται ως μονοφυλετική κι αυτός είναι ο ιδανικός κλάδος, π.χ. τα χερσαία φυτά ή τα θηλαστικά. Όταν τώρα αποτελείται από τον κοινό πρόγονο, αλλ’όχι απ’όλους τους απογόνους, τότε θεωρείται παραφυλετική και η χρήση της τείνει ν’αποφεύγεται, όμως συχνά υπάρχουν περιπτώσεις που δε μπορεί ν’αποφευχθεί, όπως στην περίπτωση των προγενέστερων ομάδων ενός κλάδου, οπότε κατ’ανάγκη χρησιμοποιείται. Τα
ερπετά
είναι μια τέτοια ομάδα, αφού δεν περιέχει τις δύο μονοφυλετικές απογόνους της, τα πουλιά και τα θηλαστικά. Τέλος μια ομάδα αν αποτελείται από μέλη διαφορετικών κλάδων είναι πολυφυλετική, άρα και καθαρά τεχνητή ομάδα που δε θά’πρεπε να υπάρχει κι αποφεύγεται ακόμα και στην κλασική ταξινόμηση, π.χ. όλα τα μονοκύτταρα πρωτόζωα. Ένα χαρακτηριστικό τώρα που κληρονομείται από τον πρόγονο σε μια ταξινομική ομάδα ή είδος χαρακτηρίζεται πλησιομορφία, π.χ. η σπονδυλική στήλη των σπονδυλωτών. Ένα χαρακτηριστικό που εξελίσσεται σε κάποιον συγκεκριμένο κλάδο και τον κάνει ν’αποκλίνει από την προγονική κατάσταση χαρακτηρίζεται απομορφία, π.χ. τα φτερά των πουλιών ή ο τρόπος αναπαραγωγής των πλακουντοφόρων θλαστικών, ενώ οι απομορφία που μοιράζονται όλα τα μέλη ενός κλάδου λέγεται συναπομορφία, π.χ. όλα τα πλακουνοφόρα θηλαστικά αναπαράγονται κατά τον ίδιο τρόπο. Τέλος ένα χαρακτηριστικό που εμφανίζεται με ανεξάρτητη εξέλιξη ή με αταβισμό σε διαφορετικούς κλάδους, χωρίς να υπήρχε στον κοινό πρόγονο, χαρακτηρίζεται ομοπλασία, π.χ. τα φτερά των πουλιών κι αυτά των εντόμων, που έχουν εξελιχθεί εντελώς ανεξάρτητα από εντελώς διαφορετικά όργανα αν κι έχουν τον ίδιο σκοπό.

Η κλαδιστική ταξινόμηση δεν είναι εύκολη. Για την κατάταξη των οργανισμών χρησιμοποιούνται και μορφολογικά και γενετικά κριτήρια. Η μορφολογία συχνά απατά, λόγω της δυσκολίες μερικές φορές του διαχωρισμού απομορφιών κι ομοπλασιών. Όμως και η γενετική δεν είναι πάντοτε τόσο βέβαιη, όπως θα νομίζαμε, αφού κι εδώ μπορούν μεταλλάξεις να εμφανιστούν τυχαία που
δίνουν ψευδή εντύπωση συγγένειας σε μακρινές μεταξύ τους ομάδες.

Σκοπός της κλαδιστικής είναι η αποκατάσταση των βαθύτερων εξελικτικών σχέσεων των οργανισμών, και η τοποθέτησή τους στο λεγόμενο δέντρο της ζωής, ένα διάγραμμα που θ’αναπαριστά όλο το σύνολο των ζωντανών οργανισμών από τον κοινό τους πρόγονο έως τις πιο λεπτές του διακλαδώσεις. Για να παρασταθούν οι διάφορες ομάδες των οργανισμών, στην κλαδιστική χρησιμοποιούνται κλαδογράμματα, διαγράμματα με τη μορφή δέντρου, όπου υπάρχει μια βάση, ο πρόγονος, διχοτομητικές συνήθως διακλαδώσεις που αναπαριστούν τις μεταγενέστερες ομάδες, οι οποίες επίσης μπορούν να διακλαδίζονται θεωρητικά επ’άπειρον. Τέτοια διαγράμματα υπάρχουν για όλες τις ομάδες που εξετάζονται στην εν λόγω σελίδα. Αυτό είναι και το κύριο μειονέκτημα της κλλαδιστικής μεθόδου, δεν έχει σαφείς προκαθορισμένες ταξινομικές ομάδες όπως οι παραδοσιακή με τα βασίλεια, τις συνομοταξίες, τις ομοταξίες, τις τάξεις κλπ – οι διακλαδώσεις μπορεί νά’ναι πάρα πολλές, η μία μέσα στην άλλη. Σήμερα άλλοι επιστήμονες χρησιμοποιούν και τις δύο ταξινομικές μεθόδους, άλλοι περισσότερο τη μία ή την άλλη.

Ο παλαιός ιδρύθηκε λοιπόν από τους Toby White και Alan Kazlev. Αργότερα προσχώρησε και ο Christopher Taylor, ο Mikko Haaramo του τμήματος γεωλογίας του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι, κι ο Chris Clowes. Αρχικά δεν είχε πολύ σοβαρό σκοπό, σύντομα όμως επεκτάθηκε σε μια μεγάλη βάση δεδομένων για τη ζωή και τη γεωλογική ιστορία. Τόσο μεγάλη, ώστε και καθηγητές πανεπιστημίου τη χρησιμοποίησαν ως πηγή, ενώ έχει και την
ανάλογη καταχώριση
στην αγγλική wikipedia. Το εγχείρημα ξεκίνησε αρχικά ως σελίδα
palaeos.com
όμως πρόσφατα επεκτάθηκε επίσης και σε μορφή wiki, κάτι ανάλογο της wikipedia, όπου το περιεχόμενο χωρίζεται σε ενότητες τις οποίες τα μέλη μπορούν να γράφουν και να διορθώνουν εύκολα, το
palaeos.org.

Επισκεφθείτε τους παραπάνω συνδέσμους, έχουν πραγματικά πάρα πολύ υλικό. Μάθετε για την γεωλογική ιστορία του πλανήτη μας, την ιστορία των οικοσυστημάτων, την ιστορία, την εξέλιξη, τα χαρακτηριστικά και την εκπληκτική ποικιλία των διαφόρων ομάδων της ζωής παλιά και σήμερα, τις μεθόδους ταξινόμησης και τα σχετικά. Είναι η πορεία της θαυμαστής ζωής μέσ’από τον μακρινό χρόνο ως σήμερα.

Μέρος 1ο,
Πώς μετρούμαι το γεωλογικό χρόνο, καθώς και σύντομη περιγραφή των γεωλογικών αιώνων και των γεγονότων που έγιναν σ’αυτούς.
Μέρος 2ο,
Σύντομη περιγραφή των γεωλογικών περιόδων και υποδιαιρέσεων, πότε άρχισαν και πότε έληξαν, καθώς και τα γεγονότα που έγιναν στην καθεμία. Στο τέλος σύγκριση του γεωλογικού χρόνου με το εικοσιτετράωρο, ώστε να καταλάβουμε καλύτερα το ποσό του χρόνου που πέρασε κατά τα διάφορα γεγονότα.

Πηγή:
Καθημερινή

kathimerini.gr

Ημερομηνία : 23-09-11

Εφικτή η πρόβλεψη σεισμών;
Ενώ έξι σεισμολόγοι δικάζονται για ανθρωποκτονία στην Ιταλία, τίθεται το θέμα των δυνατοτήτων έγκαιρης πρόβλεψης σεισμών.

Έξι σεισμολόγοι δικάζονται στην Ιταλία, κατηγορούμενοι για ανθρωποκτονία 309 ατόμων: πρόκειται για θύματα του σεισμού στη Λ’Άκουϊλα της Ιταλίας, το 2009.

Η θέση της εισαγγελίας είναι ότι οι επιστήμονες θα έπρεπε να είχαν προειδοποιήσει τον πληθυσμό της πόλης σχετικά με την επικείμενη σεισμική δόνηση. Το ερώτημα που τίθεται είναι, ωστόσο, είναι προφανές: κατά πόσον είναι δυνατόν να προβλεφθεί με ακρίβεια ο χώρος και ο χρόνος ενός σεισμού.

Το «κυνήγι» των σεισμών είναι ένα «άθλημα» το οποίο απασχολεί από παλιά την επιστημονική κοινότητα, καθώς κάτι τέτοιο θα επέτρεπε την έγκαιρη εκκένωση των περιοχών που θα επρόκειτο να πληγούν, σώζοντας αμέτρητες ζωές. Αν και έχουν γίνει προσπάθειες εντοπισμού «σημαδιών» που προμηνύουν σεισμούς, πρόκειται για μεθόδους των οποίων οι δείκτες επιτυχίας ποικίλλουν, με αποτέλεσμα η ακριβής πρόβλεψη σεισμών να θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη.

Από πάρα πολύ παλιά υπήρχε η θεωρία/ αντίληψη ότι τα ζώα μπορούν να «νιώσουν» πότε πρόκειται να γίνει σεισμός: αφύσικες συμπεριφορές κατοικιδίων και μαζικές μετακινήσεις άγριων ζώων (ποντικοί, φίδια, βάτραχοι) έχουν παρατηρηθεί πριν από πολλούς μεγάλους σεισμούς στο παρελθόν. Στην περίπτωση της Λ’Άκουϊλα, ερευνητές παρουσίασαν στο Journal of Zoology μελέτη στην οποία αναφέρεται μαζική απομάκρυνση βατράχων από τους τόπους γέννησής τους. Ωστόσο, μέχρι τώρα οι επιστήμονες δεν έχουν καταφέρει να αξιοποιήσουν τέτοιου είδους φαινόμενα για να προβλέψουν αποτελεσματικά σεισμούς, καθώς η συμπεριφορά των ζώων επηρεάζεται από πάρα πολλούς παράγοντες, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται η πείνα, η περιοχή, ο καιρός και άλλοι.

Όταν ισχυρές πιέσεις συσσωρεύονται στο φλοιό, τις περισσότερες φορές εκτονώνονται σε έναν μεγάλο σεισμό- ωστόσο, αρκετά συχνά προηγούνται μικρές «απελευθερώσεις», υπό τη μορφή προσεισμών. Οι προσεισμοί αυτοί λαμβάνουν χώρα στο 50% των περιπτώσεων μεγάλων σεισμών – και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να ξεκινούν και μήνες πριν το πραγματικά μεγάλο πλήγμα του Εγκέλαδου. Σε κάποιες περιπτώσεις, επιστήμονες έχουν προσπαθήσει να προβλέψουν το επίκεντρο ενός σεισμού καταγράφοντας τους προσεισμούς. Πρόκειται για την «Υπόθεση Mogi Doughnut», που «θέλει» τους προσεισμούς και τον μεγάλο σεισμό να θυμίζουν ντόνατ: οι προσεισμοί γύρω και ο μεγάλος σεισμός στο κέντρο.

Παρόλα αυτά, αν και οι μισοί μεγάλοι σεισμοί έχουν προσεισμούς, μόνο το 5% των μικρών σεισμών σχετίζονται με μεγάλους σεισμούς- οπότε, ακόμα και αν υπάρχουν μικρές δονήσεις, δεν αποτελούν αξιόπιστη «πηγή» πρόβλεψης. «Δεν υπάρχει επιστημονική βάση για να κάνει κανείς πρόβλεψη» λέει ο Δρ. Ρίτσαρντ Γουόκερ, του πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Σε κάποιες περιπτώσεις έχουν παρατηρηθεί αυξημένα επίπεδα ραδονίου, που συνδέονται με τις διασπάσεις πετρωμάτων, οι οποίες προκαλούν σεισμούς. Επίσης, ως σχετικά αξιόπιστη ένδειξη θεωρείται η «συμπεριφορά» των όγκων νερού που βρίσκονται στο υπέδαφος- αλλά και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για «σημάδια» τα οποία μπορεί να εμφανιστούν ή όχι.

Τα συστήματα προειδοποίησης που υπάρχουν ανιχνεύουν αλλαγές στην κίνηση, την κλίση, τα ύδατα, τα αέρια και τα χημικά στοιχεία του εδάφους. Τέτοια συστήματα χρησιμοποιούνται στην Ιαπωνία, το Μεξικό και την Ταϊβάν, αλλά είναι ικανά να δώσουν προειδοποίηση μέχρι και 30 δευτερόλεπτα πιο πριν.

Στην ιστορία της σεισμολογίας, μόνο μία πρόβλεψη ήταν επιτυχής: πρόκειται για το σεισμό του 1975 στη Χαϊχένγκ (βόρεια Κίνα), ισχύος 7,3 Ρίχτερ, ο οποίος είχε προβλεφθεί μία ημέρα πιο πριν, επιτρέποντας την έγκαιρη εκκένωση της πόλης. Ωστόσο, ένα χρόνο μετά, ένας σεισμός 7,8 Ρίχτερ έπληξε την κοντινή Τανγκσάν, για τον οποίο κανείς δεν είχε προβλέψει τίποτα.

Οι επιστήμονες θα μπορούσαν να δίνουν προειδοποιήσεις για σεισμούς κάθε φορά που παρατηρείται σεισμική δόνηση που θα μπορούσε να αποτελεί προσεισμό- αλλά κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε πάρα πολλούς εσφαλμένους συναγερμούς.

«Οι σεισμοί είναι σύνθετες φυσικές διαδικασίες, με χιλιάδες παράγοντες, κάτι που κάνει την ακριβή πρόβλεψή τους πρακτικά αδύνατη» λέει ο Δρ. Γουόκερ, καταλήγοντας πως «η πρόβλεψη σεισμών θα γίνει δυνατή μόνο όταν γίνει πλήρως κατανοητή η διαδικασία που οδηγεί στο σεισμό. Αλλά ακόμα και τότε, ίσως να είναι αδύνατη».

http://www.kathimerini.gr με πληροφορίες από BBC

εδώΗ ίδια σελίδα απ’όπου πήρα τα άρθρα για την

πόλωση διατήρησης στο απολιθωματικό αρχείο

και για τιςσυνθήκες στην πρώιμη Γη
. έχει αρκετά αρθράκια για την εξέλιξη των πρώτων μονοκύτταρων μικροοργανισμών.

Οι αμμωνίτες όντας μαλάκια έχουν σκληρό ανόργανο όστρακο και έτσι είναι πολύ κοινά απολιθώματα.


Η οπαμπίνια, ένα μαλακό αρθροποδοειδές του σχιστολίθου Μπέρτζες του Καναδά, διατηρήθηκε λόγω εξαιρετικών συνθηκών στα ιζήματα όπου αποτέθηκε. Είναι υπερβολικά σπάνιο είδος.

Ως συνέχεια της προηγούμενης δημοσίευσης. Το άρθρο αυτό το πήρα από:
εδώΑπό όπου είχα ξαναπάρει ένα άλλο θέμα, αυτό
της πρώιμης Γης
.
Μετάφραση: Bolko

Όπως φαίνεται κι από τα βίντεο της προηγούμενης δημοσίευσης, οι περισσότεροι οργανισμοί αποσυντίθενται και τα ίχνη τους χάνονται. Αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορούν να διατηρηθούν ως απολιθώματα τα οποία μας δίνουν πολλές πληροφορίες για τη ζωή και την εξέλιξή της στο παρελθόν. Το αν διατηρηθεί ένας συγκεκριμένος οργανισμός ή όχι ή αν τον βρούμε ή όχι εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

Διατήρηση
· Οι οργανισμοί ποικίλουν σε μέγεθος από μικροσκοπικά μαλακά πρώτιστα ως τεράστια ζώα με γιγάντιους σκελετούς. Οι οργανισμοί είναι κατασκευασμένοι από μια μεγάλη ποικιλία ουσιών, όλες από τις οποίες είναι επιλεγμένες για τη χρησιμότητά τους στη ζωή. Σχεδόν καμία ουσία δεν έχει επιλεγεί για τις ιδιότητές της μετά το θάνατο, αν και υπάρχουν λίγα παραδείγματα. Οι αλλαγές στα σώματα και στα ίχνη τους μετά το θάνατο είναι συχνά απροσδόκητες. Σαφώς υπάρχει ένα φάσμα πιθανοτήτων διατήρησης, άμεσα συσχετιζόμενο με την ανατομία και κατασκευή του οργανισμού. Περίπου το 98%-99% των ειδών γνωστά από απολιθώματα είχαν σκληρά μέρη όταν ζούσαν. Ακόμα και τα σκληρά μέρη ποικίλουν στην ανθεκτικότητα στη φυσική και χημική καταστροφή, έτσι η σχέση μεταξύ σκελετών και της πιθανότητας απολίθωσης δεν είναι τόσο απλή. Τα υλικά από τα οποία κατασκευάζονται τα σκληρά μέρη είναι συχνά χαρακτηριστικά μιας συγκεκριμένης ομάδας οργανισμών. Υπάρχουν δύο κύριοι τρόποι για την κατασκευή σκληρών μερών:
Χρησιμοποιώντας ένζυμα για την κατάλυση ανόργανων αντιδράσεων (π.χ., ασβεστίτης, πυριτικά), και
· Αποθέτοντας οργανικές ουσίες (π.χ., κυτταρίνη, χιτίνη).
Αν όλες οι παράμετροι είναι ίσες, οι ανόργανες ουσίες είναι πιο πιθανό να είναι διαλυτές, άρα είναι πιο εύκολο να καταστραφούν από οργανική ή ανόργανη διάλυση, ενώ οι οργανικές ουσίες είναι πιο πιθανό να είναι αδιάλυτες, αλλά τρωτές στην καταστροφή από οξείδωση. Μετά την ταφή, λοιπόν, η μοίρα του απολιθώματος εξαρτάται από τη χημική κατάσταση του περιβάλλοντος ιζήματος και αυτό μπορεί ή όχι ν’ανατανακλά τις συνθήκες όπου ζούσαν οι οργανισμοί. Οργανισμοί με οργανικής κατασκευής σκληρά μέρη που πεθαίνουν μέσα ή μεταφέρονται σε ιζήματα χωρίς οξυγόνο προστατεύονται από την οξείδωση. Είναι πολύ συχνά καλά διατηρημένοι και οι τοποθεσίες με τα καλύτερα παραδείγματα τέτοιας διατήρησης λέγονται lagerstaten (γερμανικός όρος). Παραδείγματα αποτελούν τα μαλακά ζώα από τον κάμβριο σχιστόλιθο του Buress στον Καναδά, το δεβόνιο Hunsruckschiefer και το ιουρασσικό Posidonienschiefer στη Γερμανία, και το ελαιούχο σχιστόλιθο του Messel στη Γερμανία και τα ορυχία πίσσας La Brea στην Καλιφόρνια. Οι ίδιες αυτές συνθήκε μπορεί να διαλύσουν ανόργανους σκελετούς. Ο τρόπος ζωής ενός οργανισμού μπορεί να επειρεάζει την πιθανότητα διατήρησής του. Τα τρωκτικά είναι μικρά και έχουν εύθραυστα οστά, αλλά είσης έχουν πολύ δυνατά δόντια και συχνά ζουν σε λαγούμια. Μετά το θάνατο, έτσι, τα δόντια των τρωκτικών απολιθώνονται πιο συχνά από το αναμενόμενο. Ακόμα, τρωκτικά που πεθαίνουν μακριά από τα λαγούμια τους μπορεί να αποτελέσουν τροφή για κουκουβάγιες και άλλους θηρευτές, και τα δόντια τους είναι τόσο ανθεκτικά που μπορεί να διατηρηθούν σε συσσωρεύσεις σβόλων κουκουβαγιών. Τα σκαπτικά δίθυρα μαλάκια διατηρούνται πιο εύκολα από αυτά ου ζουν στην επιφάνεια.

Μορφές διατήρησης
· Ολόκληρος ο οργανισμός
1. Ολόκληρος και αναλοίωτος: μαμούθ της Σιβηρίας, έντομα σε κεχριμπάρι.
2. Ολόκληρος, αφυδατωμένος (φυσική μούμια): πλειστόκαινοι βραδύποδες σε σπηλιές.
3. Ολόκληρος, αλλά χωρίς το οργανικό υλικό: οστά (χωρίς χόνδρο), όστρακα διθύρων (χωρίς σύνδεσμο).
· Ανθρακοποίηση: γραπτόλιθοι, φύλλα, και ίσως πολλά απολιθώματα του σχιστόλιθου του Burgess έχουν χάσει το οξυγόνο, το άζωτο και το υδρογόνο τους, αφήνοντας μία προσέγγιση του σχήματός τους σε μία ανθρακώδη ταινία.
· Ανακρυσταλλοποίηση:: Κυρίως στα όστρακα και στα κοράλια, ο αργονίτης ανακρυσταλλοποιείται σε ασβεστίτη και ο ασβεστίτης παραμένει ασβεστίτης (το παλαιότερο θέμα με τα μαλάκια το εξηγεί πιο αναλυτικά).
· Διαμεταλλοποίηση: εμποτισμός, ή απολίθωση: Ορυκτό προστίθεται στην αρχική κατασκευή.
1. Κυρίως οστά, φυτικό υλικό ή όστρακα, ειδικότερα των εχινόδερμων.
2. Στα ορυχία La Brea: εμποτισμός με «πίσσα»
· Αντικατάσταση: Ασβεστίτης, χαλαζίας, πυρίτης κλπ. Αντικαθιστούν το αρχικό υλικό, κάποιες φορές χοντρά, κάποιες φορές με μεγάλη πιστότητα.
· Καλούπια και εκμαγεία.
· Ιχνοαπολιθώματα
o Ίχνη και πατημασιές
o Κοπρόλιθοι: απολιθωμένα περιττώματα
o Φωλιές, λαγούμια, ίχνη προσκόλλησης.

Πόλωση διατήρησης
· Ανατομία
o Ζώα με σκληρά μέρη είναι προφανώς πιθανότερο να διατηρηθούν από αυτά που έχουν μόνο μαλακό σώμα.
o Ζώα μπορει να έχουν σκληρά μέρη, αλλά αν είναι εύθραυστα (ίσως λεπτά), δε θα διατηρηθούν τόσο καλά όσο αυτά που έχουν ανθεκτικότερη κατασκευή.
o Μερικά σκληρά μέρη μπορεί να έχουν μια που τα επιτρέπει να διαλύονται εύκολα, μειώνοντας τις πιθανότητες διατήρησής τους.
o Κάποια ζώα έχουν μια ανατομία που τα προδιαθέτει να σπάνε σε μικρότερα μέρη μετά το θάνατο.
§ Τα σπονδυλωτά, για παράδειγμα, έχουν οστέινους σκελετούς, αλλά τα οστά συνδέονται μεταξύ τους με μαλακό ιστό (συνδέσμους, τένοντες, μύες). Συχνά τα σπονδυλωτά σπάνε σε μέρη μετά το θάνατο, και τα οστά τους μπορεί να σκορπιστούν από ρεύματα νερού, θηρευτές, πτωματοφάγους κλπ.
§ Τα φυτά επίσης σπάνε σε μέρη μετά το θάνατο, ή ακόμα και στη ζωή. Άνθη, γύρη, σπόρια, φύλλα, ακόμα και κλαδιά μπορεί ν’αποβληθούν κατά τη ζωή; βλαστοί και κορμοί μπορεί ν’αποσπαστούν από τις ρίζες μετά το θάνατο, και το αποτέλεσμα είναι ότι τα μέρη των φυτών (ακόμα και του ίδιου φυτού) μπορεί να καταλήξουν ν’απολιθωθούν σε διαφορετικές τοποθεσίες (περισσότερα γι’αυτό το φαινόμενο υπάρχουν στα παλαιοβοτανικά άρθρα.
§ Κάποια ζώα εκδύουν τα σκληρά μέρη τους κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Έχουμε ήδη αναφέρει την πτώση των φύλλων στα φυλλοβόλα φυτά. Αλλά όλα τα αρθρόποδα εκτός από τα έντομα εκδύουν τους εξωσκελετούς τους όσο αναπτύσσονται (τα ενήλικα έντομα δεν αναπτύσσονται). Έτσι, τα καρκινοειδή, οι τριλοβίτες κ.ά. μπορεί να έχουν προσθέσει αρκετούς εξωσκελετούς στο απολιθωματικό αρχείο πριν τελικά πεθάνουν. Η έκδυση μπορεί να λειτουργεί ως πόλωση υποδηλώνοντας ότι ένας οργανισμός ήταν πιο άφθονος απ’ότι ήταν στην πραγματικότητα.
· Μέγεθος
o Τα μεγαλύτερα απολιθώματα είναι πιο εύκολο να εντοπιστούν.
o Μεγαλύτερα όστρακα ή οστά είναι δυνατότερα, έτσι λιγότερο πιθανό να καταστραφούν και πιθανότερο να διατηρηθούν.
o Είναι πιο πιθανό μεγαλύτερα απολιθώματα να εξέχουν από το βράχο. Αυτό δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το πρώτο, αλλά μπορεί και αυτό να επειρεάσει την εντύπωσή μας.
o Από την άλλη,, τα μεγαλύτερα ζώα τείνουν να είναι λιγότερα στον αριθμό από τα μικρότερα, δίνοντας την αντίστροφη εντύπωση στο απολιθωματικό αρχείο.
· Βιολογία, φυσικό περιβάλλον, αοθετικό περιβάλλον
o Τρόπος ζωής του οργανισμού
o Γεωγραφία του φυσικού του περιβάλλοντος: Προφανώς, οργανισμοί που ζουν στις βουνοκορφές θα απολιθωθούν πολύ πιο δύσκολα από αυτούς που ζουν σε μια ρηχή θάλασσα.
o Ιστορικό μεταφοράς
o Αντοχή στην καταστροφή κατά τη μεταφορά
o Γεωγραφία του περιβάλλοντος απόθεσης: δεν έχει σημασία πού ζει ο οργανισμός, αλλά πού είναι πιθανό ν’αποτεθεί. Έτσι ένα δέντρο μπορεί να ζει στη στεριά, η οποία δεν είναι το καλύτερο περιβάλλον για διατήρηση. Αλλά αν είναι ένα δέντρο που ζει στις όχθες των ποταμών, είναι πιο πιθανό να μεταφερθεί με το ρεύμα σε μια ρηχή θάλασσα όπου θα διατηρηθεί παρά ένα δέντρο που ζει στη μέση της ερήμου. Έτσι έχουμε μια πόλωση που σχετίζεται με το ιστορικό μεταφοράς του απολιθώματος από εκεί που ζούσε στον τόπο όπου αποτέθηκε.
Ίσως το καλύτερο παράδειγμα του παραπάνω είναι η γύρη. Προφανώς, παράγεται από ένα φυτό και καταλήγει στον αέρα. Μπορεί να πέσει σ’όλα τα περιβάλλοντα, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που θα πάρουν κάποιους κόκκους και θα τους αποθέσουν σ’ένα ευνοϊκό περιβάλλον για διατήρηση.
· Γεωλογικές διεργασίες μετά το θάνατο
o Ανάμειξη των ιζημάτων
§ Από καταιγίδες
§ Από δραστηριότητα ζωντανών οργανισμών
§ Από μεταφορά με τη βαρύτητα προς τα κάτω π.χ. κατολισθήσεις
§ Από ρεύματα του βυθού στη θάλασσα: αλλού αρραίωση και αλλού πύκνωση των ιζηματογενών αποθέσεων
§ Από επιλεκτική αφαίρεση ή συσσώρευση από ζωντανούς οργανισμούς (π.χ. οι ερημίτες κάβουρες αφαιρούν όστρακα γαστερόποδων, τα θαλασσοπούλια συσσωρεύουν περιττώματα στις αποικίες τους, κάποια είδη αρουραίων συσσωρεύουν διάφορα αντικείμενα στις φωλιές τους)
o Οι συσσωρεύσεις διαφόρων ειδών απολιθωμάτων μπορεί να είναι αποτέλεσμα μεταφοράς και αναμείξεως τους μετά το θάνατο (θανατοκοινώσεις) και όχι απαραίτητα σχέσης μεταξύ τους κατά τη ζωή (βιοκοινώσεις).
o Χημικό περιβάλλον του τόπου απόθεσης
o Αντοχή στη διαγένεση
o Γεωλογική ιστορία και χρόνος. Ένα απολίθωμα, αφού έχει δημιουργηθεί σε ιζηματογενές πέτρωμα, μπορεί να καταστραφεί από γεωλογικές διεργασίες. Μπορεί να είναι τόσο απλές όσο νερό που στάζει και που μπορεί να το διαλύσει, αλλά θα μπορούσε να είναι τόσο τρομακτικό όσο μια σύγκρουση μεταξύ ηπείρων, η οποία μπορεί ν’αναδιπλώσει τα ιζηματογενή πετρώματα, πιθανό να το σπάσει σε κομμάτια κατά τη διαδικασία, ή να το ψήσει κατά τη μεταμόρφωση των πετρωμάτων. (Λίγα απολιθώματα έχουν βρεθεί που είναι ακόμα αναγνωρίσιμα αν και έχουν ψηθεί σε λυχνίτες.) Όσο παλαιότερο είναι ένα απολίθωμα, τόσο πιθανότερο είναι να καταστραφεί από ένα γεωλογικό τυχαίο συμβάν. Έτσι μπορούμε ν’αναμένουμε μια πόλωση στην οποία νεότερα απολιθώματα θα ήταν πιο πολυάριθμα, σε καλύτερη κατάσταση, και πιο ποικίλα από παλαιότερα απολιθώματα. Γενικά, αυτό συμβαίνει, αλλά υπάρχουν αρκετές εξαιρέσεις από τις οποίες μπορούμε να εκτιμήσουμε την πραγματική αφθονία και ποικιλία της ζωής του παρελθόντος.

Πόλωση παραγόμενη από το γεωλόγο
o Η γεωγραφία της ανακάλυψης: πού αναζητώνται απολιθώματα. Έλκουν τα απολιθώματα παλαιοντολόγους;
§ Εάν δεν είναι κανείς να δει το απολίθωμα, τότε δε θα συλλεγεί. Έτσι για παράδειγμα κανείς δεν ήξερε ότι υπάρχουν απολιθώματα σε ύψος άνω των 8000 μέτρων στο όρος Έβερεστ μέχρι που ένας αναρριχιτής τα είδε και τα αναγνώρισε ως απολιθώματα. (Παρεμπιπτόντως, είχαν αποτεθεί σε μια ρηχή θάλασσα.)
§ Εάν ένας παλαιοντολόγος θέλει να συλλέξει μια συγκεκριμένη ομάδα απολιθωμάτων για μελέτη, θα πάει σ’ένα μέρος όπους γνωρίζει ότι θα τα βρει. Δε θα πάει να ψάχνει στην τύχη! Έτσι αν όλοι ψάχνουν ας πούμε δεινοσαύρους σ’ένα χ μέρος, τότε πώς θα βρει κανείς κανένα στο ψ μέρος;
§ Όλα αυτά σημαίνουν ότι τα απολιθώματα θα τείνουν να συλλέγονται περισσότερο από περιοχές όπου υπάρχει εντατική μελέτη. Συνήθως αυτά τα μέρη είναι καλά οργανωμένα και έχουν ιστορία πολύ εντατικής παλαιοντολογικής μελέτης: στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Ενίοτε μία συγκεκριμένη τοποθεσία έχει μελετηθεί εντατικά αν και είναι αρκετά απρόσιτη: π.χ. ο σχιστόλιθος του Burgess του Καναδά.
o Πόλωση του παρατηρητή: η εικόνα αναζήτησης. Δεν έχει σημασία τι σκέφτεται αυτός που ψάχνει, είναι ο ίδιος προκατειλημμένος όταν αναζητά απολιθώματα. Πειράματα έχουν δείξει ότι οι παλαιοντολόγοι που ερευνούν, ας πούμε, απολιθωμένα δίθυρα είναι καλύτεροι στη συλλογή διθύρων παρά οτιδήποτε άλλου, γιατί η εικόνα αναζήτησής τους, τους έχει προδιαθέσει ν’αναγνωρίζουν καλύτερα τα δίθυρα.
o Πόλωση του συλλέκτη: σπανιοποίηση, κίνητρο, και μέθοδος. Με οξύνου παρατήρηση των απολιθωματικών συγκεντρώσεων και του ιζήματος όπου διατηρούνται, ένας παλαιοβιολόγος μπορεί να συμπεράνει πολλά για τους αρχικούς πληθυσμούς των ζωντανών οργανισμών, και έτσι να κατανοήσει τη βιολογία τους. Αυτό είναι το πρώτο βήμα στην παλαιοβιολογία. Αλλά κάθε παλαιοβιολόγος θα πρέπει επίσης να έχει στο νου του τυχόν προσωπική προκατάληψη. Ο καθένας έχει συνειδητή ή ασυνείδητη προκατάληψη στην παρατήρηση, στη συλλογή και στη μελέτη διαφορετικών απολιθωμάτων.
§ Σπανιοποίηση: Στην αρχή ο ερευνιτής μπορεί να βρει τα πιο κοινά απολιθώματα, μετά τα πιο ασυνήθιστα, και τελικά τα σπάνια. Όσπου να αρχίσει να συλλέγει τα σπάνια, συνεχίζει επίσης να συλλέγει αυτά από τα οποία έχει ήδη συλλέξει πάρα πολλά. Ειδικότερα αν πρέπει να τα μεταφέρει αλλού, μπορεί να σταματήσει όταν ο σάκος του έχει γεμίσει, και κάνοντας αυτό χάνει τα σπανιότερα.
§ Κίνητρο: Ακόμα και με την καλύτερη πρόθεση, κάποιες μέρες είναι καλύτερες ή χειρότερες από άλλες, όσον αφορά τη διάθεση, τη δέσμευση, τον περισπασμό, τον καιρό, την υγεία, το χρόνο μετά το τελευταίο μπάνιο/γεύμα κλπ. Κάποια ή όλα από αυτά μπορεί να επειρεάσουν τα δείγματα αυτής της ημέρας σε σύγκριση με της προηγούμενης.
§ Μέθοδος: Κάποιοι παλαιοντολόγοι στήνουν λεπτομερή προτόκολα για τη συλλογή. Άλλοι απλά ψάχνουν ένα σχηματισμό, χρησιμοποιώντας την τύχη και τη διαίσθηση για να τους οδηγήσει στα «καλύτερα» απολιθώματα. Οι χρυσοθήρες μπορεί να δουλεύουν με παρόμοιους τρόπους. Είναι συζητήσιμο ποια είναι η καλύτερη μέθοδος για την εύρεση αυτού του ενός μοναδικού απολιθώματος. Είναι προφανές ότι η συστηματική συλλογή δίνει μια γενικά καλύτερη σύγκριση ανάμεσα σε τοποθεσίες και στρωματογραφικούς ορίζοντες.
Αλλά ψάχνει ο ερευνιτής πάνω στο βράχο χρησιμοποιώντας μόνο τα μάτια του; Ή κόβει ένα τεράστιο κομμάτι βράχου για να το εξετάσει συστηματικά πίσω στο εργαστήριο; Κοσκινίζει μέσα από λεπτόκοκκο ίζημα για να συλλέει και τα πιο μικρά απολιθώματα; Ή ψάχνει τα μεγάλα και εμφανή; Όλα αυτά επειρεάζουν τ’αποτελέσματα.

Η πρώιμη Γη

Είχα σε κάποια παλαιότερη δημοσίευση για τα γεγονότα της προκάμβριας εποχής (από τότε που δημιουργήθηκε το ηλιακό σύστημα ως την εμφάνιση σύνθετων πολυκύτταρων οργανισμών στη γη) αναφέρει ότι κάποτε αργότερα θα έγραφα κάτι για τις πρώιμες φάσεις του πλανήτη μας. Τώρα έχω βρει ένα καλό άρθρο για δημοσίευση στο ιστολόγιο.
Το άρθρο αυτό το βρήκα σε μια γεωλογική σελίδα:
εδώΔεν είναι άρθρο του συγγραφέα, αλλά η σύνοψη της εργασίας των Sleep et al. 2001, με λίγες ανανεώσεις.

Μετάφραση: Bolko

Ένα παράδοξο όσον αφορά τους πλανήτες είναι ότι θα έπρεπε να δημιουργηθούν όπου η μάζα έτεινε να συγκεντρώνεται, δηλαδή, όπου πολλά σώματα αλληλεπιδρούσαν και συγκρούονταν. Ενώ οι πρωτοπλανήτες δημιουργούνταν, οι αναμεταξύ τους συγκρούσεις γίνονταν πολύ πιο ενεργητικές (μάλλον γιατί τα σώματα γίνονταν πολύ μεγαλύτερα δικό μου σχόλιο). Επίσης, κάθε σύγκρουση προκαλούσε μεγάλη θερμότητα. Συνεπώς τα τελευταία στάδια του πλανητικού σχηματισμού θα είχαν δημιουργήσει καυτούς πλανήτες, πιθανόν με λιωμένες επιφάνειες.
Σίγουρα η Γη και η Σελήνη θα είχαν δημιουργηθεί όταν η Γη χτυπήθηκε από ένα σώμα στο μέγεθος του Άρη. Η Γη διαμορφώθηκε με μία κλίση στον άξονά της και με τη Σελήνη σε τροχιά κοντά της. Η χημική σύσταση της Σελήνης υποδηλώνει ότι δημιουργήθηκε κυρίως από κομμάτια της Γης που εκτινάχθηκαν μακριά σ’αυτήν τη σύγκρουση. Η σύγκρουση αυτή θα ήταν αρκετά δυνατή ώστε να ατμοποιήσει μεγάλο μέρος της Γης. Έτσι η Γη ξεκινησε ζεστή και ψύχθηκε κάποτε αργότερα. Είναι σημαντικόνα υπολογίσουμε πόσο θα’παιρνε αυτό για να γίνει. Πότε η Γη ψύχθηκε στο σημείο ώστε η ζωή να δημιουργηθεί ή να αφιχθεί σ’αυτήν;
Εδώ υπάρχει μία υπόθεση. Σίγουρα και άλλες υποθέσεις είναι πιθανές, επειδή έχουμε λίγα δεδομένα και πρέπει να βασιστούμε σε προσομοιώσεις υπολογιστών και φυσικούς και χημικούς υπολογισμούς, και και οι δύο αυτές οι μέθοδοι απαιτούν από εμάς να κάνουμε υποθέσεις με περιορισμένο βαθμό βεβαιότητας.
Στην αρχή, η Γη ήταν καυτή και ο πρώιμος ήλιος φαίνεται να ήταν αρκετά κρύος, ίσως παράγοντας μόνο το 70% της ακτινοβολίας από ό,τι σήμερα. Η ατμόσφαιρα της Γης ελεγχόταν από τη θερμότητα που προερχόταν από την επιφάνειά της.
Αυτή η ατμόσφαιρα θα’πρεπε να ήταν ατμός πετρωμάτων σύντομα μετά τη γιγάντια σύγκρουση, αλλά αυτός ο ατμός θα είχε συμπυκνωθεί γρήγορα (πιθανόν σε μερικές χιλιάδες χρόνια γεωλογικά σύντομο χρονικό διάστημα) σε σταγονίδια ορυκτών και κρυστάλλους και θα είχε πέσει με τη βροχή πίσω στη βράζουσα λιωμένη πλανητική επιφάνεια. Εντούτοις, δυνατά ρεύματα μεταγωγής στη λιωμένη Γη δε θα είχαν μεταφέρει μόνο λιωμένο πέτρωμα στην επιφάνεια, αλλά και θερμότητα απ’όπου πολύ από αυτήν θα είχε χαθεί με ακτινοβολία στο διάστημα. Ενώ όσο αυτή η δυνατή μεταγωγή ανατάραζε τη Γη, τα βαρύτερα στοιχεία και ενώσεις, ιδιαίτερα ο στερεός και υγρός σίδηρος, θα είχαν βυθιστεί ξεκινόντας τη δημιουργία ενός πυρήνα. Ενώ όσο ο πυρήνας σχηματιζόταν, η ζώνη της μεταγωγής θα είχε μειωθεί και στενέψει για να ορίσει την περιοχή του μανδυα (ο φλοιός δεν υπήρχε ακόμα).
Στο σημείο που τα πετρώματα θα είχαν συμπυκνωθεί και πέσει με βροχή από την ατμόσφαιρα, η θερμοκρασία της επιφάνειας και της ατμόσφαιρας της Γης θα ήταν ίσως 1800 βαθμούς Κελσίου, και από τα ατμοσφαιρικά αέρια σε μεγαλύτερη αναλογία θα ήταν το διοξείδιο του άνθρακα και οι υδρατμοί. Όταν ο μαγματικός ωκεανός της επιφάνειας του πλανήτη άρχιζε να ψύχεται, άρχισε να δημιουργεί ένα λεπτό, καυτό φλοιό. Υπολογισμοί δείχνουν ότι μόνο λίγες εκατοντάδες χρόνια θα ήταν αρκετά για τη στερεοποίηση ολόκληρης της επιφάνειας. Στερεά επιφάνεια σημαίνει ότι τώρα ο νέος φλοιός ήταν σφραγισμένος από το λιωμένο εσωτερικό, εκτός από τους ηφαιστειακούς κρατήρες και τους κρατήρες συγκρούσεων αστεροειδών οι οποίοι επέτρεπαν τη λάβα να βγεί στην επιφάνεια. Ακόμα και έτσι, η μεταγωγή που ακόμα ανατάραζε το μεγαλύτερο μέρος της μάζας της λιωμένης Γης δε θα έφερνε πλέον απευθείας τη θερμότητα στην επιφάνεια, αλλά μόνο στην κάτω πλευρά του φλοιού. Η ηλιακή ακτινοβολία και η ίδια η ατμόσφαιρα τώρα άρχισαν να παίζουν έναν πολύ σημαντικότερο ρόλο στην εξέλιξη της γήινης επιφάνειας.
Η πυκνή πρώιμη ατμόσφαιρα, στην οποία κυριαρχούσαν τα αέρια του θερμοκηπίου διοξείδιο του άνθρακα και υδρατμοί, παγίδευαν την ακτινοβολία του πρώιμου ήλιου, ενώ ο στερεός φλοιός ακτινοβολούσε ηφαιστειακή θερμότητα από το εσωτερικό. Η θερμότητα του φλοιού αγόταν προς τα πάνω μέσω της πυκνής ατμόσφαιρας και ακτινοβολούταν στο διάστημα, ώστε η Γη συνέχιζε να ψύχεται σχετικά γρήγορα στην αρχή, μετά πιο αργά ενώ όσο ο φλοιός ψυχόταν και αύξανε σε πάχος. Παράδοξα, όσο περισσότερα τα αέρια του θερμοκηπίου θέρμαιναν την ατμόσφαιρα, τόσο γρηγορότερα η θερμότητα θα ακτινοβολούταν στο διάστημα.
Η πυκνή ατμόσφαιρα μπορεί να ήταν 25 φορές πυκνότερη της σημερινής και με θερμοκρασία άνω των 200 βαθμών Κελσίου. Εντούτοις, σε τέτοιες θερμοκρασίες και πιέσεις, είναι δυνατόν να υπάρξει υγρό νερό (υγρό νερό υπάρχει σήμερα, βαθιά στους ωκεανούς στις μεσοωκεάνιες ράχες, όπου υπάρχει μεγάλη ηφαιστειακή δραστηριότητα). Έτσι στο τέλος, ίσως μετά από λίγα εκατομμύρια χρόνια, το εσωτερικό θα είχε χάσει αρκετή θερμότητα και η συμβολή του στην κατάσταση της ατμόσφαιρας θα είχε μειωθεί κατά πολύ. Ενώ όσο η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας έπεφτε, υγρό νερό άρχισε να συμπυκνώνεται και να πέφτει με τη βροχή, μεταφέροντας μαζί του διαλυμένο διοξείδιο του άνθρακα, και ζεστό υγρό νερό γέμισε χαμηλά μέρη του φλοιού δημιουργώντας ρηχές, ελαφρώς όξινες θάλασσες.
Με εκτεταμένη ηφαιστειακή δραστηριότητα στους βυθούς των θαλασσών, και με μεγάλες συγκρούσεις αστεροειδών, θα είχαν συμβεί δραματικές χημικές αντιδράσεις μεταξύ ζεστών πετρωμάτων και νερού. Το χλώριο και το νάτριο θα είχαν συμπυκνωθεί αρκετά νωρίς από την ατμόσφαιρα, και ο πρώιμος ωκεανός θα ήταν αλμυρός, ίσως υπερβολικά αλμυρός (σαν μια καυτή άλμη), αυξάνοντας την έκταση των αντιδράσεων νερού/πετρωμάτων. Γνωρίζουμε από τους υποθαλάσσιους ηφαιστειακούς κρατήρες στις σημερινές μεσοωκεάνιες ράχες πόσο εντυπωσιακές μπορεί να είναι αυτές οι αντιδράσεις, με αποθέσεις όλων των ειδών πλούσιες σε μέταλλα να δημιουργούνται γρήγορα και έντονα. Επίσης, υψηλά επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα στο νερό και στην ατμόσφαιρα θα είχαν βοηθήσει το σχηματισμό ανθρακικών ορυκτών.
Η Γη θα είχε περάσει πολλές δεκάδες εκατομμυρίων ετών ή ακόμα και λίγες εκατοντάδες εκατομμυρίων ετών σ’αυτήν την κατάσταση, με μια πυκνή ατμόσφαιρα θερμοκηπίου και καυτούς υπεραλμυρούς ωκεανούς (πολύ καυτούς για ζωή). Ακόμα και έτσι, με επιφανειακή θερμοκρασία ανώ των 200 C, ήταν αναπόφευκτο ότι η ψύξη της Γης θα συνεχιζόταν. Όσο συνέχιζε αυτή η ψύξη, μια άλλη γεωλογική διεργασία ξεκίνησε να δρα. Η υπαγωγή, η διεργασία με την οποία τα πετρώματα του φλοιού βυθίζονται στο μανδύα.
Όσο ο φλοιός της Γης ψυχόταν, ο φλοιός που είχε αλληλεπιδράσει με το νερό τώρα γινόταν αρκετά πυκνός ώστε να βυθιστεί στο εσωτερικό, παίρνοντας μαζί του τα νέα υδροθερμικά ορυκτά για ανακύκλωση. Σιγά-σιγά διαφορετικές μορφές ορυκτών άρχιζαν να εμφανίζονται ενώ οι χημικές πηγές για τη δημιουργία νέου μάγματος γίνονταν όλο και πιο ετερογενείς, με κάθε μια από αυτές τις μορφές να παρέχει νέες ουσίες για οξείδωση και νέες ενώσεις ενώ οξειδόνονταν και πάλι στην επιφάνεια.
Ίσως το πιο σημαντικό ήταν ότι τα βυθισμένα πετρώματα θα είχαν πάρει μαζί τους μακριά το διοξείδιο του άνθρακα και το νερό τα οποία είχαν συσσωρεύσει με αντιδράσεις οξείδωσης στην επιφάνεια. Αυτή η διαδικασία, η οποία αποθηκεύει αυτά τα αέρια στο μανδύα για εκατομμύρια χρόνια, ακόμα συνεχίζει, βέβαια, αλλά τώρα βρίσκεται σε μία ισορροπία, με όση ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα και υδρατμών να εκρίγνυται από τα ηφαίστεια τόση να βυθίζεται με το φλοιό του βυθού της θάλασσας. Στην πρώιμη Γη, ήταν αυτή η διαδικασία που πήρε μακριά την πυκνή ατμόσφαιρα και το ακραίο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Στην Αφροδίτη, η οποία δεν ψύχθηκε ποτέ ώστε να έχει υγρό νερό, αυτό δεν έγινε ποτέ, και στον Άρη και στη Σελήνη, τα αέρια χάθηκαν στο διάστημα από αυτά τα μικρά σώματα πριν αποθηκευτούν στο μανδύα.
Η διαδικασία αυτή συνεχιζόταν μέχρι που η θερμοκρασία της γης έγινε συγκρίσιμη με αυτήν του σημερινού ισημερινού, περίπου 30 C. Το εσωτερικό της Γης ήταν θερμότερο από ότι σήμερα και θα παρέμενε έτσι για πολύ καιρό, αλλά η μόνωση που προσέφερε ο φλοιός και ο μανδύας γρήγορα μείωσαν τη ροή θερμότητας προς το φλοιό σε συγκριτικά χαμηλά επίπεδα.
Αν όλα αυτά είναι αληθεινά, τότε η Γη θα είχε γίνει φιλική προς τη ζωή γρήγορα μιλώντας γεωλογικά, με μεγάλους, ίσως ρηχούς ωκεανούς, θερμοκρασίες εντός των επιπέδων που βιώνουμε σήμερα και με διαδικασίες οξείδωσης να δρουν μεταξύ ατμόσφαιρας, νερού και πετρωμάτων για να απελευθερώσουν πολλές και διαφορετικές χημικές ενώσεις. Τα αποτελέσματα μιας έρευνας που δημοσιεύθηκε το 2005 δείχνουν ότι το νερό ήταν παρόν στην επιφάνεια, υπονοώντας βροχή, οξείδωση, διάβρωση και απόθεση ιζημάτων ήδη πριν από 4350000000 χρόνια.
Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα η Γη έφτασε μια θερμοκρασία στην οποία η ζωή θα μπορούσε να υπάρξει. Υπολογισμοί έδειξαν ότι από τότε που ο φλοιός άρχισε να ανακυκλώνει τα αέρια του θερμοκηπίου στο εσωτερικό, ξεκίνησε μια ταχύτατη ψύξη, και η Γη ψύχθηκε γρήγορα από θερμοκρασία άνω των 200 C κάτω περίπου στους 30, τη θερμοκρασία περίπου του σημερινού ισημερινού. Ο χρόνος που θα πέρασε η Γη σε θερμοκρασία περί των 100 C θα ήταν το πολύ λίγα εκατομμύρια χρόνια, πιθανόν 1 εκατομμύριο χρόνια ίσως και πολύ λιγότερο από αυτό.
Υπάρχη μια σημαντική συνέπεια εδώ. Η Γη δεν πέρασε αρκετό χρόνο σε θερμοκρασίες όπου θερμόφιλα βακτήρια ζουν σήμερα. Τα θερμόφιλα βακτήρια φαίνεται να είναι αρκετά πρωτόγονα σε πολλές φυλογένειες βακτηρίων, και υπάρχουν υποθέσεις για την προέλευση της ζωής κάτω από καυτές συνθήκες, ίσως και σε υποθαλάσσια ηφαίστεια. Αλλά οι γεωλογικοί περιορισμοί που συζητήθηκαν εδώ δείχνουν ότι η πρώιμη Γη έφτασε αυτό που αποκαλούμε φυσιολογικές συνθήκες σχεδόν αμέσως μόλις έγινε κατοικήσιμη.
Αυτό δε σημαίνει ότι η ζωή που βλέπουμε σήμερα εξελίχθηκε πριν 4000000000 χρόνια, επειδή οι μεγάλες συγκρούσεις εκείνης της εποχής θα μπορούσαν να αποστηρώσουν οτιδήποτε είχε εξελιχθεί πριν από αυτές. Η ζωή που ήταν προγονική σ’εμάς πιθανόν εξελίχθηκε πριν 4000000000 χρόνια.

Λίγο δύσκολο να εξαφανιστεί και μετά να επανεξελιχθεί πάλι εκ του μηδενός ζωή.

η Γη κατά την ύστερη τριαδική περίοδο

Η εικόνα είναι ένας ανακατασκευασμένος χάρτης κατά την ύστερη τριαδική εποχή, σύντομα μετά τη διάσπαση της Παγκαίας. Η βόρεια ήπειρος είναι η Λαυρασία και η νότια η Γκοντβάνα.
Αυτή η ιστοσελίδα έχει παλαιογεωγραφικούς χάρτες οι οποίοι δείχνουν την τεκτονική, παλαιογεωγραφική, κλιματική, ωκεανογραφική και βιογεωγραφική ανάπτυξη από την προκάμβρια εποχή ως σήμερα, καθώς και κάποιες προβλέψεις για το μέλλον. Περιέχει χάρτες, πληροφορίες για τις μετακινήσεις των λιθοσφαιρικών πλακών, το κλίμα και κινούμενες αναπαριστάσεις των μετακινήσεων, άτλαντες, προγράμματα για τον υπολογιστή, cd rom, slides κ.ά.
η σελίδα