Category: βιβλία


Πρόσφατα τελείωσα το ιστορικού περιεχομένου βιβλίο «Ιστορία των σεξουαλικών ηθών» της Ρέι Τάναχιλ. Το βιβλίο εξερευνά την πορεία και τη μεταβολή των ηθών γύρω από το σεξ, τον έρωτα και τις σχέσεις των δύο φύλων από τις απαρχές του ανθρώπου μέχρι και τις μέρες μας. Μαζί με το βιβλίο για την ιστορία της τροφής, είναι από τα γνωστότερα βιβλία της συγγραφέως.
Η Ρέι Τάναχιλ (Reay Tannahill) ήταν Βρετανίδα ιστορικός και συγγραφέας, η οποία είχε γράψει διάφορα βιβλία, από καθαρά ιστορικά μέχρι λογοτεχνικά. Δυστυχώς μας άφησε στις 2 Νοεμβρίου του 2007, σε ηλικία 77 ετών. Το κάπως περίεργο όνομά της είναι στην πραγματικότητα το σκοτικό επώνυμο της μητέρας της, Olive Reay. Γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου του 1929 στη Γλασκόβη της Σκοτίας, όπου μεγάλωσε και αργότερα σπούδασε ιστορία και κοινωνικές επιστήμες. Το 1958 παντρεύτηκε τον Michael Edwards, ο γάμος των οποίων κατέληξε σε διαζύγιο το 1983. Έκτοτε μέχρι το θάνατό της έμενε στο Λονδίνο. Πριν αρχίσει να γράφει, εργαζόταν σε διάφορα επαγγέλματα, όπως ρεπόρτερ σε εφημερίδες, γραφίστρια και ερευνήτρια ιστορίας. Το πρώτο βιβλίο το έγραψε το 1964, και συνέχισε να γράφει μέχρι και το θάνατό της. Για ορισμένα βιβλία χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Annabel Laine. Το πρώτο μεγάλο της μπεστ σέλερ, την Ιστορία της τροφής, το έγραψε το 1968, και το επανέκδωσε για τελευταία φορά το 2002. Εξαιτίας της μεγάλης επιτυχίας αυτού του βιβλίου, ο εκδότης της της πρότεινε ν’ασχοληθεί και με τη δεύτερη μεγάλη ανθρώπινη βιολογική λειτουργία, κι έτσι το 1980 έγραψε την Ιστορία των σεξουαλικών ηθών, η οποία επανεκδόθηκε με νέα δεδομένα το 1991.
Μέσα από ένα μακρύ ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο, το βιβλίο μας γνωρίζει με τα διάφορα ήθη και έθιμα που ανέπτυξαν οι διάφοροι πολιτισμοί γύρω από τη σεξουαλικότητα, κι ερευνά πως αυτά διαμορφώθηκαν σε συνάρτηση με τις εκάστοτε οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές συνθήκες. Το ταξίδι ξεκινά από τους πρώτους ανθρώπους και τους άμεσους προγόνους τους, περνά μέσα από τα δαιδαλώδη μονοπάτια της ιστορίας όπου συναντά Εγγύς Ανατολή, Αρχαία Ελλάδα, Αρχαία Ρώμη, Ασία, Αμερική, χριστιανικό και ισλαμικό κόσμο, και καταλήγει στην Ευρώπη και Αμερική των νεότερων χρόνων, την ιστορία των οποίων ακολουθεί έως σήμερα. Παράλληλα με τα καθεαυτά σεξουαλικά ήθη, το βιβλίο παρακολουθεί και την εξέλιξη ευρύτερων κοινωνικών θεσμών, όπως της σχέσης των δύο φύλων και τη δομή της οικογένειας, με τα οποία άλλωστε είναι αλληλένδετα.

Εν αρχή λοιπόν ήσαν οι πίθηκοι, των οποίων τα σεξουαλικά συστήματα διαφέρουν, από μονογαμικά στους γίββωνες έως εμφανώς πολυγαμικά στους χιμπατζήδες, οι οποίοι είναι οι κοντινότεροι συγγενείς του ανθρώπου. Στα ζώα αυτά η σεξουαλική πράξη περιγραφόταν ως μια σύντομη διαδικασία μ’έναν μόνο σκοπό. Οι πρόγονοι αυτοί οδηγούν στον πρωτόγονο άνθρωπο, για τον οποίον λίγα γνωρίζουμε ελλείψει γραπτών κειμένων, αλλά θεωρείται ότι η σεξουαλικότητά του πήρε περίπλοκες εκφάνσεις παράλληλα με την αύξηση της νοημοσύνης του. Η ιστορία προχωρούσε για χιλιάδες χρόνια όμως, χωρίς μεγάλες αλλαγές. Ώσπου, πριν περίπου 10.000 χρόνια, συντελέστηκε μια μεγάλη αλλαγή στην Εγγύς Ανατολή, και αργότερα αλλού. Ο άνθρωπος είτε έμεινε σε μόνιμες κατοικίες κι άρχισε να καλλιεργεί τη γη, είτε εξημέρωσε ζώα κι έγινε κτηνοτρόφος νομάδας (Νεολιθική Επανάσταση). Την ίδια στιγμή άρχισαν να δημιουργούνται τα πρώτα σταθερότερα κράτη, καθώς και οι βάσεις των σύγχρονων θρησκειών. Δύο πρωταρχικούς θρησκευτικούς μύθους αναγνωρίζει η συγγραφέας ως σημαντικότερους – αυτόν της δημιουργίας, ο οποίος εξυπηρετούσε τους κυνηγούς και τους κτηνοτρόφους, οι οποίοι ζητούσαν τη γέννηση νέων ζώων, κι αυτόν της ανάστασης, ο οποίος εξυπηρετούσε τους αγρότες, οι οποίοι περίμεναν την ανάσταση της γης μετά το χειμώνα. Οι δύο αυτές ομάδες επηρέαζαν η μια την άλλη, συνήθως μετά από επιδρομές των νομάδων στους εδραίους πληθυσμούς. Με την εξημέρωση λοιπόν των ζώων, έγινε και μία από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του ανθρώπου, η γνώση δηλαδή ότι η σεξουαλική πράξη οδηγεί στην αναπαραγωγή. Μέχρι τότε πιθανότατα οι άνθρωποι δεν είχαν κάνει τη σύνδεση, αλλά όταν οι βοσκοί άρχισαν να παρατηρούν ότι τα μόνα θηλυκά ζώα δε γεννούν, άρχιζαν να προβληματίζονται. Ακόμα και σχεδόν μέχρι τις μέρες μας, υπήρχαν κοινότητες Αβοριγίνων της Αυστραλίας που απέδιδαν την τεκνοποίηση σε πνεύματα και αστρονομικά γεγονότα. Και από την ανακάλυψη αυτήν λοιπόν, ο άντρας συνειδητοποίησε τη δύναμή του κι άρχισε να καθυποτάσσει τη γυναίκα, η οποία έγινε υποτελής του. Στις κτηνοτροφικές κοινωνίες, όπου η γυναίκα δε συμμετείχε πολύ στην παραγωγή, υποβιβάστηκε σε περιουσία του άντρα, ενώ στις αγροτικές, όπου ο ρόλος της στην παραγωγή ήταν βαρυσήμαντος, διατήρησε κάποια δικαιώματα για περισσότερο καιρό. Επίσης έγινε λόγος για τα πρώτα έθιμα που είχαν να κάνουν με το αίμα στα διαφορετικά φύλα, δηλαδή τα ταμπού της εμμηνόρροιας και την πρακτική της περιτομής.
Και περίπου τότε ξεκίνησε και η γραπτή ιστορία. Αρχικά το βιβλίο μας γνωρίζει με τους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής και της Αιγύπτου. Και στις δύο αυτές περιοχές η γυναίκα ήταν γενικώς σε υποδεέστερη θέση από τον άντρα, με κατά τόπους διακυμάνσεις. Στη Μεσοποταμία για παράδειγμα η γυναίκα ήταν σχεδόν περιουσία του άντρα, ενώ στην Αίγυπτο απολάμβανε μεγαλύτερη ελευθερία, η οποία ωστόσο δεν ήταν αρκετή ώστε να τις δώσει κάποια ουσιαστική εξουσία. Στο Ισραήλ, αν κι αναφέρονται κάποιες εξέχουσες γυναίκες στους πρώτους αιώνες της ιστορίας του, γενικώς η γυναίκα βρισκόταν σε κατώτερη θέση και ήταν για το σπίτι. Στη Μέση Ανατολή η γυναίκα μπορούσε να ασκήσει κάποια επαγγέλματα, και φυσικά υπήρχε και η πορνεία. Στη Βαβυλώνα υπήρχε και η ιερή πορνεία, όπου ιέρειες συνευρίσκονταν με τους πιστούς στο ναό ως μέρος μυστηρίου, θεσμός ο οποίος αργότερα εκφυλίστηκε σε πανηγύρι πορνών έξω από το ναό, ώστε να προσελκύονται περισσότεροι πιστοί, οι οποίοι έτσι θα τον στήριζαν οικονομικά. Επειδή η ιερή πορνεία ήταν τόσο προσοδοφόρα υιοθετήθηκε κατά καιρούς ακόμα και στο σκληροπυρηνικό Ισραήλ, όπως φαίνεται από τις καταγγελίες διαφόρων προφητών. Στην Αίγυπτο δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για πόρνες, αλά υπήρχαν ομάδες περιπλανώμενων χορευτριών που ασκούσαν αυτό το επάγγελμα. Την εποχή αυτή γίνονται και οι πρώτες αναφορές σε αφροδίσια νοσήματα από πόρνες σε βαβυλωνιακά κείμενα.
Η θέση της σωστής γυναίκας ήταν όμως στο σπίτι, όπου έπρεπε να εκτελεί όλες τοις οικιακές εργασίες, να ανατρέφει τα παιδιά και να υπακούει στις εντολές του συζύγου της. Τα κορίτσια παντρεύονταν αρκετά μικρά, και κεφαλή της οικογένειας ήταν ο πατέρας. Στα περισσότερα μέρη της Μέσης Ανατολής υπήρχε πολυγαμία για όσους μπορούσαν να στηρίξουν πάνω από μια γυναίκα, στην Αίγυπτο ωστόσο ήταν πολύ σπάνια, και περιοριζόταν κυρίως στη βασιλική οικογένεια. Η βασιλική οικογένεια είναι επίσης γνωστή και για τις αιμομικτικές πρακτικές της, ώστε να διατηρήσει το θείο αίμα. Γενικώς ωστόσο τέτοιες σεξουαλικές σχέσης απαγορεύονταν, με σοβαρές ποινές. Τα σεξουαλικά παραπτώματα γρήγορα εντάχθηκαν στους γραπτούς νομικούς κώδικες. Η μοιχεία, η οποία πιθανόν να οδηγούσε σε νόθα παιδιά, ήταν το ποιο σοβαρό αδίκημα, για την οποία επιφυλασσόταν συχνά η ποινή του θανάτου. Άλλες φορές τα κράτη, ακολουθώντας πολιτική αύξησης του πληθυσμού, με τη γνώση πλέον ότι το σεξ οδηγεί στη γονιμοποίηση, ενδιαφέρονταν για την αποδοτικότητα και έθεταν εκτός νόμου κάθε δραστηριότητα που δε μπορεί να οδηγήσει στη γονιμοποίηση, όπως την ομοφυλοφιλία ή την κτηνοβασία. Στο Ισραήλ ακόμα και η κατασπατάληση του σπέρματος απαγορευόταν. Παρόλα αυτά η ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή ήταν ανεπιθύμητη, γι’αυτό υπήρχαν και τεχνικές αντισύλληψης ή έκτρωσης. Οι περισσότερες είναι πολύ πρωτόγονες για τα σημερινά δεδομένα, π.χ. μια αιγυπτιακή συνταγή αναφέρει κολπικό ένθεμα από περιττώματα κροκοδείλου.
Μετά τη Μέση Ανατολή μεταβαίνουμε στην Αρχαία Ελλάδα, όπου τα ήθη δε διαφέρουν και πολύ από τα μεσανατολίτικα, παρά τους ισχυρισμούς σημερινών υπέρμαχων της ελληνικής θρησκείας και πολέμιων των Εβραίων και του χριστιανισμού. Και στην Ελλάδα η γυναίκα ήταν κατώτερη του άντρα, παντρευόταν μικρή, έμενε στο σπίτι, δεν έπρεπε να μιλάει πολύ κλπ. Κατά τόπους υπήρχαν ωστόσο διακυμάνσεις σ’αυτό. Στις δωρικές περιοχές για παράδειγμα, όπως στη Σπάρτη, στην Κρήτη ή στην Κόρινθο, η γυναικά είχε περισσότερες ελεθερίες, όπως πιθανόν και στη Λέσβο, όπου έζησε και η ποιήτρια Σαπφώ, για την οποία γνωρίζουμε ότι διατηρούσε κυκλο γυναικών καλλιτέχνιδων. Στην Αθήνα ωστόσο τα ήθη ήταν πολύ σκληρά. Εκεί η γυναίκα περιοριζόταν αυστηρά μέσα στο σπίτι, όπου αναλάμβανε τα οικιακά καθήκοντα και ανέθετε εργασίες στους δούλους, αν υπήρχαν. Σπάνια κυκλοφορούσε έξω, κυρίως σε θρησκευτικές γιορτές, και πάντοτε με τη συνοδεία του συζύγου ή οικείων της. Ωστόσο υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτοί οι άτεγκτοι κανόνες δεν ακολουθούνταν κατά γράμμα, αφού γνωρίζουμε για γυναίκες που επισκέπτονταν η μία την άλλη, καθώς και περιπτώσεις όπου οι άντρες συζητούσαν με τις συζύγους τους. Συνήθως ωστόσο ο άντρας δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με τη σύζυγό του, και πιθανολογείται ότι σπάνια είχε σεξουαλική επαφή μαζί της. Η δημιουργία ουσιαστικής σχέσης άλλωστε ήταν δύσκολη, αφού όταν ο άντρας παντρευόταν, γύρω στα 30 τλου χρόνια, η γυναίκα μπορεί να ήταν μόνο 14 χρονών. Έπαιρνε ουσιαστικά ένα παιδάκι, στο οποίο μάθαινε τους κανόνες του σπιτιού. Αν ο άντρας ήθελε γυναικεία συντροφιά – όχι και μεγάλη ανάγκη δεδομένου του αρχαιοελληνικού μισογυνισμού -, μπορούσε να επισκεφθεί μία εταίρα, η οποία ήταν η πόρνη της υψηλότερης θέσης. Εκτός από σεξουαλικές υπηρεσίες, η εταίρα μπορούσε να συζητήσει για διάφορα θέματα με τους άντρες, ακόμα και για την πολιτική, αφού ήταν η μόνη γυναίκα που μπορούσε να κυκλοφορεί στην αγορά. Για σεξ υπήρχαν και οι απλές πόρνες διαφόρων τύπων, δούλες ή φτωχά κορίτσια που διαχειρίζονταν προαγωγοί, αλλά και άνδρες πόρνοι. Ο Σόλων ήταν ο πρώτος που θέσπισε νόμους για την πορνεία, τοποθετώντας πόρνες στα λιμάνια για τους ναυτικούς. Κι άλλες πόλεις λιμάνια, όπως η Κόρινθος, ήταν γνωστές για την πορνεία τους, γι’αυτό και είχαν τη φήμη του έκλυτου ηθικά βίου. Υπήρχε επίσης και ο θεσμός της παλλακείας, συνήθεια που στην πορεία άρχισε να φθίνει, όπου ένας άντρας συνήπτε σχέση με μια παλλακίδα, τα τέκνα της οποίας ωστόσο ήταν νόθα. Αντίθετα με τους Μεσανατολίτες, οι Αρχαίοι Έλληνες δεν επιθυμούσαν πολλά παιδιά, και για τον έλεγχο του μεγέθους της οικογένειας κατέφευγαν ακόμα και στη βρεφοκτονία. Η πρακτική αυτή ήταν γνωστή και στη Ρώμη.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο θεσμό της παιδεραστίας, πολύ διαδεδομένο κατά την κλασική εποχή στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας, όπου ένας άντρας μεγαλύτερης ηλικίας αναλάμβανε την εκπαίδευση ενός νεαρού, με τον οποίο συνήπτε και ερωτική σχέση αγάπης και προστασίας. Παρόλα αυτά στην πραγματικότητα η σχέση ήταν συχνά σαρκική, όπως μας μαρτυρούν τα κείμενα και οι αγγειογραφίες, παρόλο που φιλόσοφοι όπως ο Πλάτωνας αποκήρυσσαν τέτοιου είδους πράξεις. Υποτίθεται ότι η ευρεία διάδοση της παιδεραστίας, καθώς και η ακραία δυσπιστία των Αρχαίων Ελλήνων προς το γυναικείο φύλο, οδήγησαν τελικά στην μείωση του πληθυσμού και στην παρακμή της Ελλάδας, κάτι που μου φαίνεται μάλλον παράξενο. Υποτίθεται ότι μετά την καταστροφή που έπαθαν οι ελληνικές πόλεις-κράτη με τους αποικισμούς, οι οποίοι προκλήθηκαν από τον υπερπληθυσμό, οι κυβερνώντες προσπάθησαν να θεσπίσουν νόμους ώστε να μην επαναληφθεί αυτό. Ο Αριστοτέλης για παράδειγμα θεωρούσε ότι η παιδεραστία στην Κρήτη είχε θεσπιστεί για το λόγο του ελέγχου του πληθυσμού.
Στη Ρώμη τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αν και στην αρχή η ζωή των ανθρώπων ήταν απλή, όταν οι Ρώμη έγινε υπερδύναμη κι άρχισε να συγκεντρώνει χρήμα, οι άνθρωποι άρχισαν να παραδίδονται στις σαρκικές ηδονές. Παρόλο που το ήθος του Ρωμαίου άντρα έπρεπε να ορίζεται από μια σειρά αρετών – βαρύγδουπες ηθικές αρετές όπως παραστατικά μας λέει το βιβλίο -, κι έπρεπε να θέτει μέτρο στις απολαύσεις του, στην πραγματικότητα όσοι είχαν το χρήμα έκαναν ότι ήθελαν και μπορούσαν. Τεράστια συμπόσια και όργια ήταν συνήθη γεγονότα στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Γενικώς η σεξουαλικότητα εκφραζόταν ελεύθερα στη ρωμαϊκή τέχνη, είτε στη ζωγραφική και τη γλυπτική, είτε στην ερωτική ή τη χυδαία ποίηση. Η γυναίκα στη Ρώμη είχε ανώτερη θέση απ’αυτήν στην Ελλάδα, αν κι όχι πραγματική εξουσία – κάποιες γνωστές περιπτώσεις επηρέαζαν τους συζύγους τους – και ως εκ τούτου αυτές των ανώτερων τάξεων είχαν άπλετο ελεύθερο χρόνο, τον οποίον περνούσαν καλλωπίζοντας τον εαυτό τους, μιλώντας με άλλες γυναίκες και συμμετέχοντας σε θρησκευτικές εκδηλώσεις. Ο καλλωπισμός αποτελούσε κύρια ασχολία των Ρωμαίων γυναικών, εφόσον δεν είχαν κάτι άλλο να κάνουν, εξού και τα στερεότυπα της εποχής περί γυναικείας φιλαρέσκειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ενδυματολογική μόδα στη Ρώμη αφορούσε κυρίως στολίσματα πάνω στα ρούχα, παρά παραλλαγές στα ενδύματα, τα οποία έπρεπε να καλύπτουν όλο το σώμα. Σύμφωνα με το βιβλίο, η υπερβολική ζήτηση πολυτελών προϊόντων για την καλοπέραση και των ανδρών και των γυναικών, ίσως ήταν ένας απ’τους παράγοντες που συνέβαλαν στην οικονομική κατάπτωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Και μετά ήρθε ο χριστιανισμός, με την έμφασή του στον ασκητισμό και την αποφυγή του κάθε τι γήινου και «αμαρτωλού». Όπως λέει και το βιβλίο και όπως ήταν, ενώ όλες οι προηγούμενες κοινωνίες απαγόρευαν κάποιες εκφράσεις της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, ο χριστιανισμός απαγόρευσε τα πάντα, εκτός από την αναγκαία συνουσία για την τεκνοποίηση, η οποία, ως πράξη αμαρτωλή, μετέδιδε την αμαρτία στο τέκνο, το οποίο έφερε το προπατορικό αμάρτημα μέχρι να βαπτιστεί – ως τώρα νόμιζα ότι το προπατορικό αμάρτημα είχε να κάνει μόνο με την παρακοή των πρωτοπλάστων στον Παράδεισο, τελικά μάλλον κάποια πράγματα μας τα αποκρύπτουν. Ορισμένοι κληρικοί, όπως ο Άγιος Αυγουστίνος, ήταν ιδιαίτερα σκληροί στο θέμα του μη τεκνοποιού σεξ, θεωρώντας την πράξη γενικώς ως χυδαία και υποτιμητική για τον άνθρωπο, και πιστεύοντας πως αν οι Πρωτόπλαστοι έκαναν τίποτα τέτοιο στον Παράδεισο, θα ήταν μια καθαρά ψυχρή, υπολογιστική διαδικασία, χωρίς καμία απόλαυση. Είχε φτάσει στο σημείο να θεωρεί τους άντρες – άλλωστε όλες οι εντολές και παραινέσεις σε άντρες απευθύνονταν – που συνευρίσκονταν με την γυναίκα τους με πάθος, σαν να μπορούσαν δηλαδή να συνευρεθούν μα΄ζι της ακόμα κι αν δεν ήταν παντρεμένοι, ενόχους για πορνεία, και γι’αυτό πρότεινε, αν ήταν αναγκαίο, ακόμα και τη συνεύρεση με μια πόρνη, με την οποία ο άντρας δε θα είχε κάποιον συναισθηματικό δεσμό. Η στάση αυτή, αν κι ακραία, επέζησε για πολλούς αιώνες και υιοθετήθηκε από πολλούς κληρικούς. Φυσικά οι απλοί άνθρωποι δε μπορούσαν ν’ακολουθούν αυτήν την αυστηρή ηθική, οπότε συνεχώς αμάρταναν, αλλά εξομολογούνταν. Στα εξομολογητάρια της εποχής υπήρχαν λεπτομερέστατες ερωτήσεις για την προσωπική ζωή των χωρικών, τις οποίες έπρεπε να απαντούν. Κάθε στάση και πρακτική απαγορευόταν διά ροπάλου,εκτός από την ιεραποστολική στάση, η οποία θεωρούταν η φυσική, γιατί η γυναίκα έπρεπε να είναι κάτω από τον άντρα. Η ταύτιση επίσης της γυναίκας με την Εύα την διατήρησε σε χαμηλή θέση. Τώρα το γυναικείο φύλο θεωρούταν το κατεξοχήν λάγνο, το οποίο παρασύρει και τους άντρες από την ακολασία του. Επειδή το σεξ ήταν τόσο μεγάλη αμαρτία, υπήρχε διαφωνία αν οι κληρικοί έπρεπε να νυμφεύονται. Οι Ορθόδοξη εκκλησία του Βυζαντίου το επέτρεψε, ενώ η Ρωμαιοκαθολική το απαγόρευσε, οδηγώντας σε μια άλλη υστερία, το φόβο ότι στην Εκκλησία υπάρχουν σοδομίτες, τους οποίους η θρησκεία καταδίωκε επίσης. Οι διαμαρτυρόμενοι με τη μεταρρύθμιση, αν και τους θεωρούμε πολύ πουριτανούς σ’αυτά τα θέματα, επέτρεψαν το γάμο του κλήρου, όχι γιατί αποδέχτηκαν την ανθρώπινη σεξουαλικότητα, αλλ’επειδή θεωρούσαν τη λαγνεία αναγκαίο κακό, η καταπίεση της οποίας θά’φερνε χειρότερα κακά.
Ωστόσο υπήρχαν και παρεκκλίσεις τις οποίες δε γνωρίζουμε. Στη Γαλλία κατά καιρούς, για την αύξηση των εσόδων των ναών και των μοναστηριών εφαρμόστηκε κάτι αντίστοιχο της ιερής πορνείας, όπου πόρνες υπήρχαν κοντά στους ναούς και τα έσοδα πήγαιναν στο ναό. Η πορνεία γενικώς έγινε αποδεκτή, γιατί χωρίς αυτήν οι κληρικοί πίστευαν ότι οι λάγνοι θα στρέφονταν στη σοδομία και σ’άλλα άρρητα αμαρτήματα. Επίσης σε πολλά μέρη της Ευρώπης υπήρχε το δικαίωμα του φεουδάρχη, το δικαίωμα δηλαδή του φεουδάρχη να συνευρίσκεται με κάθε γυναίκα πριν το γάμο της. Εφόσον οι απλοί άνθρωποι έπρεπε να πάρουν την άδεια του φεουδάρχη για να παντρευτούν, αυτό δεν ήταν δύσκολο.
Έπειτα μεταπηδάμε στην Ασία, στους πολιτισμούς της Κίνας, της Ινδίας, της Ιαπωνίας και του ισλαμικού κόσμου. Η Άπω Ανατολή ήταν πλήρως αποκομμένη από τη Μέση Ανατολή και το Δυτικό κόσμο για μεγάλο μέρος της ιστορίας της, οπότε δε δέχτηκε επιρροές από τα σκληρά ήθη των αβρααμικών θρησκειών. Γενικώς η σεξουαλικότητα ήταν πιο αποδεκτή, παρόλα αυτά και πάλι συχνά τίθετο υπό περιορισμούς, ενώ η θέση της γυναίκας ήταν υποδεέστερη, αν κι όχι τόσο όσο στη Δύση.
Στην Κίνα, αρχικά τα ήθη επηρέασε ο ταοϊσμός, μια αθεϊστική θρησκεία που σκοπό είχε την εναρμόνιση των αντιθέτων γιν (παθητικό) και γιανγκ (ενεργητικό), ώστε να ρέει η συμπαντική ενέργεια (τσι) ομαλά. Τα κείμενά του είναι πολύ περίπλοκα και ακατάληπτα για τους μη μυημένους. Οι άνθρωποι δε μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε πλήρως γιν ή γιανγκ, γι’αυτό και οι γυναίκες ήταν κατώτερα γιν και οι άντρες κατώτερα γιανγκ. Οπότε η σεξουαλική επαφή θεωρούταν τρόπος εναρμόνισης των αντιθέτων και γενικώς προτεινόταν – υπήρχαν κι εκεί φωνές που εύχονταν το ερωτικό πάθος να μην υπάρχει στους ανθρώπους, περισσότερο για την ψυχική τους ηρεμία παρά για λόγους αμαρτίας. Το τάο όριζε διάφορες τεχνικές για την καλύτερη εναρμόνιση, και στο πλαίσιο αυτό γράφτηκαν και πολλά σεξουαλικά εγχειρίδια, τα οποία ενέπνευσαν εγχειρίδια των επόμενων εποχών. Πιστευόταν ότι η γυναίκα έχει ανεξάντλητη ενέργεια, ενώ ο άντρας όχι, γι’αυτό θα πρέπει να την αναπληρώνει, κι ένας τρόπος να μην την σπαταλά είναι να περιορίσει τις εκσπερματώσεις του. Όπως και αλλού, τα αγόρια προτιμούνταν από τα κορίτσια – συχνά κατέφευγαν στη βρεφοκτονία των κοριτσιών αν ήταν πολλά -, γι’αυτό αν ο άντρας ήθελε να κάνει αρσενικό παιδί, θα έπρεπε ιδανικά να συνευρεθεί με 10 γυναίκες πριν, ώστε να συγκεντρώσει ενέργεια. Η ανάγκη για συνεύρεση με πολλές γυναίκες στο πολυγαμικό σύστημα της Κίνας ήταν και ο κύριος λόγος της τόσο μεγάλης ζήτησης των αφροδισιακών στην Κίνα.
Μετά εξαπλώθηκε ο Κομφουκιανισμός, στους πρώτους αιώνες μ.Χ., και άλλαξε το σκηνικό. Ο βουδισμός, μια νεοεισαχθείσα θρησκεία στην Κίνα, συμφώνησε γρήγορα με τον κομφουκιανισμό. Η κομφουκιανή φιλοσοφία προέγραφε αυστηρές σχέσης μεταξύ των ανθρώπων, σεβασμό στην εξουσία, νομοτέλεια, τυπικότητα κι άλλες αρετές κατάλληλες για τη διακυβέρνηση ενός αποτελεσματικού κράτους. Δεν ξέρω αν η ανάγκη διακυβέρνησης ενός κράτους-μηχανής γέννησε τον κομφουκιανισμό, ή ο κομφουκιανισμός έφερε το δεύτερο, αν και υποψιάζομαι το πρώτο. Στο σύστημα αυτό, οι σχέσεις των δύο φύλων ήταν αυστηρά καθορισμένες, με τη γυναίκα σαφώς κατώτερη. Υπήρχαν κανόνες όσον αφορά την επικοινωνία μεταξύ τους, καθώςκαι τη διαχείριση πολλών γυναικών σ’ένα πολυγαμικό σύστημα – η πολυγαμία ήταν διαδεδομένη στην Κίνα, και ίσως να την συντηρούσε ο μεγάλος αναλογικά αριθμός των αιχμαλώτων γυναικών από τους πολέμους . Ο αυτοκράτορας μπορούσε να έχει χιλιάδες συζύγους και παλλακίδες, και για να επικρατεί τάξη υπήρχαν ειδικές γραμματείς επιφορτισμένες με το καθήκον της σύνταξης του προγράμματος συνεύρεσης του αυτοκράτορα. Ακόμα κι ένας μέσος στην ιεραρχία άντρας όμως μπορούσε να έχει πολλές γυναίκες, για παράδειγμα όταν ένας Κινέζος παντρευόταν, μπορούσε να πάρει, μαζί με τη σύζυγο, και τις αδερφές της καθώς και όσες υπηρέτριες κι εξαρτώμενες είχε. Εκτός αυτού υπήρχε και πορνεία, από πόρνες του δρόμου έως ειδικά πορνεία για τους έχοντες, αν και οι υψηλόβαθμοί σύχναζαν εκεί περισσότερο για χαλάρωση παρά για σεξ, από το οποίο ήταν άλλωστε καλυμμένοι. Κάποιες ταοϊστικές αρχές ίσως συνέχισαν ν’ακολουθούνται στην προσωπική ζωή, αλλά η πλούσια παράδοση είχε ξεχαστεί. Έτσι, από μια εποχή όπου οι νύφες πριν το γάμο έπαιρναν ένα σεξουαλικό εγχειρίδιο, φτάσαμε στον ύστερο Μεσαίωνα, οπότε ακόμα και οι γόνοι της βασιλικής οικογένειας δεν ήξεραν πως γίνεται η πράξη, και για να μάθουν έπρεπε να πάνε στην αίθουσα με τους χαρούμενους βούδες, ένα ζευγάρι αγαλμάτων του Βούδα με κινούμενα γεννητικά όργανα. Η συγγραφέας τονίζει αυτήν την περίπτωση για να δείξει ότι η πρόοδος προς το καλύτερο είναι μια ψευδαίσθηση, αφού μια σχετικά ελεύθερη εποχή μπορεί να την διαδεχτεί μια αυστηρότερη. Αργότερα η ταοϊστική παράδοση άρχισε να επανέρχεται στο προσκήνιο, αλλά πολλά στοιχεία της παρερμηνεύτηκαν, π.χ. οι συμβουλές των σεξουαλικών εγχειριδίων θεωρήθηκαν βλαπτικές για την υγεία. Γενικώς η σεξουαλικότητα στην Κίνα, ακόμα και στις εποχές που δεν ενοχοποιούταν, θεωρούταν ιδιωτικό θέμα και δε συζητούταν συχνά δημοσίως. Αντίθετα με το δυτικό κόσμο και τους θεόσταλτους νομούς του, οι θρησκείες στην Κίνα δεν είχαν σαφείς εντολές του σωστού και του λάθους, απλώς προέτρεπαν πάντοτε στις καλές πράξεις, και γι’αυτό τα παραπτώματα αντιμετωπίζονταν από την κοσμική εξουσία. Για να ξέρουν οι κινέζοι πού βρίσκονται ηθικά, συμβουλεύονταν τα λεγόμενα κινέζικα εξομολογητάρια, πίνακες που έδιναν σε κάθε πράξη θετική ή αρνητική βαθμολογία, από τα οποία φυσικά δεν έλειπαν και οι σεξουαλικές συμπεριφορές.
Στην Ινδία αντίθετα, η έκφραση της σεξουαλικότητας ήταν δημόσια. Ο φαλλός ως σύμβολο κυριαρχούσε στη θρησκεία, ο οποίος δήλωνε τη γονιμότητα και τη δύναμη της δημιουργίας. Οι ναοί συχνά ήταν στολισμένοι με σεξουαλικές παραστάσεις, ιδίως στον προθάλαμο, πρακτική που ίσως γινόταν και για την προσέλκυση πιστών. Εκτός αυτού υπήρχαν και οι ντεβαντάσι (ιερές πόρνες), οι οποίες δούλευαν παρόμοια με το βαβυλωνιακό σύστημα. Μια πόρνη της Ινδίας ανεξαρτήτως θέσης, έπαιρνε όρκο πορνείας, ότι δηλαδή δε θα αρνηθεί ποτέ άντρα που της προσφέρει χρήματα, οπότε ακόμα κι αν ήταν παντρεμένη, ήταν υποχρεωμένη να συνεχίζει το επάγγελμά της. Κατά τ’άλα και στην Ινδία υπήρχε πολυγαμία, και οι υψηλόβαθμοι διατηρούσαν χαρέμια (ζενάνα), συνήθεια που ακολούθησαν και οι Βρετάνη κατακτητές, αν κι όταν κατέφθασαν οι Βρετανίδες αηδίασαν με την πρακτική και ζήτησαν να σταματήσει. Όπως και στην Κίνα, τα αρσενικά παιδιά προτιμούνταν, ενώ η προίκα για το γάμο των κοριτσιών ήταν δυσβάσταχτη, και συχνά οι γονείς κατέφευγαν στη βρεφοκτονία των κοριτσιών για να μειώσουν τον αριθμό τους. Οι ινδικές οικογένειες όμως ήταν ασυνήθιστα μεγάλες και συνεκτικές, γι’αυτό τα κράτη, για να μειώσουν το μέγεθος τη δύναμή τους, θέσπισαν κανόνες μέσω της θρησκείας, οι οποί ανάγκαζαν τον άντρα της οικογένειας, τουλάχιστον για τις τρεις υψηλότερες κάστες, ν’αποσυρθεί στη μέση ηλικία και να γίνει ασκητής ή περιπλανώμενος ζητιάνος. επακόλουθο αυτής της αβεβαιότητας ήταν ότι ο άντρας δεν είχε την απόλυτη εξουσία στο σπίτι, όπως στη Μέση Ανατολή. Η γυναίκα μπορούσε να είναι χαρούμενη και να εύχεται ότι ο άντρας θα ζήσει περισσότερο απ’αυτήν, διότι άπαξ και χήρευε βρισκόταν σε άσχημη μοίρα. Πολλές γυναίκες έπεφταν εθελοντικά στη νεκρική πυρά του άντρα τους – συνήθως δεν ήταν καταναγκαστικό, όπως πιστεύουν οι δυτικοί – για να τον συνοδεύσουν στην επόμενη μετενσάρκωση, κάτι ίσως καλύτερο από τη ζωή που θα τους απόμενε. Η χήρα ήταν σημαντική μόνο για τα παιδιά της, κατά τ’άλλα δεν είχε καμία κοινωνική υπόσταση. Έπρεπε να κοιμάται κάτω, να τρώει μια φορά την ημέρα και να προσεύχεται συνεχώς για να συναντηθεί με τον άντρα της στην επόμενη μετενσάρκωση, στον οποίον ανήκε.
Στην Ινδία γράφτηκε και το περίφημο Κάμα Σούτρα (βιβλίο της ηδονής), ένα σεξουαλικό εγχειρίδιο επηρεασμένο απτα κινέζικα, γνωστό κυρίως για την λεπτομερή ανάλυση ανούσιων παραλλαγών στις στάσεις. Εκτός απ’αυτά ωστόσο περιέχει και διάφορες συμβουλές, πολλές από τις οποίες θεωρούνται ανήθικες κατά τα σημερινά πρότυπα. Για παράδειγμα έδινε οδηγίες για κάποιον άντρα πώς να εισβάλει στο χαρέμι του άρχοντα χωρίς να τον πιάσουν, ή επέτρεπε σε μια πόρνη που επρόκειτο να χάσει τον πελάτη της να του πάρει όσα χρήματα μπορεί, παρουσιάζοντάς το σαν ανάγκη λύσης χρεών. Στη μοιρολατρική κοινωνία της Ινδίας, η πρόκληση κακού σε κάποιον, αν και θα μείωνε το κάρμα του δράστη για την επόμενη μετενσάρκωση, δικαιολογούταν ως δίκαιη τιμωρία για μία ψυχή που έπραξε λάθος σε προηγούμενη ζωή. Το τάντρα επίσης αναπτύχθηκε στην Ινδία, και, όπως πολλά ρεύματα ανατολικών θρησκειών, έχει εκφυλιστεί στη Δύση ως απλώς μια σειρά τελετουργιών οργιαστικού χαρακτήρα. Είναι αλήθεια ότι σε κάποιες τελετουργίες του οι συμμετέχοντες πρέπει να συνουσιαστούν, αλλά το γενικό του πνεύμα δεν έχει να κάνει μ’αυτό. Είναι στην πραγματικότητα μια αντίδραση στις σχολές του ινδουισμού που απαιτούν ασκητισμό από όσους επιθυμούν να φτάσουν στη νιρβάνα, η οποία υποστηρίζει ότι στον τελικό στόχο κάποιος μπορεί να φτάσει ζώντας γήινα.
Στον ισλαμικό κόσμο, τα ήθη ήταν πολύ πιο αυστηρά, και προσιδίαζαν σ’αυτά της αρχαίας Μέσης Ανατολής. Ο Προφήτης Μωάμεθ, αν και επιθυμούσε τη βελτίωση της θέσης της γυναίκας, δεν κατάφερε και πολλά εξαιτίας των μακραίωνων παραδόσεων του λαού. Μπόρεσε ωστόσο να τις εξασφαλίσει κάποια δικαιώματα παραπάνω ενώ έθεσε το όριο των συζύγων ενός άντρα στις τέσσερις. Όπως κι αλλού, κι εδώ υπήρχε ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ της σωστής γυναίκας και της πόρνης. Η σωστή γυναίκα έπρεπε να βρίσκεται στο σπίτι, και συνήθως ζούσε σε απομόνωση στα γυναικεία διαμερίσματα. Πιθανόν αυτό το έθιμο να το υιοθέτησαν οι Άραβες από το Βυζάντιο, όπου, εκτός από κάποιες γυναίκες επιρροής ανώτερων κοινωνικών τάξεων, οι υπόλοιπες ζούσαν σε απομόνωση. Οι Άραβες επίσης επηρεάστηκαν από την κινεζική και ινδική παράδοση, κι έγραψαν τα δικά τους σεξουαλικά εγχειρίδια. Έπειτα το βιβλίο ασχολήθηκε και με την Οθωμανική αυτοκρατορία, και τα έθιμα του σουλτάνου και του χαρεμιού. Ένας σουλτάνος μπορούσε να έχει πολλές γυναίκες, είναι γνωστά και χαρέμια από 2.000. Μπορούσε να πάρει όποια θέλει χωρίς επίσημο γάμο, και δεν ήταν απίθανο κάποιες να τις είχε δει μόνο λίγες φορές. Η μητέρα του σουλτάνου είχε την μεγαλύτερη επιρροή, και, όπως λένε χλευαστικά οι ιστορικοί, συχνά η αυτοκρατορία κυβερνούταν από το χαρέμι. Επειδή όμως δεν είχαν σαφείς νόμους για τη διαδοχή, κάθε φορά που άλλαζε ο σουλτάνος επικρατούσε πανικός. Συνήθως ο επίδοξος σουλτάνος φρόντιζε να σκοτώσει όλα τα αρσενικά αδέρφια του, αργότερα όμως προσπάθησαν να εκπολιτίσουν το έθιμο φυλακίζοντάς τους για πάντα. Μετά το θάνατό του, ίσως κάποιος φυλακισμένος συγγενείς του να έπαιρνε την θέση, αλλ’επειδή δεν είχε εμπειρίες από τη ζωή, δε μπορούσε να κυβερνήσει, οπότε την θέση την έπαιρνε άλλος.
Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η μεταστροφή της δυτικής κοινής γνώμης για τη σεξουαλικότητα των μουσουλμάνων. Η εικόνα της στυγνής καταπίεσης και της κακοποίησης των γυναικών είναι δημιούργημα του 20ου αιώνα, ίσως από την επιρροή της ιδεολογίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τους προηγούμενους αιώνες, για τους δυτικούς η Ανατολή συμβόλιζε τις αχαλίνωτες απολαύσεις και το φιλήδονο βίο.
Μνεία γίνεται επίσης και στους ευνούχους, οι οποίοι φύλαγαν τα χαρέμια και το σουλτάνο, και στο σημείο αυτό γίνεται μία αναδρομή στην ιστορία των ευνούχων, από την αρχή τους στους Ασσυρίους έως το νεότερο κόσμο. Αρχικά ήταν δούλοι για τις βαριές χειρωνακτικές εργασίες, αργότερα όμως ευνούχοι προτιμήθηκαν για θέσεις στην κρατική μηχανή, επειδή δεν είχαν οικογενειακά συμφέροντα, πάγια πρακτική στην Κίνα. Ακόμα κι αν καταλάμβαναν υψηλότατες θέσεις, όταν πέθαιναν, όλη η περιουσία τους γύριζε στο βασιλιά. Επίσης η θέση τους εξαρτιόταν από την εύνοια που τους έδινε ο βασιλιάς, και δεν ήταν σίγουρο ότι θα την διατηρούσαν στη βασιλεία του επόμενου. Ευνούχοι υπήρχαν ακόμα και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπου πολλές οικογένειες, για να συνδεθούν με την άρχουσα τάξη, μπορεί να ευνούχιζαν μερικά παιδιά τους. Στο δυτικό κόσμο ωστόσο το έθιμο δε διαδόθηκε, παρά μόνο στην Εκκλησιαστική χορωδία, όπου ευνούχοι από νεαρή ηλικία χρησιμοποιούνταν για τις λεπτές τους φωνές. Τόσο μίσος είχε η παπική εκκλησία για τις γυναίκες, που προτίμησε να υποστηρίξει αυτό το βαρβαρικό έθιμο, μολονότι γενικά το καταδίκαζε, ως επιρροή ίσως από την Παλαιά Διαθήκη, όπου οι ευνούχοι θεωρούνταν συμβολικά ακάθαρτοι. Το ίδιο πίστευαν και στην Ινδία.
Στη συνέχεια, το βιβλίο θα εστιάσει στη Δυτική Ευρώπη του ύστερου Μεσαίωνα και της αποικιοκρατίας. Ο χριστιανισμός ακόμα καλά κρατεί, ωστόσο, μετά τις σταυροφορίες, την πτώση του Βυζαντίου και την ευρύτερη γνώση των αρχαίων συγγραφέων, συντελείται, πρώτα σε κάποιες πόλεις της Ιταλίας, η Αναγέννηση, ένα καλλιτεχνικό κίνημα επιστροφής στην κλασική εποχή. Στα καλλιτεχνήματα της εποχής παρατηρείται θαυμασμός προς το γυμνό αντρικό σώμα, ενώ επίσης αρχίζουν να εμφανίζονται και γυμνά γυναικών. Παράλληλα εξαπλώνεται το ιπποτικό ερωτικό τραγούδι, το οποίο εξυμνεί μια υποτιθέμενη κυρία, την οποία ο ιππότης υπηρετεί για να κερδίσει την εκτίμησή της. Η γυναίκα αυτή είναι σχεδόν μυθική, και ενάρετη, δηλαδή σύμφωνη με τις σεξουαλικές νόρμες της εποχής, οπότε η σχέση μεταξύ τους δεν είναι σαρκική. Υπήρχε η υπόθεση ότι το ρεύμα αυτό προήλθε από τη μεσαιωνική γνωστική αίρεση των καθαρών, οι οποίοι αποκήρυσσαν τη σεξουαλικότητα, αν και πιθανότατα προήλθε από τα αντίστοιχα αραβικά ερωτικά τραγούδια, που μιλούσαν για μυστηριώδεις γυναίκες κρυμμένες πίσω από τα πέπλα στους γυναικωνίτες. Επίσης εισήχθη η λατρεία της Παρθένου Μαρίας από το Βυζάντιο, η οποία πριν στην Καθολική Εκκλησία ήταν απλώς η μητέρα του Χριστού και τίποτα παραπάνω. Παρόλα αυτά η θέση της πραγματικής γυναίκας δε βελτιώθηκε ουσιαστικά, ωστόσο είχαν τεθεί οι βάσεις για τον επαναπροσδιορισμό της.
Στο τέλος του Μεσαίωνα οι Ευρωπαίοι, ψάχνοντας νέες διόδους εμπορίου, κάνουν τις μεγάλες εξερευνήσεις και υποτάσσουν τους λαούς που συναντούν. Για να δικαιολογήσουν τη στάση τους προς αυτούς, τους κατηγορούν με κάθε λογής αμαρτήματα. «Είναι όλοι τους σοδομίτες» έλεγαν οι Ισπανοί κονκισταδόρες στις επιστολές τους για τους Ινδιάνους της Αμερικής. Στην πραγματικότητα τα ήθη των τριών μεγάλων πολιτισμών της Αμερικής, των Μάγια, των Ίνκας και των Αζτέκων δε διέφεραν πολύ απ’αυτά των μη χριστιανικών κρατών της ιστορικής μέσης Ανατολής και Ευρώπης. Οι ομοφυλοφιλία δεν ήταν αποδεκτή ούτε στους Αζτέκους ούτε στους Ίνκας, όπου τιμωρούταν με θάνατο, αν και οι Μάγια την έπετρεπαν, κυρίως με τη μορφή της παιδεραστίας, αλλά και μεταξύ ενηλίκων ήταν πιο αποδεκτή. Οι Μάγια θεωρούσαν τη διαφθορά μιας παρθένας μεγάλο αμάρτημα, γι’αυτό και οι αριστοκράτες έδιναν στους γόνους τους σκλάβους για να σοδομούν. Σε άλλες, μικρότερες φυλές, τα ήθη μπορεί να ήταν πιο χαλαρά, αν και είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε την αλήθεια από την προκατάληψη των Ευρωπαίων. Λόγος επίσης γίνεται και για την αποικιοκρατική αντιμετώπιση των λαών της Ινδίας κι άλλων περιοχών. Σε όλες αυτές τις περιοχές, οι ιεραπόστολοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πάταξη των προσβλητικών για τους κατακτητές εθίμων, και στην ενστάλαξη της ενοχής στο λαό.
Και σιγά-σιγά φτάνουμε στη νεότερη εποχή, του Διαφωτισμού, των εθνικών κρατών, της Βιομηχανικής Επανάστασης, της επιστημονικής προόδου, της παγκόσμιας αποικιοκρατικής επέκτασης. Σιγά-σιγά η θρησκεία αρχίζει να υποχωρεί, κάτι που καθυστέρησε υπερβολικά σε πιο περιφερειακές χώρες, και άρχισε ν’ακουγεται ο αντίλογος. Το σεξ αναγνωρίστηκε περισσότερο, με διάφορα λογοτεχνικά έργα σεξουαλικού περιεχομένου, ακόμα και σκανδαλώδους για την εποχή (έγινε μνεία στο Μαρκίσιο ντε Σαντ κι αργότερα στο Λεοπόλδο φον Σάχερ Μάζοχ). Η πρόοδος στην ιατρική και τη βιολογία αναγνώρισε τελικά και τη συμμετοχή της γυναίκας στη γονιμοποίηση, με την ανακάλυψη του ωαρίου, αφού έως τότε υπήρχε διαφωνία κατά πόσο η μητέρα κληροδοτεί χαρακτηριστικά στον απόγονο και αν ναι, αν εξισώνονται με τα πατρικά. Έπειτα ήρθε και η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου και οι θεωρίες της κληρονομικότητας, παρόλα αυτά οι βιολογία επιστρατεύθηκε για αρκετές δεκαετίες ακόμα για να δικαιολογήσει την καταπίεση των φυλών και των γυναικών.
Βρισκόμαστε λοιπόν στο 19ο αιώνα, στη λεγόμενη βικτοριανή εποχή της Αγγλίας, γνωστή για τη σεμνότυφη ηθική της, αλά και την υποκρισία της. Αν και ο όρος περιγράφει τον πολιτισμό κατά τη βασιλεία της βασίλισσας Βικτορίας, έχει επεκταθεί για να περιγράψει παρόμοιες τάσεις παγκοσμίως και παγχρονικά. Η γυναίκα θεωρούταν ο άγγελος του σπιτιού, μια μητρική οντότητα στην οποία δεν άρμοζαν οι σεξουαλικές παρορμήσεις, στις οποίες την παρέσυρε ο άντρας. Οπότε από την προηγούμενη θέση της γυναίκας ως λάγνου όντος φτάνουμε στο αντίθετο άκρο, της γυναίκας ως σχεδόν ασεξουαλικού όντος. Η γυναίκα λοιπόν περιοριζόταν μέσα στο σπίτι, αλλά, αντίθετα με άλλες εποχές, στις εύπορες τουλάχιστον τάξεις της απαγορευόταν οποιαδήποτε εργασία, την οποία εκτελούσαν οι υπηρέτριες – σχεδόν το 1/4 των φτωχών κοριτσιών στην Αγγλία εκείνη την εποχή δούλευαν ως υπηρετικό προσωπικό -, οπότε είχε άπλετο ελεύθερο χρόνο, αλλά δε μπορούσε ουσιαστικά να κάνει τίποτα. Ασχολούταν με την εκκλησία και το κοινωνικό έργο, με τις τέχνες κλπ. Ο άντρας αντίθετα θεωρούταν σεξουαλικά επιθετικός και ανικανοποίητος, αλλά δίσταζε να προσβάλει τον άγγελο του σπιτιού. Γι’αυτό και στο διάστημα αυτό της καταπίεσης άνθισε η πορνεία. Ένας καθώς πρέπει άντρας εκείνης της εποχής μπορεί να έδειχνε μια άμεμπτη δημόσια εικόνα, να συντηρούσε υποδειγματική οικογένεια, αλλά στην προσωπική του ζωή να ήταν ο πιο έκφυλος και διεστραμμένος άνθρωπος. Οι πόρνες προέρχονταν κυρίως από τις φτωχές τάξεις, και εξυπηρετούσαν κάθε γούστο, ακόμα και τα ακραία, όπως παρενδυσιακά φετίχ ή σαδομαζοχισμό – η αγγλική διαστροφή, όπως τον αποκαλούσαν οι Γάλλοι. Η μεγάλη αυτή αύξηση στην πορνεία ωστόσο γρήγορα εξάπλωσε αφροδίσια νοσήματα στον πληθυσμό, τα οποία η κοινωνία δε μπόρεσε ν’αντιμετωπίσει. Η βλεννόρροια και η σύφιλη έκαναν θραύση σ’όλες τις κοινωνικές τάξεις, και, μολονότι θεσπίστηκε νομοθεσία στα τέλη του 19ου αιώνα για την αντιμετώπισή τους, το θέμα κρίθηκε υπερβολικά ευαίσθητο, αφού έφερνε στο φως το πρόβλημα της πορνείας, και γρήγορα οι νόμοι άρθηκαν. Η αυστηρή ηθική έτσι της εποχής οδήγησε στη σοβαρή ασθένεια και το θάνατο πολλών ανθρώπων. Για ν’αποφύγουν οι άντρες τη μόλυνση των συζύγων τους, άρχισαν να υιοθετούν περισσότερο το προφυλακτικό, αλλά και οι προτιμήσεις τους στις πόρνες άλλαξαν. Άρχισαν να ζητούν παρθένες ή και μικρά παιδιά για να ικανοποιούν τις ορέξεις τους, κάτι το οποίο δεν κίνησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για δεκαετίες. Αυτή ήταν η πολιτισμένη Αγγλία του 19ου αιώνα.
Στο περιβάλλον ωστόσο αυτό, της βιομηχανικής ανάπτυξης και προόδου, ενώ τα εκλογικά δικαιώματα επεκτείνονταν σε περισσότερες κατηγορίες ανθρώπων, στις γυναίκες δεν είχαν ακόμα αναγνωριστεί, κι έτσι γεννήθηκε το κίνημα για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Και στην Αγγλία και στην Αμερική, το δικαίωμα διεκδικήθηκε με διαφορετικούς τρόπους – όπως λέει η συγγραφέας στην Αγγλία επιστρατεύθηκε η λογική, ενώ στην Αμερική το συναίσθημα. Στην Αγγλία οι γυναίκες επικαλούνταν ως επιχείρημα την επέκταση των δικαιωμάτων και σε φτωχότερες τάξεις, καθώς και σε πολύ λιγότερο παραγωγικούς και ηθικούς ανθρώπους, ενώ στην Αμερική η ηθική ήταν το κύριο μέσο πειθούς. Οι γυναίκες παρουσιάζονταν ως ηθικές και ενάρετες, και πάμπολλες οργανώσεις γυναικών και κληρικών ξεφύτρωναν στις Ηνωμένες Πολιτείες σαν μανιτάρια. Αυτές οι σεμνότυφες γυναίκες, κατά του σεξ, του αλκοόλ (μεθούσε τους άντρες τους οι οποίοι τις εξανάγκαζαν στη χυδαία σεξουαλική επαφή), και φυσικά κατά της πορνείας συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην ποινικοποίηση της τελευταίας και την ποτοαπαγόρευση αργότερα, κάνοντας ακόμα και σήμερα την Αμερική ένα από τα πιο πουριτανικά ανεπτυγμένα κράτη. Σιγά-σιγά διάφορες πολιτείες άρχισαν να επιτρέπουν την ψήφο των γυναικών, αν και οι πρώτες δεν ήταν και οι πλέον φιλελεύθερες, όπως διαισθητικά νομίζουμε. Πρώτη ήταν το Ουισκόνσιν, μια πολιτεία με τη φήμη άντρου αλητών και πιστολάδων, η οποία για τον λόγο αυτό έφερε τη δυσπιστία στην ιδέα της ψήφου των γυναικών. Δεύτερη ήταν η Γιούτα, που το επέτρεψε με σκοπό ν’αυξήσει την επιρροή τον Μορμόνων κατά των άλλων εθνικών και θρησκευτικών ομάδων που εισέρεαν στην πολιτεία.
Έπειτα το βιβλίο συζητά την ένταξη της γυναίκας στην εργασία και την ανώτατη εκπαίδευση στις αρχές του 20ου αιώνα, παρουσιάζοντας γενικά την πλήρη ένταξη της γυναίκας στην κοινωνία ως μια αναγκαία εξέλιξη δεδομένων των ραγδαίων κοινωνικών μεταβολών που θα ερχόταν αργά ή γρήγορα, παρά ως ένα σκληρό αγώνα, όπως έχουμε την εντύπωση ότι έγινε. Η σεξουαλική απελευθέρωση ωστόσο άργησε να έρθει. Αυτό που τελικά έκανε δυνατή τη σεξουαλική απελευθέρωση των γυναικών και την ισότητα των φύλων στον τομέα αυτόν ήταν η εφεύρεση του αντισυλληπτικού χαπιού, ενός σκευάσματος που μπορούσε να ελέγχει η γυναίκα μόνη της, το οποίο συνέπεσε σε μια εποχή όπου τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μπορούσαν να διαδώσουν πρότυπα γρήγορα. Στο σημείο αυτό το βιβλίο κάνει μια αναδρομή στην ιστορία της αντισύλληψης, καθώς και στα εμπόδια που συνάντησε η αποδοχή της κατά τους τελευταίους αιώνες. Αν και η ανάγκη οικογενειακού προγραμματισμού υπήρχε από παλιά, το θέμα δε συζητούταν ανοιχτά, επειδή αρχικά ο χριστιανισμός ήταν πλήρως αντίθετος στον έλεγχο των γεννήσεων, και στη συνέχεια επειδή έθιγε ανήθικα σεξουαλικά ζητήματα. Παραδοσιακά, οι γυναίκες εφάρμοζαν διάφορες λαϊκές μεθόδους αντισύλληψης, και σε ορισμένες περιπτώσεις κατέφευγαν και σε επικίνδυνες αμβλώσεις, αλλά κατά τον 19ο αιώνα η ιατρική κοινότητα άρχισε να ασχολείται με το θέμα, πάραυτα δε διαφημίστηκε ούτε προωθήθηκε μέχρι και μετά τα μισά του 20ου αιώνα. Η άμβλωση, ως πράξη πολύ περισσότερο αμφιλεγόμενη, καθυστέρησε περισσότερο να νομιμοποιηθεί, και συναντά ακόμα και σήμερα αντιθέσεις, ιδίως στις ΗΠΑ.
Μετά τη σεξουαλική απελευθέρωση λοιπόν, για την όπια πολλοί ερευνητές διαφωνούν τελικά στο κατά πόσο ριζοσπαστική ήταν, οι μακραίωνες πατριαρχικές παραδόσεις κλονίστηκαν. Πλέον οι γυναίκες μπορούσαν να συμπεριφέρονται όπως ακριβώς και οι άντρες, κάτι που βέβαια δυσαρέστησε τους τελευταίους, ενώ και ο θεσμός του γάμου άρχισε να φθίνει, ως υπερβολικά δεσμευτικός, δίνοντας τη θέση του σε σύμφωνα συμβίωσης. Όπως λέει και η συγγραφέας, έως τότε δεν ήταν θεσμός για δύο άτομα, αλλά για ενάμισι. Ως εκτούτου οι Αμερικανοί άντρες άρχισαν ν’αποστασιοποιούνται απ’τις πλέον απειλητικές γυναίκες, και στράφηκαν κυρίως προς την πορνογραφία, η οποία γνώρισε μεγάλη άνθηση. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο παρατηρήθηκε τάση εξομάλυνσης. Παράλληλα την ίδια εποχή άρχισαν ν’αναγνωρίζονται τα δικαιώματα των σεξουαλικών μειονοτήτων όπως των ομοφυλοφίλων, των οποίων η κατάσταση αφαιρέθηκε από το διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο των ψυχιατρικών διαταραχών το 1974.
Και μετά ήρθε η εποχή του έιτζ. Ήταν μια ασθένεια που αρχικά φαινόταν να προσβάλει επιλεκτικα΄τους ομοφυλόφιλους και τους τοξικομανείς, ακόμα αγνώστου προελεύσης και εξέλιξης, δίνοντας πάτημα στους συντηρητικούς να αποκηρύξουν το φιλελεύθερο πνεύμα της εποχής, ζητώντας επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες. Παραθέτοντας αποσπάσματα από την εποχή του ηθικού πανικού του έιτζ και αυτού των αφροδισίων νοσημάτων της βικτοριανής εποχής, η συγγραφέας ήθελε να καταδείξει πόσο όμοια ήταν τα συναισθήματα και οι στάσεις των ανθρώπων στις δύο αυτές εποχές. Ένας χρονοταξιδευτής, όπως έλεγε, δε θα μπορούσε να καταλάβει σε ποια εποχή βρίσκεται διαβάζοντας μόνο αυτές τις δηλώσεις. Οι προβλέψεις της συγγραφέως ήταν πολύ απαισιόδοξες για το μέλλον, πιστεύοντας ότι υπάρχει ο κίνδυνος επιστροφής μας σε πιο σκληρά ήθη, γιατί 5.000 χρόνια πατριαρχίας δεν απορρίπτονται από μια εικοσαετία ελευθερίας. Παρόλα αυτά διαψεύσθηκε, αφού λίγα χρόνια μετά την επανέκδοση του βιβλίου, το 1996, κυκλοφόρησαν τα αντιρετροϊικά φάρμακα και το έιτζ έγινε αντιμετωπίσιμο. Σήμερα ένας φορέας του hiv σε ανεπτυγμένη χώρα μπορεί με την κατάλληλη αγωγή να μην πάθει ποτέ aids, ζώντας κανονικά και διατηρώντας τον ιό σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα. Η σεξουαλικότητα οπότε δεν πλήχθηκε, και ευτυχώς η συγγραφέας έζησε τόσο όσο να το διαπιστώσει.

Τα παραπάνω ήταν απλώς μια χονδροειδής περίληψή μου, η οποία είναι αδύνατο να συμπεριλάβει όλο το περιεχόμενο του βιβλίου. Απλώς ενέμεινα σε όσα σημεία μου έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση. Για να έχετε μια πλήρη εικόνα, προτείνω να το διαβάσετε. Όποιος θέλει να καταλάβει καλύτερα τα γεγονότα που οδήγησαν στην παρούσα κατάσταση στα σεξουαλικά ήθη, καθώς και στις σχέσεις των δύο φύλων, ή θέλει να μάθει ποια ήταν τα ήθη αυτά σε παλαιότερες εποχές, θα πρέπει να διαβάσει αυτό το βιβλίο. Γενικώς είναι ευανάγνωστο, στο χαρακτήρα ενός ιστορικού βιβλίου. Τα σεξουαλικά θέματα δεν αντιμετωπίζονται με χυδαιότητα, ούτε όμως και με αυστηρά επιστημονική προσέγγιση, και σε μερικά μέρη το βιβλίο γίνεται αστείο. Κάτω από κάθε κεφάλαιο υπάρχει μακρύς κατάλογος παραπομπών.
Τρία ελλείμματα μονό μπορώ να πω πως είχε το βιβλίο./ Το πρώτο ήταν η μη αναφορά στα ήθη των λαών που δεν επηρέασαν άμεσα το δυτικό πολιτισμό, όπως αυτών της Υποσαχαρίου Αφρικής, της κεντρικής και βόρειας Ασίας, της Ωκεανίας, καθώς και των περισσότερων φυλών της Αμερικής. Αυτοί οι πολιτισμοί αναφέρονται επί τροχάδην σε λίγες μόνο προτάσεις, αν αναφέρονται, κυρίως παράπλευρα με άλλα θέματα. Επίσης, όταν πραγματεύεται τις αλλαγές των τελευταίων αιώνων, επικεντρώνεται κυρίως στην Αγγλία και την Αμερική, αν και πολλές άλλες χώρες ακολούθησαν παρόμοια πορεία την ίδια εποχή. Μπορεί η Αγγλία και η Αμερική να ήταν κράτη πρωτοπόρα και παγκόσμιας επιρροής, αλλά άλλες χώρες είχαν διευθετήσει αυτά τα θέματα νωρίτερα, π.χ. οι σκανδιναβικές χώρες είχαν αναγνωρίσει ισότητα στα δύο φύλα παλαιότερα απ’ό,τι η Αγγλία, και όμως αυτή η σημαντική πρόοδος δεν καλύπτει πάνω από μία πρόταση. Τέλος η ιστορία των σεξουαλικών μειονοτήτων, όπως των ομοφυλοφίλων και των τρανσέξουαλ, δεν αναλύεται διεξοδικά. Πέραν αυτών των ελλείψεων, θεωρώ το βιβλίο μια άριστη δουλειά.

Το βιβλίο αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να συγκρίνω διάφορους πολιτισμούς σε διάφορες εποχές, και διαπίστωσα πως πολλά ήθη και έθιμα ήταν διαπολιτισμικά:
1. Σε όλους τους πολιτισμούς ή τουλάχιστον σ’αυτούς που εξέτασε το βιβλίο, σε σχεδόν όλους δηλαδή, η γυναίκα κατείχε χαμηλότερη θέση απ’τον άντρα σ’όλους τους τομείς. Σε κάποιες κοινωνίες, όπως στην Αρχαία Αίγυπτο, στη Ρώμη ή στην Ινδία στις τάξεις των εμπόρων, η γυναίκα μπορεί να ήταν πιο χειραφετημένη, αλλά η ελευθερία της συνίστατο περισσότερο στην δυνατότητά της να κινηθεί ανεξάρτητα, να μιλήσει ίσως λίγο παραπάνω και να περιποιηθεί την εμφάνισή της, παρά σε κάποια πραγματική εξουσία, όπως στην συμμετοχή της στην πολιτική, στη δικαιοσύνη ή στις ένοπλες δυνάμεις. Όπως έλεγε και η συγγραφέας, η γυναίκα ήταν ελεύθερη, χωρίς ουσιαστικά να μπορεί να κάνει τίποτα. Γενικώς η γυναίκα σε θέση εξουσίας ήταν κάτι υπερβολικά σπάνιο, και όταν συνέβαινε, αυτή βρισκόταν εκεί επειδή δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί άντρας, π.χ. χήρευε. Όπως είπε και η συγγραφέας, σε τέτοιες περιπτώσεις η γυναίκα λειτουργούσε ως προέκταση κάποιου ισχυρού άντρα, είτε συζύγου είτε συγγενούς της, γι’αυτό διατηρούσε το κατεστημένο και δε νομοθετούσε υπέρ του φύλου της. Συχνά μπορούσε να ασκήσει κάποια επαγγέλματα, αν και οι αντιλήψεις προς την εργασία παλαιότερα ήταν διαφορετικές, ώστε μόνο οι φτωχές γυναίκες δούλευαν.
2. Η πορνεία υπήρχε σ’όλους τους πολιτισμούς και σ’όλες τις εποχές με διάφορες μορφές. Αν και μπορεί ν’αμφισβητηθεί αν πράγματι πρόκειται για το αρχαιότερο επάγγελμα, σίγουρα ο θεσμός ήταν πολύ παλιός και διατηρείται έως σήμερα. Ακόμα και κοινωνίες που την αποκήρυσσαν, όπως ο χριστιανικός Μεσαίωνας, αναγκάστηκαν να την αποδεχτούν ως αναγκαίο κακό, με το φόβο ότι αλλιώς θα ενισχύονταν οι αποκλίνουσες μορφές σεξουαλικότητας, όπως η ομοφυλοφιλία, η μοιχεία και οι βιασμοί. Σε κοινωνίες όπου οι γυναίκες ήταν δυσπρόσιτες και οι άντρες ζητούσαν σεξ, η πορνεία ήταν αναγκαία. Πόρνες υπήρχαν για όλες τις τσέπες, από τις εξαθλιωμένες γυναίκες του δρόμου μέχρι τις πλούσιες εταίρες, οι οποίες, πέρα από σεξουαλική επαφή, ασχολούνταν με τις τέχνες, τη μουσική και συχνά συζητούσαν με τους άντρες ακόμα και για πολιτικά και φιλοσοφικά θέματα. Εκτός από την Αρχαία Ελλάδα, το φαινόμενο της εταίρας παρατηρείται στη Ρώμη, στην Ινδία, στην Κίνα, στην Ιαπωνία, στην Αραβία και στο Μεξικό.
3. Υπήρχε σαφής διαχωρισμός μεταξύ της σωστής γυναίκας και της πόρνης σ’όλους τους πολιτισμούς, και σχεδόν πάντοτε οι κατηγορίες αυτές ήταν αμοιβαίως αποκλειόμενες. Αντίθετα με την ελευθεριάζουσα πόρνη, η σωστή γυναίκα ήταν αυστηρά για το σπίτι. Οι ποιότητες της καλής συζύγου ήταν πάνω-κάτω οι ίδιες από την Αρχαία Ελλάδα ως το Ισραήλ, την Κίνα, την Ινδία και το Μεξικό. Έπρεπε να είναι σεμνή, υπάκουη, χαμηλών τόνων, οικονόμα, καλή στις οικειακές εργασίες, ικανή ν’αναθέσει σωστά τις εργασίες στο υπηρετικό προσωπικό αν υπήρχε, ευαίσθητη στις ανάγκες των παιδιών κλπ.
4. Ορισμένες σεξουαλικές συμπεριφορές ήταν διαπολιτισμικά κατακριτέες, όπως η μοιχεία, η αιμομιξία ή ο βιασμός, ενώ άλλες, όπως η ζωολαγνεία ή η ομοφυλοφιλία, αντιμετωπίζονταν διαφορετικά από κάθε κοινωνία, με στάσεις που κυμαίνονταν από τη σιωπηρή ή τη φανερή αποδοχή έως τη θανατική καταδίκη για τους δράστες. Η ομοφυλοφιλία γενικώς ήταν κατακριτέα, επειδή πιστευόταν ότι υποτιμά τον άντρα με τον παθητικό ρόλο, αν και σε ορισμένες κοινωνίες, όπως στην Κίνα, στην Ιαπωνία, στην Ινδία και σε πολλές ινδιάνικες φυλές, ήταν σε πολλές περιόδους αποδεκτή. Αντίθετα η παιδεραστία ήταν πολύ περισσότερο αποδεκτή με τη δικαιολογία ότι ο ερωμένος δεν έχει ανδρωθεί πλήρως. Μπορεί να συναντηθεί από την Αρχαία Ελλάδα μέχρι την Κίνα, και εφαρμοζόταν ακόμα και σε θρησκευτικά σκληροπυρηνικές κοινωνίες, όπως στα ισλαμικά κράτη. Για το λεσβιασμό δε γνωρίζουμε πολλά, εφόσον η σεξουαλικότητα των γυναικών ήταν αδιάφορη για τους άντρες, εκτός κι αν προσέκρουε στα αναπαραγωγικά τους συμφέροντα, όπως στην περίπτωση της μοιχείας ή του προγαμιαίου σεξ. Επειδή ο λεσβιασμός δε ζημίωνε τον άντρα, αντιμετωπιζόταν με πολύ μεγαλύτερη επιείκεια, ή δε συζητούταν καν. Ο αντρικός αυνανισμός δε θεωρούταν κάτι κακό στις περισσότερες κοινωνίες, εκτός από το χριστιανικό κόσμο, όπου οι απολαύσεις ελέγχονταν αυστηρά και σε τόπους και εποχές όπου η σπατάλιση σπέρματος αποθαρρυνόταν, είτε για θρησκευτικούς είτε για υποτιθέμενους ιατρικούς λόγους. Με το γυναικείο αυνανισμό ουδείς ασχολήθηκε, εκτός από τη χριστιανική Ευρώπη. Γνωρίζουμε για παράδειγμα ότι στην Αρχαία Ελλάδα οι γυναίκες αυνανίζονταν, αφού κυκλοφορούσαν οι όλισβοι, πέτρινα ομοιώματα πέους με δερμάτινη επίστρωση που χρησιμοποιούσαν οι κατά τ’άλαλ καταπιεσμένες Αθηναίες. Η Μίλητος ήταν η κύρια έδρα των πιθανότατα εύπορων κατασκευαστών τους.
5. Οι περισσότερες κοινωνίες στην ιστορία ήταν πολυγαμικές, ή μάλλον πολύγυνες. Γενικώς παρατηρείται πτώση στην πολυγαμία κατά τη σταθεροποίηση μιας κοινωνίας, όταν οι επεκτατικοί πόλεμοι σταματούν και οι άντρες ζητούν μεγαλύτερη ισότητα, οπότε η επίσημη πολυγαμία μπορεί να τεθεί εκτός νόμου ή να περιοριστεί στις ανώτερες τάξεις. Πάραυτα, ακόμα και σε κοινωνίες όπου δεν επιτρεπόταν η πολυγαμία, συχνά οι άντρες που είχαν τη δυνατότητα συντηρούσαν και παλλακίδες, γι’αυτό΄γεννιούνταν σε τέτοιους καιρούς και πολλοί νόθοι, η αντιμετώπιση των οποίων ποίκιλε ανάλογα με τον πολιτισμό και την εποχή από σχεδόν όμοια με τους γνήσιους απογόνους έως την πλήρη αποκλήρωση. Επίσης πάντοτε, μα πάντοτε στην ιστορία οι άντρες είχαν σεξουαλική επαφή με τις δούλες ή τις υπηρέτριές τους, γεγονός που σε αποικιακές συνθήκες με αλλόφυλους υποτελείς οδήγησε σε μια τάξη μιγάδων, η οποία αρχικά δεν ήταν αποδεκτή από καμία των δύο φυλών. Οπότε βλέπουμε ότι η μητρικού τύπου τρυφερή πατρική αντιμετώπιση των παιδιών είναι αρκετά πρόσφατο φαινόμενο, ίσως απόρροια της ισότητας των φύλων, της πυρηνικής οικογένειας και του μεγαλύτερου χρόνου που περνά ο πατέρας με τα παιδιά. Ενώ λοιπόν η πολυγυνία ήταν γνωστή και συχνά αναμενόμενη, η πολυανδρία ήταν ανήκουστη, εκτός ίσως από κάποιες φτωχές οικογένειες σε κάποια μέρη της Ινδίας και της Άπω Ανατολής, τα αδέρφια των οποίων μοιράζονταν μία γυναίκα. Εκτός από την ταυτόχρονη πολυγαμία υπάρχει και η σειριακή πολυγαμία, παρούσα σ’όλες τις κοινωνίες. Σχεδόν πάντοτε μετά το θάνατο της συζύγου ή το διαζύγιο, ένας άντρας μπορούσε να ξαναπαντρευτεί, ενώ για τη γυναίκα αυτό εξαρτιόταν αππό την κοινωνία, για παράδειγμα ήταν αδιανόητος ο γάμος στην ινδουιστική Ινδία, ενώ στον ισλαμικό κόσμο, μια χήρα μπορούσε να ξαναπαντρευτεί μόλις μετά από τέσσερις μήνες, ώστε να συνεχίζει να κάνει παιδιά.
6. Το σημερινό ιδανικό του τέλειου γάμου, στον οποίον το ζευγάρι ζει αγαπημένο για πάντα, έχει άριστη επικοινωνία και πλήρη ισότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ιδεατό κατασκεύασμα που προήλθε από το σμίξιμο της ιδέας της ισότητας των δύο φύλων, της υπερβολικής αξίας στα συναισθήματα, καθώς και από τη χολιγουντιανή αναπαράσταση της ιδεατής οικογένειας, οπότε δεν πατάει στην πραγματικότητα. Ιστορικά, οι περισσότεροι γάμοι είχαν ως πρωταρχικό γνώμονα το συμφέρον, κι αυτό ήταν ακόμα εντονότερο στις ανώτερες τάξεις με αρκετή ακίνητη περιουσία και πολλά λεφτά στην άκρη. Συνήθως γινόταν με συνοικέσιο, και μολονότι είναι λανθασμένη η εντύπωση πως η γυναίκα δεν είχε ποτέ το δικαίωμα απόρριψης ενός μνηστήρα, συχνά δεν το είχε κι αν το είχε, η δυνατότητα επιλογής της ήταν περιορισμένη. Επίσης η δημιουργία σχέσης μεταξύ του ζευγαριού ήταν θέμα δύσκολο, αφού συχνά οι γυναίκες παντρεύονταν ενόσω ήταν μικρές και παρθένες, συνήθως κάτω από το εικοστό έτος της ηλικίας τους, ενώ ο άντρας ήταν πολύ μεγαλύτερος, ώστε να έχει εξασφαλίσει την οικονομική του ανεξαρτησία. Ουσιαστικά έπαιρνε ένα αθώο κοριτσάκι, στο οποίο έπρεπε να μάθει τους κανόνες του νέου νοικοκυριού. Η σχέση μεταξύ των συζύγων θ’αναπτυσσόταν με τον καιρό. Γάμοι συνομηλίκων άρχισαν να γίνονται στην Ευρώπη μετά τον 16ο αιώνα, εποχή οπότε η κοινωνία άρχισε να σταθεροποιείται μετά από τους μακραίωνους πολέμους και τους λοιμούς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η σχέση του ζευγαριού ήταν πιο κοντινή, αλλά πάλι υπήρχε η απόσταση, εφόσον τα φύλα στην κοινωνία δεν ήταν ισότιμα. Η υπερβολική έμφαση επίσης στον έρωτα, ο οποίος μάλιστα θα πρέπει να διατηρηθεί ζωντανός για πάντα, ήταν κάτι το ξένο για τις παλαιότερες εποχές. Έχουμε την εντύπωση ότι δεν αναγνώριζαν καν το ερωτικό συναίσθημα, αλλά στην πραγματικότητα το απαξίωναν επειδή είναι μια φάση που έρχεται και παρέρχεται, και δεν υπήρχε η ανάγκη να διατηρείται και να αναζωογονείται. Ακόμα και στις δραματικές ερωτικές ιστορίες του ύστερου Μεσαίωνα και της πρώιμης νεότερης εποχής στην Ευρώπη, στο τέλος ερχόταν ο χωρισμός, ο οποίος, αν κι επώδυνος, ήταν αναγκαίος.
7. Ως εκτούτου, λόγω δηλαδή της απόστασης μεταξύ του άντρα και της γυναίκας, ο άντρας μπορούσε παράλληλα με την επίσημη σχέση του να συνευρίσκεται με παλλακίδες και πόρνες, και η σύζυγος δεν ενοχλούταν καθόλου απ’αυτό. Άρχισε να ενοχλείται μόνο μετά την κατάκτηση της ισοτιμίας.
8. Το σεξ δεν είναι σε καμία περίπτωση προσωπική υπόθεση του καθενός, όπως αρεσκόμαστε να επαναλαμβάνουμε σήμερα. Από την απαρχή των κρατών εώς σήμερα, τα κράτη εκδήλωσαν έντονο ενδιαφέρον για τη σεξουαλική ζωή των υπηκόων τους, νομοθετώντας για την απαγόρευση ορισμένων πρακτικών που θεωρούνται αποσταθεροποιητικές για την κοινωνία, για την αύξηση ή τη μείωση του πληθυσμού κλπ. Και το εκπληκτικό είναι ότι όλοι αυτοί οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις έπιαναν. Τελικά ο φόβος και η ενοχή είναι μεγάλοι ανασταλτικοί παράγοντες της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
9. Η θέση της γυναίκας επηρεάζει άμεσα τα σεξουαλικα΄ήθη. Σε κοινωνίες όπου η θέση της είναι χαμηλή, οπότε αντιμετωπίζεται λίγο ή πολύ ως περιουσιακό στοιχείο της οικογένειας, άρα τελεί υπό καθεστώς προστασίας και είναι πολύ περιορισμένη στη δράση της, τα ήθη είναι πολύ πιο αυστηρά όσον αφορά τη συμπεριφορά των γυναικών και των αντρών προς αυτές, αλλ’επειδή οι άντρες δεν καταπιέζονται στον ίδιο βαθμό και ζητούν γυναίκες, ανθεί η πορνεία. Σε κοινωνίες που τα φύλα είναι πιο ίσα, τα ήθη είναι πιο χαλαρά, εφόσον ο καθένας μπορεί να επιλέξει αυτόν που θέλει, και δεν υπάρχουν τόσοι περιορισμοί.
10. Ο πρωταρχικός λόγος που καταπιεζόταν τόσο πολύ η σεξουαλικότητα διαπολιτισμικά και διαχρονικά πιστεύω πως ήταν ο φόβος για τις συνέπειές της, εφόσον η αντισύλληψη ήταν αναξιόπιστη και μια απλή επαφή δυνητικα θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο ένα νέο άνθρωπο. Οι θρησκευτικές εντολές και οι απόψεις για τις σχέσεις των δύο φύλων είναι μεταγενέστερα επινοήματα που ήλθαν για να δικαιολογήσουν τον περιορισμό, αλλά όχι το αίτιό του. Οπότε κατά κάποιον τρόπο δικαίως την περιόρισαν.
11. Όση ελευθερία κι αν έχουμε αποκτήσει, πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος ενός πισωγυρίσματος, όπως έγινε στην Κίνα, στις αποικιοκρατούμενες χώρες, στην Ευρώπη με την έλευση του χριστιανισμού ή στην Αγγλία του 19ου αιώνα σε σχέση με τους αμέσως προηγούμενους. Δεν είναι τίποτε δεδομένο κι αυτό οφείλουμε να το αναγνωρίζουμε, ώστε να προστατεύουμε ό,τι έχουμε.

Βρισκόμαστε οπότε σε μια καμπή της ανθρώπινης ιστορίας. Όπως λέει και η συγγραφέας, παραδόσεις 5.000 χρόνων γκρεμίστηκαν σε μόλις 20 χρόνια. Παρόλα αυτά δεν είναι βέβαιο ότι θα συνεχιστεί η παρούσα κατάσταση. Σύμφωνα με εξελικτικούς ψυχολόγους, επειδή οι πατριαρχικές κοινωνίες είναι αναπαραγωγικά επιτυχέστερες, αφού ο άντρας ελέγχει την αναπαραγωγή κι έτσι γεννιούνται περισσότερα παιδιά, υπάρχει πιθανότητα ν’απορροφήσουν την υπογεννητική Δύση. Οπότε δεν είναι απίθανο σε 100 χρόνια να έχουμε πάλι πολυγαμία, γάμους μικρών κοριτσιών και δημόσιους λιθοβολισμούς μοιχών.
Μετά απ’όλα αυτά, μόνο μια απορία μου μένει. Στο βιβλίο δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη μετάβαση από την κυνηγετική και τροφοσυλλεκτική κοινωνία στην αγροτοποιμενική, με την επακόλουθη ανακάλυψη του αιτίου της αναπαραγωγής, το οποίο εκμεταλλεύτηκε ο άντρας για να θέσει υπό τον έλεγχό του τη γυναίκα. Για το πώς ακριβώς έγινε αυτό, και μάλιστα πώς οι γυναίκες το δέχτηκαν αμαχητί, δε δίνεται καμία απάντηση. Αν, όπως λέει, υπήρχαν ενδείξεις ότι παλαιότερα οι γυναίκες ήταν ίσες με τους άντρες π.χ. σε κάποιες κοινωνίες πήγαιναν κι αυτές στο κυνήγι, τότε πώς επέτρεψαν τον πλήρη εξευτελισμό τους; Αν κυνηγούσαν κι αυτές, ενδέχεται να πολεμούσαν κι αυτές, οπότε είχαν γνώση των όπλων. Γιατί τότε δεν πήραν τα όπλα για να προασπιστούν τις ελευθερίες τους; Κάθε καταπιεσμένη ανθρώπινη ομάδα το έκανε αυτό σ’όλη την ιστορία. Μήπως αυτές οι περίπλοκες θεωρίες δεν ισχύουν, και υπάρχει γενετική βάση στη συμπεριφορά των δύο φύλων;

Αυτό που ήθελα εδώ και καιρό να βρω για να διαβάσω ήταν ένα εμπεριστατωμένο επιστημονικό βιβλίο για τα ερπετά, που όμως έλειπε απ’την ψηφιακή βιβλιοθήκη μου, αλλά σχετικά πρόσφατα βρήκα τελικά ακριβώς αυτό που έψαχνα, ένα μεγάλο δηλαδή επιστημονικό τόμο 700 και πλέον σελίδων για τη βιολογία των ερπετών και των αμφιβίων, τον οποίο διάβασα πριν δύο περίπου εβδομάδες στον ελεύθερό μου χρόνο όσο ήμουν στην κατασκήνωση, μέσα μόλις σε 5 μέρες. Ο τίτλος του είναι «Ερπετολογία: εισαγωγή στη βιολογία των αμφιβίων και των ερπετών», ή στο πρωτότυπο “Herpetology: an introductory biology of amphibians and reptiles”. Εγώ το διάβασα στο πρωτότυπο, δηλαδή στα αγγλικά, κι εφόσον τα γνωρίζω αρκετά καλά, δε συνάντησα προβλήματα. Το βιβλίο γράφεται απ’τους βιολόγους Laurie J. Vitt και Janalee P. Caldwell του τμήματος ζωολογίας Sam Noble του πανεπιστημίου του Norman της Οκλαχόμα. Το βιβλίο εκδίδεται από την Academic Press, παρακλάδι του μεγάλου επιστημονικού εκδοτικού οίκου Elsevier. Η πρώτη έκδοση τυπώθηκε το 1993 από τον George Zug, με πολλές ενημερώσεις και τροποπποιήσεις από τότε. Εγώ διάβασα την Τρίτη του 2009, αλλ’απ’ό,τι βρήκα, έχει βγει και τέταρτη φέτος με ορισμένες σημαντικές αλλαγές.

Το βιβλίο ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα να διαβάσω. Ένα σύγγραμμα για τη βιολογία και την οικολογία των ερπετών και των αμφιβίων, οργανωμένο κατά ενότητες, η κάθε μία να εξετάζει διαφορετικό τομέα του θέματος, όπως ταξινόμηση, εξέλιξη, ανατομία, φυσιολογία, αναπαραγωγή, θρέψη, οικολογία, απειλές στη φύση, κλπ. Στο τέλος υπήρχε μια ανασκόπηση των σημερινών κλάδων ερπετών κι αμφιβίων μ’όλες τις οικογένειές τους, και μετά παραπομπές και πηγές. Παραπομπές και πηγές υπήρχαν επίσης μετά από κάθε ενότητα, οι οποίες όλες μαζί μπορεί και να καταλάμβαναν πάνω από 20 σελίδες του βιβλίου. Στο τέλος κάθε ενότητας υπήρχαν ακόμα και λίγες γενικές ερωτήσεις κατανόησης, εφόσον το βιβλίο αυτό χρησιμοποιείται και από πανεπιστημιακούς φοιτητές, ενώ μεγάλες ενότητες που πραγματεύονταν πολλά θέματα είχαν και μία ανακεφαλαιωτική παράγραφο. Κάθε ενότητα εξέταζε συνήθως χωριστά τα αμφίβια και τα ερπετά ως προς το ίδιο στοιχείο, εφόσον οι δύο αυτές ομοταξίες διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα, η απόσταση μεταξύ αμφιβίων κι ερπετών θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν είναι μικρότερη απ’αυτήν μεταξύ ερπετών και θηλαστικών, αφού όλες οι συνδετικές μορφές έχουν εξαφανιστεί, αλλά επειδή ιστορικά και οι δύο αυτές ομάδες είχαν θεωρηθεί ως απλά μια ομάδα εκτόθερμων τετράποδων σπονδυλωτών, η παράδοση έμεινε να μελετώνται μαζί. Στην πραγματικότητα τα πουλιά είναι πολύ συγγενικότερα με τα σημερινά ερπετά, κι αυτό το βιβλίο το αναγνωρίζει, αναφέροντάς τα συχνά ως πτηνόμορφα ερπετά (avian reptiles), κι ως εκ τούτου η ερπετολογία θά’πρεπε να είχε απορροφήσει και την ορνιθολογία, αλλά εξαιτίας του ιστορικά αγεφύρωτου διαχωρισμού μεταξύ των δύο αυτών πεδίων, αυτό δε γίνεται. Συχνά λοιπόν το μέρος μιας ενότητας που ασχολούταν με τα αμφίβια ήταν εκτενέστερο απ’αυτό για τα ερπετά, εφόσον τα πρώτα έχουν εξελιχθεί σε πάμπολλες μορφές και εξαιτίας της ιδιόμορφης αναπαραγωγής τους και των δύο σταδίων ζωής, έχουν εξελίξει πολυάριθμες αναπαραγωγικές και αναπτυξιακές στρατηγικές που διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους, ακόμα και σε συγγενικά είδη.

Φυσικά, το βιβλίο αυτό ήταν μια σύνοψη παρόλο τον όγκο του, γιατί λογικά είναι αδύνατο να χωρέσουν ομοταξίες χιλιάδων ειδών, με τις χιλιάδες ξεχωριστές περιπτώσεις τους, σε 700 μόνο σελίδες. Παρά τα παραδείγματα που χρησιμοποιούσε, δεν ήταν δυνατόν να καλύψει όλες τις ειδικές περιπτώσεις. Δεν ήταν δυνατόν για παράδειγμα να καλύψει όλες τις περιπτώσεις πρόσληψης τροφής ή
Θερμορρύθμισης,
Εντούτοις σίγουρα πολλές επιπλέον πληροφορίες θα βρίσκονται μέσα στη σωρία των πηγών και παραπομπών. Επίσης δεν κάλυψε με την ίδια λεπτομέρεια κάποιες απ’τις λιγότερο φανερά οικολογικά σχετιζόμενες πλευρές των οργανισμών αυτών όπως τη δομή και τη λειτουγία του ανοσοποιητικού ή του νευρικού συστήματος. Ωστόσο οι ελλείψεις αυτές είναι πρακτικά ασήμαντες σε σχέση με το όλο περιεχόμενο του βιβλίου. Η ταξινόμηση που χρησιμοποιεί επίσης μπορεί να μπερδέψει πολλούς, αφού μέχρι το επίπεδο της οικογένειας χρησιμοποιεί το παραδοσιακό ιεραρχικό σύστημα, ενώ για μεγαλύτερες ομάδες χρησιμοποιεί την κλαδιστική. Και ασφαλώς ήταν αδύνατο να υπάρχουν πληροφορίες που ανακαλύφθηκαν μετά την έκδοση του βιβλίου. Για παράδειγμα νέα ευρήματα, όπως η ανακάλυψη της αρχαιότερης χελώνας Odontochelys semitestacea, ενός τριαδικού παραθαλάσσιου είδους με στοιχεία πλησιέστερα σε άλλα ερπετά, όπως οδοντοστοιχεία, μακριά ουρά και ατελές κέλυφος, που έγινε γύρω στο τέλος του 2009, δεν αναφέρονται, ούτε και η ανακάλυψη του
Μικρότερου βατράχου του κόσμου
(Paedophryne amouensis) Στη Νέα Γουινέα το 2012, μόλις 7 χιλιοστών. Επίσης στο βιβλίο αυτό οι χελώνες ταξινομούνται κοντά στα αρχοσαύρια (κροκοδείλια, πτερόσαυροι, δεινόσαυροι και πουλιά), θέση όπου τις κατατάσσει η μοριακή βιολογία, μια κατάσταση που ίσως έχει έχει αλλάξει στην επόμενη έκδοση εξαιτίας του συνεχιζόμενου ταξινομικού προβλήματος αυτής της ομάδας ερπετών. Η ταξινόμηση των φολιδωτών (σαύρες και φίδια, τα τελευταία παρακλάδι των σαυρών) τέλος ακολουθεί το παλαιό σύστημα, με τα ιγκουάνια στη βάση του εξελικτικού δέντρου των σαυρών, εξαιτίας της υποτιθέμενης διατήρησης πρωτόγονων χαρακτηριστικών απ’αυτά, και με όλες τις υπόλοιπες ομάδες στον κλάδο των αυταρχόγλωσσων, ώστε όλες οι οικολογικές, ανατομικές, συμπεριφορικές κλπ αναλύσεις να απορρέουν απ’αυτό το κλαδιστικό σχήμα. Στην τέταρτη έκδοση απ’ό,τι διάβασα, η ταξινόμηση των φολιδωτών ακολουθεί το επαναπροσδιορισμένο σχήμα, με τα ιγκουάνια ως μέλος ενός μεγάλου κλάδου φολιδωτών.

Απ’το βιβλίο αυτό έμαθα πολλά πράγματα που πραγματικά δεν ήξερα, και ακόμα μπόρεσα να συνδέσω προηγουμένως σκόρπιες γνώσεις και να λύσω πολλές απορίες. Όπως και να το κάνουμε, η ανάγνωση ενός πλήρους, έγκυρου και επιστημονικά τεκμηριωμένου τόμου πάνω σ’ένα θέμα δε συγκρίνεται με την ανάγνωση διάσπαρτων άρθρων, άλλων επιστημονικών, και άλλων αμφιβόλου ποιότητος. Το βιβλίο αυτό θεωρείται απ’τα βασικότερα ερπετολογικά συγγράματα, αφού περιέχει σχεδόν όλο το απόσταγμα της ερπετολογικής γνώσης οργανωμένο καταλλήλως και γραμμένο με εύκολα κατανοητό τρόπο. Περιττώ να πω πως η ανάγνωσή του επιβάλλεται για όποιον ενδιαφέρεται γι’αυτές τις ομάδες σπονδυλωτών.

Ενημέρωση 18/12/2014: Πρόσφατα τελείωσα την τέταρτη έκδοση του βιβλίου. Η ταξινόμηση και η εξελικτική ανάλυση έχει αλλάξει, με τα ιγκουάνια μέσα παρά στη ρίζα του εξελικτικού δέντρου των φολιδωτών, ενώ νέες πληροφορίες προστέθηκαν σε διάφορα κεφάλαια του βιβλίου. Δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στο θέμα των απειλών και της προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ μου φάνηκε πως θέματα οπως η ανατομία, η ανάπτυξη και τα οργανικά συστήματα παρουσιάζονταν κάπως πιο περιληπτικά. Η γνώμη μου για το βιβλίο δεν αλλάζει, είναι πραγματικός θησαυρός.

Προχθές τελείωσα ένα εξαιρετικό βιβλίο, το γνωστό «στα άδυτα της Μοσάντ» του ΚαναδοΪσραηλινού συγγραφέα Βίκτορ Οστρόφσκι. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο και αρκετά αμφιλεγόμενο βιβλίο, στο οποίο ο συγγραφέας περιγράφει τη συνεργασία του με τη γνωστή μυστική υπηρεσία του Ισραήλ από την επιλογή του ως την αποπομπή του έπειτα από μια σύντομη σταδιοδρομία ως κατσά (αρχικατασκόπου).

Ο πολλωνικής καταγωγής Οστρόφσκι γεννήθηκε το 1943 στην Αλμπέρτα του Καναδά, αλλά μετανάστευσε στο Ισραήλ με την οικογένειά του σε ηλικία 5 ετών. Όπως όλοι οι ανατολικοευρωπαΪκής καταγωγής Εβραίοι στην Αμερική (Ασκεναζίμ), έτσι και η οικογένεια του Οστρόφσκι διέφυγε εκεί για ν’αποφύγει τα αντιεβραϊκά ναζιστικά μέτρα. Στο Ισραήλ αργότερα συμμετείχε στο στρατό, στο ναυτικό και υπηρέτησε σε πολλούς πολέμους. Ήταν άρτια εκπαιδευμένος για στρατιωτικές επιχειρήσεις, κι έτσι δε δυσκολεύτηκε πολύ να επιλεγεί ως υποψήφιο μέλος της Μοσάντ, στο μηχανισμό της οποίας έπρεπε να εκπαιδευτεί τρία χρόνια μέχρι ν’αποκτήσει τον τίτλο του αρχικατασκόπου. Η ένταξη στη Μοσάντ είναι πολύ δύσκολο πράγμα, αφού από τους 5000 που επιλέγονται κάθε τρία χρόνια, το πολύ 15 να κατορθώσουν να ενταχθούν στην οργάνωση, ενώ υπάρχουν και φορές που δεν έχει επιτύχει κανένα μέλος. Η εκπαίδευση περιλαμβάνει εκτενέστατα ερωτηματολόγια, ψυχολογικές εξετάσεις, ασκήσεις στην παρακολούθηση, στην προστασία και στην προσωπική ασφάλεια, στη χρήση όπλων σε δύσκολες καταστάσεις, στην κάλυψη με ψευδώνυμα, ψεύτικα διαβατήρια κλπ, στο χειρισμό και παραπλάνηση άλλων ανθρώπων κλπ, και εάν κάποιος αποτύχει σε οποιαδήποτε βαθμίδα της εκπαίδευσης εκδιώκεται με συνοπτικές διαδικασίες χωρίς νά’χει το δικαίωμα επανεισαγωγής. Επειδή πολλές από τις ασκήσεις αντίκεινται στο νόμο, οι εκπαιδευόμενοι κινδυνεύουν κάθε φορά να συλληφθούν από την αστυνομία, και γι’αυτό το λόγο συχνά γίνονται αιφνιδιαστικές σκηνοθετημένες αστυνομικές παρεμβάσεις, ώστε να συνειδητοποιήσουν τον κίνδυνο. Γενικά για να φτάσει κανείς στο σημείο να γίνει μέλος της Μοσάντ θα πρέπει να είναι διατεθημένος να δώσει τη ζωη του για το Ισραήλ, το οποίο θεωρεί ως υπόδειγμα κράτους που απειλείται από τους πάντες, γι’αυτό και δε θ’αποκαλύψει εύκολα στοιχεία σε τρίτους. Οι εκπαιδευόμενοι της Μοσάντ διδάσκονται να λένε απλώς στο κοινωνικό περιβάλλον τους πως δουλεύουν στο υπουργείο άμυνας.

Μοσάντ (Mossad) σημαίνει απλώς ινστιτούτο, με πλήρες όνομα Ινστιτούτο Πληροφοριών και ειδικών αποστολών. Ιδρύθηκε το 1949, ένα χρόνο μετά την επίσημη ίδρυση του ισραηλινού κράτους. Η οργάνωση ασχολείται με θέματα κυρίως του εξωτερικού, όπως με τη βοήθεια των Εβραίων της διασποράς, την παρακολούθηση των σχεδίων αντιισραηλινών χωρών και την προσπάθεια ματαίωσής τους, την παρακολούθηση καίριων προσώπων αντιισραηλινών οργανώσεων ή κρατών και την προσπάθεια σύλληψης ή εκτέλεσής τους, κλπ. Αν και στρέφει κυρίως το ενδιαφέρον της στις αραβικές χώρες και σε όσες ευρωπαΪκές έχουν σχέσεις μαζί τους, πρακτικά παρακολουθεί όλον τον κόσμο. Από την αρχή υπήρξε συμφωνία με τις ΗΠΑ, το βασικό υποστηρικτή του Ισραήλ ως σήμερα, να μη χρησιμοποιούν μέλη της Μοσάντ ως κάλυψη αμερικανικές ταυτότητες κι ούτε νε νεεργούν εκεί, αλλ’όπως φαίνεται απ’το βιβλίο, υπάρχει η μυστικότατη ομάδα αλ που διεισδύει ακόμα κι εκεί. Άλλες εξειδικευμένες ομάδες είναι οι νιβιότ, εξειδικευμένοι στη χρήση κατασκοπευτικού εξοπλισμού κατά ατόμων, η μετσαντά με το τμήμα δολοφονιών κλπ. Οι κατσά είναι οι αρχικατάσκοποι, απ’τους οποίους υπάρχουν λίγες δεκάδες, οι οποίοι συνήθως διευθύνουν μικρές ομάδες πρακτόρων. Την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο υπήρχε ακόμα η Σοβιετική ένωση, όπου η υπηρεσία δεν είχε τόσο εύθκολη πρόσβαση. Η μυστική αυτή υπηρεσία προσπαθεί να είναι όσο μυστικότερη γίνεται, και αντίθετα με τη cia κι άλλες μυστικές υπηρεσίες ανά τον κόσμο, οι ιθύνοντές της δεν είναι γνωστή, δεν αναφέρεται δημόσια το μέρος του προΫπολογισμού του Ισραήλ που πάει στην υπηρεσία, ούτε είναι επισήμως γνωστό το κεντρικό γραφείο της, το οποίο βρίσκεται κανονικά έξω απ’το Τελ Αβίβ σ’ένα κτίριο που υποτίθεται φιλοξενεί πολιτικούς του εξωτερικού που επισκέπτονται το Ισραήλ. Αν και ισχυρή, η οργάνωση είναι πολύ μικρή, με περίπου 1200 εργαζόμενους, μαζί με τις καθαρίστριες και τους οδηγούς, όπως λέει με κάποια υπερβολή ο συγγραφέας. Η επιτυχία της οφείλεται μεν στο φανατισμό και την αποφασιστικότητα των μελών της, οι οποίοι σχεδόν ποτέ δε θα’λεγαν ούτε ένα πράγμα για τη δουλειά τους, οφείλεται δε και στις χιλιάδες Εβραίων εθελοντών (σαγιανίμ) ανά τον κόσμο, οι οποίοι καλύπτουν ποικιλοτρόπως τις ανάγκες των κατασκόπων στο εξωτερικό (π.χ. παροχή ηλεκτρονικού εξοπλισμού, όπλων, πληροφοριών, στέγης, ιατρικής περίθαλψης κλπ), είτε εν γνώσει τους είτε εν αγνοία τους. Δεν αποκλείεται ο Ζαν Κοέν, που τελούσε ως ανεπίσημος πράκτορας Ελλάδας-Ισραήλ μεταξύ 1970-1990, νά’ταν εθελοντής ή και μέλος της οργάνωσης, εφόσον αναφέρεται συχνά στο βιβλίο πως σε περιπτώσεις χωρών χωρίς επίσημες σχέσεις με το Ισραήλ, μεσολαβούν πράκτορες. Η Μοσάντ λοιπόν λειτουργεί σχεδόν ανεξάρτητα απ’το κράτος του Ισραήλ,και πρακτικά δε λογοδοτεί σ’αυτό. Οι πληροφορίες που κρίνει σκόπιμο να δοθούν στον προθυπουργό είναι επιλεκτικές και πολύ αποσπασματικές, ενώ ορισμένες επιχειρήσεις μαθαίνονται πολύ αργότερα ή και ποτέ. Ως αυτόνομη οργάνωση λοιπόν, η Μοσάντ επιστρατεύει και παράνομα μέσα για την εκπλήρωση των στόχων της, όπως παραπλάνηση της αστυνομίας σε ξένες χώρες ή μεσολάβηση στην πώληση όπλων και ναρκωτικών σε τρομοκρατικές οργανώσεις ή υπανάπτυκτα κράτη για απόκτηση των απαιτούμενων χρημάτων. Παρόμοια έχουν λειτουγήσει κι άλλες μυστικές υπηρεσίες, με τη cia πασίγνωστο παράδειγμα, αλλά στην περίπτωση της Εβραϊκής Μοσάντ η δράση αυτή είναι πολύ πιο έντονη και γίνεται με λιγότερα εμπόδια. Η Μοσάντ συνεργάζεται, ανάλογα με τους στόχους της, με άλλες μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ, καθώς και με τη CIA, ενώ στο βιβλίο αναφέρεται μια εποχή οπότε συνεργαζόταν και με τη δανική μυστική υπηρεσία, την οποία ωστόσο υποτιμούσε, αφού κατέληξε υπηρέτρια της Μοσάντ να της μεταδίδει επακριβώς τις κινήσεις μιας μικρής κοινότητας παλαιστινίων της Δανίας περίπου 500 ατόμων.

Ο Οστρόφσκι λοιπόν, με το κωδικό όνομα Σιμόν Μαχαλάβ (μαχαλάβ σημαίνει μεγάλο μαχαίρι, όπως και το οστρόφσκι στα πολλωνικά), κατόρθωσε να περάσει όλες τις σκληρές δοκιμασίες και να γίνει κατσά, θεωρητικά ισότιμος με τους υπόλοιπους. Ο αρχικός του ενθουσιασμός ωστόσο για τη συμμετοχή του στη σπουδαιότερη οργάνωση της χώρας του, σύντομα μετατράπηκε σε αμφιβολία και δυσπιστία, και τελικά σε απογοήτευση, βλέποντας την υπερβολική αυτονομία κι επομένως τις άκρως παράνομες πράξεις της οργάνωσης, την καλλιέργεια το εγωκεντρισμού – ο κατάσκοπος θά’πρεπε να επιβιώσει και να εξαγάγει πληροφορίες απ’το στόχο του με οποιονδήποτε τρόπο -, κι ως εκ τούτου την αντιμετώπιση των άλλων ανθρώπων ως μέσα, καθώς και τις ασιδοσίες των στελεχών της οργάνωσης, που συχνά ήταν σεξουαλικές, όλα εκ των οποίων τον οδήγησαν σε αντιπαραθέσεις με άλλα μέλη που οδήγησαν στην αποπομπή του το 1986, όταν δούλευε ως κατσά στην Κύπρο συλλέγοντας στοιχεία για μια συνάντηση αραβικών οργανώσεων στη Λιβύη υπό την Αιγίδα του Μουανμάρ Καντάφι, ώστε να χτυπηθούν απ’τη Μοσάντ καθώς έφευγαν όλοι μαζί με το αεροπλάνο, οπότε έμαθε τυχαίως πως θά’φευγαν με ξεχωριστά αεροπλάνα, αλλά μόλις δοκίμασε να ενημερώσει την οργάνωση, δέχτηκε σκληρή κριτική και μέσα σε μόλις μία μέρα το όνομά του διαγράφηκε. Και εξαιτίας του μη ελεγχόμενου από κάποια ανώτερη αρχή και ως εκ τούτου σχετικά αυθαίρετου περιβάλλοντος των μυστικών υπηρεσιών,
είναι πολύ δύσκολο να βρει κάποιος το δίκιο του.
Η αναχώρηση πάντως θα γινόταν την επομένη, πριν προλάβει η Μοσάντ να δράσει, και μάλλον γι’αυτό άφησαν οι άραβες τη διαρροή της πληροφορίας. Με τη διαγραφή του απ’την οργάνωση κατέρριψε τελικά το μύθο της δήθεν ανωτερότητας του ισραηλινού κράτους και του εβραϊκού έθνους, ο οποίος εμφυσείται σ’όλους τους Ισραηλινούς, και άρχισε να εξετάζει τη δράση του Ισραήλ αντικειμενικότερα. Συμπέρασμά του είναι πως ο κρατικός παρεμβατισμός είναι απαραίτητος για τη θεμιτότερη, ας πούμε, λειτουργία της Μοσάντ.

Ως εργαζόμενος στους υπολογιστές της οργάνωσης, είχε πρόσβαση σε στοιχεία διαφόρων επιχειρήσεων, τις οποίες μας αναφέρει στο βιβλίο. Οι επιχειρήσεις, κυρίως κατά μεσανατολικών κρατών ή παλαιστινιακών αυτονομιστικών οργανώσεων, είναι τόσο πονηρά σχεδιασμένες, μέσα στη δολοπλοκία και με πληθώρα επαφών σε διάφορες χώρες και θέσεις, αλλά κι εναλλακτικών λύσεων, ώστε κι εγώ συχνά δυσκολευόμουν ν’ακολουθήσω τη σειρά των γεγονότων. Αυτός ο πανούργος σχεδιασμός αντανακλά την αυστηρή επιλογή και εκπαίδευση των μελών αυτής της κλειστής ομάδας, που, εκτός από την υψηλή νοημοσύνη κι ευστροφία τους, θα πρέπει επίσης σίγουρα νά’χουν ανεπτυγμένα όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του κατασκόπου, όπως την τεχνική του χαμαιλέοντα (αληθοφανέστατη κάλυψη γιαπαραπλάνηση), την αποφασιστικότητα, την αδιστακτότητα. Η αφήγηση λίγων μόνο επιχειρήσεων μ’έβαλε σε προβληματισμό όσον αφορά τη δράση των μυστικών υπηρεσιών γενικότερα ανά τον κόσμο και το ποσό στο οποίο επηρέασαν την παγκόσμια ιστορία. Πραγματικά, η ρήση «η ιστορία είναι η ιστορία της κατασκοπίας» ισχύει. Και σήμερα, με την έκρηξη της τεχνολογίας των υπολογιστών, των τηλεπικοινωνιών, των κατασκοπευτικών μικροσυσκευών, των δορυφορικώ συστημάτων, καθώς και με την επέκταση του Διαδικτύου, η εργασία αυτών των υπηρεσιών μπορεί να γίνεται ακόμα ευκολότερα σε οποιαδήποτε θέσει στον κόσμο.

Ο Βίκτορ Οστρόφσκι έγραψε ακόμα ένα βιβλίο το 1997, πάλι με θέμα τη Μοσάντ, το «Η άλη πλευρά της απάτης». Ο κανονικός τίτλος του συγκεκριμένου είναι «Με τον τρόπο της απάτης» (By way of deception), αν και, όπως έχει γίνει και μ’άλλα βιβλία, ο τίτλος έχει αλλάξει με τη μετάφραση. Πηγή του τίτλου είναι ένα εδάφιο των παροιμιώ της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο χρησιμοποιούσε η Μοσάντ ως σύνθημα, όπου αναφέρεται πως με την απάτη κερδίζεται ο πόλεμος. Η έκδοση του βιβλίου το 1990, μέσα στον ισραηλοπαλαιστινιακό πόλεμο, ήταν ταραχώδης. Το κράτος του Ισραήλ, με μηνύσεις κατά του Καναδά και των ΗΠΑ προσπάθησε να εμποδίσει την έκδοση του βιβλίου για την προστασία υποτίθεται μελών της Μοσάντ και μελλοντικών επιχειρήσεων, ωστόσο αυτό δεν επιτεύχθηκε ευτυχώς, και δε θά’ταν δημοκρατικό άλλωστε να γίνει. Οι αντίπαλοι του Οστρόφσκι ισχυρίζονται πως ο συγγραφέας έγραψε απλώς ένα υποθετικό λογοτέχνημα ή ότι τό’γραψε επίτηδες για να δυσφημίσει το Ισραήλ, διότι, ως γνωστόν, ο παραμικρός εχθρικός λόγος γι’αυτό το «ιερό» κράτος είναι προσβολή. Η ίδια η Μοσάντ αρνείται κάθε συμμετοχή στα λεγόμενα του βιβλίου. Ο ίδιος ο Οστρόφσκι διαβεβαιώνει πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για τα μέλη της Μοσάντ, αφού τα επώνυμα δεν αναφέρονται, ενώ τα γεγονότα των επιχειρήσεων δε μπορούν ν’αποδειχθούν, επειδή τα αρχεία είναι μυστικά. Παρά τις κάποιες αλαγές που μάλλον έχει υποστεί το εν λόγω βιβλίο, ίσως και με απειλές προς το συγγραφέα, η πρωτοφανής ιστορικά παρέμβαση μιας χώρας σε μια άλλη για την έκδοση ενός βιβλίου δεν είναι τυχαία. Προφανώς το βιβλίο περιέχει πολλά πραγματικά στοιχεία.

Το τρίτο βιβλίο που διάβασα ενώ ήμουν στην
κατασκήνωση
ήταν ιδιαίτερο κι αρκετά διαφορετικό απ’άλλα που έχω διαβάσει έως τώρα. Βρισκόταν στο φάκελο των αστυνομικών μου, και με έλκυσε σ’αυτό ο τίτλος του «Ιζολίνα η τεμαχισμένη γυναίκα», νομίζοντας πως πρόκειται για κάποιο σκοτεινό θρίλερ. Δεν ήταν θρίλερ τελικά, παρά περισσότερο ιστορικό βιβλίο. Ομολογώπως αρχικά απογοητεύτηκα με το περιεχόμενό του σε σχέση μ’αυτό που περίμενα, μετά όμως ενδιαφέρθηκα αρκετά και το συνέχισα. Ακόμα όμως κι αν δε μου άρεζε, θα’νιωθα ψυχαναγκασμένος να το τελειώσω – μόνο μια φορά έχω παρατήσει βιβλίο στη μέση.

Συγγραφέας του βιβλίου είναι η Ιταλίδα Ντάτσια Μαράινι, για την οποία γίνεται εκτενείς πρόλογος στην αρχή. Η γυναίκα αυτή είναι συγγραφέας της δύσκολης πραγματικότητας όπως λέει, προσπαθώντας να ξεσκεπάσει πρόσωπα και γεγονότα κρυμμένα ή και χαμένα στη δίνη της ιστορίας και του χρόνου, με κύριο ενδιαφέρον σε εξαφανισμένες κι αδικημένες γυναίκες της ιστορίας, που η αντρική κυριαρχία τις είχε σπρώξει στην αφάνεια ή και στη λεισμονιά. Δεν αναφέρεται πουθενά αν οι ιστορίες είναι πραγματικές, βασίζονται σε πραγματικές ή είναι φανταστικές.

Η συγκεκριμένη υπόθεση εκτυλίχθηκε τον Ιανουάριο του 1900 στη Βερόνα της Ιταλίας. Την εποχή εκείνη, όπως συμπεραίνουμε απ’το βιβλίο, η χώρα ήταν αρκετά ανεπτυγμένη, αλλά με σημαντικές ανισότητες μεταξύ των υψηλότερων και των χαμηλότερων τάξεων. Το πολίτευμα ήταν δημοκρατικό με αρχηγό του κράτος το βασιλιά, σύμβολο του οποίου ήταν ο στρατός. Ο τελευταίος κατείχε σημαντική θέση στην κοινωνία της εποχής, και οι αξιωματικοί του ήταν πλούσιοι, διασκέδαζαν ακόλαστα, κι αποτελούσαν στόχο πολλών γυναικών φτωχότερων τάξεων.

Στα μέσα του Ιανουαρίου λοιπόν εκείνου του έτους, οι πλήστρες που έπλεναν τις μπουγάδες στον ποταμό Αδίγη, παραπόταμο του γνωστότερου Πάδου, ανακάλυψαν ένα σακί που μέσα περιείχε τα τεμαχισμένα απομεινάρια μιας κοπέλας. Στη συνέχεια ανακαλύφθηκανβ κι άλλα σακιά και κομμάτια. Τον καιρό εκείνο επίσης είχε εξαφαβιστεί μια εικοσάχρονη κοπέλα, ονόματι Ιζολίνα Κανούτι, κόρη μιας οικογένειας μικροαστών οι οποίοι νοίκιαζαν ένα δωμάτιο του σπιτιού τους για έναν ανθυπολοχαγό του όδγου σώματος αλπινιστών, των Τριβούλτσιο. Η Ιζολίνα ζούσε λοιπόν εκεί με τον πατέρα της, τους δύο αδερφούς της, τη μικρότερη αδερφή της Κλέλια, και την υπηρέτρια Μαρία Πολικάντε, με την οποία έγιναναν οι καλύτερες φίλες. Η μητέρα της είχε πεθάνει όταν αυτή ήταν σε μικρή ηλικία. Ο πατέρας της δούλευαν ολημερίς, και δεν είχε πολύ χρόνο για τα παιδιά. Η Ιζολίνα θεωρούταν κοπέλα κάπως ελευθέρων ηθών για την εποχή της – της άρεσε η διασκέδαση, οι έξοδοι το βράδυ, το φλερτάρισμα με αγόρια, κι ως αποτέλεσμα γινόταν θύμα πολλών κουτσομπολιών. Ήταν ωστόσο ευγενική και συναισθηματική κοπέλα που αγαπούσε. Είχε μέτριο ύψος, όχι υπερβολικά όμορφη εμφάνιση και καμπουριαστή πλάτη από ραχιτισμό, παρόλα αυτά ήταν αγαπητή σ’όλους. Εδώ να σημειώσουμε και μια σημαντική πολιτισμική διαφορά: εκείνη την εποχή στην Ιταλία αυτή η συμπεριφορά της Ιζολίνα θεωρούταν κάπως ακραία, και σίγουρα λίγο λιγότερο έντονες συμπεριφορές θα’ταν αποδεκτές, αντίθετα εδώ στην πιο υπανάπτυκτη τότε Ελλάδα η συμπεριφορά της Ιζολίνα θά’ταν εντελώς αδιανόητη. Η Ιζολίνα προηγουμένως είχε έναν εραστή, έναν αξιωματικό του στρατού. Τώρα είχε συνδεθεί αρκετά στενά με τον υπολοχαγό του όγδοου τάγματος αλπινιστών, τον οποίον ερωτεύτηκε όπως φαίνεται. Ζήτησε μάλιστα ένα καλό ένδυμα για να φορά όταν πηγαίνει στο δωμάτιό του το βράδυ. Κάποτε λοιπόν αυτός την άφησε έγκυο, χωρίς όμως να το αποδεχτεί ποτέ. Η μικρότερη αδερφή της Ιζολίνα ήξερε τα πάντα σχετικά με την υπόθεση. Η Ιζολίνα ήθελε να κρατήσει το παιδί και να παντρευτεί τον υπολοχαγό αν γινόταν, όμως αυτός σε καμία περίπτωση δεν ήθελε αυτό το πράγμα, και την προέτρεπε να κάνει έκτρωση. Της έδωσε μάλιστα 25 λιρέτες (μεγάλο ποσό για την εποχή) για ν’αγοράσει φάρμακα για ν’αποβάλει. Αλλιώς έλεγε, θα την έστελνε στο Μιλάνο, για επέμβαση; Αυτή ισχυριζόταν πως έπαιρνε τα φάρμακα χωρίς αποτέλεσμα, δεν ξέρουμε αν προσποιούταν ή αν τά’παιρνε στην πραγματικότητα. Έτσι στις πέντε του Ιανουαρίου εξαφανίστηκε απ’το σπίτι, και περίπου στις 14 βρέθηκαν τα μέλη της, που αποδοθηκαν σ’αυτήν χάρη στοβ φόρεμα που τύλιγε μερικά απ’τα κομάτια της και σε μία σημείωση για ψώνια με το δικό της γραφικό χαρακτήρα σύμφωνα, όπως αναγνώρισε ο πατέρας της. Όλο εκείνο το διάστημα πουμεσολαβούσε μεταξύ της εξαφάνισης και της εύρεσης των λειψάνων ο υπολοχαγός καθησύχαζε την οικογένια πως το κορίτσι βρίσκεται σε ασφαλές μέρος. Το κεφάλι της βρέθηκε μετά από ένα χρόνο επιβεβαίωσε σχεδόν την ταυτότητα του πτώματος. Μετά από ένα μήνα από την εύρεση των κομματιών, μια άλλη καλή φίλη της Ιζολίνα, που γνώριζε αρκετά για την υπόθεση, πέθανε στο νοσοκομείο λίγες μέρες μετά τη γέννα της, όμως ο θάνατος δεν προερχόταν από επιπλοκές, αφού πιο πριν άρχισε να συνέρχεται, αλλ’όπως ομολόγησε στον πατέρα της πριν πεθάνει ότι ίσως τη δηλητηρίασαν, κατονομάζοντας δύο πιθανούς ενόχους, ένας εκ των οποίων γιατρός, ίσως αυτός που ενεπλάκη και στην Ιζολίνα. Πολλές φήμες κυκλοφορούσαν πως ο αξιωματικός την οδήγησε λίγες μέρες μετά την εξαφάνισή της στην ταβέρνα με τη λέσχη των αξιωματικών ιλ Κιόντο με τη φίλη της, όπου μετά από ποτά και γλέντια την ξάπλωσαν σ’ένα τρεβάτι και ένας υπολοχαγός γιατρός προσπάθησε να της κάνει έκτρωση με μια πιρούνα, κι επειδή αυτή φώναζε πολύ, τη φίμωσαν μ’ένα μεγάλο πανί το οποίο την έπνιξε. Το πτώμα έπειτα οδηγήθηκε στον πάγκο κοπής κρεάτων όπου ο γιατρός την τεμάχισε σε κομμάτια, και ύστερα ο υπολοχαγός που είχε σχέση μαζί της πλήρωσε έναν άλλον να μεταφέρει τους σςάκους με τα μέλη στο ποτάμι. Έτσι ξεκίνησε ένας αγώνας για την εύρεση της αλήθειας, ο οποίος τελικά κατέληξε σε πολιτκκή διαμάχη, χωρίς ν’αποδοθεί ούτε στο ελάχιστο τιμή και δίκη στην Ιζολίνα.
Οι κατηγορίες βάρυναν κυρίως τον υπολοχαγό, ο οποίος δεν αρνήθηκε ποτέ τη σχέση του με την Ιζολίνα ούτε τις προτροπές του για την έκτρωση, μόνο τη συμμετοχή του στο έγκλημα. Για να προστατεύσει όμως την τιμή τη δική του, της παλαιάς οικογενείας του και του στρατεύματος του βασιλέος, θά’πρεπε να οργανώσει την άμυνά του. Για μικρό διάστημα συλλήφθηκε και φυλακίστηκε στη φυλακή της Βερόνα. Επιπλέον ενοχοποιητικό ήταν ένα γράμμα προς ένα δικηγόρο φίλο του που έστειλε εκείνο το διάστημα, όπου αναφέρει πως κατηγορίες τον επιβαρύνουν για ένα πιθανό έγκλημα. Ενοχοποιούνται επίσης και η υπηρέτρια Πολικάντε για διαφθορά της Ιζολίνα, όμως αυτό δεν υποστηρίχθηκε. Οι εφημερίδες της πόλης διχάστηκαν στις φιλοστρατιωτικές με το μέρος του βασιλέα και της τιμής του στρατεύματος, και στις αντιστρατιωτικές, με σημαντικότερη τη Βερόνα ντελ πό΄πολο (Βερόνα του Λαού) υποστηρικτικές προς την Ιζολίνα και σοσιαλιστικού κυρίως προσανατολισμού. Η υπόθεση σχεδόν είχε ξεχαστεί μέχρι προς το τέλος της χρονιάς, οπότε άρχιζαν να εμφανίζονται μάρτυρες του γεγονότος. Τότε ο συντάκτης της Βερόνα ντελ Πόπολο Μάριο Τοντεσκίνι υποβάλλει μήνυση κα΄τα του αξιωματικού. Η δίκη παρακολουθείται από μεγάλο πλήθος, με αναμονή για την τελική απόφαση. Οι δικηγόροι της πλευράς του Τοντέσκίνι στηρίζονται στην παραδοχή του Τριβούλτσιο για τη σχέση του με την Ιζολίνα, την εγκυμοσύνη της και την προτροπή και υποστήριξη της έκτρωσης, καθώς και στην ψυχρή κι ατάραχη στάση του μετά την ανεύρεση του πτώματός της ως απόδειξη της ενοχής του. Καταθέτει ο πατέρας της, η αδερφή της, η υπηρέτρια, ο πατέρας της άλης φίλης της Ιζολίνα που πέθανε στο νοσοκομείο μετά τη γέννα, η μαμή που βοήθησε για τα φάρμακα της έκτρωσης, όλοι με σχετικά ταυτόσημες μαρτυρίες. Επίσης αποκαλύπτεται πως ο ύποπτος για τη μεταφορά των σάκων στο ποτάμι μια φορά σε κατάσταση μέθης ανέφερε την αλήθεια, ότι δηλαδή αυτός έπραξε αυτό το πράγμα. Από την άλλη πλευρά ο αξιωματικός αρνείται οπιαδήποτε εμπλοκή του με το έγκλημα αμφιβάλλοντας μάλιστα αν αυτή η κοπέλα που βρέθηκε ήταν η Ιζολίνα, μολονότι εκείνο το διάστημα καμία άλλη κοπέλα δεν ήταν γνωστό πως χάθηκε, και στηριζόμενος στην ομολογία του ταβερνιάρη της ταβέρνας των αξιωματικών, που αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή του καταστήματός του στο έγκλημα, σε αντίθεση μ’έναν άλλον που ανέφερε για το φόνο, και στη γνωμάτευση του ενός ιατροδικαστή ότι η Ιζολίνα ήταν έγκυος 7 μηνών, δηλαδή πριν την έλευσή του στο σπίτι, προσπαθεί ν’αποδείξει την αθωότητά του. Ο δεύτερος ιατροδικαστής έκρινε την εγκυμοσύνη της στους 4 μήνες, και μάλιστα λίγο αργότερα τα υπολοίμματα του εμβρύηου βρέθηκαν σ’ένα κανάλι. Ο δικηγόρος του αξιωματικού κάνει δρυμείες επιθέσεις στο σοσιαλισμό με τον αντιμιλιταρισμό και το δήθεν ειρηνικό πνεύμα που πρεσβεύει, τονίζοντας πάντοτε το άμεμπτο ήθος των αξιωματικών. Οι μαρτυρίες εναντίον της Ιζολίνα ήταν πολλές, βασισμένες όμως σε κουτσομπολιά κι όχι σε στέρεες αποδείξεις, π.χ. ότι είχε περισσότερους εραστές παρά την άρνηση της αδερφής και της υπόλοιπης οικογένειάς της γι’αυτό, ότι η υπηρέτρια του σπιτιού τη διέφθειρε μαθαίνοντάς την σ’αυτόν τον τρόπο ζωής, κ.ά. Η δική κράτησε πάνω από δύο μέρες, και στο τέλος έγινε η συνεδρίαση για την απόφαση. Σ’όλο αυτό το διάστημα το κοινό υποστήριζε ανοιχτά την Ιζολίνα και την οικογένειά της ακούγοντας της αληθοφανέστερες μαρτυρίες εκείνης της πλευράς. Η απόφαση ωστόσο βγήκε υπέρ του αξιωματικού, ο οποίος απαλλασσόταν από κάθε υποψία συμμετοχής σε κάποιο πιθανό έγκλημα. Η Ιζολίνα ήταν ένα κορίτσι για όλους, μια πόρνη με λίγα λόγια, που θα μπορούσε να’χει παιδί από οποιονδήποτε άλλον, και δεν είναι επιβεβαιωμένο πως το τεμαχισμένο πτώμα που βρέθηκε στο ποτάμι ανήκε σ’αυτήν. Ακόμα τα λόγια της ετοιμοθάνατης φίλης της δε μπορούν να θεωρήθούν έγκυρα εξαιτίας της κακής νοητικής κατάστασης που βρισκόταν τότε. Έτσι νίκησε περίτρανα ο στρατός, κι ο συντάκτης της εφηνμερίδας φυλακίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα. Λίγες διαδηλώσεις συνεχίστηκαν, γρήγορα όμως το θέμα ξεχάστηκε κι όλοι ξεκίνησαν τις δουλειές τους. Ο αξιωματικός ωστόσο δεν παρέμεινε ποτέ ήσυχος με τη συνείδησή του. Όπως αναφέρουν οι γνωστοί του, από εξωστρεφείς κι έντονος άνθρωπος έγινε αποτραβηγμένος και λιγομίλητος. Για κάποιον καιρό έφυγε απ’την Ιταλία στις αφρικανικές αποικίες. Μετά το θάνατό του άφησε όλη την περιουσία του στο όγδοο τμήμα των αλπινιστών. Σ’όλη τη ζωή του ήταν αφιερωμένος στο στρατό και προσπαθούσε να προσφέρει εκεί όσο γίνεται. Το σημαντικότερο είναι εντούτοις ότι ποτέ ύστερα απ’αυτό το γεγονός ποτέ ξανά δεν έκανε σχέση με γυναίκα. Πιθανόν η ανάμνηση της Ιζολίνα έμεινε για πάντα στο μυαλό του.

Ογδόντα χρόνια λοιπόν μετά το γεγονός, το 1980 δηλαδή, μια γυναίκα (η συγγραφέας) επιχειρεί ν’αποκαλύψει την υπόθεση και ν’αποκαταστήσει τη μνήμη της κοπέλας. Βρίσκεται όμως σε μια Βερόνα πλέον εντελώς διαφορετική, με πολλά νέα κτίρια και περιοχές, και με τα περισσότερα παλιά-σκηνές του εγκλήματος αντικατεστημένα από νέα και διαφορετικά. Η μόνη σχετικά καλή πηγή της ήταν τα άρθρα των εφημερίδων εκείνης της εποχής. Στο ληξιαρχείο ανακαλύπτει με έκπληξη πως το όνομά της δεν υπάρχει πουθενά. Στην πόλη βρήκε ωστόσο μια ψηφιδωτή προσωπογραφία σ’ένα σταυροδρόμι, που πιθανόν κατασκευάστηκε προς μνήμην της Ιζολίνα. Με επίμονη αναζήτηση κατόρθωσε να εντοπίσει έναν έμμεσο απόγονό της, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα ηλεκτρονικών και τον συνάντησε με τα παιδιά του. Όταν τον ρώτησε αυτή για την Ιζολίνα, απάντησε πως στην οικογένειά του αποφεύγουν να μιλούν γι’αυτό το θέμα, κι επίσης κάτι παράξενο, ότιδ ηλαδή ως τώρα καμία κόρη της οικογένειας δεν είχε παντρευτεί ή κάνει παιδιά, λες και μια κατάρα έπεσε πάνω τους. Έπειτα επισκέπτεται τον ποταμό που τον βρίσκει αρκετά αλλαγμένο, τις πρώην φυλακές που τώρα δεν υπάρχουν, το νεκροταφείο όπου δε βρίσκει κανένα ίχνος της, την ταβέρνα που πλέον δεν υπάρχει, το μοναστηριακό σχολείο της Ιζολίνα όπου εισήχθει μετά το θάνατο της μητέρας της, όπου αντιμετωπίστηκε με δυσαρέσκεια από την ηγουμένη, και τέλος στο δκαστήριο, όπου με πολλή δυσκολία κατόρθωσε να βρει τα στοιχεία για τη δίκη Τοντεσκίνι.

Έτσι η νεαρή Ιζολίνα καταδικάστηκε για πάντα στη λήθη, από την προσπάθεια του στρατού να διατηρήσει την τιμή του. Ούτε η οικογένειά της ούτε κάποιος άλλος υποστηρικτής της δεν είχαν τη δύναμη ν’αποκαλύψουν την αλήθεια. Ήταν απλά μια φτωχή κοπέλα που κάπως χάθηκε, χωρίς αξία, που όχι μονο αδικήθηκε και ξεχάστηκε, αλλά δυσφημίστηκε βαριά τον καιρό που ήταν γνωστή. Εδώ δε μπορούμε να παραλείψουμε να εντοπίσουμε το φεμινιστικό συμβολισμό στο βιβλίο. Ο στρατός συμβολίζει την άρχουσα τάξη, τη δύναμη των όπλων που τελεί υπό τη διαχείρηση των αντρών κι έχει τη δύναμη να επιβληθεί με βία, να σκοτώσει, ν’αγνοήσει τον πόνο, να καταστρέψει. Κι ο κακός χαρακτηρισμός της Ιζολίνα επίσης αντανακλά την άποψη των αντρών για τις γυναίκες, ότι δηλαδή θα πρέπει να’ναι σεμνές, υπάκουες και μετρημένες, ώστε να είναι ελέγξιμες, ενώ οι ίδιοι θα μπορούν να επιδίδονται χωρίς μέτρο σε όλες τις ακολασίες αδιαφορώντας για τους ανθρώπους που ίσως βλάψουν. Κάποια κατάλοιπα αυτής της λογικής παραμένουν και στις μέρες μας, με τον άντρα που έχει πολλές κατακτήσεις ν’αποκαλείται μάγκας ενώ η γυναίκα πουτάνα. Η εγκυμοσύνη επίσης, η μητρότητα και τα ευγενή συναισθήματα αποτελούν παραδοσιακά χαρακτηριστικά της γυναικείας φύσης, τα οποία όμως δεν έχουν καμία δύναμη μπροστά στην εξουσία. Ίσως ακόμα η συγγραφέας θέλει να μας δείξειβ με την ύπαρξη κυρίως γυναικών μαρτύρων από τη μεριά του υπολοχαγού κατά της Ιζολίνα ότι κκαι οι ίδιες οι γυναίκες διαιώνιζαν αυτήν την καταπίεση υποδεικνύοντας αμέσως τα υποτιθέμενα ελατώματα κάποιας, ίσως από ζήλια που δε μπορούσαν να βρεθούν στην κατάστασή της. Η Ιζολίνα από την άλλη δεν έχει απολύτως καμία δύναμη σ’αυτό το παιχνίδι. Η μόνη απαίτησή της είναι να κρατήσει το παιδάκι της και ίσως, αν γινόταν, να παντρευτεί τον αξιωματικό. Η δύναμη των όπλων ωστόσο, μετά την αποτυχημένη προσπάθεια πειθούς για την έκτρωση, κάνει πάνω της μια φρικιαστική επέμβαση όπου πεθαίνει. Η φτωχή οικογένειά της, μην έχοντας μεγάλη οικονομική επιφάνεια, δε μπορεί να αποκαταστήσει το δίκιο της. Ένα βιβλίο που θα σας λυπήσει πολύ, που όμως θα μπορούσε να αντανακλά την πραγματικότητα. Δεν είναι κακό να το διαβάσετε.

Η φωνή του βιολιού

Το δεύτερο βιβλίο που διάβασα όσο ήμουν στην
κατασκήνωση
ήτανν «Η φωνή του βιολιού» του γνωστού Ιταλού συγγραφέα Αντρέα Καμιλέρι. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας αποτελεί λαμπρή αντίθεση στην πίστη ότι η νοητική ικανότητα πέφτει με την ηλικία, αρχίζοντας το συγγραφικό έργο του μετά τα 50 και γράφοντας ως τώρα πολλά βιβλία και μάλιστα μέσα στην ένταση και τη δράση. Τα περισσότερα βιβλία του είναι αστυνομικά, όχι όμως όλα. Τοο «Αίτηση για τηλέφωνο» για παράδειγμα δεν είναι, το οποίο πρόκειται να διαβάσω σε λίγο καιρό.

Το συγκεκριμένο μπορώ να πω πως είναι το πρώτο γνήσιο αστυνομικό που έχω διαβάσει, δηλ. με την εύρεση ενός θύματος και την αναζήτηση του εγκληματία. Άλλα προηγούμενα είχαν χαρακτήρα περισσότερο θρίλερ. Αυτό δε σημαίνει πως οι υποθέσεις όλων τους ήταν αδύνατες, για παράδειγμα
«Το Νησί των Καταραμένων»
Θα μπορούσε να συμβεί κανονικά στην πραγματικότητα. Και στο συγκεκριμένο βιβλίο η υπόθεση θα μπορούσε να’ναι πραγματική, μολονότι σπάνιο συμβάν.

Ο αστυνόμος Σάλβο Μονταλμπάνο, ο ήρωας του Καμιλέρι στη Σικελία προχωρώντας με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο στο δρόμο, ένα πρωί κατά λάθος τρακάρει με τον οδηγό του τμήματος ένα σταθμευμένο πράσινο αυτοκίνητο μπροστά από μια βιλίτσα. Το σπίτι είναι έρημο, και κανείς δε φαίνεται ννα βγαίνει να δει το αυτοκίνητο. Από διαίσθηση ο αστυνομικός αντιλαμβάνεται πως κάτι εκεί μέσα δεν πάει καλά, κι αποφασίζει ν’ερευνήσει το σπίτι κρυφά. Μπαίνοντας το βράδυ βρίσκει ένα νεόδμητο σπίτι με έπιπλα κατακαίνουργια κι άλλα ακόμα τυλιγμένα, όλα σε τάξη. Το μπάνιο του δεύτερου ορόφου ωστόσο είναι ακατάστατο, ενώ η έκπληξη βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρα – το πτώμα μιας γυμνής γυναίκας στα τέσσερα με το κεφάλι μπρούμυτα στο στρώμα. Επειδή όμως η πράξη του αυτή ήταν παράνομη, αποφασίζιε να το ψάξει καλύτερα τη δεύτερη μέρα, αφού το καλύπτει ζητώντας τη βοήθεια μιας ηλικιωμένης φίλης του η οποία πήρε ανώνυμα στο τμήμα υποτίθεται για ένα άσχημο γεγονός σ’εκείνο το σπίτι. Αφού έχει καλέσει αρκετό προσωπικό, μπαίνουν στο σπίτι για να δουν. Βρίσκουν το πτώμα και το στέλνουν στον ιατροδικαστή.Αρχίζουν τις πιθανές υποθέσεις, αν δηλαδή ο δολοφόνος ήταν κλέφτης, βιαστής, εγκληματίας πάθους κ.ά. Ο Μονταλμπάνο αναλαμβάνει την έρευνα και γρήγορα βρίσκει την ταυτότητα της γυναίκας, ήταν η Μικέλα Λικάλτσι, σύζυγος ενός γνωστού πλούσιου γιατρού από τη Μπολόνια που εκείνο το διάστημα διέμενε σ’ένα κοντινό ξενοδοχείο. Από το ξενοδοχείο μαθαίνει περαιτέρω πληροφορίες γι’αυτήν, όπως ότι είχε πολλά χρήματα, πάντοτε κουβαλούσε μαζί της μια μεγάλη τσάντα με ακριβά κοσμήματα παρά τις προειδοποιήσεις ότι θα μπορούσαν να την κλέψουν, κι έτσι ο αστυνόμος υποθέτει ότι ίσως ο φόνος προερχόταν από κάποιον κλέφτη, ίσως γνωστό της. Η γνωμάτευση του ιατροδικαστή ήταν ωστόσο ότι η σεξουαλική συνέυρεση έγινε με τη συγκατάθεσή της. Ο Αστυνόμος ψάχνει όλα τα χαρτιά της εν λόγω γυναίκας, όλα τα τηλέφωνα, τα τιμολόγια κ.ά. Βρίσκει όλους τους φίλους της και τους τηλεφωνεί για να μάθει περισσότερα. Μαθαίνει πως είχε πολλούς φίλους ίσως κι εξωσυζυγικές σχέσεις. Συνάπτει ιδιαίτερη σχέση με την καλύτερη φίλη της Άννα Τροπεάνο, όχι γνησίως ερωτική όμως, η οποία αρχικά διστάζει να δώσει προσωπικές πληροφορίες για τη δολοφονημένη, σιγά-σιγά όμως επανέρχεται από το σοκ της απώλειας και βοηθά περισσότερο. Σύντομα καλεί επίσης και τον άντρα της Εμανουέλε Λικάλτσι, ο οποίος αρχικά φέρεται αφύσικα ατάραχα, αν κι αργότερα ανησυχεί κι ο ίδιος. Ο άντρας της ήταν πλούσιος γιατρός και την παντρεύτηκε για συμφεροντολογικούς λόγους. Αυτή δε δούλευε και ήθελε έναν άντρα με χρήματα, κι αυτός επειδή δεν ήταν με καμία γυβναίκα τόσα χρόνια, την πήρε για να σταματήσουν να κυκλοφορούν φήμες πως ήταν ομοφυλόφιλος. Εντωμεταξύ είχε χαθεί ο γιος ενός γνωστού στη γυναίκα μηχανικού, ο οποίος ήταν γνωστό πως την είχε ερωτευτεί παράφορα, ήταν όμως και νοητικά καθυστερημένος. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο ανώτερος διοικητής, ο οποίος θα τα’ανακατέψει όλα. Υπ’αυτού αστυνομικοί έψαξαν το σπίτι του μηχανικού και κυνήγησαν το γιο του ως έξω σε μια σπηλιά, όπου αυτός ξαφνικά βγήκε με ανοιχτά τα χέρια και φώναξε «Τιμωρήστε με!» Αυτοί τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν, με την υποτιθέμενη δικαιολογία πως οπλοφορούσε.
Η υπόθεση φαινόταν να’χε κλείσει, όμως ο Μονταλμπάνο δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος. Ο Μαουρίτσιο, ο γιος του μηχανικού, αποκλείεται να έφερε όπλο, κι η θανάτωσή του ήταν απαράδεκτη πράξη. Η έκκλισή του να τον τιμωρήσουν θα μπορούσε να σήμαινε πολλά πράγματα. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, ο νεαρός αυτός είχε τραυματιστεί επίσης μερικές μέρες πριν πεθάνει. Έτσι ο Μονταλμπάνο αναλαμβάνει την υπόθεση μυστικά. Εντωμεταξύ είχε πρόβλημα με τη μέλλουσα γυναίκα του, η οποία του ζητούσε να παντρευτούνπ, αλλ’αυτός δεν ήταν ακόμα σίγουρος. Το ζευγάρι ήθελε επίσης να υιοθετήσει ένα παιδί, το οποίο όμως, ενώ έμενε στην οικογένεια που το φιλοξενούσε προσωρινά, δέθηκε μαζί τους και του ήταν υπερβολικά δύσκολο να τους αφήσει, έτσι αποφάσισαν μετά από χρόνο και με βαριά καρδιά να το αφήσουν μ’εκείνους τελικά. Ο Μονταλμπάνο βρίσκει μάρτυρες, οι οποίοι προθυμομοιούνται να δώσουν πληροφορίες για την τελευταία επίσκεψη της Μικέλα στο σπίτι της. Η γυναίκα πήγε μαζι μ’έναν άντρα διαφορετικό στην εμφάνιση απ’το Μαουρίτσιο, ο οποίος κρατούσε μια μεγάλη τσάντα, προφανώς τη βαλίτσα της. Δε φαίνεται ωστόσο πως ακόμα είχε διάθεση να την κλέψη ή κάτι τέτοιο. Η υπόθεση υποστηρίζεται από ένα δικηγόρο συνήγορο της μαφίας, ο οποίιος, όπως είπε ο αστυνομικός, εφόσον η υπόθεση δεν έθιγε τα συμφέροντα των πελατών του, δε θά’χε πρόβλημα να τους βοηθήσει, εντούτοις πάλι ο Μονταλμπάνο προσπαθούσε να τον αποφεύγει. Ο δικηγόρος αυτός δίνει μια αμφίβολη προσωπική μαρτυρία πως ο Μαουρίτσιο στην πραγματικότητα δεν οπλοφορούσε, αλλά κρατούσε το παπούτσι του απ’το ένα πόδι. Γίνονται επίσης έρευνες στα έξοδα της νεκρής γυναίκας και αποδεικνύεται ότι τα ποσά που ξόδευε ήταν πολύ υψηλότερα απ’αυτά που θα χρειαζόταν για το σπίτι. Κάτι δεν πήγαινε καλά, κάπου μπορεί να τά’δινε. Με την καθοδήγηση ενός άλλου αστυνομικού από τη Μπολόνια, βρίσκεται κάποιος που ίσως διαχειρίζεται παράνομο χρήματα που είναι γνωστός και με το σύντροφο αυτής της γυναίκας. Οι πρόοοδοι της έρευνας δημοσιεύονται στα κανάλια χάρη στον καλό φίλο του αστυνομικού δημοσιογράφο Νικολό Τζίτο. Ο διοικητής παραιτείται, και νόμιμα πλέον ο αστυνόμος Μονταλμπάνο παίρνει την υπόθεση στα χέρια του.
Το πτώμα της γυναίκας μεταφέρθηκε στη Μπολόνια για την κηδεία. Ένας βιολιστής που έμενε στον επάνω όροφο της ηλικιωμένης φίλης του αστυνομικού θά’παιζε κάποια κομμάτια εις μνήμην της. Ο αστυνομικός μαθαίνει πως ο μουσικός αυτός τη γνώριζε, και πηγαίνει να τον επισκεφθεί, οπότε αυτός διηγείται την ιστορία ότι αυτή η γυναίκα του είχε φέρει ένα βιολί ανεκτίμητης αξίας κληρονομημένο από τον προπάππο της ώστε να μη μείνει αχρησιμοποίητο και καταστραφεί. Αυτός το επιδιορθώνει και της δίνει ένα άλλο για να το αντικαταστήσει με μια δική του απομίμηση. Φέρνοντας όμως το βιολί του σπιτιού στο μουσικό, αυτός διαπιστώνει με τρόμο πως είναι ένα φτηνό και χωρίς αξία όργανο, προσβλητικό όπως το λέει για τη μουσική. Στην κηδεία της γυναίκας ο ασςτυνόμος βρίσκει την καλύτερη φίλη της μαζί μ’έναν ψηλό άντρα, ο ποίος συστίνεται ως Γκουίντο Σεραβάλε, ο σύντροφος της γυναίκας. Βάζει αμέσως έναν υπαστυνόμο να την παρακολουθεί, ώσπου φτάνει στο ξενοδοχείο του. Τότε επισκέπτεται ο αστυνόμος στο δωμάτιό του όπου του διηγείται την υπόθεση όπως την είχε σχηματίσει σε μια ιστορία, για να προσπαθήσει να τον ψαρέψει. Εδώ βρίσκεται συμπυκνωμένη όλη η υπόθεση. Την λέω επιγραμματικά: Ήταν μια γυναίκα ενός πλούσιου γιατρού, γιατί όμως ο γάμος τους ήταν λευκός, είχε κι εξωσυζυγική σχέση χωρίς πρόβλημα. Η εν λόγω γυναίκα είχε ένα παλιό κληρονομημένο βιολί 2 εκατομμυρίων λιρετών. Ο σύντροφος της εξωσυζυγικής σχέσης ήταν μπλεγμένος στα παιχνίδια, και χρειαζόταν επειγόντως χρήματα για να εξωφλήσει. Για να’ναι ασφαλής από τους δανειστές του μετακινήθηκε προσωρινά απ’τη Μπολόνια στη Σικελία. Γνωρίζοντας για το βιολί, αποφάσισε να το πουλήσει με τη βοήθεια του συνεργού του, χωρίς η γυναίκα να το καταλάβει. Επειδή η ανάγκη ήταν επιτακτική να πληρώσει τα χρέη του κι αυτή δεν έπρρεπε να το υποπτευθεί, σκέφτηκε να σκοτώσει τη γυναίκα, να πάρει το βιολί και να το αντικαταστήσει μ’ένα ευτελές, και το έπραξε. Ο δολοφόνος σκότωσε τη γυναίκα του κατά τη διάρκεια της συνουσίας πιέζοντας με πολλή δύναμη το κεφάλι της στο στρώμα ώστε να πεθάνει από ασφυξία. Ένας νεαρό σ’ένα δέντρο δίπλα απ’την κρεβατοκάμαρα που πήγε εκεί για να παρακολουθήσει τα γεγονότα (ο Μαουρίτσιο) είδε το φόνο κι ένιωσε ένοχος για την αδυναμία αποτροπής του. Αυτός αργότερα ζήτησε τιμωρία απ’τους αστυνομικούς γι’αυτό το πράγμα κι αυτοί τον σκότωσαν. Ήταν χτυπημένος επειδή ο δολοφόνος μόλις τον είδε τον χτύπησε. Αυτή ήταν η υπόθεση διαφορετική λίγο στο βιβλίο με πρωταγωνιστή το Γκουίντο Σεραβάλε. Ο Σεραβάλε, αφού άκουσε τα παραπάνω, έβγαλε ένα περίστροφο κι αυτοκτόνησε. Πάνω στην ώρα ήρθαν οι συνεργάτες αστυνομικοί, οι οποίοι είδαν τον τόππο της αυτοκτονίας, και πλέον η υπόθεση είχε διαλευκανθεί, ο παραιτημένος διοικητής είχε χάσει τη τιμή του κι ο ο Μονταλμπάνο είχε αναγνωριστεί ευρέως. Την επόμενη μέρα βρέθηκε η κάρτα επιβίβασης του Γκουίντο από Μπολόνια στη Σικελία με ψευδώνυμο, αναγνωρίστηκε όμως από τη σύμπτωση της ημερομηνίας με την αναχώρηση της γυναίκας και απ’το ότι τα αρχικά του ψευδωνύμου ήταν ίδια μ’αυτά του ονόματος. Εδώ ο αστυνόμος μας κάνει τη δυστυχή διαπίστωση ότι αν το αυτοκίνητο είχε διερευνηθείβ μαζί με το σπίτι, η κάρτα θα βρισκόταν και η υπόθεση ίσως είχε λυθεί πιο γρήγορα χωρίς την εμπλοκή και το πλήρως αδικαιολόγητο θάνατο του Μαουρίτσιο. Έπειτα κανονίστηκε το σπίτι και το αυτοκίνητο να πουληθούν, σύμφωνα με το αγχωτικές του συζύγου της δολοφονημένης.

Καλό βιβλίο γεμάτο με δράση κι ένταση. Είναι γεμάτο με στιχομυθίες, τηλεφωνήματα και μετακινήσεις, που χρειάζονται κάποια συγκέντρωση για συνεπή παρακολούθηση. Εδώ ώρες ώρες από το θόρυβο αποσπαζόταν η προσοχή μου κι έπρεπε να επανεξετάσω πάλι λίγα κομμάτια, αλλά τελικά κατανόησα τη δράση κάθε εμπλεκόμενου. Διαβάζοντας αμέσως πριν το γερμανικό βιβλίο
«Επτά χρόνια στο Θιβέτ»,
έχω να κάνω και ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τις πολιτιστικές διαφορές αυτών των δύο χωρών και κατ’επέκτασιν των μεσογειακών με τους βόρειους. Το προηγούμενο, αν κι όχι αστυνομικό, έχει να κάνει κι αυτό με δράση. Στο πρώτο λοιπόν οι Γερμανοί είναι ψύχραιμοι, ήρεμοι ακόμα και σε μεγάλες δυσκολίες, σκέφτονται κάτι αρκετή ώρα πριν, συνεπείς στη δουλειά τους και πολύ επίμονη. Οι Ιταλοί όμως είναι φωνακλάδες, βρίζονται συνέχεια μεταξύ τους, ασυνεπείς στη δουλειά τους, π.χ. τη διακόπτουν εύκολα για φαγητό, ξεκούραση ή για προσωπικά θέματα, και γενικά πιο έντονοι, πάλι όμως στο τέλος αποτελεσματικοί. Επομένως μάλλον ο τρόπος διεκπεραίωσης της δουλειάς δεν επηρεάζει απαραίτητα το αποτέλεσμα, εφόσον αυτοί που δουλεύουν έχουν το στόχο να τη φέρουν εις πέρας. Στο βιβλίο ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο φαγητό, το οποίο είναι μάλλον επίτηδες καθαρά μεσογειακό, με ελαιόλαδο, ψάρι, λαχανικά και μυρωδικά. Ο Μονταλμπάνο είναι γνωστός για τις εκλεκτές γαστρονομικές του προτιμήσεις σ’όλα τα βιβλία του Καμιλέρι τρώγοντας περίεργες σάλτσες, ειδικά μαγειρεμένα ψάρια και πάντοτε τα ιταλικά μακαρόνια. Τέλος η πόλη της εξέλιξης των γεγονότων Βιγκάτα και η περιφέρεια στην οποία βρίσκεται Μοντελούζα είναι φανταστικές τοποθεσίες στη Σικελία.

Ο πολύς ανεκμετάλλευτος χρόνος στην
κατασκήνωση
έπρεπε να περάσει όσο το δυνατόν εποικοδομητικότερα αν ήθελα να βρίσκομαι σε αρκετά καλή ψυχική κατάσταση. Φυσικά είχα προβλέψει για τον πολύ χρόνο που θα’χαμε και πήρα μαζί μου τον υπολογιστή, όμως προς θλίψη μου δεν υπήρχε ασύρματο Ίντερνετ. Είχα ωστόσο μαζί μου τον πλούτο της ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης μου, κι επειδή έλειπε το Διαδίκτυο που μ’απασχολεί πολλή ώρα είτε ψάχνοντας διάφορα είτε δουλεύοντας στο Ιστολόγιο, βρήκα την κατάλληλη ευκαιρία να διαβάσω ένα λογοτεχνικό βιβλίο.

Το συγκεκριμένο βιβλίο που είχα διαλέξει εδώ και λίγο καιρό για να διαβάσω – είναι το «Επτά χρόνια στο Θιβέτ» του Αυστριακού συγγραφέα Χάινριχ Χάρερ (Heinrich Harrer). Κατά βάση είναι ένα μυθιστορημα-οδοιπορικό, το οποίο αφηγείται την ιστορία δύο Γερμανών αιχμαλώτων των Βρετανών στην Ινδία κατά την έναρξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίοι δραπέτευσαν και περιπλανήθηκαν στην Ασία, ώσπου εγκαταστάθηκαν στο Θιβέτ για τα επόμενα λίγα χρόνια.

Ο αφηγητής από παλιά είχε πάθος για την οριβασία και το σκι, και προπονούταν εντατικότατα, ώσπου κατόρθωσε να γίνει μέλος της αυστριακής οριβατικής ένωσης. Το 1939 λοιπόν στάλθηκε στην Ινδία ως μέλος γερμανικής αποστολής – κατά την κυβέρνηση δηλαδή του Χίτλερ (δεν αναφέρεται καν αυτός) οπότε γίνονταν πολλές αποστολές στην Ασία -, για να κατακτήσουν την απροσπέλαστη κορυφή Νάγκα Μπαρμπάτ των Ιμαλαΐων. Για κακή τους τύχη όμως η αποστολή ήρθε το Σεπτέμβριο, οπότε σύντομα κηρύχθηκε ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος κι όλοι οι Γερμανοί που βρέθηκαν συνελήφθησαν από τις αγγλικές αρχές – η Ινδία ήταν ακόμα αγγλική αποικία -, και φυλακίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο αφηγητής εκεί βρήκε την ευκαιρία να διαβάσει για την περιοχή και να μελετήσει χάρτες ώστε να σχεδιάσει καλά την απόδρασή του. Μετά από δύο ανεπιτυχείς προσπάθειες – στη μία βγήκε στο δρόμο, αλλ’επειδή θα γινόταν εύκολα αντιληπτός ξαναμπήκε στο όχημα μεταφοράς του χωρίς να τον καταλάβουν, στην άλλη συνελήφθη στο δρόμο από ατυχία και ξαναφυλακίστηκε -, κατόρθωσε μαζί με πολλούς άλλους να δραπετεύσει. Αποφασίστηκε όμως να πάρει ο καθένας το δικό του δρόμο, ώστε να κινήσουν λιγότερες υποψίες. Ο αφηγητής αναγκαζόταν να περνά απαρατήρητος σχεδόν από απόμερες περιοχές ή δίπλα απ’τους επίσημους δρόμους. Κάπου συνάντησε έναν ακόμα συγκρατούμενο, τον Πέτερ Αουφσνάιντερ, ο οποίος είχε δραπετεύσει μαζί του, κι αποφάσισαν να πορευθούν μαζί για ν’αντιμετωπίζουν καλύτερα τους κινδύνους, και γρήγορα τους συνέδεσε ισχυρή φιλία, αφού βοηθιούνταν σ’όλες τις πιθανές περιπτώσεις. Προσποιούνταν τους προσκηνητές συνήθως για να μη συλληφθούν από τις αρχές, αν κι αυτό μερικές φορές ήταν δύσκολο. Τελικά πέρασαν στο Θιβέτ, όπου πίστευαν ότι θα τύχουν ευνοΪκής αντιμετώπισης λόγω της ουδετερότητας του κράτους στον Πόλεμο, όμως απογοητεύθηκαν γρήγορα.

Οι πρώτι κάτοικοι τους αντιμετώπισαν εχθρικά, και οι ταξιδιώτες κόπιαζαν πολύ προσπαθώντας να τους πείσουν πως έχουν ανάγκη. Στους τοπικούς διοικητές προσποιούνταν τους προσκηνιτές ή τους Ινδούς, κάποτε όμως αποκάλυπταν την ταυτότητά τους, ιδίως αν η ζωή τους διέτρεχε κίνδυνο. Επειδή κατάλαβαν πως δε μπορούν να προχωρήσουν εύκολα ως παράνομοι, ζήτησαν από έναν ανώτερο τοπικό διοικητή να ειδοποιήσει τους αρμόδιους στην πρωτεύουσα για την έκδοση εγγράφου παραμονής, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε, τους δόθηκε όμως ένα έγγραφο που τους εξασφάλιζε βραχεία παραμονή στο μέρος που βρίσκονταν μέχρι να ξεκινήσουν για την Ινδία ή το Νεπάλ. Αποφασισμένοι όμως και διακατεχόμενη από γερμανική πεισματική θέληση, συνέχισαν την πορεία τους προς την πρωτεύουσα Λάσα, ακολουθώνταςν το παράδειγμα ενός παλαιότερου Αυστριακού προγόνου. Πέρασαν από περισσότερα θιβετιανά χωριά, σε μερικά εκ των οποίων τους υποδέχθηκαν θετικά, σ’άλλα αρνητικά. Έπειτα πέρασαν από περιοχές νομάδων, οι οποίοι γενικά τους δέχτηκαν εγκάρδια, προειδοποιώ ντας τους για τους ληστές (Κάμπας) που θα συναντούσαν στο δρόμο. Έπεσαν τελικά πάνω τους, κι αποδείχθηκαν αγριότατοι κι αδίστακτοι, μπόρεσαν όμως να διαφύγουν αφού αλλιώς η ζωή τους θα κινδύνευε, διασχίζοντας μια έρημη και παγωμένη τοποθεσία (ήταν χειμώνας τότε) για 40 περίπου μέρες μέσα στις κακουχίες. Στη μεταφορά τους βοηθούσαν τα γιακ, ένα ιθαγενές είδος βοοειδούς, τα οποία κουβαλούσαν τα φορτία και πάντοτε τα ονόμαζαν Αρμίν. Βρήκαν επίσης ένα σκύλο που τον πήραν μαζί τους, ο οποίος δεν πέρασε καλύτερα απ’αυτούς. Τελικά κατέβηκαν σ’ένα χαμηλότερο μέρος – το υψόμετρο δηλαδή ήταν 3000 περίπου μέτρα, όμως ήταν στους τροπικούς και το κλίμα συνεπώς μαλακότερο. Μετά από μικρό σχετικά δρόμο έφτασαν τελικά στην πολυπόθητη Λάσα, όπου εισήλθαν λαθραία και περιμαζεύθηκαν σχεδόν κατά τύχη από έναν ευγενή, οπότε αποκάλυψαν κανονικά την ταυτότητά τους. Από την αρχή ο κόσμος συνέρεε στο σπίτι για να τους δει και να τους ρωτήσει για τα δυτικά πράγματα με απίστευτη περιέργεια.
Το πρόβλημα ωστόσο της διαμονής δεν είχε λυθεί, κι αναμενόταν απ’το κράτος οριστική απάντηση. Τους επιτράπηκε προσωρινή διαμονή, τους δόθηκαν νέα ρούχα κι εφόδια, όμως ποτέ δεν πήραν άδεια μόνιμης παραμονής. Η πιθανότητα της απέλασης τους ανακοινωνόταν συχνά τον πρώτο καιρό, το κράτος όμως δεν ασχολήθηκε περαιταίρω με το θέμα αφού αργότερα είχαν πλέον εγκατασταθεί και φάνηκαν χρήσιμοι ως πηγές γνώσεις κι εμπειρίαςς από τη Δύση.
Σύντομα μετά την άφιξή τους αναζήτησαν εργασία, αφού δε θεωρούσαν σωστό να τρέφονται δωρεάν από τη γενεοδωρία του οικοδεσπότη τους χωρίς να προσφέρουν τίποτα. Ο αφηγητής εργάστηκε στον καλλωπισμό κήπων, στη δημιουργία συντριβανιών, στη δημιουργία γηπέδου τένις και στην εισαγωγή αυτού του αθλήματος κ.ά., ενώ ο Αουφσνάιντερ ασχολήθηκε με τη διάνοιξη καναλιών και με την επιδιόρθωση του μόνου ηλεκτρικού σταθμού της χώρας. Σύντομα και οι δύο απέκτησαν ανεξάρτητες κατοικίες. Στη συνέχεια ο Αουφσνάιντερ ως τοπογράφος, ασχολήθηκε με το δύσκολο έργο της χαρτογράφησης της πόλης, καθώς και με τη δημιουργία νέων καναλιών και αντιπλημμυρικών έργων, ενώ ο αφηγητής ως δάσκαλος, παρέδιδε μαθήματα αγγλικών, μαθηματικών και λοιπών γνώσεων χρήσιμες για το Δυτικό στα παιδιά των ευγενών, με κορύφωση τη διδασκαλία στον ίδιο το δαλάι λάμα.
Ο δαλάι λάμα ήταν μετενσάρκωση του βούδα και σχεδόν ημίθεος, κι αποτελούσε τον πραγματικό αρχηγό του κράτους. Ο τότε δαλάι λάμα ήταν ακόμα ανήλικος σε ηλικία 14 ετών από τότε που άρχισε τα περί των Δυτικών μαθήματα, οπότε κυβερνούσε ουσιαστικά ο κοσμικός αντιβασιλέας. Ο αφηγητής δίδακσε αγγλικά, μαθηματικά, δυτική ιστορία και λοιπά παρόμοια στο νεαρό βασιλιά, και γρήγορα ενθουσιάστηκε από την οξύνοια και την περιέργειά του για σύγχρονα και τεχνικά θέματα. Μάλιστα ο δαλάι λάμα του ζητούσε συχνά να κινηματογραφεί σκηνές της πόλης, τις οποίες έστειλε στην Ινδία για δημιουργία ταινίας. Τελικά εγκατέστησε τον πρώτο κινηματογράφο στον προσωπικό κήπο του θερινού ανακτόρου του βασιλιά, όπου προβλήθηκαν αρκετές ταινίες προς ενθουσιασμό όλων των παρευρισκομένων.
Οι δύο Γερμανοί, αν και ενοχλημένοι από τη βαθιά θρησκευτικότητα και τη δεισιδαιμονία του λαού, υιοθέτησαν κάποια στοιχεία του τρόπου ζωής των ντόπιων ως ένδειξη προσαρμογής. Μάλιστα έφτασαν να νιώθουν το Θιβέτ ως δεύτερη πατρίδα τους, αφού εκεί είχαν προσαρμοστεί κανονικότατα να ζουν και να δουλεύουν, η ζωή τους είχε θεωρητικά μέλλον κι ακόμα είχαν γνωρίσει και αποκτήσει πολλούς φίλους. Δεν αποτελούσαν πλέον κάτι παράξενο στην πόλη. Παρακολουθούσαν λεπτομερώς τις γιορτές και τα σημαντικα γεγονότα της πόλης ώστε να τα καταγράψουν. Πάντως παρά το φόρτο της δουλειάς, πάντοτε έβρισκαν λίγο χρόνο για οριβασία και σκι.

Το τέλος της διαμονής τους εκεί ήταν απότομο και σκληρό. Η κουμουνιστική Κίνα υπό το Μάο Τσε Τουνγκ αξίωνε να καταλάβει (απελευθερώσει) το Θιβέτ, θεωρώντας το δική της επαρχία. Το βιβλίο παρακολουθεί λεπτομερώς την κατάληψη της χώρας. Από το 1951 πλήθαιναν οι ανακοινώσεις της Κίνας προς το Θιβέτ. Η χώρα προετοιμάστηκε όσο μπορούσε, ο στρατός πραγματοποιούσε συνεχώς ασκήσεις, όμως τελικά τα κινεζικά στρατεύματα εισέβαλαν απ’τα ανατολικά στη χώρα. Ο δαλάι λάμα αποφασίστηκε να διαφύγει στην Ινδία με μεγαλοπρεπή πομπή ευγενών και υπηρετών πορευόμενος νότια μέσω της πόλης Σινγκατσέ. Τελικά οι Κινέζοι κατέλαβαν τη Λάσα κι ανακοίνωσαν στο δαλάι λάμα πως θα μπορούσε να επιστρέψει με μόνη αρμοδιότητα τα εσωτερικά της χώρας. Αυτός δυσαρεστημένος επέστρεψε, όμως η προβληματική κατάσταση εκεί τον εξανάγκασε στη δεύτερη φυγή του στην Ινδία το 1959. Οι κινέζοι διέπραξαν σφαγές, λεηλασίες και βομβαρδισμούς. Βομβάρδισαν το θερινό ανάκτορο του δαλάι λάμα εντελώς, ενώ όσο πίστευαν ότι ακόμα ήταν μέσα, για να τον εξαναγκάσουν να βγει. Για ν’αποδυναμώσουν ακόμα τον ντόπιο πληθυσμό που ήταν μόλις 3 εκατομμύρια, πραγματοποίησαν μαζικές εκτοπίσεις ντόπιων στην Κίνα κι αντίστοιχα μαζικές εποικήσεις Κινέζων στο Θιβέτ. Η προπαγάνδα στον κουμουνισμό άρχισε, ιδεολογία δύσκολη στην αποδοχήγια το βαθιά θρησκευόμενο λαό. Οι Γερμανοί αντίθετα πίστευαν ότι χάρη σε δυτική υποστήριξη, με περισσότερα άτομα σαν κι αυτούς και στη δεκτικότητα και θέληση εκσυγχρονισμού από μέρους του δαλάι λάμα, το Θιβέτ θα μπορούσε ν’αναπτυχθεί σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αυτοί έφυγαν μαζί με το καραβάνι του δαλάι λάμα: Ο αφηγητής γύρισε στην πατρίδα του μέσω Ινδίας, ο φίλος του αγάπησε όμως τη χώρα κι αποφάσισε να παραμείνει μέχρι την τελευταία στιγμή στο αγαπημένο τους χωριό Κιρόνγκ προς τα δυτικά, μέχρι που κι αυτό καταλήφθηκε απ’τους Κινέζους, έπειτα διέφυγε μέσω Νεπάλ και Ινδίας για να επιστρέψει κι αυτός στην πατρίδα.

Στον επίλογο ο αφηγητής-συγγραφέας μας δίνει πληροφορίες για την αντίσταση του θιβετιανού λαού κατά των κινέζων κατακτητών. Οι ίδιοι οι θιβετιανοί ποτέ δεν υποστήριξαν πως αποτελούν μέρος της Κίνας. Ο λαός λοιπόν συνέχιζε να αντιδρά στις πόλεις και στην ύπαιθρο με δολιοφθορές, ανταρτοπόλεμο και κάποτε ανοιχτές μάχες. Μεγάλο μέρος της κεντρικής χώρας ελεγχόταν από τους ληστές, οι οποίοι είχαν προσεταιριστεί πολούς ακόμα στις τάξεις τους αποκτώντας πλέον υπολογίσιμη δύναμη. Στον πρόσθετο πρόλογο του μεταφραστή στην αρχή πληροφορούμαστε επίσης για τη μεγάλη διαμαρτυρία στη Λάσα το 1987, για την οποία δεν ήξερα, με πολλούς νεκρούς. Ο αφηγητής λοιπόν χρησιμοποιώντας το υλικό που συγκέντρωσε στο Θιβέτ προσπαθούσε με διάφορ απρογράμματα να ενημερώσει το δυτικό κόσμο για τη μοναδικότητα και την άσχημη κατάσταση της χώρας. Συνέχισε επίσης κάποια επικοινωνία με το δαλάι λάμα.

Το βιβλίο, όπως είπα, είναι πλήρως αληθοφανές. Δεν κοσμείται από υπερβολές κι απίθανα πράγματα για να μας κάνει να δυσπιστούμε, ώστε διαβάζοντάς το ξεχνούμε πως τα πρόσωπα είναι φανταστικά. Πιθανότατα ο συγγραφέας άντλησε τις πληροφορίες από εντυπώσεις και βιώματα συγχρόνων του σ’αυτήν τη χώρα.

Πολύ μεγάλο μέρος του περιεχομένου του βιβλίου καταπιάνεται με την αναφορά των πολιτιστικών στοιχείων και της περιγραφής της χώρας. Από εδώ έχω να πω πολλά:

Το Θιβέτ βασικά ήταν μια απομονωμένη χώρα, που πέρα από κάποιες εμπορικές σχέσεις με την Ινδία και με το Νεπάλ δεν είχε ιδιαίτερη επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο. Η επιρροές από τον έξω κόσμο έρχονταν αποσπασματικά και καθυστερημένα, ενώ η αντιμετώπιση του λαού προς τους ξένους ήταν αρνητική συνήθως, εκτός κι αν είχε διαταχθει αλλιώς απ’τους διοικητές. Και πάλι αυτό δεν πετύχαινε πάντα, κι έτσι κάποιοι Αμερικανοί στρατιώτες φονεύθηκαν κατά την είσοδο στη χώρα για άσυλο λίγο πριν την κατάληψή της από την Κίνα. Η οικονομία της χώρας βασιζόταν κυρίως στη γεωργία. Καλλιεργούταν πολύ το κριθάρι, λιγότερο το σιτάρι, το καλαμπόκι, τα μπιζέλια, τα ραπάνια κι άλλα, ενώ από ζώα εκτρέφονταν γιακ και πρόβατα κυρίως. Το περισσότερο της χώρας αποτελείται από ψηλά βουνα της οροσειράς των Ιμαλαΐων και των υπεριμαλαΐων και ψηλά οροπέδια, έτσι οι καλλιέργειες που γίνονταν ήταν λίγων βασικών προσαρμοσμένων ειδών. Λαχανικά επίσης καλλιεργούνταν για τοπική χρήση. Από τα πρόβατα παραγόταν μαλλί ενώ σπάνια χρησιμοποιούνταν και σε μεταφορές, ενώ τα γιακ χρησιμοποιούνταν περισσότερο ως υποζύγια κι έδιναν επίσης γάλα. Για τον ευκολότερο έλεγχο των γιακ γινόταν ένα βαρβαρικό δέσιμο μέσω ενός κρίκου που περνιόταν από μια τρύπα στο ρινκό διάφραγμα του ΄ζωώου. Το κρέας καταναλωνόταν, όμως η ακολούθηση των κανόνων του βουδισμού περί μη βίας σήμαινε ότι δεν ήταν συχνό γεγονός και δεν γινόταν απ’όλο το λαό. Μάλιστα αφοσιωμένοι θιβετιανοί πρόσεχαν να μη θανατώσουν ακόμα και τη μικρότερη μορφή ζωής όπως έντομα και σκουλήκια, επειδή ίσως αποτελούν μετενσαρκώσεις κάποιου προγόνου. Οι σφαγείς μάλιστα θεωρούνταν κατώτερο επάγγελμα και τοποθετούνταν στα όρια των χωριών, μαζι μ’άλλα κατώτερα επαγγέλματα όπως οι σιδεράδες και οι βαρκάριδες, οι οποίοι είχαν αυτήν τη θέση εξαιτίας του δέρματος γιακ που χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή τω πλεουμένων. Όλα τα επαγγέλματα ήταν οργανωμένα κατά συντεχνίες. Η φύση της χώρας ήταν κυρίως τραχιά βουνά με μόνιμα χιονισμένες κορυφές κι άγονες στέπες, στις οποίες ζούσαν άγρια πρόβατα, τσιανγκ (άγρια γαϊδούρια, κι αντιλόπες). Τα δάση ήταν λιγοστά, επειδή είχαν δεχτεί υπερεκμετάλλευση στο παρελθόν, και υπήρχαν μόνο στις χαμηλότερες περιοχές, αφού ψηλότερα δε φυτρώνουν δέντρα λόγω ψύχους. Γι’αυτό η κύρια καύσιμη ύλη ήταν η ξεραμένη κοπριά των γιακ. Οι εξορύξεις γινόταν με πρωτόγονους τρόπους, εξασφάλιζαν ωστόσο τα απαραίτητα για τη χώρα. Υπήρχαν περιοχές όπου εξάγονταν μεταλλεύματα, μάρμαρο, αλλά και χρυσός, τα οποία όμως δε χρησιμοποιούταν στο μέγιστο. Υπήρχαν ακόμα και περιοχές πετρελαίου, το οποίο χρησιμοποιούταν κυριως για τις λάμπες. Η χώρα ήταν απολύτως αυτάρκης, παρόλα αυτά ο πλούτος δεν ήταν ίσα διανεμημένος. Υπήρχε δεινή ανισότητα μεταξύ των υψηλών τάξεων συνδεδεμένες με το κράτος (ευγενείς, υψηλόβαθμοι μοναχοί) και των μεγάλων εμπόρων και του υπόλοιπου λαού, που αποτελούταν από γεωργούς, τεχνήτες, νομάδες κτηνοτρόφους, μικροεμπόρους κι άλλες αρκετά εξαθλιωμένες ομάδες. Οι ευγενείς χωρίζονταν σε 7 βαθμούς από τον ανώτερο στον κατώτερο, κι εκτός από κοσμικοί κρατικοί υπάλληλοι ήταν συνήθως και μεγαλογεωκτήμονες με μεγάλες εκτάσεις στην κατοχή τους. Όλοι οι Θιβετιανοί που παρήγαγαν κάτι συνήθως γίνονταν στην εποχή πώλησης του προΐόντος έποροι, ταξιδεύοντας στη Λάσα, σ’άλλες περιοχές ή κι έξω στην Ινδία και στο Νεπάλ με καραβάνια από γιακ και πρόβατα για να πουλήσουν τα προΪόντα τους. Οι συναλαγές γίνονταν είτε σε χρήματα είτε σε είδος. Μεγάλο πάντως μέρος του πλούτου της χώρας ήταν δεσμευμένο στα μοναστήρια.

Η άποψη για το βουδισμό, ως δηλαδή περισσότερο φιλοσοφίας παρά θρησκείας, χωρίς θεό, εξουσία και δεινή ασκητική ζωή στους αφοσιωμένους τους δεν ίσχυε στο Θιβέτ. Ο θιβετιανός βουδισμός είχε ως κορυφή και πρώτο παράδειγμα τον πρώτο Βούδα, αναγνωρίζονταν ωστόσο διάφοροι άλλοι μικρότεροι θεοι και προστάτες. Σπουδαίοι μοναχοί που θεωρούνταν μετενσαρκώσεις φωτισμένων ανθρώπων έπαιρναν τον τίτλο του λάμα, στα μογγολικά ωκεανός. Το Θιβέτ ήταν ουσιαστικά ένα θεοκρατικό κράτος, όπου ανώτατος άρχοντας ήταν ο δαλάι λάμα, στα μογγολικά πλατύς ωκεανός. Οποιαδήποτε απόφαση θα μπορούσε ν’ακυρωθεί έως και την τελευταία στιγμή από τον ίδιο το δαλάι λάμα. Δεύτερος ανώτερος του κράτους ήταν ο κοσμικός αντιβασιλέας, ο οποίος αντικαθιστούσε το δαλάι λάμα όταν δε μπορούσε, δεν υπήρχε ή ήταν ακόμα ανήλικος για να κυβερνήσει. Υπήρχαν τέσσερις υπουργοί, η εθνοσυνέλευση με μέλη τους ανώτατους λαΪκούς και μοναχούς, και μια ατιπροσωπευτική συνέλευση σαν το κοινοβούλιο 600 ατόμων που συγκαλούνταν για έκτακτα θέματα, καθώς κι ένα μεγάλο δίκτυο κρατικών υπαλλήλων με σαφή ιεραρχία. Ανάλογα με το βαθμό, οι υπάλληλοι αυτοί (μπόνπος) είχαν διαφορετική αμφίεση και στοιχεία. Οι υπάλληλοι χωρίζονταν στους κοσμικούς και στους μοναχούς. Οι μοναχοί είχαν κι αυτοί διάφορους βαθμούς ανάλογα με τις ικανότητες και τη θέση τους. Οι χαμηλότεροι ήταν απλοί υπηρέτες των ανώτερων, άλλοι κατείχαν υψηλότερες θέσεις, από γραφείς έως αστυνομικοί, ενώ κάποιοι επιλεγμένοι αποτελούσαν το υπηρετικό προσωπικό του δαλάι λάμα. Τα μοναστήρια μπορούσαν να είναι μικρά οικήματα με λίγες δεκάδες μοναχούς έως ολόκληρες πόλεις με χιλιάδες. Περίπου το 1/5 του ανδρικού πληθυσμού ήταν μοναχοί, υπήρχαν φυσικά και γυναίκες. Σχεδόν κάθε οικογένεια προοόριζε ένα μέλος της για το μοναχισμό. Οι μοναχοί αρχικά περνούσαν λιτή ζωή με πολλή μελέτη κι εργασία, κι αργότερα εξειδικεύονταν στις δουλειεές τους. Κάθε μοναχικό τάγμα είχε διαφορετικές πεποιθήσεις. Για παράδειγμα ορισμένα δέχονταν τη δημιουργία οικογένειας και συχνά οι μοναχοί ήταν παντρεμένοι και είχαν παιδιά, ενώ στα μοναστήρια μπορει να ζούσαν μεικτά. Άλλα ωστόσο σχήματα επέβαλαν αυστηρά την αγαμία. Γι’αυτούς εντύπωση μ’έκανε ότι ακόμα και την ομοφυλοφιλία την έβλεπαν ευνοΪκά, γιατί έτσι θεωρούσαν πως ο μοναχός δεν είχε καμία σχέση με γυναίκες. Εάν κάποιος μοναχός υπέπεφτε σε αμάρτημα, είτε κατέβαινε σε βαθμό είτε αποβαλλόταν από το σχηματισμό εντελώς. Δεν ήταν όλοι οι μοναχοί καλοί και ειρηνικοί άνθρωποι. Υπήρχαν και πονηροί, κι απατεώνες, και εγκληματίες, και συνωμότες κατά του κράτους. Μάλιστα σε κάθε μοναστήρι υπήρχαν ομάδες που θα μπορούσαμε να τους πούμε μάγκες, που όταν προσβάλλονταν έβγαζα μαχαίρια κι έδερναν. Τα μοναστήρια διοργάνωναν διάφορους διαγωνισμούς μεταξύ τους, όπως αθλητικούς αγώνες. Γίνονταν επίσης δημόσιες λεκτικές διαφωνίες με άλλα μοναστήρια ή μέλη της κοσμικής εξουσίας.
Ο αθλητισμός δεν ήταν πολύ ανεπτυγμένος στο Θιβέτ, εκδηλώσεις τέτοιες όμως γινόταν σ’όλες τις γιορτές, με μεγαλύτερη αυτήν στην πρωτοχρονιά. Γίνονταν αγώνες δρόμου, πάλης, άρσης βαρών, ιππασίας ή ιπποδρομίας, δρόμου με βάρος κ.ά. Ο νικητής δε λάμβανε ιδιαίτερες τιμές. Γίνονταν επίσης θεατρικές εκδηλώσεις με πολλά έργα, θρησκευτικού και σατυρικού κυρίως περιεχομένου. Η μουσική παιζόταν συνήθως με κρουστά και πνευστά.
Πέρα από τους ληστές που ζούσαν σε σχετική απομόνωση και λίγοι κρατικοί υπάλληλοι ή ο στρατός ενδιαφερόταν να τους καταπολεμήσουν, η εγκληματικότητα δεν ήταν μεγάλη. Σοβαρότερα εγκλήματα ήταν η ιεροσυλία και ο φόνος. Η ποινές για τους εγκληματίες ήταν διάφορες: από φυλακίσεις και μαστίγωμα έως κόψιμο χεριών ή μύτης, αναγκαστική μεταφορά πινακίδας με τον τύπο του εγκλήματος που διαπράχθηκε κ.ά. Θανατική ποινή δεν υπήρχε στο Θιβέτ – στην Ευρώπη εφαρμοζόταν ακόμα – λόγω των βουδιστικών πεποιθήσεων περί μη βίας, στην πραγματικότητα όμως πέθαιναν λίγοι άνθρωποι από το μαστίγωμα. Οι τιμωρίες ήταν δημόσιες για παραδειγματισμό. Συχνά ο κόσμος ζητούσε έλεος για τον εγκληματία και η ποινή του μειωνόταν.
Ο στρατός ήταν κυρίως συμβολικός, αφού η απειλή του πολέμου είχε λείψει για χρόνια. Στο παρελθόν το Θιβέτ είχε ν’αντιμετωπίσει τις μογγολικές εισβολές κι έπειτα τους Κινέζους, έτσι βρισκόταν σε πλήρη ετοιμότητα, την εποχή όμως που επισκέφθηκαν οι Γερμανοί δεν υπήρχε μεγάλη οργάνωση, γι’αυτό και τα περισσότερα σώματα παραδόθηκαν αμαχητή κατά την κατάληψη της χώρας. Ωστόσο κατά την εποχή επίσκεψης των υποθετικών Γερμανών το κράτος φρόντιζε την οργάνωση και τον εξοπλισμό με νέα όπλα από βρετανούς ειδικούς. Ο στρατός δεν αποτελούσε ευχάριστη παρουσία για τον απλό κόσμο της υπαίθρου, αφού μπορούσε να επιτάσσει ό,τι ήθελε.

Ο απλός λαός ζούσε υπό άθλιες συνθήκες χωρίς σχεδόν καθόλου κρατική μέριμνα. Άλλοι δούλευαν ως μικρογεωργοί, άλλοι ως μικροτεχνήτες, άλλοι σχεδόν ως δουλοπάροικοι στα κτήματα των ευγενών-γεωκτημόνων, άλλοι ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι. Οι τελευταίοι ζούσαν σε βαριές δερμάτινες σκηνές με τα πρόβατα και τα σκυλιά, μπορεί και λίγα γιακ κοντά τους, κι αναγκάζονταν να μεταφέρουν όλα τα υπάρχοντά τους μετακινούμενη για νέα βοσκοτόπια. Ήταν εκτεθημένοι στη δύναμη των ληστών, οι οποίοι συχνά τους απειλούσαν με όπλα για να τους πάρουν ό,τι πολύτιμο είχαν.
Η θρησκεία και η δεισιδαιμονία διήπε όλους σχεδόν τους τομείς της ζωής του λαού. Στην πραγματικότητα και οι ευγενείς εξασκούσαν παρόμοιες πρακτικές, αφού η ευρύρτερη γνώση δεν ήταν γνωστοί ούτε στις ανώτερες τάξεις. Σε διάφορες γιορτές του χρόνου γίνονταν μεγάλα προσκηνήματα προς μοναστήρια, ναούς, ιερά βουνά, σπηλιές ασκητών ή συγκεκριμένα ιερά μέρη. Άλλοι πήγαιναν με τα πόδια, οι πιο αφοσιωμένοι προσπαθούσαν να καλύπτουν την απόσταση με το σώμα τους σερνόμενοι στο δρόμο. Σε τέτοιες γιορτές φαινόταν να εξισώνεται ο λαός με την άρχουσα τάξη, στην πραγματικότητα η δύναμη της τελευταίας όμως ενισχυόταν συνεχώς με τις μεγαλοπρεπής παρελάσεις και παρουσιάσεις των κρατικών φορέων, του στρατού και του δαλάι λάμα. Όλοι αναγκάζονταν να υποκλιθούν βαθιά και οι περισσότεροι απέφευγαν να κοιτάζουν ευθεία το δαλάι λάμα. Ο δαλάι λάμα περνούσε πάντοτε με συνοδεία τεράστιας πομπής κοσμικών, μοναχών και στρατού, ενώ ο ίδιος φερόταν σ’ένα κίτρινο φορείο στο μέσο. Το κίτρινο ήταν ανέκαθεν το ιερο χρώμα των δαλάι λάμα. Μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου ήταν η πρωτοχρονιά, κοντά στο δικό μας Φεβρουάριο, η οποία κρατούσε περίπου 8 μέρες. Άλλες γιορτές ήταν για τον εορτασμό της κάθε εποχής, μνημονεύσεις για ιστορικά γεγονότα ή υπέρ του δαλάι λάμα.
Η μαντεία έπαιζε σπουδαίο ρόλο στο κράτος, με το μάντη του κράτους να κατέχει σπουδαιότατη θέση. Αυτός περιερχόταν σε έκσταση κάθε φορά που ήταν να δώσει χρησμό και με την ερμηνεία του οι αρμόδιοι υποτίθεται πως έπαιρναν ιδέες για να ενεργήσουν σε δύσκολες καταστάσεις. Ο απλός λαός επίσης συχνά επισκεπτόταν μάντεις κι αστρολόγους για τα προβλήματά του. Όλη η ζωή κυβερνιούταν από καλούς και κακούς οιωνούς, και στα φυσικά γεγονότα υπήρχε συνήθως η υπερφυσική ανάμειξη. Όταν το καλοκαίρι για παράδειγμα υηπήρχε ανομβρία, καλούνταν ειδικοί μοναχοί καιροποιεί που με προσευχές προσπαθούσαν ν’αλλάξουν τον καιρό.

Η επιστήμη και η φιλοσοφία περιεχόταν μέσα στη θρησκεία. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα γραπτά του Θιβέτ ήταν τα θρησκευτικά κείμενα, με σημαντικότερα τη θιβετιανή βίβλο και την ερμηνεία της. Η ιατρική για παράδειγμα βασιζόταν σε θρησκευτικές διδαχές, με τις δύο ιατρικές σχολές της χώρας στα σπουδαιότερα μοναστήρια της Λάσα. Για τη θεραπεία χρησιμοποιούταν ιατρικά βότανα, που συχνά είχαν αποτελεσματικότητα, όμως δεν ήταν άγνωστες και διάφορες παράλογες θεραπείες με εντριβές ιερών ελαίων, τοποθέτηση ιερών εικονισμάτων πάνω στον ασθενή, χρησιμοποίηση ομοιωμάτων για την αφαίρεση του δαίμονα που προκαλούσε τη νόσο, τρύπημα με πυρακτωμένα σίδερα, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις ακόμα και χρήση των ούρων του δαλάι λάμα. Το βιβλίο μας πληροφορεί επίσης ότι και στην Ινδία τα ούρα των ιερών αγελάδων θεωρούνταν εξίσου θεραπευτικά.

Ο θάνατος δεν αντιμετωπιζόταν με ιδιαίτερο φόβο, αφού η ψυχή θα μπορούσε να μετενσαρκωθεί σ’ένα άλλο σώμα. Το σώμα μετά την αναχώρηση της ψυχής δεν είχε καμία απολύτωςαξία και συνήθως καταστρεφόταν. Οι πλούσοι έκαναν καύση, οι περισσοτεροι τεμαχισμό σ’ένα έρημο μέρος, ενώ οι εντελώς άποροι τους πετούσαν στα ποτάμια. Κατά την τελετή το πτώμα τυλιγόταν με λευκά πανιά κι απαγγέλονταν διάφορες προσευχές. Οι φορείς και οι τεμαχιστές των πτωμάτων ήταν συνήθωςεξειδικευμένα άτομα γι’αυτήν τη δουλειά. Εξαίρεση αποτελούσαν όσοι πέθαναν από φρικτή νόσο, οι οποίοι θάβονταν. Ο εμβολιασμός για την ευλογιά ήταν γνωστός, για οποιαδήποτεάλλη επιδημία εντούτοις δεν υπήρχε κάποιο ουσιαστικό αποτρεπτικό μέτρο. Η υγιεινή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, μ’ένα τειχίο με βαθιές τρύπες στη βάση για τουαλέτα έξω απ’τα περισσότερα σπίτια και με τα σκουπίδια να γεμίζουν τις φτωχιές συνοικίες των πόλεων.

Στο Θιβέτ εφαρμόζονταν διάφορα συστήματα γάμου, από την πολυανδρία, οπότε τα αδέρφια συνήθως μοιράζονταν την ίδια γυναίκα και την πολυγαμία, οπότε κάποιος πλούσιος μπορούσε νά’χει πολλές γυναίκες, το συνηθέστερο πάντως ήταν η μονογαμία, με εξαίρεση την αγαμία ορισμένων μοναχών. Ο γάμος δεν είχε ιδιαίτερες τελετές. Οι γάμοι συγγενών μέχρι την έβδομη γενιά απαγορεύονταν για την αποφυγή της αιμομιξίας. Το παράξενο ήταν πως Δε γίνονταν όλοι οι γάμοι με μεσολάβηση των γονέων όπως σ’όλες τις παραδοσιακές κοινωνίες, άρχισαν από εκείνη την εποχή να γίνονται με την πρωτοβουλία του ζευγαριού. Η θέση της γυναίκας ήταν σαφώς χαμηλότερη απ’αυτήν του άντρα, όμως δε φαίνεται πουθενά οι γυναίκες να καταπιέζονται. Μάλιστα μπορούσαν να βγαίνουν στο δημόσιο χώρο χωρίς τη συνοδία των συζύγων ή των συγγενών τους, καθώς και να μιλάνε κανονικά και να πειράζονται μ’άλλους άντρες. Καμία ως τότε πάντως δεν είχε καταλάβει κάποια υψηλή δημόσια θέση. Για τη μοιχία μπορεί να υπήρχαν αυστηροί νόμοι, όμως σχεδόν ποτέ δεν εφαρμόζονταν οι ποινές που περιγράφονταν. Τα παιδιά ήταν αγαπητά απ’τους Θιβετιανούς, οι οποίοι τα φρόντιζαν όσο καλύτερα μπορούσαν, ακόμα και στις φτωχιές οικογένειες ήταν υγιή και χαρούμενα. Οι μάνες των νομάδων και των μικροκαλλιεργητών κουβαλούσαν τα μικρότερα παιδιά τους μπροστά τους στις δουλειές, οπότε μπορούσαν να βυζαίνουν όποτε ήθελαν, μιας κι ο θηλασμός συχνά διαρκούσε ως τα 3-4 χρόνια.

Το τσάμπα, αλεύρι από ψημένο κριθάρι, αποτελούσε τη βασική τροφή όλου του λαού όλων των τάξεων. Αυτό μπορούσε να γίνει πίτες, ζυμαρικά και διάφορα άλλα αρτοπαρασκευάσματα. Το κρέας όπως είπα ήταν σπάνιο λόγω των βουδιστικών αξιών. Επίσης τρώγονταν γαλακτοκομικά, μπιζέλια, λαχανικά, μέλι, ενώ εθνικά ποτά ήταν το τσάι βουτύρου, τσάι βρασμένο δηλαδή με βούττυρο, και το τσανκ, η θιβετιανή μπίρα. Οι υψηλότερες τάξεις φυσικά είχαν ευρύτερη επιλογή τροφίμων, και συχνά γευμάτιζαν με εκλεκτά φαγητά από μακρινά μέρη του κόσμου.

Όπως φαίνεται σ’όλο το βιβλίο, η αντιμετώπιση των ξένων γινόταν με πολλή επιφυλακτικότητα. Ακόμα κι αν κάποιος ανώτερος διέταζε ευγενική μεταχείριση, η σιωπηρή έκφραση της δυσπιστίας ήταν έκδηλη παντού. Υπήρχαν πάντως και πολλές εξαιρέσεις, με ανθρώπους που δέχονταν τους ξένους με δώρα και τιμές. Ωστόσο όταν οι ξένοι ζούσαν για καιρό και προσαρμόζονταν στην κοινωνία, η αντιμετώπισή τους δε διέφερε απ’αυτήν των ντόπιων, κι εύκολα μπορούσαν ν’αναπτυχθούν φιλίες μεταξύ τους. Ίσως κάπως παράξενο φαινόταν στους ντόπιους η μη τήρηση των τοπικών θρησκευτικών κανόνων, ωστόσο ο κόσμος ήταν αρκετά ανεκτικός στα άλλα δόγματα. Στη Λάσα για παράδειγμα έμεναν λίγοι μουσουλμάνοι, οι οποίοι όμως δεν αντιμετώπιζαν κανένα πρόβλημα. Οι μεταξύ των Θιβετιανών συναναστροφές ήταν συνήθως φιλικές, με συχνούς χαιρετισμούς στο δρόμο, προσκλήσεις σε σπίτια και πικνίκ σε ανοιχτά μέρη. «Φόρα πολύχρωμα ρούχα, πάρε μαζί σου μια κανάτα τσανκ και λίγα τρόφιμα κι έλα μαζί μας» ήταν μια κοινή πρόσκληση για πικνίκ μπου μού’μεινε. Κάθε φορά που γινόταν μια συνάντηση, από τις πιο ανεπίσημες των φτωχών έως τις πιο επίσημες περιπτώσεις, συνηθιζόταν ν’ανταλλάσσονται λευκές υφασμάτινες κορδέλες. Φυσικά κάποτε υπήρχαν και διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, όμως η γενική εικόνα του Θιβέτ δεν απέπνεε εχθρικό πνεύμα.

Η νέα τεχνολογία δύσκολα κι αποσπασματικά έφτανε στη χώρα. Υπήρχε η γενική αντίληψη ότι οι νεωτερισμοί θα μπορούσαν να φέρουν αρνητικά αποτελέσματα ως οργή των θεών. Οι ίδιοι οι μοναχοί μάλιστα ενίσχυαν αυτήν την πίστη προσπαθώντας να διατηρήσουν τη δύναμή τους. Ακόμα και οι ψηλές κατασκευές αποφεύγονταν, για παράδειγμα κτίρια άνω των δύο ορόφων δεν υπήρχαν, εκτος από τους ναούς και τα μοναστήρια. Ομοίως επίσης οι άνθρωποι δίσταζαν ν’ανεβαίνουν στα βουνά, να κάνουν φράγματα στα ποτάμια, ή να καλλιεργούν και να εξορύσσουν αποτελεσματικότερα. Ο τροχός δε χρησιμοποιούταν, λόγω της τραχύτητας του εδάφους και διότι μάλλον τα ζώα ήταν ο ήδη γνωστός τρόπος μεταφοράς. Ο ηλεκτρισμός ήταν περιορισμένος στην πρωτεύουσα με ένα μόνο σταθμό για ειδικές περιπτώσεις. Ο φωτισμός σ’όλη τη χώρα γινόταν κυρίως με λάμπες βουτύρου, οι οποίες είχαν και θρησκευτική σημασία, σαν τα δικά μας καντήλια. Το τυπογραφείο βρισκόταν στην πρωτεύουσα, όπου οι μοναχοί έφτιαχναν επιμελώς επί μήνες με το χέρι τα ξύλινα στοιχεία που θα χρησιμοποιούταν για την χειροκίνητη τύπωση των συγγραμμάτων. Αυτοκίνητα δε κυκλοφορούσαν, κι αυτά που είχε φέρει στη χώρα ο προηγούμενος 13ος δαλάι λάμα κρύφτηκαν στην αποθήκη μετά από μια βδομάδα χρήσης. Ομοίως τέθηκαν απαγορεύσεις από τους μοναχούς σε ορισμένα τυχερά παιχνίδια, καθώς και στο ποδόσφαιρο, γιατί φάνηκε να μαγνητιζει επικίνδυνα τους θιβετιανούς.

Το βιβλίο μας δίνει πολλές πληροφορίες για την αρχιτεκτονικη και τη διαρρύθμιση των χωριών και των πόλεων. Τα χωριά μπορούσαν να είναι από μικροί οικισμοί 6 ή 8 καλυβών, έως μεγάλα συγκροτήματα δεκάδω ή κι εκατοντάδων σπιτιών. Κάθε μεγάλο χωριό είχε το μοναστήρι του, ενώς στις πόλεις υπήρχαν περισσότερα. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Λάσα. Δεν ήταν υπερβολικά μεγάλη πόλη, αρκετά πυκνοκατοικημένη όμως με μεγάλους δρόμους, αλά και στενοσόκακα φτωχών συνοικιών λίγο προσεγμένα, που καθαρίζονταν μόνο στις παραμονές της πρωτοχρονιάς και άλλων μεγάλων γιορτών. Στα δυτικά στην είσοδο της πόλης στεκόταν το θεόρατο κτίριο της Ποτάλα, ενός τεράστιου μοναστηριακού συγκροτήματος που στέγαζε το χειμερινό ανάκτορο του δαλάι λάμα. Το θερινό ανάκτορο βρισκοταν αλλού. Κοντά στην Ποτάλα βρισκόταν ο καθεδρικός ναός, όπου λειτουργούσε ο ίδιος οδαλάι λάμα, πλούσια στολισμένος με παντός είδους χρυσά κατασκευάσματα. Δίπλα στο ναό βρισκόταν η περιοχή Παρκχόρ, το κύριο εμπορικό κέντρο. Τα οικήματα των ευγενών και τα δημόσια κτίρια βρίσκονταν περισσότερο σκορπισμένα προς το κέντρο της πόλης. Η υπόλοιπη πόλη αποτελούταν από πολλά μικρά σπίτια, καταστήματα, αγάλματα, και υπαίθριες εμπορικές περιοχές.

Φυσικά όλα τα παραπάνω ίσχυαν για τις δεκαετίες του 1940-1950. Το βιβλίο είναι ένα καλό ιστορικό ανάγνωσμα δομημένο με τη μορφή λογοτεχνήματος για πιο ενδιαφέρουσα ανάγνωση. Διαβάζοντας μεταφερόμαστε αμέσως σ’έναν άλλο κι εντελώς διαφορετικο κόσμο, που εμένα μου θυμίζει μείγμα Αρχαίας Αιγύπτου και Μεσαίωνα. Σήμερα το Θιβέτ τελεί υπό Κινεζική κατροχή ως ημιαυτόνομη κινεζική επαρχία από το 1996, ενώ ο δαλάι λάμα ζει αυτοεξόριστος στην Ινδία. Δεν ξέρω τι άλλαξε εκεί προς το καλύτερο και τι προς το χειρότερο, ένα πράγμα είναι σίγουρο όμως: ότι άλλαξαν πολλά και πρέπει οπωσδήποτε να μάθω. Η ανεξαρτητοποίηση της χώρας είναι πάντως κάτι πολύ μακρινό, μιας και το μέρος είναι πλούσιο σε κάθε μορφής φυσικό πόρο κι αυτό δε θ’αφεθεί ανεκμετάλλευτο από το κινεζικό τέρας.

Ένα στοιχείο με παραξενεύει για το βιβλίο. Δεν υπάρχει απολύτως καμία αναφορά στο εξέχον στοιχείο της Γερμανίας εκείνη την εποχή: στο Χίτλερ δηλαδή, στο ναζιστικό καθεστός, στο Τρίτο Ράιχ, στα εγκλήματα πολέμου των Γερμανών και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αναφέρεται καθώς ταξιδεύουν οι πρωταγωνιστές η ανακοίνωση του νέου ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει και η Ιαπωνία είχε ηττηθεί, όμως οι δύο Γερμανοί θεωρούσαν πως βρίσκονται αρκετά μακριά, σ’έναν άλλον κόσμο για ν’ασχολούνται με τα ευρωπαϊκά πράγματα, με μικρή μόνον ανησυχία. Οι ίδιοι ωστόςο δε φάνηκε ποτέ να υποστηρίζουν ναζιστικές ιδέες και προσπάθησαν όσο το δυνατόν ν’απέχουν απ’τη χώρα τους μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος και για λίγα χρόνια έπειτα. Δεν αμφισβητείται πάντως ότι η αποστολή εξυπηρετούσε κάποιον σκοπό του ναζιστικού καθεστώτος, αφού είναι γνωστό ότι ο Χίτλερ έστελνε πολλές αποστολές στην Ανατολική Ασία, κατά πολλούς με μυστικιστικό περιεχόμενο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η σβάστικα έχει ανατολίτικη προέλευση. Φυσικά στους πολιτισμούς εκείνους η σημασία του συμβόλου είναι αρκετά διαφορετική και ποικίλη.

Χθες το βράδυ τελείωσα το βιβλίο που έλεγα πως άρχισα να διαβάζω
στη Χαλκιδική.
Βρίσκεται στο φάκελο των αστυνομικών στον υπολογιστή μου, «Το Νησί των Καταραμένων» του Αμερικανού Ντένις Λεχέιν. Βιβλίο με παράξενη πλοκή, που για να λυθεί πλήρως θα πρέπει να διαβαστεί με΄χρι το τέλος οπωσδήποτε.

Ο Ντένις Λεχέιν (Dennis Lehane) είναι Ιρλανδικής καταγωγής Βοστονέζος συγγραφέας, άγνωστος σχεδόν πριν ξεκινήσει το συγγραφικό του έργο από το 1994 και στο εξής. Έως σήμερα έχει γράψει 11 βιβλία, εκ των οποίων πολλά βραβεύθηκαν ή έγιναν ταινίες, έχει διδάξει σε πανεπιστήμια σχετικά με τη μυθιστορηματική τέχνη κι έχει διευθύνει μια ταινία.

Το συγκεκριμένο βιβλίο γράφτηκε το 2003, ο αφηγητής όμως υποτίθεται πως θυμάται τα γεγονότα το 1993, ενώ η πλοκή αναφέρεται στο 1954. Ξεκινά αρχικά ως τυπικό αστυνομικό – δύο Αμερικανοί Μάρσαλ (ειδική αστυνομική δύναμη υπεύθυνη για την ασφάλεια στα δικαστήρια, τη μεταφορά των κρατουμένων, την εύρεση φυγάδων και ειδικές αποστολές), ο Έντουαρντ Ντάνιελς που τον φώναζαν Τέντυ κι ο Τσακ Άλι, ταξιδεύουν μ’ένα φέρι μποτ από τη Βοστόνη στο Νησι Shautter ανοιχτά του λιμανιού της πόλης, όπου βρίσκεται το ψυχιατρικό ίδρυμα φρενοβλαβών εγκληματιών Άσκλιφ, για να βρουν μία φυγάδα ασθενή ονόματι Ρέιτσελ Σόλντο, που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Η εν λόγω ασθενείς φυλακίστηκε στο ίδρυμα γιατί σκότωσε τα τρία της παιδιά πνίγοντάς τα σε μια λιμνούλα. Φτάνοντας εκεί, αρχιζουν τα παράξενα. Αρχικά ζητείται απ’τους αστυνομικούς να παραχωρήσουν τα όπλα στους φύλακες για να μπορέσουν να προχωρήσουν μέσα. Έπειτα γνωρίζονται με το διευθυντή της κλινικής δρ Κόουλι, και αρκετούς άλλους του προσωπικού, και οδηγούνται στο δωμάτιο της Ρέιτσελ, απ’το οποίο αυτή υποτίθεται πως απέδρασε, αφήνοντάς το κλειδωμένο από παντού και περνώντας από πέντε πιθανά μέρη εξόδου αυστηρώς φυλασσόμενα. Ο Τέντυ παραξενεύεται για τη γενική αδιαφορία του προσωπικού για το γεγονός, κι αρχίζει ν’αμφιβάλλει για τον πραγματικό λόγο μετάκλισής του εκεί. Στο δωμάτιο επίσης βρίσκει έναν αριθμητικό κώδικα, τον οποίο σταδιακά ξεδιαλύνει, φτάνοντας στο συμπέρασμα πως υπάρχουν 67 ασθενείς, μολονότι πληροφορήθηκε πως ζούσαν εκεί μόνο 66. Επίσης το πρωί της επόμενης μέρας είχε φύγει κανονικότατα με το φέρι μποτ ο γιατρός της Ρέιτσελ δρ Σίαν, παρά το σοβαρό γεγονός, κι όλα αυτά του φαίνονταν δικαιολογημένα παράξενα. Επιπλέον ο Κόουλι και οι υπόλοιποι γιατροί αρνούνταν κατηγορηματικά να δώσουν στους μάρσαλ τους φακέλους των ασθενών, και περιορίστηκαν μόνο σε μια συνέντευξη με μερικούς ασθενείς για το γεγονός, η οποία φάνηκε εντελώς στημένη. Εφιαλτικές μνήμες από την κατάληψη του Νταχάου από τους Αμερικανούς το 1945, οπότε ο αμερικανικός στρατός σκότωσε 300 Γερμανούς που δούλευαν εκεί (για να μην τρώμε το παραμύθι ότι μόνο οι Γερμανοί διέπραξαν εγκλήματα πολέμου), όπου συμμετείχε ο ίδιος, κατακλύζουν τον ασθενή, και αρχίζει να νιώθει περίεργα σ’εκείνο το μέρος. Αρχίζει την έρευνα έξω για να βρει την ασθενή, αλλά ξαφνικά εκδηλώνεται ισχυρότατη θύελλα για λίγες μέρες που τον αναγκάζει να μείνει μέσα, και έτσι περιορίζεται στο να ψάχνει μάταια για στοιχεία και να προσπαθεί ν’αναλύσει περαιτέρω τον κώδικα. Η Ρέιτσελ τελικά βρίσκεται απ’τους γιατρούς χωρίς να δωθούν περαιτέρω εξηγήσεις και ο Τέντι καλείται να τη δει, πράγμα που έκανε και ξαφνικά του έμοιασε πολύ με τη νεκρή γυναίκα του Ντολόρες, την οποία ονειρευόταν συχνά μετά το θάνατό της. Η Ντολόρες ήταν η αγαπημένη του, η οποία όμως πέθανε πριν δύο χρόνια κατ’αυτόν από πυρκαγιά βαλμένη απ’τον πυρομανή Άντριου Λάντες, για τον οποίον είχε την πεποίθηση ο Τέντι πως βρισκόταν εκεί και πως ίσως ήταν ο 67ος ασθενής του κώδικα, όλοι όμως ισχυρίζονταν πως τέτοιος ασθενείς δεν υπήρχε. Μετά τη συνάντησή του με τη Ρέιτσελ, αγχώθηκε υπερβολικά με αποτέλεσμα να καταληφθεί από αβάσταχτες ημικρανίες και να πάρει φάρμακα για να κοιμηθεί. Στον ύπνο του είδε διάφορα στιγμιότυπα με τη γυναίκα του, περιπτώσεις που μάλωναν, καθώς και κάτι παράξενα όνειρα με τρία παιδιά που σκοτώθηκαν. Εφόσον δε μπορεί να φύγει ακόμα, βάζει ως στόχο να βρει το Λάντες και να τον σκοτώσει ή γενικά να του κάνει κακό για να τον εκδικηθεί. Πιστεύει πως βρίσκεται στην πτέρυγα γ των πλέον επικίνδυνων ψυχασθενών, όπου του είχε απαγορευθεί η έρευνα.

Ξεκινά λοιπόν την έρευνα με τον Τσακ για τον ασθενή. Μπαίνοντας μεταμφιεσμένος ως νοσοκόμος στην πτέρυγα γ, συναντά διάφορες ακραίες περιπτώσεις να κυκλοφορούν μέσα μετά τη διακοπή ρεύματος και το ξεκλείδωμα των ηλεκτρονικών κλειδαριών, και τους αγχωμένους νοσοκόμους και φύλακες που προσπαθούν να τους μαζέψουν. Εκεί συναντά έναν βαριά χτυπημένο ασθενή ονόματι Τζορτζ Νόις, ο οποίος τον προειδοποιεί ότι ο Τσακ δεν είναι άξιος εμπιστοσύνης, πως όλα είναι μια πλεκτάνη εναντίον του Τέντι, και πως στο φάρο του νησιού γίνονται απαράδεκτα πειράματα εμπνευσμένα από τους Ναζί και τις σοβιετκές μυστικές υπηρεσίες. Αμέσως ο Τέντι αποφασίζει να επισκεφθει το φάρο, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής του, το οποίο επιχειρεί με τον Τσακ, στα μισά όμωσ του δρόμου τον χάνει. Βλέποντας ένα μακρόστενο σχήμα στον πυθμένα ενος γκρεμού προς τη θάλασσα και νομίζοντας πως είναι το πτώμα του κατεβαίνει, αλλά τελικά ήταν βράχος. Εκεί όμως βρίσκει το έντυπο εισαγωγής του Λάντες, όπου περιγράφεται ως έντονα παραληρητικός άνθρωπος με ροπή προς τη βία. Ανεβαίνοντας σε μια σπηλιά, συναντάα μια γυναίκα που ισχυρίζεται πως είναι η αληθινή Ρέιτσελ Σόλντο, πρώην γιατρός που υποτίθεται ότι μετά την προσπάθειά της ν’αποκαλύψει στις αρχές και στο ευρύτερο κοινό για τα φρικαλέα πειράματα που γίνονταν εκεί, ανακηρύχθηκε ασθενής κι έκτοτε μετακινείται από μέρος σε μέρος για να μη συλληφθεί. Λέει στον Τέντι πως στην πραγματικότητα είναι μόνος, χωρίς φίλους ή συνεργάτες, κι ότι τα αρνητικά συμπτώματά του προέρχονται από τη λήψη νευροληπτικών που του έδιναν κρυφά στην τροφή, στα τσιγάρα και στα φάρμακα. Γυρίζοντας στο νοσοκομείο το βρίσκει έρημο εξωτερικά διότι όλοι βρίσκονταν σε μια σύσκεψη για κάποιον άγνωστο λόγο. Έπειτα όλοι του ανακοινώνουν στην αναζήτησή του για το συνεργάτη του πως Τσακ δεν υπήρξε ποτέ, και ότι αυτός ήρθε στο νησί μόνος. Ο Τέντι αρχίζει να συγχύζεται και να θεωρεί πως όλα γίνονται για ν’αποδειχθεί τρελός και να παραμείνει στο νησί ώστε να συμμετάσχει στα πειράματα, έτσι αποφασίζει να ξεφύγει, στο φέρι μποτ ωστόσο είχε δοθεί άδεια να μην αποπλεύσει μέχρι να βρεθεί κάποιος ασθενής. Ο Τέντι φεύγει κρυφά από το λιμάνι, ανατινάζει το αυτοκίνητο του Κόουλι, και κινείται προς το φάρο.

Μπαίνοντας στο φάρο , αφού τραυμάτισε κι αφόπλισε ένα φύλακα στην είσοδο, δε βρίσκει τίποτα.Στην κορυφή ομως βρίσκει το δρ Κόουλι κι εκεί η αφήγηση ανατρέπεται εντελώς. Εκεί του παρουσιάζονται το όνομά του, αυτό του Λάντες, αυτό της γυναίκας του κι αυτό της Ρέιτσελ, και του ζητείται να βρει τις ομοιότητες. Αυτό που βρίσκει είναι μόνο ότι και τα δύο ζεύγη έχουν τον ίδιο αριθμό γραμμάτων, ο Κόουλι όμως του εξηγεί πως το όνομά του (Έντουαρντ Ντάνιελς) είναι αναγραμματισμός του πραγματικού του Άντριου Λάντες, κι αυτός της Ρέιτσελ Σόλντο αναγραμματισμός αυτού της γυναίκας του (Ντολόρες Τσάναλ). Ο Τέντι φυσικά δεν αποδέχεται τίποτα απ’αυτά, θεωρώντας τα μέρος της πλεκτάνης να αποδειχθεί τρελός και να μην επιστρέψει. Στη συνέχεια όμως ο Κόουλι συνεχίζει να του αποκαλύπτει γεγονότα για τον ίδιο με αποδείξεις. Αυτός ήταν ο Λάντες παντρεμένος με τη Ντολόρες και με τρία μικρά παιδιά, δύο αγόρια κι ένα κορίτσι, τα οποία η μάνα τους τα έπνιξε στη λιμνούλα του σπιτιού τους, και μόλις το αντιλήφθηκε ο ίδιος τη σκότωσε με όπλο για την αποτρόπεα αυτήν πράξη, παρόλο που ακόμα την αγαπούσε πολύ. Η γυναίκα του Λάντες έδειχνε από καιρό σημάδια μανιοκατάθλιψης και μανίας καταδιώξεως, αλλ’ο ίδιος αρνούταν να το δεχτεί για το φόβο στιγματισμού απ’το κοινωνικό περιβάλλον, και χρειάστηκε αυτή να πάει σε ψυχίατρο μονο μια φορά που η κατάσταση είχε γίνει υπερβολική. Αγαπούσε ωστόσο πολύ τη γυναίκα του και τα παιδιά του, τα οποία συχνά του έλεγαν πως η μαμά συμπεριφέρεται παράξενα. Ρέιτσελ ήταν το όνομα του τετράχρονου αγαπημένου κοριτσιού του. Ο Τέντι ακόμα αρνούταν πεισματικά να δεχτεί την πραγματικοτητα, θεωρώντας όλα τα στοιχεία χαλκεύματα που έχουν σκοπό να τον βγάλουν ψυχασθενή. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει και ο Τσακ, που αποκαλύφθηκε ως δρ Σίαν. Ο Τέντι προσπαθεί να τον πυροβολήσει με το όπλο που έκλεψε απ’το φύλακα, αλλ’ήταν άδειο. Έπειτα του αποκαλύπτεται πως έμενε δύο χρόνια στο νησί από το 1952, μετά δηλαδή το φόνο της γυναίκας του, πως ήταν η πιο βίαια περίπτωση τραυματίζοντας 12 άτομα του προσωπικού, πως αυτός ήταν που τραυμάτισε το Νόις επειδή εκείνος τον αποκάλεσε Λάντες, και πως τα αρνητικά συμπτώματα που νιώθει είναι από το σύνδρομο στέρησης μετά την προσωρινή διακοπή των νευροληπτικών, και πως όλα τα τελευταία γεγονότα των τεσσάρων ημερών ήταν τέλεια στημένα ώστε ο ασθενής να εκπληρώσει το ρόλο που πίστευε πως είχε ως μάρσαλ και έτσι να οδηγηθεί τελικά στην πραγματικότητα. Ο Κόουλι πιέζεται, κι ανακοινώνει στον ασθενή πως αν η θεραπεία δεν πετύχει, ο ίδιος κιδυνεύει ν’απολυθεί και ο Τέντι να υποστεί λοβοτομή. Στη συνέχεια παρουσιάζεται στον Τέντι το όπλο του, με το οποίο προσπαθεί να πυροβολήσει τον Κόουλι, όμως είναι νεροπίστολο. Στο τέλος σχεδόν καταρρέι, κι έπειτα οδηγείται από φύλακες στο νοσοκομείο, όπου η νοσοκόμα που παρίστανε τη Ρέιτσελ τον ναρκώνει. Στον ύπνο του βλέπει με κάθε λεπτομέρεια τα πραγματικά γεγονότα, και μόλις ξυπνά απαντά ειλικρινά στις ερωτήσεις των γιατρών, αν και με κάποια δυσκολία. Εκεί οι γιατροί τον προειδοποιιούν να προσπαθήσει να μην ξανακυλίσει, διοτι είχε μια ακόμα αναλαμπή πριν 9 μήνες αλλά ξανακύλησε. Στο τέλος ο Άντριου βγαίνει στο προαύλιο του νοσοκομείο μαζί με τον δρ Σίαν που αρχίζει και πάλι να τον αποκαλεί Τσακ, και στο μυαλό του επανέρχεται η ιδέα της προσπάθειας αποκάλυψης των φρικιαστικών πειραμάτων του Άσκλιφ. Επομένως ο ασθενής δε θεραπεύτηκε, προτιμώντας να ζει στην αυταπάτη του. Δεν κατάφερε να σηκώσει το βάρος της πραγματικότητας. Δε μας γίνεται γνωστο αν ο ασθενής αργότερα υπέστη λοβοτομή ή φαρμακευτική θεραπεία.

Ο Άντριου-Τέντι δούλευε στην πραγματικότητα ως μάρσαλ πριν τον εγκλεισμό του στο ίδρυμα. Σε διάφορα μέρη του βιβλίου του έρχονται μνήμες από τη δουλειά του, από τον πόλεμο, και από την πρώιμη ηλικία του. Ο πατέρας του ήταν ψαράς που κάποτε χάθηκε σε ναυάγιο στη θάλασσα, ενώ η μάνα του πέθανε κι αυτή νωρίς. Τα γεγονότα του πολέμου προφανώς θα τον είχαν τραυματίσει ανεπανόρθωτα.

Κατατάσσω το βιβλίο περισσότερο στα ψυχολογικά παρά στ’αστυνομικά. Πιστεύω πως μέσα απ’αυτήν την ιστορία ο συγγραφέας θέλει να δείξει στον αναγνώστη πόσο πολύπλοκα μπορεί να λειτουργήσει το μυαλό του παρανοΪκού ανθρώπου όταν χρειάζεται να κρύψει ένα τραυματικό γεγονός. Σίγουρα ένα τέτοιο βιβλίο απαιτει κάποιες ψυχολογικές γνώσεις για τη συγγραφή του. Αγωνιώδης πλοκή της οποίας η έκβαση δεν ολοκληρώνεται παρά στο τέλος. Για μένα ωστόσο δεν ήταν και τόσο άγνωστο το τέλος, αφού είχα ήδη προΪδεαστεί απ’τον πατέρα μου για το περιεχόμενο.

Το βιβλίο προσαρμόστηκε σε ταινία με το ίδιο όνομα η οποία πρωτοεμφανίστηκε στους κινηματογράφους το 2010.

Οι εξετάσεις, που τελείωσαν σήμερα πλην ενός μαθήματος που θα γράψουμε την Τρίτη εμπόδιζαν οποιοδήποτε γράψιμο εδώ. Ευτυχώς όμως τώρα έχω λίγες ελεύθερες μέρες, και μετά την Τρίτη, όλο το καλοκαίρι θα είναι σχεδόν άδειο, οπότε οφείλω να φτιάξω τότε ένα πρόγραμμα για να διαχειριστώ όλον εκείνο το χρόνο χωρίς να σπαταλάω τις μέρες σε απραξία. Προς το παρόν η σειρά των δημοσιεύσεων αφορά λίγο ακόμα τα ψυχοενεργά.

Την απώλεια λοιπόν αυτού του βιβλίου την εντόπισα πρόσφατα, όταν τις τελευταίες μέρες έψαχνα στο
Erowid
για παραισθησιογόνα ψυχανθή φυτά και ήθελα να διαβάσω το άρθρο σχετικό για την καλλιέργειά τους που παρέπεμπε σ’αυτό το βιβλίο. Το βιβλίο αυτό κάποτε βρισκόταν στην παραπάνω σελίδα δωρεάν κι ανοιχτό για όλους, τώρα όμως, όπως ανακοινώνει
η σελίδα στη θέση του
, έχει αφαιρεθεί ύστερα από εισήγηση του Ronin Pub, του μόνου κατόχου των πνευματικών δικαιωμάτων του (άραγε πέθανε ο συγγραφέας;). Το βιβλίο ωστόσο προτείνεται από την εν λόγω σελίδα στα προτεινόμενα της βιβλιοθήκης της.

Όμως ο επίμονος άνθρωπος βρίσκει τη δωρεάν λύση στο πρόβλημα. Στο παραισθησιογόνο φόρουμ Shroomery, βρήκα θέμα που έχει αναρτημένο το αρχείο σε pdf
για να το κατεβάσει ο ποιοσδήποτε.
Κανονικά το βιβλίο αυτό πουλιέται σε διάφορα ηλεκτρονικά καταστήματα, όπως το Amazon, στο κατάστημα ψυχοενεργών Azarius, καθώς και στα βιβλία του google. Δηλαδή η πράξη μου θα μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη, αλλά ποιος θα ενδιαφερθεί για το κατέβασμα ενός τόσο λίγο γνωστού και ίσως ανεπιθύμητου βιβλίου για μη εμπορικούς σκοπούς, που επίσης τό’χουν κατεβάσει σίγουρα χιλιάδες άλλοι, και πριν λίγους μήνες ήταν ελεύθερο προς όλους; Πάντως, για όποιον διερωτάται, το περιεχόμενο του βιβλίου είναι απολύτως νόμιμο.

Το «Καλλιεργώντας τα παραισθησιογόνα» «Growing the hallucinogens», με υπότιτλο «πώς να καλλιεργείται και να συγκομίζετε νόμιμα ψυχοενεργά φυτά» «How to cultivate and harvest legal psychoactive plants» γράφηκε από τον Hudson Grubber κι εκδόθηκε από τον Αλχημιστή του 20ου αιώνα (20th Century Alchemist). Και μόνο το όνομα των εκδόσεων παραπέμπει σ’έναν εκδοτικό οίκο που ασχολείται με τέτοια, ας πούμε πιο σκοτεινά, ας πούμε μυστικιστικά, θέματα.

Στο βιβλίο αυτό υπάρχουν συμβουλές γαι την καλλιέργεια, τον πολλαπλασιασμό, και τη συγκομιδή των ψυχοενεργών φυτών. Να σημειωθεί όμως εδώ πως υποτιθέμενος στόχος του βιβλίου είναι η ενημέρωση για καθαρά κηπουρικά θέματα, αν και βαθιά πίστη μου είναι πως στόχος πολλών αναγνωστών αυτού του βιβλίου είναι άλλος. Γιατί άλλωστε, αφού ασχολείται με κηπουρικά θέματα, νά’χει πληροφορίες για την κατάλληλη συγκομιδή και τη σωστή δόση; Πάντως οι πληροφορίες δεν προχωρούν παραπέρα. Δεν αναφέρει για παράδειγμα τι ουσίες περιέχει το κάθε φυτό, που δρουν, τι προκαλούν, αν είναι τοξικές ή όχι, ή ποια θα πρέπει να είναι η ακριβής δόση. Αυτά θα τα βρει ο ενδιαφερόμενος αναζητώντας στο διαδίκτυο αφού έχει εντοπίσει το είδος ή τα είδη που τον ενδιαφέρουν. Εδώ πάλι να σημειώσω ότι δεν είναι όλες οι διαδικτυακές πηγές το ίδιο έγκυρες. Ακόμα και το Erowid ή παρόμοιες μεγάλες σελίδες δεν είναι αλάνθαστες, και έτσι ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει οπωσδήποτε να ψάξει σε πολλαπλές πηγές. Υπάρχουν ακόμη βιβλία που ασχολούνται περισσότερο εις βάθος με τα ψυχοενεργά. Τέλος έχω να πω πως δεν είναι όλα τα περιλαμβανόμενα φυτά του παραισθησιογόνα. Ίσως ο τίτλος αυτός να έγινε επίτηδες για εντυπωσιοθηρία, και πιο ακριβής να είναι ο υπότιτλος. Καλύτερα να λέμε τα φυτά που περιλαμβάνονται ψυχοενεργά ή ψυχοτρόπα, μιας κι εκτός από παραισθησιογόνα υπάρχουν και ηρεμιστικά, χαλαρωτικά, διεγερτικά, ή φυτά με αμφίβολες ιδιότητες. Για παράδειγμα η βαλεριάνα, η
εφέδρα,
ο καπνός ή η αψιθιά σε καμία περίπτωση δεν είναι παραισθησιογόνα, είναι ωστόσο ψυχοενεργά, εκτός απ’το τελευταίο των παραδειγμάτων μου, το οποίο μάλλον περιλήφθηκε διότι είναι συστατικό του αψεντιού, ποτό που λανθασμένα θεωρείται παραισθησιογόνο. Κάποια επίσης φυτά έχουν αμφίβολες ψυχοενεργές ιδιότητες, όπως το ωραιόφυλλο, το οποίο θεωρείται ελαφρώς χαλαρωτικό ή και παραισθησιογόνο, χρησιμοποιούταν από τους ιθαγενείς του Μεξεικού σε ιεροτελεστίες, παρόλα αυτά η ποσότητα που πρέπει να καταναλωθεί είναι μεγάλη και πάλι δε βιώνουν όλοι οι χρήστες κάτι σημαντικό, ούτε έως τώρα έχει απομονωθεί η υπεύθυνη ουσία.

Υπάρχουν, όμως, και τα γνήσια παραισθησιογόνα, φυτά με χημικά μέσα τους που προκαλούν ποιοτικές, όχι ποσοτικές (π.χ. περισσότερη χαλάρωση ή διέγερση, συναισθήματα δηλαδή ήδη γνωστά) όπως τα προηγούμενα αλλαγές στη συνείδηση. Τέτοια φυτά είναι η ιππομοία και η αργυρεία, ο κάκτος του Αγίου Πέτρου (γένους Trichocerus ή Echinopsis), το φασκόμηλο του Μεξικού
(Salvia divinorum)
κ.ά. Μερικά από τα παραισθησιογόνα είναι συγχρόνως κι επικίνδυνα δηλητήρια, που έχουν τις παραισθήσεις και τις επικίνδυνες νοητικές στρεβλώσεις μέρος των συμπτωμάτων τους, όπως η
ντατούρα
ή ο
μανδραγόρας.
Πέρα από τα γνήσια παραισθησιογόνα υπάρχουν και βοηθοί των παραισθησιογόνων, φυτά δηλαδή με ουσίες που διευκολύνουν τη δράση των παραπάνω, όπως το
πήγανο (Peganum harmala),
που με τους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης που περιέχει μπορεί να κάνει τα διμεθυλοτριπταμινούχα φυτά ενεργά και διά στόματος, αλλιώς θα πρέπει να χορηγηθούν είτε με ένεση είτε με ρούφηγμα, επειδή η διμεθυλοτριπταμίνη καταστρέφεται στο στομάχι από το ένζυμο της μονοαμινοεξιδάσης αν φαγωθεί. Τέτοιος συνδυασμός αναστολέων μονοαμινοξειδάσης και διμεθυλοτριπταμίνης λέγεται
αγιαχουάσκα.

Όλα τα φυτά του βιβλίου είναι νόμιμα να καλλιεργηθούν στην Ελλάδα. Τα τρία μόνα παράνομα φυτά της Ελλάδας είναι η κάνναβη, η υπνοφόρος παπαρούνα και η κόκα, τα οποία φυσικά δε συμπεριλαμβάνονται. Δε συμπεριλαμβάνεται επίσης ο κάκτος πεγιότ, είδος παράνομο στης ΗΠΑ εκτός από την εκκλησία των ιθαγενών που τον επιτρέπει στις ιεροτελεστίες και στην Αυστραλία. Από την άλλη περιλαμβάνονται φυτά όπως η Salvia divinorum που είναι παράνομα σε μερικές πολιτείες των ΗΠΑ, σε μερικές ευρωπαϊκές χώρες και στην Αυστραλία. Πρόσεξα ακόμα πως λείπουν σημαντικά ψυχοενεργά όπως οι αναδενανθήρες (Anadenathera sp) της Νότιας Αμερικής και το οπιομιμητικό δέντρο κράτομ της Νοτιοανατολικής Ασίας (Mitragyna speciosa). Και ακόμα λείπουν τα δύο πανταχού παρόντα ψυχοενεργά, το τσάι (Camellia sinensis) και ο καφές (Coffea arabica). Σ’αυτό το σημείο να υπενθυμίσω κάτι πολύ σημαντικό. Δε σημαίνει επειδή η καλλιέργεια όλων των φυτών του βιβλίου είναι νόμιμη ότι και η συγκομιδή ή επεξεργασία τους για κατανάλωση είναι. Εδώ θα χρειαστεί προσοχή, αν και πιστεύω πως δύσκολα θα διωχθεί κάποιος που τα καλλιεργεί και τα χρησιμοποιεί για προσωπική χρήση ή τουλάχιστον για λίγους άλλους, και φυσικά δεν τα πουλάει. Το μόνο παράνομο που ίσως περιέχει είναι η αναφορά στα ψιλοκυβοειδή μανιτάρια, παράνομα στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, για τα οποία όμως απλώς περιορίζεται στην αναφορά, όχι γιατί μπορεί να είναι παράνομα, αλλά γιατί οι μύκητες έχουν εντελώς διαφορετικές καλλιεργητικές ανάγκες από τα αυτότροφα φυτά.

Το βιβλίο είναι οργανωμένο ας πούμε για ευκολία σε τρεις ενότητες. Η πρώτη έχει να κάνει με μεθόδους καλλιέργειας, πολλαπλασιασμού και καταπολέμησης ασθενειών των φυτών, η δεύτερη παραθέτει τα φυτά σε αλφαβητική σειρά, και το τέλος έχει προτεινόμενα μέρη απ’όπου μπορούν να βρεθούν τα είδη και γλωσσάρι. Κατά τα περιεχόμενα:

  • Πολλαπλασιασμός
    Σπόροι
    Βλαστητικός Πολλαπλασιασμός
    Καλλιέργεια
    Φυτοφάρμακα
    Καλλιεργώντας τα παραισθησιογόνα
    Μπελαντόνα (Atropa belladona)
    Αρέκα (Areca catechu)
    Οι σκούπες (διαφ. είδη)
    Καμπέζα του αγγέλου (Calliandra anomala)
    Άκορος (Acorus calamus)
    Καλιφορνική παπαρούν (Eschschalzia californica)
    Γατόχορτο (Nepeta cataria)
    Αργεμόνη, τσικαλότ, αγκαθωτή παπαρούν (Argemone mexicana)
    Ωραιόφυλλο (Coleus sp)
    Ερυθρίνα (Erythrina flabelliformis)
    Νταμιάνα (Turnera diffusa)
    Ντατούρες (Datura sp)
    Ντοράνα ή κορύφανθος (Coryphantha macromeris)
    Μάραθος (Foeniculum vulgare)
    Αργυρεία (Argyreia nervosa)
    ΧαβαΪκή τριανταφυλλιά του δάσους (Merremia tuberosa)
    Βαλεριάνα (Valeriana officinalis)
    Υοσκύαμος (Hyoscyamus niger)
    Λυκίσκος (Humulus lupulus)
    Υδραγγεία ή ορτανσία (Hydrangea paniculata)
    Ιόχρωμος (Iochroma sp)
    Κάβα ή μεθυστικό πιπέρι (Piper methysticum)
    Χατ (Catha edulis)
    Λεοντοουρά (Leonotis leonurus)
    Λομπέλια (Lobelia inflata)
    Βίνκα της Μαδαγασκάρης (Catharanthus rosea)
    Μανδραγόρας (Mandragora officinarum)
    Μαράμπα (Kaempferia galanga)
    Μάτε (Ilex paraguyensis)
    Φασόλια μεσκάλ (Sophora secundiflora)
    Αμερικανική εφέδρα (Ephedra nevadensis)
    Ιππομοία ή χωνάκι (Ippomoea sp)
    Νουτμέγκ (Myristica fragrans)
    Ολολιουκουί (Rivea corymbosa)
    Ρολογιά (Passiflora incarnata)
    Φασκόμηλο των μάντεων (Salvia divinorum)
    Μανιτάρια ψιλοκύβες (διαφ. είδη)
    Ρυγχοσία (Rhynchosia phaseoloides)
    Άγιος Πέτρος (Trichocerus pachanoi)
    Σασσαφράς (Sassafras albidum)
    Σάνσι (Coriaria thymifolia)
    Ακτινίδιο (Actinidia polygama)
    Σινικουίτσι (Heimia sp)
    Πολυανθές δειλινό ή σο-ξι (Mirabilis multiflora)
    Πήγανο (Peganum harmala)
    Καπνός (Nicotiana tabacum)
    Αγριομάρουλο (Lactuca virosa)
    Αψιθιά (Artemisia absinthium)
    Έμποροι
    Γλωσσάρι
  • Τα φυτά βρίσκονται στο βιβλίο κατά αλφαβητική σειρά του κοινού τους αγγλικού ονόματος. Η μετάφραση δεν διατηρεί αυτήν τη σειρά. Επίσης κάποια επιστημονικά ονόματα ενδέχεται ν’άλλαξαν, π.χ. το γένος της ντατούρας έχει διαχωριστεί σε δύο, το ένα είναι οι γνωστές μας ντατούρες και το άλλο οι
    μπρουγκμάνσιες
    (Brugmansia), δεντρώδεις ντατούρες τις Νότιας Αμερικής κοινές ως καλλωπιστικά. Το ωραιόφυλλο έχει μετακινηθεί από το γένος του κολεού (Coleus) στο γένος σωληνοστήμων (Solenostemon), ο Άγιος Πέτρος, η περουβιανή δάδα και συγγενική κάκτοι από το γένος τριχόκερος (Trichocerus) στο εχινόψις (Echinopsis), κ.ά. Ελέγχετε τα συνώνυμα όταν ψάχνετε για οποιοδήποτε φυτό που αναφέρεται σε παλαιότερη έκδοση για να είστε σίγουροι.

    Καλή ανάγνωση λοιπόν του βιβλίου, και προσοχή στην εφαρμογή του πέρα από καλλιεργητικά θέματα.

    Μέχρι τώρα νόμιζα πως ένα από τα σημαντικότερα συγγράμματα της ιστορίας, η «Καταγωγή των Ειδών» του Καρόλου Δαρβίνου δε θα μπορούσε να βρεθεί μεταφρασμένη στα ελληνικά ελεύθερη στο Διαδίκτυο, και κανείς θα μπορούσε να την αποκτήσει μόνο αγοράζοντάς την. Γι’αυτό ki ως τώρα είχα σελίδα παραπομπής για όποιον ήθελε να διαβάσει το βιβλίο
    αυτήν,
    όπου βρίσκεται η τρίτη έκδοση του Βιβλίου στο πρωτότυπο, το οποίο διάβασα. Τώρα το βρήκα όμως και στα ελληνικά, όπου μπορείτε να το κατεβάσετε σε μορφή pdf. Βρίσκεται
    εδώ.
    Είναι σελίδα του περιοδικού «24 γράμματα», ενός πολιτιστικού περιοδικού με πληθώρα ελεύθερων βιβλίων για κατέβασμα, που ακόμα δεν άρχισα να ψάχνω ούτε λίγο. Όσον αφορά το βιβλίο του Δαρβίνου, πλέον δεν έχει πνευματικά δικαιώματα και μπορεί να βρεθεί απολύτως νόμιμα δωρεάν.

    Κατεβάστε το λοιπόν, προωθήστε το, μοιράστε το, θα κάνετε μεγάλο καλό στο διαφωτισμό των ανθρώπων για την εξελικτική σκέψη. Είναι ένα βιβλίο που δε θα πρέπει να λείπει από τη συλλογή κανενός νοητικά εξελιγμένου ανθρώπου.

    Σημειωτέον ότι αύριο 19 Απριλίου είναι η μέρα θανάτου του Δαρβίνου.

    Το βιβλίο δεν τό’χω διαβάσει ακόμα, αλλά έχω βρει μια πολύ καλή περίληψη και κριτική
    εδώ.
    Δε συμμερίζομαι τις γενικότερες απόψεις της σελίδας. Δίνω και το σύνδεσμο της
    αγγλικής wikipedia
    για το βιβλίο αυτό, όπου αναφέρονται σφαιρικά οι κριτικές του, θετικές κι αρνητικές.

    οι επιστήμονες-συγγραφείς του μας παρουσιάζουν τ’αποτελέσματά τους σχετικά με διάφορες συσχετίσεις που βρήκαν όσον αφορά το δείκτη νοημοσύνης με διάφορες μεταβλητές όπως κοινωνική θέση, επιτυχία, βαθμός εκπαίδευσης, κοινωνικά προβλήματα κ.ά. Το επίμαχο σημείο του βιβλίου έγκειται στην παρατήρηση μιας σχετικά σταθερής διαφοροποίησης μεταξύ της νοημοσύνης διάφορων φυλετικών ομάδων.
    Το βιβλίο αυτό δεν είναι το μόνο στο είδος του, έχουν εκδοθεί κι άλλα παρόμοια συγγράμματα, όπως ωστόσο και αντίθετες απόψεις από την άμυνα, όπ-ως π.χ. ότι οι διαφορές στο δείκτη νοημοσύνης που παρατηρούνται οφείλονται στο κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον της εκάστοτε ομάδας, αν και οι επιστήμονες της πρώτης ομάδας προσπαθούν να κάνουν τα τεστ τους όσο το δυνατόν πιο ουδέτερα, και το πρόβλημα αυτό επίσης δε θεωρείται σημαντικό σε ανθρώπους ήδη ενταγμένους στον πολιτισμό των Η.Π.Α., εκεί που έγινε η έρευνα.

    Η περίληψη και η κριτική

    11. Αυγούστου 2005 || 13.26

    «The Bell Curve» των Richard Herrnstein και Charles Murray
    του Νίκου Δούκα

    Εισαγωγή
    Το βιβλίο «The Bell Curve» (Η κωδωνωτή καμπύλη) εκδόθηκε το 1994 από τους Ρίτσαρντ Χερνστάιν και Τσαρλς Μιούρεϊ και εξερευνεί τον ρόλο της νοημοσύνης στην κατανόηση των κοινωνικών προβλημάτων στις ΗΠΑ. Ο τίτλος προέρχεται από την καμπύλη σε σχήμα κώδωνα (καμπάνας) των αποτελεσμάτων νοημοσύνης (IQ), η οποία στην στατιστική λέγεται «κανονική κατανομή» ή «κατανομή Γκάους».

    Το βιβλίο είναι σχετικώς ογκώδες για ένα βιβλίο της δημοτικότητάς του και αποτελείται από 845 σελίδες στην πρώτη έκδοση και 879 στην πρώτη επανέκδοση. Μεγάλο μέρος του υλικού του είναι τεχνικό και ακαδημαϊκό, αλλά οι στατιστικές αναλύσεις του βιβλίου είναι γραμμένες ώστε να απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό. Περιέχει αναλυτικές σημειώσεις, γράφους και πίνακες.

    Τα στοιχεία του βιβλίου προέρχονται από την ανάλυση των δεδομένων που συγκεντρώθηκαν στην Εθνική Γεωγραφική Μελέτη της Νεολαίας (NLSY), μία μελέτη χιλιάδων Αμερικανών που άρχισε την δεκαετία του 1980, στην οποία όλοι οι συμμετέχοντες έδωσαν την Εξέταση Ικανοτήτων των Ενόπλων Δυνάμεων (AFQT), μία μέτρηση της νοημοσύνης αντίστοιχη με τις εξετάσεις IQ.

    Το βιβλίο χωρίζεται σε 4 ενότητες. Η πρώτη ενότητα δείχνει ότι ο κοινωνικός διαχωρισμός με κριτήριο την νοημοσύνη αυξάνεται ραγδαία από την αρχή του 20ου αιώνα. Η δεύτερη ενότητα παρουσιάζει για πρώτη φορά έρευνες που δείχνουν ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της νοημοσύνης και διάφορων τύπων κοινωνικών προβλημάτων. Η τρίτη, και πλέον επίμαχη, ενότητα εξετάζει την σημασία της νοημοσύνης στην διαμόρφωση κοινωνικών και οικονομικών διαφορών μεταξύ των φυλετικών ομάδων στις ΗΠΑ. Η τέταρτη ενότητα ασχολείται με τις επιπτώσεις των ευρημάτων του βιβλίου στην κοινωνική πολιτική στις ΗΠΑ.

    1η ενότητα: Η ανάδειξη μίας νοητικής ελίτ
    Οι συγγραφείς παρατηρούν ότι η συσχέτιση των εκπαιδευτικών ευκαιριών με την νοημοσύνη (όπως εξάγεται από τον δείκτη IQ) δεν υπήρχε στις ΗΠΑ μέχρι την δεκαετία του 1950.

    Μέχρι εκείνη την εποχή μόνο το 55% των αποφοίτων λυκείου στο ανώτερο 25% του δείκτη νοημοσύνης συνέχιζε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο. Από το 1950 στο 1960, το ποσοστό ανήρθε στο 72% και το 1980 άνω το 80% των αποφοίτων λυκείου στην ίδια πληθυσμιακή ομάδα σπούδαζε στο πανεπιστήμιο.

    Επιπλέον ο διαχωρισμός με βάση την νοημοσύνη συνεχίζεται καθώς οι φοιτητές προχωρούν στο πανεπιστήμιο. Το 1980 περισσότερο από το 20% του πληθυσμού στο χαμηλότερο 20% του δείκτη νοημοσύνης ξεκίνησε σπουδές στο πανεπιστήμιο. Όμως λιγότερο από 2% στην ίδια πληθυσμιακή ομάδα ολοκλήρωσε επιτυχώς τις σπουδές του.

    Διαχωρισμός υπάρχει και ανάμεσα στα πανεπιστήμια, με τα καλύτερα πανεπιστήμια να επιλέγουν όλο και περισσότερους από τους νοητικώς ανώτερους φοιτητές. Το 1928 τα καλύτερα πανεπιστήμια στις ΗΠΑ, τα λεγόμενα Ivy League (Σύνδεσμος του Κισσού) και Seven Sisters (Επτά Αδερφές), συγκέντρωναν φοιτητές που κατά μ.ο. ήταν στο 88% του εθνικού δείκτη νοημοσύνης. Το 1964 οι φοιτητές τους ήταν ήδη στο 99% του εθνικού δείκτη νοημοσύνης.

    Διαχωρισμός νοημοσύνης υπάρχει όλο και περισσότερο και στα επαγγέλματα. Το 1900 τα επαγγέλματα υψηλού δείκτη νοημοσύνης (λογιστές, αρχιτέκτονες, χημικοί, επιστήμονες πληροφορικής, ιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι, μαθηματικοί, κοινωνιολόγοι) απασχολούσαν το 5% του πληθυσμού από το ανώτερο 10% του δείκτη νοημοσύνης. Το 1990 απασχολούσαν το 25% από την ίδια ομάδα. Το 1900 το 60% των διευθύνοντων συμβούλων (CEO) ήταν χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο. Το 1976 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν λιγότερο από 5%.

    Αλλά και η επιτυχία στον επαγγελματικό χώρο εξαρτάται κυρίως από την νοημοσύνη. Η συσχέτιση (correlation) της επαγγελματικής απόδοσης με διάφορα κριτήρια είναι 0,53 με τον δείκτη νοημοσύνης, 0,37 με το βιογραφικό, 0,26 με τις συστάσεις, 0,22 με τις σπουδές, 0,14 με τις συνεντεύξεις, 0,11 με τους βαθμούς πτυχίου κ.ο.κ.

    Σε μεγάλο βαθμό οι τρέχουσες κοινωνικές ανισότητες, ισχυρίζονται οι συγγραφείς, αντικατοπτρίζουν την επιτυχία μίας αριστοκρατίας με κριτήριο την νοημοσύνη. Η ιδέα της αριστοκρατίας δεν είναι από μόνη της κάτι το προσβλητικό. Αν ωστόσο η κληρονομικότητα της νοημοσύνης είναι υψηλή και υπάρχει μία ισχυρή τάση των όμοιων σε νοημοσύνη να παντρεύονται μεταξύ τους, τότε η ανακατανομή της νοημοσύνης από γενιά σε γενιά θα είναι λιγότερη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αριστοκρατία αρχίζει και γίνεται κληρονομική, ένα φαινόμενο που ενισχύεται έντονα καθώς η νοητική ελίτ απομονώνεται από την υπόλοιπη κοινωνία ζώντας σε ξεχωριστές γειτονιές, στέλνοντας τα παιδιά της σε ιδιωτικά σχολεία και αναπτύσσοντας κοινωνικούς θεσμούς που διασφαλίζουν τα δικά της συμφέροντα.

    2η ενότητα: Κοινωνική συμπεριφορά
    Τα στοιχεία σε αυτή την ενότητα είναι πιο περίπλοκα και τα συμπεράσματα λιγότερο ξεκάθαρα. Σε σχέση με τα κοινωνικά προβλήματα που εξετάζονται (π.χ. φτώχεια, έλλειψη μόρφωσης, ανεργία, αεργία, διαζύγιο, εξώγαμα παιδιά, εξάρτηση από επιδόματα πρόνοιας, εγκληματικότητα), ο δείκτης νοημοσύνης εξηγεί από μόνος του λιγότερο από το 20% και πολλές φορές λιγότερο από το 5% των διαφορών. Ωστόσο ο υψηλός δείκτης νοημοσύνης είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες προστασίας από τα κοινωνικά προβλήματα, όπως φαίνεται από τα στοιχεία που παραθέτουν οι συγγραφείς.

    Για παράδειγμα, υπάρχει μεγαλύτερη συσχέτιση της πιθανότητας φτώχειας με την νοημοσύνη απʼ ότι με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των γονέων. Η πιθανότητα να είναι κάποιος κάτω από το όριο της φτώχειας είναι 2% για τον πληθυσμό στο ανώτερο 10% του δείκτη νοημοσύνης, 6% για το μέσο όρο του δείκτη νοημοσύνης και 26% για τον πληθυσμό στο κατώτερο 10% του δείκτη νοημοσύνης. Σε σχέση με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των γονέων οι αντίστοιχες πιθανότητες ήταν 4%, 6% και 11%.

    Αντιθέτως υπάρχει μεγαλύτερη συσχέτιση της πιθανότητας φτώχειας με την οικογενειακή κατάσταση των γονέων απʼ ότι με την νοημοσύνη. Οι χωρισμένες, διαζευγμένες ή ανύπαντρες μητέρες με χαμηλό δείκτη νοημοσύνης έχουν 70% πιθανότητα να έχουν παιδιά κάτω από το όριο της φτώχειας. Για την ίδια ομάδα μητέρων με υψηλό δείκτη νοημοσύνης, η αντίστοιχη πιθανότητα είναι 10%. Όμως για τις παντρεμένες μητέρες οι αντίστοιχες πιθανότητες είναι 20% και 0% περίπου.

    Ως προς την μόρφωση, η συσχέτιση είναι πάλι μεγαλύτερη με την νοημοσύνη απʼ ότι με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των γονέων. Η πιθανότητα αποφοίτησης από το πανεπιστήμιο είναι 40% για τον πληθυσμό στο ανώτερο 2% της κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης, αλλά 75% για τον πληθυσμό στο ανώτερο 2% του δείκτη νοημοσύνης. Αντιστοίχως η πιθανότητα μη-αποφοίτησης από το λύκειο είναι περίπου 0% για τον πληθυσμό στο ανώτερο 20% του δείκτη νοημοσύνης, 6% για τον μέσο όρο του δείκτη νοημοσύνης και 55% για τον πληθυσμό στο κατώτερο 20% του δείκτη νοημοσύνης.

    Παρόμοια συμπεράσματα, με αναρίθμητους ελέγχους και υποπεριπτώσεις, εξάγονται και για την υπόλοιπη κοινωνική συμπεριφορά.

    3η ενότητα: Το εθνικό περιβάλλον
    Αυτή η ενότητα θεωρείται η πλέον επίμαχη και προκάλεσε την οργή των οπαδών του πολυ-φυλετισμού. Ωστόσο τα δεδομένα δεν είναι νέα και υποστηρίζονται από τους περισσότερους επιστήμονες ψυχολόγους και ανθρωπολόγους.

    Οι κίτρινοι Ασιάτες (είτε ζουν στην Ασία, είτε στις ΗΠΑ) έχουν ανώτερες επιδόσεις κατά 5 μονάδες κατά μέσο όρο στον δείκτη νοημοσύνης από τους λευκούς Αμερικανούς. Αντιθέτως, εδώ και πολλές δεκαετίες, οι μαύροι Αμερικανοί υστερούν 15 μονάδες κατά μέσο όρο στον δείκτη νοημοσύνης από τους λευκούς Αμερικανούς. Οι διαφορές δεν οφείλονται στον σχεδιασμό των τεστ νοημοσύνης. Αντιθέτως είναι μεγαλύτερες στις ερωτήσεις που έχουν λιγότερη σχέση με το πολιτιστικό περιβάλλον των εξεταζόμενων. Αν ληφθεί υπόψιν η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση, η διαφορά μεταξύ λευκών και μαύρων μειώνεται κατά 37% (από 1,21 σε 0,76 κανονική απόκλιση), αλλά σαφώς δεν εξαφανίζεται, και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως και η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση μπορεί να αποτελεί αιτία, αλλά είναι και αποτέλεσμα της διαφοράς στην νοημοσύνη. Η διαφορά στην νοημοσύνη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι αποκλειστικά, σε γενετικά αίτια. Εκτιμήσεις από ψυχομετρικούς μελετητές για την κληρονομικότητα του δείκτη νοημοσύνης κυμαίνονται από 40% μέχρι 80%.

    Αν ληφθεί υπόψιν η διαφορά στην νοημοσύνη, οι διαφορές των φυλετικών ομάδων σε κοινωνική συμπεριφορά μειώνονται δραστικά:

    ■Αν δεν ληφθεί υπόψιν ο δείκτης νοημοσύνης, οι πιθανότητες λευκών, μαύρων και ισπανόφωνων να αποφοιτήσουν από το πανεπιστήμιο είναι 27%, 11% και 10% αντίστοιχα. Αν όμως εξετάσουμε μόνο άτομα με μέσο δείκτη νοημοσύνης ίσο με τον μέσο δείκτη νοημοσύνης των αποφοίτων πανεπιστημίου (114), οι πιθανότητες είναι 50%, 68% και 49% αντίστοιχα.
    ■Αν δεν ληφθεί υπόψιν ο δείκτης νοημοσύνης, το μέσο εισόδημα λευκών, μαύρων και ισπανόφωνων είναι $27.372, $20.994 και $23.409 αντίστοιχα. Αν όμως εξετάσουμε μόνο άτομα με μέσο δείκτη νοημοσύνης (100), το μέσο εισόδημα είναι $25.546, $25.001 και $25.159 αντίστοιχα.
    ■Αν δεν ληφθεί υπόψιν ο δείκτης νοημοσύνης, οι πιθανότητες λευκών, μαύρων και ισπανόφωνων να είναι κάτω από το όριο της φτώχειας είναι 7%, 26% και 18% αντίστοιχα. Αν όμως εξετάσουμε μόνο άτομα με μέσο δείκτη νοημοσύνης (100), οι πιθανότητες είναι 6%, 11% και 9% αντίστοιχα.
    ■Αν δεν ληφθεί υπόψιν ο δείκτης νοημοσύνης, οι πιθανότητες λευκών, μαύρων και ισπανόφωνων να βρεθούν κάποια στιγμή στην φυλακή είναι 2%, 13% και 6% αντίστοιχα. Αν όμως εξετάσουμε μόνο άτομα με μέσο δείκτη νοημοσύνης (100), οι πιθανότητες είναι 2%, 5% και 3% αντίστοιχα.
    Στην συνέχεια οι συγγραφείς εξετάζουν τις δημογραφικές αλλαγές που παρατηρούνται στον εθνικό δείκτη νοημοσύνης. Οι γυναίκες απόφοιτοι πανεπιστημίου, οι οποίες είναι πλέον σχεδόν όλες υψηλής νοημοσύνης (βλ. 1η ενότητα), γεννούν κατά μέσο όρο 1,56 παιδιά, ενώ οι γυναίκες χωρίς πτυχίο λυκείου γεννούν κατά μέσο όρο 2,5 παιδιά. Επιπλέον η μέση ηλικία στην πρώτη γέννα είναι 27,2 ετών για τις γυναίκες υψηλής νοημοσύνης και 19,8 ετών για τις γυναίκες χαμηλής νοημοσύνης. Συνεπώς μέσα σε 60 χρόνια υπάρχουν 2 γενιές για την πρώτη κατηγορία και 3 γενιές για την δεύτερη. Οι συνέπειες για τον εθνικό δείκτη νοημοσύνης είναι αρνητικές.

    Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και στο μέτωπο της μετανάστευσης. Σύμφωνα με στοιχεία της δεκαετίας του 1980, η εθνική καταγωγή των νέων μεταναστών στις ΗΠΑ είναι: ισπανόφωνοι 41%, κίτρινοι Ασιάτες 21%, λευκοί 11%, μαύροι 9%, Φιλιππινέζοι και Ινδονήσιοι 7%, άλλοι 11%. Ο δείκτης νοημοσύνης των εθνικών ομάδων είναι κατά μέσο όρο: ισπανόφωνοι 90, κίτρινοι Ασιάτες 105, λευκοί 100, μαύροι 85, Φιλιππινέζοι και Ινδονήσιοι 90. Κατά συνέπεια το 57% (ισπανόφωνοι, μαύροι, Φιλιππινέζοι και Ινδονήσιοι) των νέων μεταναστών έχουν δείκτη νοημοσύνης πολύ κάτω από τον μέσο όρο (100) και ασκούν αρνητική πίεση στον εθνικό δείκτη νοημοσύνης.

    4η ενότητα: Προτάσεις κοινωνικής πολιτικής
    Το βιβλίο κλείνει με μία εξέταση των επιπτώσεων των ευρημάτων στην κοινωνική πολιτική. Οι Χερνστάιν και Μιούρεϊ καθιστούν ξεκάθαρο πως μία κοινωνία αξιοκρατίας δεν πρέπει να είναι μία ζούγκλα και πως μία υπεύθυνη κοινωνία πρέπει να έχει μία θέση για όλους. Όμως αυτό δεν σημαίνει να αρνούμαστε την επιστημονική πραγματικότητα. Οι συγγραφείς προχωρούν σε μία σειρά από παρατηρήσεις για την κοινωνική πολιτική.

    Τα προγράμματα ενισχυτικής διδασκαλίας για τα μειονεκτούντα νοητικώς παιδιά δεν έχουν μακροπροθέσμως σημαντικές επιπτώσεις στην νοημοσύνη. Με την ολοκλήρωση του προγράμματος υπάρχει αύξηση 8 μονάδων κατά μέσο όρο του δείκτη νοημοσύνης, όμως σε 3 χρόνια η αύξηση περιορίζεται σε μόλις 3 μονάδες κατά μέσο όρο. Δυστυχώς δεν υπάρχουν αντίστοιχα προγράμματα για τα πλεονεκτούντα νοητικώς παιδιά: το 92,2% του προϋπολογισμού ενισχυτικής διδασκαλίας αφορά την πρώτη κατηγορία, ενώ μόλις το 0,1% την δεύτερη. Σε συνδυασμό με την ισοπέδωση του εκπαιδευτικού επιπέδου, αυτό έχει οδηγήσει σε μία κατακόρυφη πτώση στις επιδόσεις των μαθητών στις εξετάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια (SAT): 34 με 44 μονάδες στον θεωρητικό κλάδο και 15 με 25 στον θετικό κλάδο με άριστα τις 800 μονάδες.

    Η εφαρμογή ποσοστώσεων (affirmative action) στα πανεπιστήμια για τις λιγότερο αντιπροσωπευόμενες φυλετικές ομάδες έχει εισάγει την πολιτική στον χώρο της Παιδείας. Τα αποτελέσματα στις εξετάσεις SAT δείχνουν πως, σε σχέση με τους λευκούς Αμερικανούς, οι μαύροι Αμερικανοί υστερούν κατά 200 μονάδες, οι ισπανόφωνοι κατά 130 μονάδες, ενώ οι Ασιάτες υπερτερούν κατά 30 μονάδες. Η εφαρμογή των ποσοστών οδηγεί στην επιτυχία λιγότερο ικανών στις εξετάσεις λόγω της φυλετικής τους καταγωγής. Αυτό δημιουργεί νέες φυλετικές εντάσεις, καθώς οι λευκοί και ακόμα περισσότερο οι Ασιάτες είναι θύματα ενός «αντίστροφου ρατσισμού». Παράλληλα τα αρνητικά στερεότυπα για τις λιγότερο αντιπροσωπευόμενες φυλετικές ομάδες ανανεώνονται στον χώρο του πανεπιστημίου: το 52% των φοιτητών με τον χαμηλότερο 10% του δείκτη νοημοσύνης είναι μαύροι, ενώ το ποσοστό τους ως φοιτητών είναι μόλις 12%.

    Η εφαρμογή ποσοστώσεων στον χώρο εργασίας έχει αποδειχθεί εξίσου αναποτελεσματική: το 40% της αστυνομικής δύναμης στην Ουάσιγκτον απέτυχε το 1988 σε ένα στοιχειώδες τεστ γραμματικών γνώσεων. Στο Μαϊάμι το 1985 εξαρθρώθηκε ένα κύκλωμα διεφθαρμένων αστυνομικών που συνεργάζονταν με εμπόρους κοκαΐνης: το 90% των αποπεμφθέντων αστυνομικών είχαν διοριστεί με την εφαρμογή ποσοστώσεων.

    Επίλογος
    Η έκδοση του βιβλίου «The Bell Curve» τον Οκτώβριο του 1994 έγινε αρχικώς δεκτή με ευνοϊκά σχόλια από ακαδημαϊκούς και δημοσιογράφους, ενώ θετική ήταν και η παρουσίαση στους New York Times. Μετά ακολούθησε η «χιονοστιβάδα»: οι περισσότερες αντιδράσεις ήταν βιτριολικά εχθρικές και υβριστικές. Ο ερευνητής Μάικλ Λεντίν παρατήρησε εύστοχα ότι ποτέ ένα τόσο μετριοπαθές βιβλίο δεν είχε προκαλέσει τόσο ακραίες αντιδράσεις. Ωστόσο όταν «η μπόρα υποχώρησε», κανένα από τα σημαντικότερα ευρήματα του βιβλίου δεν είχε ανατραπεί. Αυτό, όπως λέει σήμερα ο Μιούρεϊ, δεν οφείλεται τόσο στην εξυπνάδα του ιδίου και του Χερνστάιν, αλλά στην προσεκτική, τεκμηριωμένη και μετριοπαθή διατύπωση των συμπερασμάτων τους.

    Το βιβλίο «The Bell Curve» είναι ένα πολύ καλό και υπερβολικά τεκμηριωμένο βιβλίο. Εγείρει πολλές ενδιαφέρουσες ερωτήσεις σε σχέση με την οργάνωση της κοινωνίας μας και γιʼ αυτό αξίζει την προσοχή κάθε ενημερωμένου και σκεπτόμενου ανθρώπου. Είναι καιρός να μεταφραστεί και στα ελληνικά, ώστε οι Έλληνες αναγνώστες να μελετήσουν στην γλώσσα τους τα άκρως ενδιαφέροντα ευρήματά του.

    Από τις ρατσιστικές υπερβολές των Δυτικοευρωπαίων του 19ου αι. φτάσαμε μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο στο σημείο να θεωρούμε όλες τις ομάδες του ανθρώπινου είδους ίσες. Δε θα πρέπει να συνεχίζουμε ν’αυταπατώμαστε. Υπάρχουν κάποιες διαφορές, που πρόσφατα αρχίζουν να μελετώνται επιστημονικά, τις οποίες ωστόσο δε μας τις φανερώνουν εύκολα για να μην προκληθούν κοινωνικές διαταραχές απ’τα αποτελέσματά τους. Μερικές φορές φτάνω γκι εγώ στο σημείο ν’αναρωτιεέμαι για παράδειγμα ν οι Έλληνες και οι Νοτιοευρωπαίοι έχουν κάποια διαφορά σε σχέση με τους πιο ανεπτυγμένους της ηπείρου κι γι’αυτό ταλαιπωρούνται από μεγάλα κοινωνικά, οικονομικά και κρατικά προβλήματα.

    Παρόλο που η μέτρηση της νοημοσύνης είναι προσεγγυστική, μας δίνει πάλι αρκετά επαρκή αποτελέσματα. Πιστεύω πως θα πρέπει να γίνουν συστηματικότερες τέτοιες μελέτες στο μέλλον και σε ευρύτερα μέρητ ου πληθυσμού καθώς και προσπάθειες εύρεσης των υπεύθυνων κληρονομικών στοιχείων. Εάν αυτά βρεθούν κι αποδειχθεί σίγουρα ότι συμβάλλουν στην υψηλή νοημοσύνη, τότε ίσως ανοίξη μκια πύλη προς την περαιτέρω εξέλιξη του είδους μας. Φυσικά η τελευταία μου αυτή σκέψη δεν πιστεύω ότι θα εφαρμοστεί ποτέ για κάποιον τόσο αγαθό σκοπό, πιθανότερο είναι, αν εφαρμοστεί ποτέ γενετική μηχανική για βελτίωση της νοημοσύνης, να τη χρησιμοποιήσουν για τη δημιουργία μιας ανώτερης φυσικά και νοητικά άρχουσας τάξης, όπως υποστηρίζουν πολλά δυστοπικά σενάρια, παρά για το καλύτερο του είδους μας.