Category: αρχαία Ελλάδα


Παρόλο που τα πράγματα είναι σχεδον ξεκάθαρα, μερικοί ακραίοι εξακολουθούν να κάνουν μια συζήτηση που δε φτάνει ουσιαστικά σε κάποιο συμπέρασμα, αλλά ενισχύει ακόμα περισσότερο τις απόψεις των δύο άκρων. Από τη μία λοιπόν έχουμε αυτούς που καταδικάζουν το χριστιανισμό και μόνον αυτόν για όλες τις σεξουαλικές καταπιέσης της σύγχρονης κοινωνίας, αντιτείνοντας πως οι Αρχαίοι δήθεν είχαν πλήρη ελευθερία στη σεξουαλική τους ζωή, πράγμα εντελώς λανθασμένο, μιας κι εκεί
υπήρχε αρκετή καταπίεση,
από την άλλη έχουμε ορισμένους, πιθανόν ακραίους εθνικιστές και σκληροπυρηνικούς αντιομοφυλόφιλους που υποστηρίζουν ότι ουδέποτε υπήρξε ομοφυλοφιλία ή παιδεραστία στην αρχαιότητα, αυτά είναι βεβιασμένα συμπεράσματα από λανθασμένη ερμηνεία των κειμένων ορισμένων ξένων και φαύλων που θέλουν να δυσφημίσουν την ιστορία μας, θέλοντας κάπως να δείξουν πως οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήταν ηθικά τέλειοι, τουλάχιστον σύμφωνα με την ηθική όπως νοείται απ’αυτούς. Δεν είναι όμως σωστό να αξιολογούμε μια κοινωνία με τα σημερινά μας ηθικά μέτρα και σταθμά, γιατί τότε θα καταλήξουμε σε λανθασμένα συμπεράσματα.

Η αλήθεια είναι ότι η παιδεραστία όχι μόνο υπήρχε, αλλ’ήταν διαδεδομένη σ’όλη σχεδόν την Ελλάδα. Η
παιδεραστία
δε θα πρέπει να συγχέεται με τις σημερινές έννοιες της παιδοφιλίας και της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Στην πραγματικότητα ο βιασμός ή η κακοποίηση κάποιου νέου ήταν κάτι το κατακριτέο στη θεωρία τουλάχιστον, γιατί σχεδον καμία αναφορά δεν έχουμε για τέτοιο γεγονός στην πράξη, υποδηλώνοντας πως ήταν σπανιότατο. Η παιδεραστία ήταν στενή πνευματική κυρίως σχέση μεταξύ δασκάλου (εραστή, φιλήτορα ή εισπνήλα (εμπνευστή στην Κρήτη)) και εφήβου μαθητή (ερωμένου ή εραμένου σ’άλλες περιοχές), συνήθως από τα 12 έως τα 17, όπου ο μαθητής θαύμαζε τις ικανότητες και την αρετή του δασκάλου του και πολλές φορές η σχέση κατέληγε και σε σαρκική ένωση. Μετά την ενηλικίωση, συνήθως έπαυε η σαρκική σχέση αλλ’η φιλία παρέμενε ισχυρή. Η ανοχή της σαρκικής παιδεραστίας ποίκιλε ανά περιοχή, από γενική αποδοχή της στην Κρήτη, την Κόρινθο και τον υπόλοιπο δωρικό κόσμο εκτός της σκληροπυρηνικής Σπάρτης, η οποία δεχόταν μόνο το πνευματικό μέρος, έως ενδιάμεση αποδοχή στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι συγγραφείς, απ’τους οποίους άλλωστε έχουμε τα περισσότερα διασωσμένα αρχαιοελληνικά κείμενα, αναγνώριζαν την ύπαρξη της παιδεραστίας, αν και συχνά τόνιζαν τη μεγαλύτερη αξία του πνευματικού της μέρους. Το σαρκικό κομμάτι ήταν πιο συγκεκαλυμμένο με λιγότερες αναφορές, ενώ πολλοί πνευματικοί άνθρωποι το περιφρονούσαν όχι ως πράξη καθ’εαυτή, αλλά ως λογική, ότι δηλαδή η παιδεραστία έχει σκοπό την διαπαιδαγώγηση του νέου παρά την ικανοποίηση του δασκάλου. Ανάμεσα σ’αυτούς ήταν ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης κι ο Σωκράτης. Ο ρήτορας Αισχύνης επίσης στο λόγο του “Κατά Τιμάρχου” όπου ένας πολίτης κατηγορείται για πορνεία στη νεαρή του ηλικία, καταδικάζει την παιδεραστία ως κάτι το ατιμωτικό για το νέο. Ωστόσο έχουμε και συγγραφείς που εκθειάζουν τα σώματα των γυμνών νεανιών, όπως ο γνωστός ποιητής Πίνδαρος και ο Αθηναίο νομοθέτης Σόλων, ο οποίος πάραυτα θέσπισε αυστηρούς νόμους για τέτοιου είδους σχέσεις. Μήπως αυτό αντανακλά εσωτερικές συγκρούσεις του; Τέλος δε μπορούμε ν’αγνοήσουμε τις απεικονίσεις των αττικών αγγείων με παιδεραστικές σκηνές, είτε αποπλάνησης είτε σεξουαλικής πράξης.

Υπήρχε ωστόσο και η σκοτεινή πλευρά. Εκτός από τις γυναίκες πόρνες, υπήρχαν και άντρες πόρνοι, άτομα κατώτερων κοινωνικών τάξεων, ξένοι, δούλοι, ή κι ευνούχοι, οι οποίοι πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους με αντάλλαγμα χρηματικό ποσό. Αυτοί περιφρονούνταν από τους καθώς πρέπει πολίτες, και μολονότι η πράξη μ’αυτούς αποδοκιμαζόταν αντίθετα με τη συναλλαγή με κανονικές πόρνες, ήταν κάτι το ανεκτό. Υπήρχαν ακόμα ενήλικες που αποπλανούσαν νέους απ’τα γυμναστήρια και τις παλέστρες για να ικανοποιηθούν σεξουαλικά. Αυτοί χαρακτηρίζονταν παιδομανείς, παρά παιδεραστές. Κατά την ελληνιστίκή εποχή το φαινόμενο της παιδεραστίας είχε μειωθεί, ενώ κατά τη ρωμαϊκή, οι πλούσιοι ισχυρή άντρες μπορούσαν να εξαναγκάζουν σεξουαλικά άλλους κατώτερους ή δούλους, ενώ ο παιδευτικός σκοπός της παιδεραστίας άρχισε να εκφυλίζεται. Ακόμα όμως κι ως παιδευτική σχέση, η παιδεραστία αντανακλά σ’εμάς ολοφάνερα το τότε ανδροκρατούμενο σύστημα, με την απόλυτη κοινωνική κυριαρχία των ενήλικων αντρών-πολιτών πάνω στους εφήβους, στις γυναίκες, στους μη πολίτες και στους δούλους.

Παιδεραστία
υπήρξε και σ’άλλους πολιτισμούς,
όπως στο Μινωικό, σ’αυτούς της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, στους Κελτικούς, στον Αιγυπτιακό, στον αρχαίο ιαπωνικό, καθώς και σε φυλές της Νέας Γουινέας για παρόμοιους σκοπούς. Ο ιουδαϊσμός, ο χριστιανισμός και το ισλάμαπαγόρευσαν την πρακτική αυτήν, με αρκετά αυστηρούς νόμους κάποτε. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Θεοδόσιος για παράδειγμα προέβλεπε κάψιμο στην πυρά για τους παραπτωματίες, ενώ οι Βησιγότθοι της Ισπανίας, αφού εκπολιτίστηκαν και εκχριστιανίστηκαν, προέβλεπαν ευνουχισμό και στους δύο, μεταφορά στην επισκοπή κι έπειτα φυλάκιση. Βλέπετε στα παραπάνω το πνεύμα της συγχώρεσης του χριστιανισμού, ή απλώς εγώ δεν το βρίσκω; Σήμερα η παιδεραστία αναγνωρίζεται όπως θά’πρεπε, μια συγκεκαλυμμένη σχέση δηλαδή κυριαρχίας, γι’αυτό πιστεύω πως αντιμετωπίζεται αρνητικά. Ίσως υπάρχουν εξαιρέσεις όσον αφορά την κυριαρχία, αλλά γενικά τέτοιου τύπου ειναι μια σχέση μ’ένα μεγάλο άντρα να γαμεί ένα αγοράκι όποτε θέλει κι αυτό να συμφωνεί θεωρώντας το τιμητικό.

Οι ακραίοι εθνικιστές-αρχαιολάτρες-αντιομοφυλόφιλοι λοιπόν θέλουν να μας δείξουν όχι μόνο ότι δεν υπήρχε παιδεραστία στην Αρχαία Ελλάδα κι απλώς κάποιοι κακοήθεις δεν ερμηνεύουν σωστά τα κείμενα, αλλ’επίσης ότι η ίδια η λέξη δεν έχει καμία σχέση με τον έρωτα, αλλά με τη διαπαιδαγώγηση. Υποστηρίζουν λοιπόν ότι η λέξη “παιδεραστία” προέρχεται από το “παις” και το ρήμα “εράω-ώ”, απαρέμφατο “εράν”, που δε σημαίνει ερωτεύομαι, αλλά καθοδηγώ! Εξού λένε και το “ερωτώ” η “ερώτηση”, κλπ. Αυτό, αν και μου φάνηκε τόσο εξόφθαλμα παράλογο, δε μπόρεσα να το αγνοήσω και γι’αυτό έψαξα σε διαδικτυακά λεξικά για τις ρίζες και του “εράω” και του “ερωτώ”, μήπως και υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να σχετίζονται τελικά μεταξύ τους, άρα η άποψη των ακραίων να δικαιολογείται κάπως. Έψαξα λοιπόν και σε ελληνικά και σε αγγλικά λεξικά, επειδή τα τελευταία αναφέρουν περισσότερο την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ετυμολογία. Αυτά που βρήκα όμως επιβεβαίωσαν την αρχική μου διαίσθηση, ότι οι δύο αυτές λέξεις δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.

Το ρήμα
“εράω-ώ”
είναι αρχαίο ελληνικό ρήμα που σημαίνει επιθυμώ σφόδρα, ερωτεύομαι. Στην ιωνική διάλεκτο συναντάται ως “ερέω” (οι Ίωνες έβαζαν ε αντί του α συχνά). Η
προέλευσή του είναι άγνωστη.
Από το ρήμα αυτό λοιπόν παράγονται οι λέξεις “έρως”, “εραστής”, “ερώμενος”, “ερωτικός”, “εραστός”, κατάληλλος για να γίνει αντικείμενο έρωτα δηλαδή, “εράσμιος”, η μούσα Ερατώ κλπ, ενώ η παθητική του μορφή είναι “έραμαι” ή “ερώμαι”. Ουδεμία σχέση έχει με την ερώτηση ή την καθοδήγηση. Εάν είχε, θα περιμέναμε στα αρχαιότερα κείμενα τουλάχιστον, όπου το ρήμα θα ήταν πιο κοντά στην αρχική του σημασία, να σήμαινε αυτό το πράγμα. Όμως ούτε στον Όμηρο ούτε πουθενά αλλού βρίσκουμε τέτοια σημασία. Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή για παράδειγμα, η οποία είναι γραμμένοι σε πιο αρχαΐζουσα και λογοτεχνική γλώσσα από την καθομιλουμένη αττική διάλεκτο, όταν η Ισμήνη προσπαθεί να μεταπείσει την Αντιγόνη για την πράξη που σχεδίαζε και θά’φερνε τη θανατική καταδίκη της, της λέει “τ’αμήχανα εράς”, ότι δηλαδή “αγαπάς τ’αδύνατα”, όχι “καθοδηγείς τ’αδύνατα”. Για το “ερωτώ” δυσκολεύτηκα περισσότερο σε ελληνικά λεξικά, κι έτσι έψαξα και στ’αγγλικά.
Το “ερωτώ” λοιπόν, η “ερώτηση”, ο “ρήτωρ”, το “ρητό” και τα λοιπά προέρχονται από το ρήμα
“είρω”,
που αρχικά χρησιμοποιούταν και στον ενεστώτα αντί του “λέγω”, αργότερα όμως έτεινε να χρησιμοποιείται μόνο ο μέλλοντας, ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος ως χρόνοι του “λέγω”. Το ρήμα λοιπόν αυτό προέρχεταιαπό την πρωτοϊνδοευρωπαΪκή ρίζα *FΕΡ- (*WER-), που σημαίνει λέω, εξού και το λατινικό “verbum” = ρήμα, λόγος, το αγγλικό δάνειο “verb) = ρήμα, και το αγγλικό “word” = λέξη. Το πρωτοΪνδοευρωπαΪκό w συνέχιζε να προφέρεται στην ελληνική γλώσσα, όπου γραμματικά συμβολιζόταν ως
δίγαμμα
(F), ένα γράμμα μεταξύ του ε και του ζ το οποίο χρησιμοποιήθηκε απ’τους λατίνους για την παράσταση του δικού τους φ. Η προφορά του ανάμεσα σε φωνίεντα σταμάτησε νωρίς, ενώ η προφορά του στην αρχή των λέξεων παρέμεινε σ’αρκετές διαλέκτους, αν και στην αττική όχι, όπου μπορει ν’άφηνε μια δασεία (h) ή τίποτα. Λίγα απομεινάρια του έχουμε ως σήμερα, με λέξεις όπως άοπλος, αόρατος ή άεργος (αργότερα ομαλοποιήθηκε κι έγινε άνεργος), να υποδηλώνουν ένα υποθετικό σύμφωνο ανάμεσα στο συνθετικό και τη λέξη. Επίσης η
τσακωνική
λέξη “βάννε”, που σημαίνει το αρνί από το “αμνός (προφορά wαμνός)”, είναι η μόνη σημερινή που διατηρει την προφορά του w ως σύμφώνου. Η τσακωνική διάλεκτος είναι η μόνη νεοελληνική διάλεκτος που προέρχεται από την αρχαία δωρική κι όχι απ’την ελληνιστική κοινή.
Το ρήμα “λέγω”
προέρχεται
από την πρωτοΪνδοευρωπαΪκή ρίζα “*ΛΕΓ- (*LEG-)”, όπως και το λατινικο “legere” = διαβάζω, και αρχικά σήμαινε κανονίζω, τάσσω, ταιριάζω, διαλέγω, και λέω με την έννοια όμως του κανονίζω. Ήδη ομως τον 5ο αιώνα π.Χ. η σημασία του είχε αλλάξει, με την αρχική σημασία να παραμένει ακόμα σε σύνθετες λέξεις όπως “εκλέγω”, “συλλέγω”, κλπ.

Το κακό παράγινε με τους συγκεκριμένους ηθικολόγους ας πούμε αρχαιολάτρες, με το ετυμολογικό τους λάθος χωμένο ακόμα και στο
άρθρο της βικιπαίδειας για τις γενετήσιες σχέσεις στην Αρχαία Ελλάδα,
όπου αναφέρεται ότι η παιδεραστία προέρχεται από το “παις” και το “εράν = καθοδηγώ, διαπαιδαγωγώ”. Αυτό θα πρέπει να διορθωθεί οπωσδήποτε.

Η μόνη χρήση αυτού του ψευδοετυμολογικού κατασκευάσματος θα μπορούσε νά’ναι στην απολογία ενός σύγχρονου παιδόφιλου/παιδεραστή, ο οποίος θα μπορούσε να υποστηρίξει πως δεν έβλαπτε τα παιδιά, αλλά τα καθοδηγούσε στο σωστό δρόμο!

Κάθε πολιτισμός, συμπεριλαμβανομένου και του αρχαιοελληνικού, έχει και τον τομέα της αισχρολογίας. Εννοείται πως οι Αρχαίοι Έλληνες δεν ασχολούνταν μόνο με τις ανώτερες πνευματικές αναζητήσεις? αν γινόταν αυτό, δε θα ξέσπαγαν συνεχώς οι μικροί και μεγάλοι πόλεμοι μεταξύ των πόλεων-κρατών που φέρνουν στο μυαλό μας σήμερα τις συνεχείς διαμάχες των Αφρικανών, διότι μια λύση θα είχε βρεθεί. Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν καθημερινή ζωή και διάφορες κοινωνικές σχέσεις, θετικές κι αρνητικές όπως σήμερα – συζητούσαν, κορόιδευαν, έβριζαν κλπ. Επειδή αυτά δεν καταγράφονταν από τους πνευματικούς της εποχής, δε σημαίνει πως δεν υπήρχαν. Ευτυχώς όμως έχουμε λίγες αναφορές και συγγράμματα όπως τις κωμμωδίες του Αριστοφάνη όπου αυτό το είδος λόγου παρουσιάζεται σ’όλο του το μεγαλείο. Η πρώτη μου επαφή με την αρχαία ελληνική αισχρολογία έγινε πριν λίγες μέρες, ψάχνοντας για τη λέξη “ερέβινθος” που ο βυζαντινός πατριάρχης Φώτιος στο λεξικό του ερμήνευε ως “αιδοίον”, την οποία είχαμε βρει με το φίλο μου σ’ένα τέτοιο λεξικό εκ των σπάνιων σημερινών αντιγράφων του πατέρα του. Βρήκα λοιπόν ένα
θέμα
στο phorum.gr (γιατί η ελληνοποίηση του f;) με τέτοιο περιεχόμενο. Ομολογώ πως έπαθα κανονικό πολιτισμικό σοκ απ’αυτά που συνάντησα εκεί. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι έβριζαν, και μάλιστα με το παραπάνω, περίπου τα πράγματα που βρίζουμε κι εμείς σήμερα, συχνά με εύστοχες ή πρωτότυπες λέξεις. Η μελέτη της αρχαιοελληνικής αισχρολογίας έχει ακόμα να μας δώσει σημαντικές γνώσεις για τον πολιτισμό των αρχαίων κυρίως ως προς το σεξουαλικό τομέα – τι ήταν αποδεκτό και τι όχι, τι κοροϊδευόταν αλλά γινόταν, πως ήταν τότε οι σεξουαλικές σχέσεις των ανθρώπων κλπ.

Ο κατάλογος συντέθηκε από ένα μέλος, το οποίο συμβουλεύθηκε 3 λεξικά και 2 βιβλία για να συγκεντρώσει τις λέξεις, για κάποιον λόγο όμως δε συμπλήρωσε την αλφαβητική σειρά που σχεδίαζε. Βρήκα κι εγώ ακόμα λίγες, τις οποίες παραθέτω στο τέλος. Τα “ου φωνητά” λοιπόν, αυτά που δεν πρέπει να φωνηθούν/λεχθούν, είναι τα αισχρά λόγια. Κι από εδώ και πέρα ο κατάλογος:

εισαγωγή στην αρχαία ελληνική αργκώ
(λέξεις που λόγω σεμνοτυφίας δεν τις συναντούμε συνήθως στα λεξικά με την πραγματική τους σημασία)
————————–

άβατος (η) = η μή ανοίγουσα τα σκέλη , η παρθένα , η αγάμητη
αβροβάτης = αυτός που περπατά με αβρούς τρόπους , ο κουνιστός , ο θηλυπρεπής , ο ασιάτης
αδελφογαμία = γάμος μεταξύ αδελφών (χαρακτηριστική περίπτωση ο πτολεμαίος ο φιλάδελφος ό οποίας κατα τον κιναιδογράφο Σωτάδη , “σε τρύπα απαγορευμένη , έχωσε το καρφί του” )
αιδοιολείκτης (ο) = ο μουνογλύφτης. στις εκκλησιάζουσες του αριστοφάνη αναφέρεται κάποιος γνωστός αιδοιολείκτης αθηναίος με το όνομα σμοίος , ως “ο τα των γυναικών διακαθαίρει τρύβλια” (αυτός που καθαρίζει τις “γαβάθες” (αιδοία) των γυναικών)
αιδοίον = γενικά τα γεννητικά όργανα και της γυναίκας και του άντρα (ειδικώτερα στον ενικό αριθμό αφορά την γυναίκα
ενω στον πληθυντικό τον άντρα (αριστοφάνης , λυσιστράτη , οι σπαρτιάτες “τα αιδοία δείκνυσι”)
ακρόβυστος = αυτός που δεν έχει κάνει περιτομή (οι έλληνες θεωρούσαν την περιτομή απαράδεκτη και αποκαλούσαν ειρωνικά τους περιτετμημένους ασιάτες , ευνούχους)
αλφηστής =μεταφορικά ο κωλομπαράς ( από το ψάρι αλφηστής που κυνηγάει το ένα το άλλο)
άμβων = μεταφορικά τα μουνόχειλα. (αμβων κυριολεκτικά είναι το χείλος της γαβάθας) (εύπολις , ” ώ πολλών ήδη λοπάδων τους άμβωνας περιλείξας” = α αυτός πολλών μουνιών τα χείλη έχει καταγλύψει”)
αναθυώ = (με υβριστική διάθεση) ξανακαυλώνω , «γραύς αναθυά» = η γριά ξανακαυλώνει (με κοροϊδευτική διάθεση)
αναπεφλασμένος και
ανασεισίφαλλος και
ανασίφαλλος = ο μαλάκας , ο αυνανιζόμενος . να σημειώσουμε ότι στα αγγεία στα οποία παρουσιάζονται άντρες να μαλακίζονται , αυτοί κατά κανόνα είναι δούλοι , σάτυροι και ξένοι και ουδέποτε …αθηναίοι πολιτες.
αναφλάω – ώ = αναμαλάσσω το πέος , αυνανίζομαι ή αναυνίζω (σαν θεραπεία της αντρικής ανικανότητας) στον ναό του αμφιάραου άλειφαν τους ασθενείς με λάδι και τους αυνάνιζαν για να γίνουν καλά !
άνεχε , πάρεχε = άνεχε χείρας , πάρεχε φώς. Αυτό που λέμε σήμερα « κράτα φανάρι». το έλεγαν συνήθως στους γάμους. η έκφραση έχει επιζήσει μέχρι και σήμερα διότι υπάρχει δημοτικό τραγούδι που λέει : «ψηλά το φανάρι , δώσε το φώς να βλέπει η νύφη και ο γαμπρός»
απάλαμνος (η) = η ανυπεράσπιστη , χωρίς χέρια για να προβάλλουν αντίσταση. την λέξη την χρησιμοποιεί ειρωνικά ο αριστοφάνης με την έννοια του «τραβάτε με και ας κλαίω»
απεσκολυμμένον (πέος) το πέος με αποκεκαλυμένη την βάλανο , ο ψώλος
αποψάω -ώ , αποψώμαι = σκουπίζω σκουπίζομαι , «αποψώμαι λίθω» = σκουπίζομαι με πέτρα μετά το χέσιμο. ο αριστοφάνης στον πλούτο ειρωνεύεται αυτούς που άφησαν την πέτρα και σκουπίζονται …με κοτσάνια από σκόρδα !
αποψοφέω -ώ = κλάνω δυνατά , «αποψόφησις» = δυνατή πορδή
επιψοφέω = μεταφορικά κλάνω κάποιον , αδιαφορώ για κάποιον . αυτό που λέμε και σήμερα «μας έκλασε» μας παράτησε , μας άφησε στα κρύα του λουτρού.
αποψωλέω – ώ = αποκαλύπτω την βάλανο του πέους , «αποψωλημένος» = ο ξεσκούφωτος
αρτόπωλις = κυριολεκτικά η φουρνάρισσα , μεταφορικά η κρυφή πουτάνα «Αρτοπώλησιν , καθελοπόρνοισιν ομιλέων ο πονηρός Αρτέμων , κίβδηλον ευρίσκων βίον» = με τις κρυφές πουτάνες και τους πούστηδες που κάνει παρέα ο Αρτέμω ν , μαύρη ζωή θα κάνει (θα έχει κακό τέλος)
ασελγώ παρα φύσιν = όπως και σήμερα , συνώνυμα = χαλκιδίζω , φοινικίζω , λακωνίζω , σιφνιάζω
αστυάναξ = μεταφορικά ο ανίκανος , αυτός που δεν έχει στύση (λογοπαίγνιο εκ του α + στύω) , περιπαικτικά ο βασιλιάς των αγάμητων
Αφροδίτης τρόποι = είναι οι τρόποι συνουσίας που πρότειναν οι πόρνες στους πελάτες τους . η πρόταση γινόταν «εν αινιγμίοις» δηλαδή συνθηματικά στην αργκώ της εποχής.
Στους δειπνοσοφιστές του αθήναιου περιγράφονται αυτές οι προτάσεις.
• «τετράπους μοι γένοιτο σκίμπους ή θρόνος?» = να γίνω τετράποδο ανάκλιντρο ή τετράποδη καρέκλα ?
• «τρίπους τις ?» = να γίνω τρίποδας ?
• «παιδίσκη δίπους?» = δίποδο πορνίδιο ? ( υποννοώντας προφανώς τον πρωκτικό παιδικό έρωτα.)
• «περί την ψωλήν περιβήναι ?» = να καθίσω επάνω στο πέος σου ?
• «κιγκλίζειν?» = να κουνάω τον κώλο μου κατά την διάρκεια της συνουσίας ? (από τον κίγκλο , την νεροσουσουράδα που κουνάει συνέχεια την ουρά της )
• «οκλάζειν ?» = να κάθομαι οκλαδόν ? (και άλλα)
βαγωάς = ευνούχος , παρατσούκλι (από τον γνωστό πέρση ευνούχο βαγώα , τον φερόμενο στην ιστορική παραφιλολογία ως ερωμένο του μ.αλεξάνδρου
βαλανόω – ώ = αμπαρώνω τον κώλο μου , «βεβαλάνομαι» = έχω δυσκοιλιότητα (αριστοφάνης ., εκκλησιάζουσες)
βάταλος = κίναιδος , ομοφυλόφυλος (εκ του «βατέω –ώ» = επιβαίνω , καβαλάω , γαμάω)
βληχώ = η ανθισμένη τρίχα (υποννοεί το γυναικείο αιδοίο)
βούπαις = κυριολεκτικά σημαίνει βουβαλόπαιδο . στην αρχαιότητα όμως του έδιναν θετική σημασία δηλαδή παιδαράς , παίδαρος
βωλοκοπώ= γαμάω άγρια (γαμώ και δέρνω)
γαλή = γατούλα , νόστιμη και πεταχτή πιτσιρίκα
γάλλος = ευνούχος ιερέας της θεάς κυβέλης
γαμέω -ώ = παντρεύομαι (ο άντρας την γυναίκα) «γαμούμαι» = παντρεύομαι (η γυναίκα τον άντρα)
γαρίς = (γαρίδα) ευλύγιστη πόρνη
γελασίνοι = (τα γελαστά) τα λακκάκια στα κωλομέρια των νεαρών. Οι κωλομπαράδες της εποχής είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τα λακκάκια των καλοσχηματισμένων αθλητών.
γλώσσαργος = ο φλύαρος (μεταφορικά ο μουνογλύφτης , η γλώσσα του πάει ροδάνι !)
γογγυλίς = μικρό αλλά καλοσχηματισμένο βυζάκι (από το σχήμα σαν στρογγυλό ραπανάκι)
γυναικάριον = μικροσκοπική γυναίκα , πουτσομεζές (οι μικροσκοπικές γυναίκες εθεωρούντο εξπέρ στα ερωτικά )
δασύπρωκτος =μαλλιαρός κώλος , παλληκάρι με μαλλιαρό κώλο , ο ηρακλής
δέλτα = μεταφορικά το γυνακείο αιδοίο (λόγω του σχήματος του γυναικείου εφηβαίου)
δεφιδαστής = ( βυρσοδέψης) ο αυνανιζόμενος , ο μαλάκας (ειρωνικά τους αυνανιζόμενους νέους τους αποκαλούσαν «συνδικάτο των βυρσοδεψών»)
δίδυμοι = μεταφορικά οι όρχεις
δρομάς = πόρνη περιπατητική , του δρόμου, συνήθως ηλικιωμένη
δρόσος =έκφραση ποιητική , αναφέρεται στα υγρά που προκύπτουν κατά την διάρκεια της συνουσίας , τα χύσια (αριστοφάνης , ιππης : «εν κασαυρείοισι λείχων την απόπτυστον δρόσον» =μέσα στο πορνείο γλύφωντας την «δρόσο» που ξερνούσε το πράμα της ! )
δωδεκαμήχανος ή δωδεκάτεχνος = η πολυμήχανη πόρνη που γνωρίζει τουλάχιστον 12 τρόπους να κάνει έρωτα (τύφλα νάχει η κάμα σούτρα), περίφημη τέτοια εταίρα ήταν κάποια Κυρήνη.
εθελοπόρνος = νεαρός παθητικόε ομοφυλόφιλος που είναι σπιτωμένος από κάποιον πλούσιο κωλομπαρά.
εκπαλλακίδιοι = τα παιδιά των παλλακίδων (τα μη νόμιμα τέκνα)
έκφυλος = αυτός που είναι από ξένη φυλή , ο ξένος που έχει παράξενες ερωτικές ιδιαιτερότητες και βίτσια
ελαύνω , ελαύνομαι = καλπάζω , εκτινάσσομαι , γαμάω (αριστοφάνης εκκλησιάζουσες : «ο γάρ ανήρ την νύχθ΄ όλην ήλαυνέ με εν τοις στρώμασιν» = ο άντρας μου όλη την νύχτα με πηδούσε στο κρεβάτι !)
έμβολος = έμβολο αλλά και πέος («επεγείρω τον έμβολον» = ανασταίνω το πέος μου , τον κάνω ντούρο !)
ενόρχης ανήρ = άντρας αρχιδάτος . (συνώνυμο το «λαπιδόρχας» = άντρας με βασιλικά αρχίδια , από τους λαπίθες τον άγριο λαό της θεσσαλίας)
επανθούσα θρίξ = ανθισμένη τρίχα , το χνούδι , το μυρωδάτο γυναικείο αιδοίο
επιτάγματα = τα δώρα που έπαιρναν οι ερωμένοι από τους εραστές τους. συνήθως άγρια κοκκόρια σαν σύμβολο σεξουαλικής ευρωστίας και ζωγραφισμένα αγγεία με αφιερώσεις.
επίφαλλος = μουσικός που παίζει όργανα στους φαλλικούς χορούς και τις φαλλικές γιορτές.
ερέβινθος = (το ρεβίθι) κατ΄ εφημισμόν το μικρό ή το καλοσχηματισμένο πέος , «δράττομαι τον ερέβινθον» = μαλακίζομαι
εσχάρα = το γυναικείο αιδοίο που καλύπτεται από μαύρες τρίχες., υποννοείται επίσης εδώ και η θερμότητα των γεννητικών οργάνων. αυτή η ταύτιση των αιδοίων με την ζέστη και την φωτιά απαντάται διαχρονικά σε όλους τους λαούς. στην ποντιακή διάλεκτο το γυναικείο αιδοίο λέγεται και «φουρνί» (φούρνος) , αναφέρουμε επίσης ενδεικτικά εδώ τους στίχους ενός ρεμπέτικου τραγουδιού :
πήγε η σούλα στο παρίσι
για να βρεί καλό γ*μίσι
το μ**νί της φλόγες βγάζει
είναι σαν το πετρογκάζι !
εταίρα = ερωτική σύντροφος με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. οι εταίρες ήσαν οι μοναδικές γυναίκες που εθεωρούντο ισότιμες με τους άνδρες και είχαν την ικανότητα να συζητούν μαζί τους ακόμη και φιλοσοφικά θέματα. ο δημοσθένης λέγει σχετικά σε έναν δικανικό του λόγο : «τις εταίρες τις έχουμε για την ηδονή (ερωτική και πνευματική ηδονή) , τις παλλακίδες για το καθημερινό σέξ και τις γυναίκες μας για να μας κάνουν παιδιά και να στέκονται άγρυπνοι φρουροί του σπιτιού»
ευμεζέος (ανήρ) = ο άντρας που έχει καλοσχηματισμένο πέος.
ευπυγία = η ομορφιά των οπισθίων , «εύπυγος» = ωραίος κώλος
ευρύπρωκτος = ο ξεκωλιάρης ,ο χιλιοτρυπημένος , η πουστάρα , (λέξη που προκαλούσε τα τρανταχτά γέλια των θεατών στις νεφέλες του αριστοφάνη (στον διάλογο μεταξύ ισχυρού και αδυνάτου)
έφηβος = νέο αγόρι ηλικίας 12- 18 ετών, συνώνυμα : παίς , βούπαις , λαίσπαις (όταν αρχίζουν οι πρώτες στύσεις) , υπερπαίς (ώριμος πλέον για σεξουαλική πράξη) , απάγελος (μπήκε στην αγέλη , δεν είναι πλέον παιδί ) , σιδευνάς (παλικαρόπουλο στην σπάρτη) , κυρσάνιος (στην ήλιδα) τραγίζων (σέρνει , βρωμάει σαν τράγος από τις σηκωμάρες !)
ζωμοτάριχος = ο καλοδιατηρημένος πουρόγερος ( ο διατηρημένος στην σαλαμούρα )
ημίανδρος ή ημιγύναιξ = ευνούχος
θρίον = το δέρμα που περιβάλει την βάλανο του πέους , το πετσάκι. στις εκκλησιάζουσες οι γυναίκες αποφασίζουν να δώσουν προτεραιότητα στους κακομούτσουνους και τους άσχημους « τοις σιμείς και τοις αισχρείς , προτέρους βινείν ,οι δ΄ έτεροι θρία λαβόντες διφόρου συκής , εν τοις προθύροισι δέφεσθαι» = οι κακομούτσουνοι και οι άσχημοι θα πηδήξουν πρώτοι και οι υπόλοιποι άς πάρουν τα πετσάκια τους και τα δυό τους αρχιδάκια και άς πάνε στην αυλή να τραβήξουν μαλακία
θρόνος = τρόπος συνουσίας , η γυναίκα στα τέσσερα
ιερός γάμος = ερωτική συνεύρεση ιέρειας με πιστό ή ιερέα με πιστή που γινόταν για την γονιμότητα της κοινότητας.. εθεωρείτο επίσης και είδος αποτρεπτικής πορνείας δηλαδή τελετή για την αποτροπή του κακού.
ίθριξ =αποτριχωμένος ευνούχος (από το θρίξ = τρίχα)
ισθμός = (ο ισθμός της κορίνθου) μεταφορικά το στενό αιδοίο. Αριστοφάνης ειρήνη : «εις ίσθμια , σκηνήν εμαυτού τω πέει καταλαμβάνω» = αναλογίζομαι τους αγώνες των αιδοίων που θα γίνουν στα ίσθμια και τρέχω να νοικιάσω μία σκηνή για το πέος μου!
κάκκη ή κάκκα = τα κακά των παιδιών , τα σκατά.
καλλαβίς = άσεμνος ερωτικός χορός . οι χορευτές τραβούσαν τα κωλομέρια τους για να φαίνεται ανοιχτή η τρύπα του πρωκτού τους.
κάπρα = (από το κάπρος=αγριογούρουνο) = ακόλαστη γυναίκα , καυλωμένη , σκρόφα , γουρούνα.
καταγλωτίζω = φιλάω με τη γλώσσα , φιλί μανδαλωτόν = γλωσσόφιλο (από τη λέξη μάνδαλον= γλώσσα)
καταδακτυλίζω = βάζω κωλοδάχτυλο . αριστοφάνη , ιππής :
«ούκουν καταδακτυλικός συ του λαλητικού» = βρε δεν του βάζεις κωλοδάχτυλο του φλύαρου να ησυχάσουμε ?
καταπυγίζω = (για παθητικό ομοφυλόφιλο) = κουνάω και περιστρέφω τον κώλο μου κατά την πρωκτική συνουσία . λικνίζομαι προκλητικά ενώ βαδίζω.
καυλός = στέλεχος φυτού , κοτσάνι , παλούκι , κοντάρι και μεταφορικά πέος εν στύσει (πρβλ. το νεοελληνικό καυλώνω)
κέρκος ( η )= η ουρά και μεταφορικά το πέος . παράγωγο η λέξη «κερκίς» = η κερκίδα του θεάτρου που έχει σχήμα ουράς.
κίναιδος = παθητικός ομοφυλόφιλος , εκδιδόμενος νεαρός πόρνος . ετυμολογία από το «κινέω την αιδώ» = δεν έχω ντροπή , έχω ηθική λάστιχο.
κινησίας = ο κουνιστός (στις κωμωδίες του Αριστοφάνη πάντοτε υπάρχει κάποιος κινησίας)
κλύσμα = ο κωλομπαράς
κόβαλα = μαλακίες , σαχλαμάρες (σαν αυτές που λέγανε οι δαίμονες Κόβαλοι , πρόγονοι των καλικαντζάρων)
κοκκίζω = βγάζω τα κουκούταια και μεταφορικά γαμάω
κόκκυξ = έκφυλος ή μοιχός (από τον κόκκυγα , κούκο , που αφήνει τα αβγά του σε ξένες φωλιές)
κοινωνία = η συνουσία (λαμβάνω κοινωνίαν γυναικός = πηδάω κάποιαν)
κολλοποδιώκτης = ο σπρωχτοκώλης , ο ενεργητικός ομοφυλόφιλος
κόλυθροι = μεταφορικά τα μαραμένα αρχίδια (από το κόλυθρος = υπερώριμο σύκο)
κοπραγωγώ = μεταφέρω κοπριά και μεταφορικά γαμάω τον πρωκτό.
κορινθιάζομαι = ζώ έκφυλα όπως οι Κορίνθιοι
κροκωτοί = τα ενδύματα με έντονο κίτρινο χρώμα που φορούσαν οι πόρνες και οι πόρνοι.
κρούω την θύραν = ιδιωματισμός που σημαίνει γαμάω το αιδοίον
κύδων = ο παιδεραστής
κυδώνια μήλα = (τα κυδώνια) τα καλοσχηματισμένα βυζάκια
κυέω = μένω , είμαι έγκυος (παράγωγο το θαλάσσιο κύμα = διογκωμένο , γκαστρωμένο)

Και μερικά επιπλέον που βρήκα εγώ:
σύκον = ευφημιστικά το αιδοίο, με πρώτη αναφορά στον Αριστοφάνη “Του μεν μέγα και παχύ, της δε ηδύ το σύκον” (Ειρήνη 1351-2). Δηλαδή “Του ενός μεγάλο και παχύ, της άλλης γλυκό το σύκο”. Εξού και η επίσης αρχαία παροιμία να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, μάλλον γιατί πολλοί θ’απέφευγαν να τα λένε έτσι λόγω σεξουαλικών υπονοουμένων.
Πηγή.
διθυραμβοχάνα = πηγαδομούνα, λεγόταν από τους άντρες στις γυναίκες.
σφίγκτρια = πουτάνα, μάλλον επειδή έχει σφιχτό αιδοίο, λεγόταν απ’τους άντρες στις γυναίκες.
χοιροψάλας = γαμιάς, πιθανόν θά’χει σχέση με το χοίρο, λεγόταν απ’τις γυναίκες στους άντρες.
λισυφλεβής = ο πουτσαράς, πιθανόν με λείες φλέβες, λεγόταν απ’τις γυναίκες στους άντρες.
βινητιέω-ώ = καυλώνω
Πηγή.
οίφω = συνουσιάζομαι, αρχαία λέξη απ’την ίδια πρωτοΪνδοευρωπαϊκή ρίζα όπως το λατινικό “futuere” και το αγγλικό “fuck”, αμφότερα με την ίδια σημασία. Μία επιγραφή στη Θήρα δίπλα στο ναό του Καρνίου Απόλλωνα λέει: “(ΤΟΝ ΔΕΙΝΑ) ΝΑΙ ΤΟΝ ΔΕΛΦΙΝΙΟΝ ΗΟ ΚΡΙΝΩΝ ΤΕ(Ι)ΔΕ ΩΙΦΕ ΒΑΘΥΚΛΕΟΣ ΑΔΕΛΦ(Ε)ΟΝ ΔΕ ΤΟΥ ΔΕΙΝΑ”, δηλαδή “Μα τον Δελφίνιο Απόλλωνα, εδώ ο Κρίνων το έκανε με τον αδερφό του Βαθυκλέους”.
Πηγή.
Παρά την επιγραφή όμως, η ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα δεν ήταν πλήρως αποδεκτή, όπως υποστηρίζεται από κάποιους. Συνήθως υπήρχε παιδεραστία μεταξύ δασκάλου ή γυμναστή και μαθητή, ή ερωτική σχέση μεταξύ συμπολεμιστών, αν και πάλι αυτό συγκαλυπτόταν ως κάτι καθαρά πνευματικό. Υπήρχαν φυσικά κι άλλες περιπτώσεις ομοφυλοφιλίας, αλλά πάλι κάπως συγκεκαλυμμένες. Η θηλυπρέπεια πάντως ήταν κατακριταία. Γι’αυτο άλλωστε οι άντρες πόρνοι ήταν πρόσωπα χαμηλής εκτίμησης.
εταιρίζω = κυριολεκτικά πουτανεύω, γίνομαι θηλυπρεπής. Ο Σόλων προέβλεπε αυστηρή τιμωρία στη νομοθεσία κατά των Αθηναίων πολιτών με τέτοια συμπεριφορά:
“Αν τις Αθηναίος εταιρήση, μη έξεστω αυτώ των εννέα αρχόντων γενέσθαι, μηδέ ιερωσύνην ιερώσασθαι, μηδέ συνδικήσαι τω δήμω, μηδέ αρχήν αρχέτω μηδεμιάν, μήτε ενδημον, μήτε υπερόριον, μήτε κληρωτήν, μήτε χειροτονητήν, μηδέ επικυρήκειαν αποστελλέσθω, μηδέ γνώμην λεγέτω, μηδέ εις τα δημοτελή ιερά εισίτω, μηδέ εν ταις κοιναίς σταφονοφορίες σταφανούσθω, μηδέ εντός των της αγοράς περιρραντηριων πορευέσθω. Εάν δε ταύτα τις ποιή, καταγνωσθέντως αυτού εταιρείν, θανάτω ζημιούσθω.”
“Δηλαδή, αν κάποιος Αθηναίος πολίτης συνάψει ερωτική σχέση με άλλον:
Δεν του επιτρέπεται να γίνει μέλος των 9 αρχόντων. Δεν του επιτρέπεται να εκλεγεί ιερέας. Δεν του επιτρέπεται να είναι συνήγορος του λαού. Δεν του επιτρέπεται να ασκήσει κάποια εξουσία, εντός η εκτός της χώρας, κληρωτή ή χειροτονητή. Δεν του επιτρέπεται να σταλεί ως κήρυκας πολέμου. Δεν του επιτρέπεται να εκθέσει τη γνώμη του. Δεν του επιτρέπεται να εισέλθει στους δημόσιους ναούς. Δεν του επιτρέπεται να στεφανωθεί στις δημόσιες στεφανοφορίες. Δεν του επιτρέπεται να παίρνει μέρος στους περιπάτους που γίνονται στην αγορά. Όποιος λοιπόν ενώ έχει καταδικαστεί ως ερωτικός σύντροφος άλλου, ενεργήσει αντίθετα τις διατάξεις του νόμου,τιμωρείται με θάνατο.” (Σολωνος νομοι,άρθρο 332,εκδώσεις Θεσσαλονίκης μετάφραση:Χριστοδούλου )
Πηγή.
εταιρικώς = ο επαγγελματίας πόρνος που συντηρούταν απ’το επάγγελμά του, πεπορνευμένος, πολύ υποτιμητικό για κάποιον άντρα.
πορνοβοσκός = ο προαγωγός, ο προστάτης, ο νταβατζής. Νομιμότατο επάγγελμα στην Αρχαία Αθήνα.
χαμαιτυπής = αυτή που χτυπάει το έδαφος, η πόρνη κατώτερης βαθμίδας που έδινε τις υπηρεσίες τις κάτω, εξού και χαμαιτυπείον, το πορνείο χαμηλής στάθμης.
Πηγή.

Όποτε βρίσκω άλλες αρχαίες αισχρές λέξεις θα τις αναρτώ εδώ.

Πριν τρεις μέρες η μέρα μου είχε γεμίσει από μια αρκετά εποικοδομητική εκδρομή με τη Σχολή Τυφλών στην Αιανή της Κοζάνης. Σχεδόν κάθε καλοκαίρι συνηθίζουμε να πηγαίνουμε εκδρομή κάπου, και τώρα κανονίστηκε να πάμε εκεί. Αρχικά ήταν κανονισμένη η ημερομηνία στις 17 του μηνός, όμως τελικά άλλαξε επειδή οι εξετάσεις μας τέλειωσαν στις 19 λόγω εκλογών, πράγμα που από πριν δεν ήμασταν βέβαιοι. Ήμασταν σχεδόν όλοι οι συμμαθητές μαζί με τους καθηγητές που μας έκαναν τα φροντιστήρια και μας υποστήριζαν όλα αυτά τα χρόνια. Έχω να τους ευγνωμονήσω για την ακούραστη δουλειά τους και την υπομονή τους. Φυσικά συνεχίζουν να κάνουν μάθημα μαθητές προηγούμενων τάξεων, αλλά για μένα και τους ομοτάξιους συμμαθητές μου έχει τελειώσει το σχολείο.

Η Αιανή είναι λοιπόν μια μικρή κωμόπολη 2074 κατοίκων σύμφωνα με την εκτίμηση του 2001 από πληροφορίες που πήρα μόλις επέστρεψα από το
ανάλογο άρθρο της Βικιπαίδειας.
Βρίσκεται 22 χιλιόμετρα νότια της Κοζάνης σε υψόμετρο 460 μέτρων, και θεωρείται το ιστορικό κέντρο του δήμου Κοζάνης. Ως τώρα την είχα ακουστά μόνο ονομαστικά και πάλι σχεδόν ποτέ δεν την είχα ακούσει, παρόλο που είναι περιοχή μεγάλου αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Αυτό επειδή η Αιάνη ή Αίανα στη μακεδονική διάλεκτο ήταν αρχαία μακεδονική πόλη ανεξάρτητο βασίλειο για αρκετά χρόνια μέχρι την Ελληνιστική Εποχή. Η ευρύτερη περιοχή λεγόταν Ελιμία, και οι κάτοικοι της πόλης Αίανοι ή Ελιμιώτες. Φέρεται πως ιδρύθηκε από τον Αιανό, γιο του Ελίμου, βασιλιά των Τυρρινών, άλλης μακεδονικής πόλης. Η αρχαία πόλη απέχει 1,5 χιλιόμετρα από τη σύγχρονη κωμόπολη. Εμείς επισκεφθήκαμε το μουσείο της πόλης, και συγκεκριμένα μία απτική έκθεση, έκθεση δηλαδή στην οποία μπορούσαμε να πιάσουμε τα εκμαγεία γνησίων ευρημάτων κι επεξηγηματικές πινακίδες στη γραφή μπρέιλ κάτω από το καθένα.

Από εκεί έχω να κάνω πολλές παρατηρήσεις: Τα ευρήματα κατ’αρχήν εκτείνονταν χρονολογικά από τη νεολιθική εποχή έως την ύστερη ρωμαΪκή, με τα περισσότερα κατά τον 5ο αι. και κατά την ελληνιστική εποχή. Υπήρχαν αρκετές επιτύμβιες στήλες, μία για παράδειγμα που έγραφε πάνω το γυναικείο μακεδονικό όνομα “ΑΤΤΥΑ” (Άτ-τουα με την αρχαία προφορά), πριν τους Ελληνιστικούς Χρόνους, μία άλλη με παράσταση του Πλούτωνα του 2ου αι. μ.Χ. στους ρωμαΪκούς χρόνους. Εδώ έχω να σημειώσω πως η Αιανή γραφόταν με ε, δηλαδή “Εανή”, μάλλον διότι εκείνη την εποχή ήδη ο αρχαιοελληνικός δίφθογγος αι προφερόταν ε αντίγ ια αϊ. Επίσης εξέχον ήταν ένα τεράστιο ταφικό σήμα με μορφή λιονταριού για κάποιο μάλλον διακεκριμένο άτομο. Όπως μας είπε η ξεναγός, επιτύμβιες στήλες δεν είχαν όλοι φυσικά οι άνθρωποι, και για τους φτωχούς απλά άνοιγαν μια τρύπα στο έδαφος με το μόνο τρόπο να τους βρούμε σήμερα βρίσκοντας πιθανόν τ’απομεινάρια τους ή τα ταφικά κτερίσματα. Από τα τελευταία υπήρχαν πολλά, αντικείμενα όμοια μ’αυτά της καθημερινής ζωής όπως αγγεία, όχι ιφτιαγμένα μόνο για νεκρική χρήση όπως θυμάμαι σ’άλλα μέρη της Ελλλάδας. Αντικείμενα διαφόρων χρήσεων βρίσκονταν παντού. Υπήρχαν κοσμήματα για το σώμα όπως για τα μαλλιά, σκουλαρίκια, βραχιόλια κ.ά, αλλά και για τα ρούχα ως κουμπιά που τα έπιαναν στους ώμους. Τα τελευταία τα φορούσαν τόσο γυναίκες όσο και άντρες. Συνήθως ήταν φτιαγμένα από χαλκό ή γυαλί, ενώ οι πλούσιοι είχαν και χρυσά. Μετά την ανακάλυψη του σιδήρου, αυτός άρχισε να χρησιμοποιείται εκτεταμένα για την κατασκευή των όπλων και των εργαλείων αντικαθιστώντας το χαλκό.
Υπήρχαν επίσης αγγεία παντώς είδους, από πιάτα, ποτήρια, κύληκες, ρηχά δοχεία έως μεγάλους αμφορείς. Εντύπωση μου προξένησε ένα ρηχό αγγείο με μαστοειδή, όπως επεξηγούσε από κάτω, προχόο (το στόμιο που χύνεται το υγρό). Ήταν δηλαδή η προεξοχή σωληνοειδής σαν θηλή μαστού, απ’όπου με είπαν, όταν ρώτησα, ότι μάλλον έδιναν στα παιδάκια να πιουν ή γενικότερα έχυναν υγρά, ο λόγος δεν είναι απολύτως γνωστός.
Μεγάλο μέρος των εκθεμάτων αποτελούσαν αγάλματα θεών και ανθρώπων. Κάθε θεός διακρίνεται συνήθως από την εμφάνισή του. Για παράδειγμα, απ’αυτούς που βρίσκονταν εκεί, η Δήμητρα φορούσε πέπλο και είχε τα μαλλιά μαζεμένα, η Αφροδίτη ήταν πολύ προσεγμένη, καλοσχεδιασμένη με γυμνό στήθος αλλά όχι τίποτα άλλο εκτεθημένο, ο Ηρακλής ήταν γενειοφόρος με στεφάνι, ο Έρωτας παρουσιαζόταν ως μικρό παιδί με φτερά (τιμούσαν κι αυτόν), κ.ά. Επίσης υπήρχε το κεφάλι του Μεγάλου Αλεξάνδρου και πολλά αγάλματα και κεφάλια κούρων και κορών, όλοι όχι μάλλον όπως θα’ταν στην πραγματικότητα, αλλ’εξιδανικευμένοι. Για τις γυναίκες έχω την εξής απορία: Γιατί να είχε τόση σημασία η ομορφιά αφού δεν τις έβλεπε κανείς; Τα περισσότερα αγάλματα προέρχονταν από την αρχαϊκή, την κλασική και την Ελληνιστική εποχή. Εκτίθενταν ακόμα λίγα απλά ειδώλια από παλαιότερες εποχές.
Από την πόλη έχουν σωθεί μερικοί τοίχοι, δρόμοι και ερείπια. Ήταν μικρή ανηφορική πόλη με μια δεξαμενή πλάτους 6 και βάθους 8 μέτρων στο ψηλότερο σημείο, όπου συγκεντρωνόταν το νερό της βροχής το οποίο πήγαιναν και μάζευαν οι κάτοικοι, αν κι έχει βρεθεί τμήμα αγωγού υποδηλώνοντας πως τουλάχιστον σπίτια ευπόρων είχαν την ύδρευση κοντά τους. Επίσης βρέθηκαν ερείπια γυμνασίου (γυμναστηρίου). Στο μουσείο υπήρχε αναπαράσταση ενός μέρους κεντρικού δωματίου οικίας, με την εστία στη μέση περιτειχισμένη με πλίνθους για να μη φεύγουν οι στάχτες και μ’έναν τρίποδα στο κέντρο για να μαγειρεύουν το φαγητό. Δίπλα υπήρχε ο αργαλειός όπου οι γυναίκες μάλλον έφτιαχναν ό,τι ρούχα τους χρειάζονταν, στη γωνία ήταν μισοχωμένοι στο έδαφος οι αμφορείς με τα τρόφιμα, και σε προθήκη πιο πέρα ήταν μερικά βασικά στοιχεία οπλισμού, όπως ασπίδα, ξήφος, περικεφαλαία, κι ακόντιο.
Η πόλη ήταν μια τυπική αρχαιοελληνική πόλη, αντίθετα μ’αυτό που περίμενα, δηλαδή ένα υπανάπτυκτο σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα μέρος. Όμως επειδή ήταν αρκετά μακριά από τα κέντρα των εξελίξεων στη νότια Ελλάδα και δε συμμετείχε ουσιαστικά στα ιστορικά δρώμενα, δεν αναφέρθηκε από τους άνδρες Αθηναίους, γι’αυτό δε μας έμειναν σήμερα και πολλά στοιχεία για τις περιοχές της Μακεδονίας γενικοτερα.

Έξω απ’το μουσείο στέκονταν τα έργα διάφορων σύγχρονων γλυπτών, υποτίθεται εμπνευσμένα από τα αρχαία γλυπτά. Θυμάμαι μια τεράστια χελώνα, μ΄΄ια παράσταση με τέσσερις όψεις που είχαν αποσπασματικές κι ατελείς μορφές, κι ένα τεράστιο γυμνό γυναικείο σώμα χωρίς κεφάλι με υπερμεγέθη βυζιά και περιφέρεια, αλλά με λεπτότατη μέση.

Έπειτα πήγαμε μια βόλτα κατά μήκος ενός ρυακιού σ’ένα δάσος στο Βελβεντό νομίζω. Ωραίος ήταν ο δρόμος, αλλά ούτε νερό είχαμε ούτε καλό μέρος για να καθίσουμε, και τα άτομα διαφορετικού επιπέδου ικανοτήτων που έπρεπε να περάσουν περιέπλεκαν ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Τέλος καθίσαμε και φάγαμε σ’ένα εστιατόριο, και μετά επιστρέψαμε.

Καλό και το όλο μέρος και το μουσείο, απαραίτητος τόπος για επίσκεψη κάνοντας κανείς εκδρομή προς εκεινες τις περιοχές.

Πηγή:
Γνωμικολογικόν
Διαδικτυακός θησαυρός αποφθευγμάτων, γνωμικών, αφορισμών, ρητών, παροιμιών κ.ά.

| Δελφικά Παραγγέλματα |

Στη σελίδα αυτή περλαμβάνονται μια ειδική κατηγορία αρχαίων γνωμικών, τα Δελφικά Παραγγέλματα

Το Μαντείο των Δελφών ήταν γνωστό όχι μόνο για τους χρησμούς του, αλλά και για το μεγάλο αριθμό παραγγελμάτων που ήταν λιτά αποφθέγματα 2 έως 5 λέξεων, μεστά σοφίας. Τα περισσότερα ανήκαν στους 7 σοφούς της αρχαιότητας και ήταν χαραγμένα είτε στον πρόσθιο τοίχο του Πρόναου είτε επί των παραστάδων της πύλης του μεγάλου ναού είτε επί του υπέρθυρου είτε επί των στηλών του ναού περιμετρικά.

Κατά τον Σωσιάδη (“Των Επτά Σοφών Υποθήκαι”), τα επιγράμματα περιλαμβάνουν 147 παραγγέλματα, αλλά υπήρχαν και πίνακες που περιείχαν χωριστά τα παραγγέλματα ενός εκάστου των Επτά.

Δελφικά Παραγγέλματα

  • •Έπου Θεώ
    •Νόμω πείθου
    •Θεούς σέβου
    •Γονείς σέβου
    •Ηττώ υπέρ δικαίου
    •Γνώθι μαθών
    •Ακούσις νόει
    •Σ΄ αυτόν ίσχε
    •Φρονεί θνητά
    •Εσίαν τίμα
    •Άρχε σε αυτού
    •Φίλοις βοήθει
    •Θυμού κράτει
    •Φρόνησιν άσκει
    •Πρόνοιαν τίμα
    •Όρκω μη χρώ
    •Φιλίαν αγάπα
    •Παιδείας αντέχου
    •Καλόν το λέγε
    •Ψέγε μηδένα
    •Επαίνει αρετή
    •Πράττε δίκαια
    •Φίλοις ευνόει
    •Εχθρούς αμύνου
    •Ευγένειαν άσκει
    •Κακίας απέχου
    •Κοινός γίνου
    •Ίδια φύλαττε
    •Αλλοτρίων απέχου
    •Εύφημος ίσθι
    •Άκουε πάντα
    •Φίλω χαρίζου
    •Χρόνου φείδου
    •Όρα το μέλλον
    •Ύβριν μίσει
    •Ικέτας αιδού
    •Υιούς παίδευε
    •Έχουν χαρίζου
    •Δόλου φοβού
    •Ευλόγει πάντας
    •Φιλόσοφος γίνου
    •Όσια κρίνε
    •Γνούς πράττε
    •Φόνου απέχου
    •Εύχου δυνατά
    •Σοφοίς χρω
    •Ήθος δοκίμαζε
    •Λαβών απόδος
    •Υφορώ μηδένα
    •Τέχνη χρω
    •Ο μέλλεις δος
    •Ευεγερσίας τίμα
    •Φθόνει μηδενί
    •Φυλακήν πρόσεχε
    •Ομοίοις χρω
    •Διαβολήν μίσει
    •Δικαίως κτω
    •Aγάθους τίμα
    •Κριτήν γνώθι
    •Γάμους κράτει
    •Τύχην νόμιζε
    •Εγγύην φεύγε
    •Πάσι διαλέγου
    •Ελπίδα αίνει
    •Δαπανών άρχου
    •Κτώμενος ήδου
    •Αισχύνην σέβου
    •Χάριν εκτέλει
    •Ευτυχίαν εύχου
    •Τύχην στέργε
    •Ακούων όρα
    •Εργάζου κτητά
    •Έριν μίσει
    •Όνειδος έχθαιρε
    •Γλώσσαν ίσχε
    •Ύβριν αμύνου
    •Κρίνε δίκαια
    •Xρώ χρήμασι
    •Αδωροδόκητος δοκίμαζε
    •Αιτιώ παρόντα
    •Λέγε ειδώς
    •Βίας μη έχου
    •Αλύπως βίου
    •Ομίλει πράως
    •Φιλοφρόνει πάσιν
    •Υιοίς μη καταθάρρει
    •Γλύττης άρχε
    •Σ΄ αυτόν ευ ποιεί
    •Ευπροσήγορος γίνου
    •Αποκρίνουν εν καιρώ
    •Αμαρτάνων μετανόει
    •Οφθαλμού κράτει
    •Βολεύου χρήσιμα
    •Επιτέλει συντόμως
    •Φιλίαν φύλαττε
    •Eυγνώμων γίνου
    •Ομόνοιαν δίωκε
    •Άρρητα μη λέγε
    •Το κρατούν φοβού
    •Καιρόν προσδέχου
    •Έχθρας διάλυε
    •Γήρας προσδέχου
    •Επί ρώμη μη καυχώ
    •Ευφημίαν άσκει
    •Απέχθειαν φεύγε
    •Πλούτι δικαίως
    •Δόξαν μη λείπε
    •Κακίαν μίσει
    •Κινδύνευε φρονύμως
    •Χρησμούς θαύμασε
    •Ους τρέφεις αγάπα
    •Aπόντι μη μάχου
    •Πρεσβύτερον σέβου
    •Νεώτερον δίδασκε
    •Πλούτω απίστει
    •Σε αυτόν αιδού
    •Μη άρχε υβρίζων
    •Προγόνου στεφάνου
    •Επι νεκρω μη γέλα
    •Ατυχούντι συνάχθου
    •Χαρίζου ευλαβώς
    •Εξ ευγενών γέννα
    •Επαγγέλου μηδενί
    •Τύχη μη πίστευε
    •Τελεύτα άλυπος
    •Μέτρον άριστον
    •Αδικείαν μίσει
    •Ευσέβειαν φύλαττε
    •Ηδονής κραττείν
    •Βίαν μηδέν πράττειν
    •Τέκνα παιδεύειν
    •Μη θρασύνου
    •Νόμοις πείθου
    •Μελέτει το παν
    •Γαμείν μέλλον καιρόν γνώθι
    •Μη επί παντί λύπου
    •Πίνων αρμόζες
    •Πέρας επιτελεί μη αποδειλιών
    •Το συμφέρον θηρώ
    •Θνήσκε υπερ Πατρίδος
    •Τω βίω μάχου
    •Ευ πάσχε θνητός

  • Πηγή:
    Αντικλείδι

    Διδακτικές ιστορίες από την αρχαία Ελλάδα για το ‘χρέος’

    Ίσως ακούγεται σαν “ατάκα” από την ταινία “Γάμος…αλά Ελληνικά” αλλά πραγματικά το χρέος είναι μια ελληνική υπόθεση από την αρχαιότητα. Έξι ιστορίες από την αρχαία Ελλάδα, που ίσως μας παραδειγματίσουν.

    ΙΣΤΟΡΙΑ 1η : Πώς “διέγραψε” το χρέος του ο Διονύσιος των Συρακουσών

    Λέγεται ότι η πρώτη χρεοκοπία στην ελληνική ιστορία δεν έχει να κάνει με τη “λεηλασία” του ταμείου του ναού της Δήλου (που αναφέρουμε παρακάτω), αλλά με το δάνειο που εισέπραξε από τους υπηκόους του ο σπάταλος τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος. Αυτό που θα πρεπε ίσως να κάνουν σήμερα οι ευρωπαίοι , δηλαδή να “κόψουν” χρήμα, το κανε πρώτος ο Διονύσιος. Στην αρχή προσπάθησε να μαζέψει χρήματα από άλλες πόλεις-κράτη, χωρίς όμως να τα καταφέρει. Αφου είδε ότι δεν έχει αποτέλεσμα αυτή η μέθοδος έδωσε διαταγή, υπό την απειλή θανατικής ποινής, οι συρακούσιοι να του παραδόσουν όλα τα χρήματα τους. Μόλις συγκεντρώθηκαν όλα τα νομίσματα, μετέτρεψε όλες τις δραχμές σε δίδραχμα! Κατόπιν τους τα επέστρεψε κανονικά μόνο που πλέον άξιζαν το μισό. Με τα υπόλοιπα μισά που κράτησε ξόφλησε τα χρέη κι έτσι κατάφερε να εξαφανίσει τα δημοσιονομικά προβλήματα της ηγεμονίας του.

    ΙΣΤΟΡΙΑ 2η: Δήλος 454 πχ. Η πρώτη χρεωκοπία στο κόσμο

    Η “επίσημη” πρώτη πτώχευση στην παγκόσμια ιστορία σημειώθηκε το 454 προ Χριστού στον Ναό της Δήλου. Τον 4ο αιώνα π.Χ. στον Ναό του Απόλλωνα στη Δήλο βρίσκονταν οι θησαυροί της συνομοσπονδίας των ελληνικών πόλεων-κρατών κάτω από την ηγεσία της Αθήνας. Εκεί φυλασσόταν το τεράστιο ποσό των εισφορών των συμμάχων και εκεί γίνονταν οι συναντήσεις των αντιπροσώπων.

    Οι πόλεις-κράτη συνέβαλαν στο ταμείο με τη μορφή οικονομικών πόρων, στρατευμάτων και πλοίων, ενώ τα μέλη είχαν ισότιμη ψήφο στο συμβούλιο που είχε δημιουργηθεί.

    Το ποσό της οικονομικής συμβολής καθοριζόταν από την Αθήνα, η οποία κατάφερε κάποια στιγμή να μεταφερθεί το θησαυροφυλάκιο της Συμμαχίας από τη Δήλο στην Αθήνα, καθώς πολύ σύντομα η Δηλιακή Συμμαχία εξελίχθηκε σε Αθηναϊκή Ηγεμονία.

    Ο Αριστείδης καθόρισε πρώτος το ποσό της εισφοράς για κάθε πόλη με τόσο δίκαιο τρόπο που οι σύμμαχοι τον ονόμασαν “τον δικαιότερο από όλους τους ανθρώπους”.

    Το 454 π.Χ., λοιπόν, και ενώ η περίφημη αθηναϊκή συμμαχία έχει ανασυσταθεί, 13 πόλεις-κράτη προχώρησαν σε δανεισμό από τον Ναό της Δήλου. Οι δέκα πόλεις-κράτη, όμως, δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, προχωρώντας έτσι στην πρώτη… στάση πληρωμών της παγκόσμιας ιστορίας!

    Δύο από τις δέκα πόλεις-κράτη, μάλιστα, δεν μπόρεσαν τελικά να αποπληρώσουν τα χρέη τους, ενώ οι υπόλοιπες οκτώ ζήτησαν αυτό που αποκαλείται… επαναδιαπραγμάτευση χρέους.

    Η στάση πληρωμών στην Αρχαία Ελλάδα δεν ήταν, λοιπόν, άγνωστο φαινόμενο, διότι -όπως λέγεται- οι αρχαίοι Ελληνες ως έμποροι αναγνώριζαν αυτό που αποκαλείται σήμερα συνυπευθυνότητα χρέους – δηλαδή ότι ο δανειστής πρέπει να αναλαμβάνει μερίδιο του ρίσκου αν κάτι πάει στραβά.

    Το θέμα είναι, πάντως, ότι πολλά από τα δάνεια χορηγήθηκαν τότε με τη σίγουρη πρόβλεψη ότι ο οφειλέτης θα αποδειχτεί τελικά ανίκανος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.

    Μετά το “κανόνι” ο Περικλής μετέφερε το ταμείο της Συμμαχίας στην Ακρόπολη της Αθήνας. Εκτοτε οι αποφάσεις λαμβάνονταν μόνο από την Αθήνα και ο φόρος οριζόταν από την Εκκλησία του Δήμου.

    ΙΣΤΟΡΙΑ 3η: Αθήνα 413 π.χ. Παραχάραξη, κίβδηλα, κοπή νομίσματος χωρίς αντίκρυσμα

    Ενώ σήμερα το νόμισμα έχει συμβολική αξία, σε άλλους καιρούς υπήρχε αντιστοίχηση στην αξία του και στο βάρος του μετάλλου.

    Μετά την αποτυχία της Σικελικής Εκστρατείας το 413 π.Χ. η Αθήνα βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Οι αποστασίες πολλών συμμάχων και η συνακόλουθη κατάργηση του συμμαχικού φόρου περιορίζουν τα έσοδά της. Παράλληλα, η αυτομόληση των δούλων των μεταλλείων του Λαυρίου στο στρατόπεδο των Λακεδαιμονίων στη Δεκέλεια συρρικνώνει τα αποθέματα σε άργυρο. Ετσι το 407 η Αθήνα αναγκάστηκε να κόψει χρυσά νομίσματα και ένα χρόνο αργότερα τέθηκαν σε κυκλοφορία υπόχαλκα, δηλαδή κέρματα με αργυρό περίβλημα και χάλκινο πυρήνα

    Πάντως, η παραχάραξη ανέκαθεν ήταν αδίκημα. Απόδειξη ο Νόμος Νικοφώντος, ένα ψήφισμα λίγο μετά την ίδρυση της Β’ Αθηναϊκής Συμμαχίας που προσδιορίζει τα νομίσματα που επιτρέπονταν να κυκλοφορούν. Λαμβάνεται επίσης μέριμνα για τις απομιμήσεις αθηναϊκών τετραδράχμων, ενώ αναφέρεται η κατάσχεση των κίβδηλων νομισμάτων και οι ποινές για τους παραβάτες του νόμου.

    ΙΣΤΟΡΙΑ 4η: Σπάρτη 5ος αιώνας π.χ. Η πρώτη περίπτωση καταγεγραμμένης δημόσιας δανειακής πράξης που γνωρίζουμε

    Γράφει ο Γάλλος οικονομολόγος και τραπεζίτης Ζακ Ατταλί στο τελευταίο του βιβλίο «Παγκόσμια κατάρρευση σε 10 χρόνια;

    Τον 5ο αιώνα π. Χ., οι κυβερνώντες της Σπάρτης και πολλών άλλων συμμαχικών πόλεων – κρατών, ελλείψει χρημάτων, όταν το 431 π. Χ. ξέσπασε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, που τους έφερε αντιμέτωπους με την Αθήνα, δανείστηκαν άτοκα πόρους που δεν μπορούσαν να καταλάβουν: τις αποταμιεύσεις των ιερών της Ολυμπίας και των Δελφών, που προορίζονταν θεωρητικά για τις τελετές και τη συντήρηση των ιερών χωρών».

    Αυτή ήταν μια πρώτη προσέγγιση του «θεσμού», η οποία, ωστόσο, δεν είχε ακριβώς τη μορφή του κρατικού δανείου.

    ΙΣΤΟΡΙΑ 5η: Αθήνα 426 π.χ. Η πρώτη “τρόικα”

    Συνεχίζει ο Ατταλί πιο κάτω:

    Οι Αθηναίοι ήταν αυτοί στους οποίους κατοχυρώνεται και αυτή η «ανακάλυψη καθώς, στο αντίπαλο στρατόπεδο, η Αθήνα, η οποία σταδιακά καταστρεφόταν από αυτό τον πόλεμο, έπρεπε κι εκείνη να δανειστεί από τους ναούς.
    Eτσι, από το 426 π. Χ. έως το 422 π. Χ. οι υπεύθυνοι της πόλης συνήψαν τρία δάνεια με τους ιερείς των ναών της Αθηνάς Πολιάδος, της Αθηνάς Νίκης και της Αρτέμιδος (σ. σ. οι οποίοι, υπό μία έννοια, θα αποτελούσαν και την «τρόικα» της εποχής), έπειτα από ιερά από άλλες περιοχές (σ. σ. ως γνωστόν, ο δανεισμός φέρνει κι άλλον δανεισμό), παροτρύνοντας τον λαό να τους δανείσει τους πόρους του προσφέροντάς του σε αντάλλαγμα κάθε είδους τιμές. Ωστόσο», καταλήγει ο Ατταλί, «οι κινήσεις αυτές δεν απέτρεψαν το τέλος του Xρυσού Aιώνος της Αθήνας, εξαιτίας της καταστροφικής αυτής σύρραξης».

    Ο πόλεμος τελείωσε, όπως τελείωσε, οι κακές συνήθειες όμως, όπως αυτή του κρατικού δανεισμού, δεν κόπηκαν.

    Και μάλιστα, έγιναν χειρότερες, υπό την έννοια ότι οι πρόγονοί μας γρήγορα «συνέλαβαν» και την… ιδέα της αθέτησης υποχρεώσεων.

    Στο ίδιο βιβλίο, λίγο παρακάτω, αναφέρεται ότι «έναν αιώνα αργότερα, 10 από τις 13 πόλεις – κράτη της ναυτικής συμμαχίας, που είχε δημιουργηθεί κατά την ένδοξη εποχή της Αθήνας, αθετούν την εξόφληση των δανείων που είχαν λάβει από το συμμαχικό ταμείο».

    ΙΣΤΟΡΙΑ 6η: 594 π.χ. Σεισάχθεια – Η πρώτη διαγραφή χρέους

    Ο όρος είναι σύνθετος από τα αρχαία ελληνικά, από το “σείω” (ταρακουνώ) + “άχθος” (βάρος, χρέος). Ουσιαστικά σήμαινε την “αποτίναξη των βαρών”.Πριν την απαγόρευσή της από το Σόλωνα, στην Αθήνα ίσχυε ο θεσμός της υποδούλωσης για χρέη: ένας πολίτης που δεν μπορούσε να ξεπληρώσει το δανειστή του έχανε την ελευθερία του

    Τα νομοθετικά μέτρα του Σόλωνα ήταν πολύ τολμηρά, αλλά και δραστικά. Βασίζονταν στην αρχή της δίκαιης ανισότητας και όχι της απόλυτης ισότητας, ενώ επιδίωκαν να αποτρέψουν την εμφύλια διαμάχη και τη διάλυση της πολιτικής κοινότητας της Αθήνας, διατηρώντας παράλληλα την κοινωνική διαστρωμάτωση και την προβολή αυτής της διαστρωμάτωσης στη νομή της εξουσίας.

    Η σεισάχθεια εντασσόταν στα μέτρα επανόρθωσης που έλαβε ο Σόλων. Πιο συγκεκριμένα, καταργούνταν τα υφιστάμενα χρέη ιδιωτών προς ιδιώτες και προς το δημόσιο, καταργήθηκε ο δανεισμός με εγγύηση το “σώμα” (προσωπική ελευθερία) του δανειολήπτη και των μελών της οικογένειάς του, ενώ απελευθερώθηκαν και όσοι Αθηναίοι είχαν γίνει δούλοι λόγω χρεών στην ίδια την Αθήνα και επαναφέρθηκαν στην πόλη όσοι εν τω μεταξύ είχαν μεταπωληθεί στο εξωτερικό.

    Είναι γνωστό ότι με τη “σεισάχθεια” ο Σόλων έδωσε τέλος στην εξάρτηση των φτωχών αγροτών στην Αττική. Εκείνο που δεν είναι γνωστό και παραμένει θέμα διαμάχης ανάμεσα στους ερευνητές είναι η διαδικασία που ακολούθησε προκειμένου να αποκαταστήσει όσους είχαν πέσει θύματα της αυθαιρεσίας των πλουσίων, ακριβώς γιατί δεν υπήρχαν γραπτές διατάξεις (αυτό άλλωστε λέει και ο Σόλων σε ένα από τα ποιήματά του). Το μέτρο άλλοτε συνδέεται με τους εκτημόρους, τους εξαρτημένους αγρότες που καλλιεργούσαν τη γη των προνομιούχων με τη συμφωνία να τους δίνουν το 1/6 της παραγωγής αντί ενοικίου, ενώ άλλοτε με όλους όσους είχαν δανειστεί και καλλιεργούσαν την γη των πλουσίων και ισχυρών με ενέχυρο την προσωπική τους ελευθερία.

    Πηγές: Βήμα, Καθημερινή, Ελευθεροτυπία, Έθνος, Forbes, wikipedia

    by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com

    Πηγή:
    Ο Λύκος

    Το πέρασμα στην εφηβεία αποτελούσε ανέκαθεν ένα ιδιαίτερο κοινωνικό γεγονός σε όλους τους μεγάλους πολιτισμούς από την αρχαιότητα έως τον μεσαίωνα και
    αποτελεί ακόμη μία από τις σοβαρότερες δραστηριότητες στις κοινωνίες του τρίτου και αναπτυσσόμενου κόσμου. Στους αρχαίους Έλληνες το συμφέρον του κράτους
    έπαιρνε την πρώτη θέση σε σύγκριση με τα συμφέροντα του ατόμου . Ο Σπαρτιάτης για παράδειγμα δεν άνηκε καθόλου στους δικούς του αλλά άνηκε ολοκληρωτικά
    στο κράτος. Στις υπόλοιπες Ελληνικές πόλεις οι νόμοι ήταν ποιο επιεικείς. Οι φιλόσοφοι που ασχολιόντουσαν με την αγωγή της νεολαίας τακτικά κατέκριναν
    τις υπερβολές των Σπαρτιατών , εκ των πραγμάτων όμως αναγκάστηκαν να δανειστούν πολλά από αυτούς. Ο απώτερος σκοπός της ελληνικής αγωγής ήταν η πρόοδος
    του κράτους .Τα παιδιά έπρεπε να εκπαιδευτούν και να κατανοήσουν ότι έπρεπε κάποτε να φέρουν κάποιο όφελος στην πόλη, η εφηβεία δε εθεωρείτο η περίοδος
    μύησης των νέων στην πολεμική και κοινωνική ζωή . Οι άρχοντες και ο λαός γνωρίζανε την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης φάσης των νέων και είχαν καταρτίσει
    ειδικά προγράμματα εκπαίδευσης για τους έφηβους τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με την σημερινή στρατιωτική θητεία, αλά ήταν ένα πρόγραμμα προετοιμασίας
    των νέων για να μπορέσουν να γίνουν ενεργοί πολίτες, άξιοι μαχητές και υπεύθυνοι οικογενειάρχες. Τα αποδοτικότερα προγράμματα εκπαίδευσης των νέων στην
    αρχαία Ελλάδα εφαρμόζονταν στην Αθήνα με τον όρο (έφηβος) , οι Σπάρτη με τον όρο (κρύπτης) και η Μινωική Κρήτη με τον όρο (αγέλης). ΑΘΗΝΑ Στην αρχαία Αθήνα
    το παιδί έως επτά ετών δεν έπαιρνε καμία μορφή μόρφωσης . Το παιδάκι πολύ σπάνια αποχωριζόταν από την μητέρα του και ζούσε μαζί της στον γυναικωνίτη η
    στο υπόγειο του σπιτιού αφήνοντας έτσι τον άντρα στο διαμέρισμα του πάνω ορόφου, την συνόδευε δε σε όλες τις θρησκευτικές τελετές π.χ. στην γιορτή των
    Θεσμοφορίων και συμμετείχε σε όλες τις οικογενειακές εορτές. Τον 5ο αιώνα στην Αθηναϊκή αριστοκρατία διαδόθηκε η Λακωνομανία ,όπου οι Λακεδαιμόνιες παραμάνες
    έγιναν περιζήτητες στην Αθηναϊκή αριστοκρατία. Αυτές έδιναν στα παιδιά της Αθήνας τραχεία Σπαρτιάτικη αγωγή, δεν τα φασκιώνανε δεν τα καλομαθαίνανε στο
    φαγητό , δεν τα κουκουλώνανε όταν κοιμότανε ,τα μαθαίνανε να μην φοβούνται την μοναξιά και το σκοτάδι, να μην είναι απαιτητικά και να μην κλαίνε. Εδώ μπορούμε
    να πούμε είναι ότι αυτοί που έδιναν την πρώτη διδασκαλία στα παιδιά της Αθήνας είναι οι μητέρες του και οι τροφοί όταν τραγουδούσαν στο παιδί όχι μόνο
    νανουρίσματα και τραγούδια αλλά όταν έφτανα στην κατάλληλη ηλικία να καταλάβουν τις ιστορίες της παράδοσης. Ξέρουμε επίσης πως το ανυπάκουο παιδί το απειλούσανε
    με διάφορους (μπαμπούλες) που τα ονόματα τους ήταν ((Ακκώ, Αλφιτώ, Γελλώ, Γοργώ, Έμπουσα, Λάμια, Μορμώ ή Μορμολύκη ,Εφιάλτης :κοπάδι μεγάλο και τρομαχτικό!
    Ο λύκος χρησίμευε και αυτός σαν φόβητρο καθώς βλέπουμε στον μύθο του Αισώπου (Ο λύκος και η Γριά ). Στα φρόνιμα παιδιά διηγιόντουσαν διασκεδαστικές ιστορίες
    όπου τα ζώα είχαν τον πρώτο ρόλο .Απ#8217;αυτούς τους μύθους έβγαινε ένα δίδαγμα ,το δίδαγμα της πείρας και κατά συνέπεια μια διδασκαλία . Χωρίς αμφιβολία
    οι μητέρες και οι τροφοί έβαζαν τα παιδιά στην μυθολογία και στους εθνικούς μύθους. Τους μετέδιδαν αυτά που είχαν μάθει στην παιδική τους ηλικία και αργότερα
    πηγαίνοντας στις θρησκεύτηκες εορτές τα έβλεπαν σαν έργα τέχνης. Τα ετοίμαζαν έτσι για την μελέτη των ποιημάτων του Ομήρου και του Ησίοδου που γινόταν
    από τον γραματιστή (τον δάσκαλο της ανάγνωσης). Αξίζει να αναφέρουμε ένα τραγούδι από μία τροφό που φρόντιζε τον γιο του Αγαμέμνονα . Μα τον Ορέστη μου
    ,την έγνοια της ψυχής μου, π’ από μάνας κοιλιά δέχτηκα κ’ ανέθρεψα τον’ πόσα ξενύχτια ορθή στο πόδι απ΄τις φωνές του και πόσα βάσανα ανωφέλευτα για μένα
    δεν πέρασα! Γιατί, σαν αισθάνεται είναι σαν κουτάβι που πρέπει με το νου να βρίσκεις ότι χρειάζεται, και μες τα σπάργανα του το βρέφος δεν μιλά για να
    σου πει αν έχει ή πείνα ή δίψα ή άλλη προς νερού του ανάγκη, μα μόνη της δουλεύεται η κοιλιά του βρέφου. Κι έπρεπε μάντης νάμουνα ,μα πάντα βέβαια γελιόμουν
    και πολλές φορές κι ανάγκη τότε νάπλυνα τα σκουτιά ,η ίδια πλύστρα και βάγια και μ’ αυτές που είχα πάνω μου τις διπλές τέχνες του ανάλαβα του βασιλιά μας
    του Ορέστη. Αυτά μέχρι να γίνει το παιδί επτά ετών ,γιατί από εκεί και πέρα άλλαζαν όλα ριζικά. Το παιδί παίρνεται από τα μητρικά χέρια και παραδίδεται
    σε έναν παιδαγωγό . Ο παιδαγωγός είναι αυστηρός και η βέργα του είναι το κύριο επιχείρημα και η βασική μέθοδος αγωγής ,συνοδεύει τον νεαρό του κύριο παντού
    :στο σχολείο στην παλαίστρα στις δημόσιες τελετές ,βαδίζει πάντα πίσω του κουβαλώντας τα βιβλία του τις πλάκες τα μουσικά όργανα και οτιδήποτε άλλο χρειαστεί
    ο νεαρός μαθητής . Στον δρόμο προσέχει να μην πιάσει το παιδί συζήτηση με κάποιον , να βαδίζει με χαμηλωμένο το κεφάλι, τα μάτια να είναι καρφωμένα στην
    γη να κάνει στην άκρη όταν συναντάει κάποιον ηλικιωμένο. Στο σπίτι ο παιδαγωγός είναι υποχρεωμένος να μάθει καλούς τρόπους στο παιδί :ένα παιδί απαγορεύεται
    να συζητάει με τους μεγάλους , η να γελάει με χάχανα ,δεν είναι σωστό να κάθεται με σταυρωτά τα πόδια ή το ένα πόδι πάνω στο άλλο και ούτε να στηρίζει
    το πηγούνι πάνω στο χέρι του, επίσης όταν τον τρώει το δέρμα του απαγορεύεται να ξύνεται μπροστά στον κόσμο αλλά στα κρυφά όσο μπορεί ποιο απαρατήρητα
    , δεν επιτρέπεται να παίρνει φαγητό μόνος του αλλά ούτε και να το ζητάει, το ψωμί το πιάνει πάντα με το αριστερό ενώ τα άλλα φαγητά με το δεξί. Τα παστά
    τα πιάνουν πάντα με τα δύο δάκτυλα , ενώ το κρέας το ψάρι και το ψωμί με τα τρία, αν στο δωμάτιο μπαίνει κάποιος ηλικιωμένος το παιδί πρέπει να σηκώνεται
    όρθιο. Ο παιδαγωγός έχει ακόμη μία πιο σημαντική αποστολή : πρέπει να είναι ο μόνιμος συνοδός του παιδιού έως την εφηβεία ,πρέπει να τον επιβλέπει συνέχεια
    ,για την ηθική διαμόρφωση του χαρακτήρα του , να του απαγορεύει συναντήσεις με ύποπτα άτομα ή να πλησιάζει σε χώρους όπου μπορεί να δει η να ακούσει πράγματα
    τα οποία θα είναι επικίνδυνα για την διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Όση ώρα είναι το παιδί στο σχολείο ο παιδαγωγός κάθεται συνήθως στην ίδια αίθουσα διδασκαλίας
    και ακούει τον μαθητή. Έτσι αφού ήταν στο μάθημα τελειώσει ο παιδαγωγός θα μπορεί αργότερα στο σπίτι να βοηθήσει το παιδί να επαναλάβει τα μαθήματα του.
    Οι δάσκαλοι καθόταν σε καρέκλες που η πλάτη και τα πόδια ήταν κυρτά. Οι καρέκλες αυτές λεγότανε θρόνοι και είναι οι πρόδρομοι των εδρών. Οι μαθητές οι
    παιδαγωγοί και οι βοηθοί του δασκάλου καθόταν σε σκαμνάκια με ίσια πόδια και χωρίς ράχη. Δεν υπάρχουν τραπέζια ,στις κέρινες πλάκες τους που ήταν πολύ
    σκληρές έγραφαν ακουμπόνταστες πάνω στα γόνατα τους ή έβαζαν πάνω σ’ άυτές ένα φύλλο παπύρου. Σε μία τέτοια τάξη ο Δημοσθένης θα πει στον Αισχίνη που ήταν
    γιος βοηθού ενός δασκάλου. Όταν ήσουνα παιδί ανατράφηκες πολύ φτωχικά , βοηθώντας τον πατέρα σου που έκανε χρέη βοηθού σ’ ένα σχολείο . Ετοίμαζες το μελάνι
    ,έπλενες τα θρανία ,σκούπιζες την αίθουσα είχες την θέση του δούλου και όχι ελευθέρου παιδιού. Στην Αθήνα δεν υπήρχαν δημόσια σχολεία ,υπήρχαν πάρα πολλά
    αλλά όλα άνηκαν σε ιδιωτικούς δασκάλους. Στο σχολείο ο δάσκαλος μόλις τα παιδιά μάθουν να διαβάζουν ,τα βάζει να διαβάζουν δυνατά στην τάξη, καθισμένα
    πάνω σε σκαμνάκια ,τους στίχους των μεγάλων ποιητών και τ’ αναγκάζει να τους αποστηθίσουν. Οι κιθαριστές με την σειρά τους όταν ο μαθητής ξέρει πια να
    παίζει το όργανο όργανό του ,τον βάζουν να μάθει και άλλα ωραία έργα των λυρικών ποιητών. Πριν τον πέμπτο αιώνα αρκούσε κάποιος να ξέρει να γράφει και
    να διαβάζει για να κάνει τον δάσκαλο. Δεν χρειαζόταν να έχει κανένα δίπλωμα . Οι δάσκαλοι και κυρίως οι βοηθοί θα πρέπει να πληρώνονταν από τα χρήματα
    που έδιναν οι γονείς των μαθητών και θα πρέπει να έπαιρναν πολύ λίγα χρήματα από το δεύτερο ήμισυ του πέμπτου αιώνα με την εμφάνιση των σοφιστών άρχισαν
    να εμφανίζονται πραγματικοί καθηγητές με κύρος και με καλές αμοιβές για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν. Το παιδί άρχιζε πρώτα να μαθαίνει να διαβάζει μετά
    να γράφει .Έπρεπε πρώτα πρώτα να μαθαίνει να λέει απ’ έξω τα ονόματα των γραμμάτων της αλφαβήτου και τα χάραζε στην μνήμη του με μνημονικούς στίχους. Στην
    αρχαία Αθήνα προχωρούσαν αργά ,από το πιο απλό στο πιο περίπλοκο ,από το γράμμα στην συλλαβή με δύο γράμματα (βήτα και άλφα = βα ),ύστερα στη συλλαβή με
    τρία και τέσσερα γράμματα και ασκούν το παιδί με λέξεις πολύ σπάνιες και δύσκολες ,όπως λυγξ. Δεν κάνουν καμία προσπάθεια να του κάνουν τα πράγματα ποιο
    εύκολα. Ίσα-ίσα πίστευαν πώς όταν υπερνικηθεί η πιο μεγάλη δυσκολία ,αυτό που υπομένει θα το μάθει πιο εύκολα. Υπήρχαν συλλαβιτάρια στα οποία οι συλλαβές
    κάθε λέξεις ήταν χωρισμένες. Η ανάγνωση θα πρέπει να ήταν πολύ δύσκολη γιατί δεν χρησιμοποιούσαν σημεία στίξεις αλλά δεν υπήρχαν και διαστήματα ανάμεσα
    στις λέξεις. Ο μαθητής μάθαινε να διαβάζει δυνατά και ποτέ από μέσα του. Οι νεαροί μαθητές ή διαβάζανε μόνοι τους με δυνατή φωνή η έβαζαν κάποιο δούλο
    να τους διαβάζει. Στη συνέχεια το παιδί μάθαινε να γράφει τα γράμματα σε μία ξύλινη πλάκα , που είχε ένα πλαίσιο και στο εσωτερικό του και στο εσωτερικό
    του πλαισίου υπήρχε κερί ,πάνω στο οποίο χάραζαν τα γράμματα με ένα μυτερό εργαλείο ή μαχαιράκι (γραφίς) που στο άλλο άκρο ήταν πλατύ και στρόγγυλο για
    να μπορούν να σβήνουν .Αυτές οι πλάκες άλλοτε ήταν απλές άλλοτε διπλές ,τριπλές ή τετραπλές και στις τελευταίες τα διάφορα κομμάτια συνδέονταν μεταξύ τους
    με στρόφιγκες η με σπάγκο που τον περνούσαν μέσα από τρύπες. Ο δάσκαλος έγραφε πρώτα ελαφρά τα γράμματα πάνω στο κερί και ο μαθητής έγραφε από πάνω πατώντας
    δυνατότερα την πένα του. Έγραφαν επίσης με μελάνη πάνω σε φύλα παπύρου. Το μελάνι ήταν πηχτό ,το κοπάνιζε και μετά το διέλυε ο δάσκαλος ή ένας βοηθός του
    για πένα χρησιμοποιούσαν ένα καλάμι που το σκιζαν στην άκρη. Χρησιμοποιούσαν επίσης όστρακα (κομμάτια αγγείων) που χρησίμευαν κυρίως για να κάνουν σχέδια
    γραφής. Οι μαθητές χρησιμοποιούσαν επίσης χάρακες σε σχήμα σταυρού ,τους χρησιμοποιούσαν με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι τα γράμματα σε μία ευθεία και να
    είναι το ένα κάτω από το άλλο. Η διάταξη αυτή λέγεται στοιχηδόν .Ίσως να γινότανε διαγωνισμοί καλλιγραφίας ανάμεσα στους μαθητές σαν αυτούς που γινόταν
    στους ελληνιστικούς χρόνους. Με μεθόδους τόσο πρωτόγονες η εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής διαρκούσε πολύ καιρό, συνήθως διαρκούσε τρία έως τέσσερα χρόνια
    .Το παιδί ήξερε να διαβάζει και να γράφει σχετικά καλά, στην αρχή το έβαζαν να μαθαίνει στοίχους απ’ έξω .Έπειτα κομμάτια ποιητών όλο και ποιο μεγάλα και
    ιδίως του μεγαλύτερου ποιητή του Όμήρου. Ο ρήτορας Ηράκλειτος έγραψε κάποτε: Από την πιο τρυφερή ηλικία στο άδολο πνεύμα του παιδιού που κάνει τις πρώτες
    σπουδές ,δίνουν τον Όμηρο για τροφή : είναι πολύ σωστό να ρουφάει το πνεύμα μας από τα σπάργανα το γάλα των στοίχων του . Μεγαλώνουμε και είναι πάντα κοντά
    μας. Η αριθμητική συμπλήρωνε τελικά την διδασκαλία. Στο σύστημα αγωγής των Ελλήνων η μουσική μόρφωση των νέων ήταν ένας από τους βασικότερους παράγοντες
    της εκπαίδευσής τους. Από ιστορική άποψη ο η διδασκαλία της μουσικής θα πρέπει να άρχισε πολύ παλαιότερα από την διδασκαλία των γραμμάτων .Σε όλες τις
    εποχές οι Έλληνες μάθαιναν μουσική και χορό και θεωρούσαν την εκμάθηση του τραγουδιού και του των μουσικών οργάνων σαν την βάση της παίδευσης των ελευθέρων
    πολιτών. Ήδη από την Ομηρική εποχή οι τραγουδιστές ,οι αοιδοί ,που υμνούσαν τα παλιά κατορθώματα περιβάλλονταν με εκτίμηση και σεβασμό όπως δηλώνει ο Οδυσσέας
    στους Φαίακες. Γιατί έχουν δόξα και τιμή στη γη οι τραγουδιστές απ’ ολους ,που τους έμαθε να τραγουδούν η Μούσα και αγάπησε το γένος τους ξέχωρα απ όλα
    τ’ αλλα. Είναι χαρακτηριστικό πως το ίδιο το όνομα της μουσικής προέρχεται από τις Μούσες ,τις θεές που προεδρεύουν σε κάθε καλλιτεχνική και πνευματική
    δραστηριότητα του ανθρώπου. Η μουσική φαινόταν αληθινά στους Έλληνες σαν το ουσιαστικό μέρος και σαν το καλύτερο σύμβολο κάθε μόρφωσης .Ο άνθρωπος ο πραγματικά
    μορφωμένος είναι ο μουσικός ανήρ . Χαρακτηριστικό είναι η μουσική προσφορά που οι επιζώντες κάνουν στους συγκενείς ή στον φίλο που δεν υπάρχει πια . Χρειάζεται
    αυτό το φτωχό σώμα που πιστεύουν πως ζει κάτω από την γη κάτι άλλο από προσφορές :του χρειάζεται η πνευματική ευχαρίστηση .Να γιατί μέχρι τον τάφο φροντίζουν
    να δώσουν χαρά κάνοντας να φτάσουν οι ήχοι της μελωδίας που τον μάγευαν σε όλη του την ζωή. Λένε πώς η μουσική εξημερώνει τα ήθη , αλλά για τους Έλληνες
    ήταν η πρώτη κατάσταση του πολιτισμού και κάθε τροποποίηση που γινόταν στην τεχνική της μουσικής τους φαινόταν επικίνδυνη και ικανή ν’ αλάξη την ηθική
    ισορροπία όλου του σώματος της πολιτείας και ολόκληρου του κράτους. Ο νεαρός Αθηναίος μόλις μάθαινε να γράφει και να διαβάζει έπρεπε να αρχίσει να μαθαίνει
    μουσική. Στα Αθηναϊκά σχολεία η μουσική άρχιζε μαζί με την λογοτεχνία. Πρώτο χρέος των παιδιών η σιωπή , τσιμουδιά να μην βγάζουν , στους δρόμους με τάξη
    και μαζί, γειτονόπουλα αν ήταν , γραμμή να βαδίζουν να πάνε να ακούσουν της κιθάρας το μάθημα , δίχως χοντρό πανωφόρι , και ας έπεφτε χιόνι. Στο πρόγραμμα
    εκπαίδευσης προέβλεπε μαζί με την ανάπτυξη του μυαλού ταυτόχρονα ξεκινούσε και η σωματική ανάπτυξη. Στην Αθήνα και την Σπάρτη το πρόγραμμα της γυμναστικής
    ήταν καθορισμένο με νόμο και ήταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του κράτους ,υπήρχαν δε παιδαγωγοί και ειδικοί υπάλληλοι που παρακολουθούσαν την τήρηση των
    αποφάσεων. Οι νεαροί Αθηναίοι εκπαιδευόντουσαν στις παλαίστρες από τα δώδεκα τους χρόνια. Οι παλαίστρες όπως και τα σχολεία ήταν ιδιωτικές και έφεραν το
    όνομα του ιδιοκτήτη τους , σε αντίθεση με τα γυμνάσια που ήταν κρατικά . Στις παλαίστρες κυριαρχούσε ο παιδοτρίβης που ήταν υπεύθυνος για την σωματική
    εκπαίδευση των νέων ,κυκλοφορούσε ανάμεσα στους νέους και διηύθυνε τις ασκήσεις με μία μακριά διχαλωτή βέργα με την οποία τιμωρούσε τους απείθαρχους, φορούσε
    πορφυρή χλαμύδα και την έβγαζε μόνο όταν ήταν να δείξει στα παιδιά κάποια άσκηση. Έχει συχνά κάτω από τις διαταγές του βοηθούς που τους διαλέγει ανάμεσα
    από τους μαθητές του . Παρακολουθούσε επίσης το παράστημα των μαθητών που έπρεπε να βαδίζουν ίσια με τις μύτες των ποδιών τους προς τα έξω. Τρία ήταν τα
    ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής γυμναστικής :η τέλεια γυμνότητα του αθλητή (η λέξη γυμναστική προέρχεται από την λέξη γυμνός), η χρήση αλοιφών από
    λάδι και το παίξιμο του αυλού όσο κρατούσαν οι ασκήσεις. Τα απαραίτητα εφόδια για ένα παιδί που πήγαινε στην παλαίστρα είναι :το σφουγκάρι για την καθαριότητα
    ,το μικρό αγγείο για το λάδι (αλάβαστρος) και η μπρούτζινη ξύστρα (στλεγγίς ή στελγίς) Οι κύριες σωματικές ασκήσεις των νέων στην παλαίστρα ήταν η πάλη,
    ο δρόμος το άλμα ο δίσκος και το ακόντιο. Σε κάθε παλαίστρα υπήρχε τουλάχιστον ένας αυλητής .Η δουλεία του ήταν όχι μόνο να ρυθμίζει τις ασκήσεις ευκαμψίας
    αυτό που σήμερα ονομάζουμε σουηδική γυμναστική αλλά ακόμη και την ρίψη του δίσκου η του ακοντίου αλλά και άλλα αθλήματα. Από την εποχή του Πεισιστράτου,
    τον έκτο αιώνα γινόταν στην γιορτή των Παναθηναίων ένας αγώνας που συμμετείχαν μόνο παιδιά ,το πένταθλο, που περιελάμβανε πέντε αγωνίσματα :την πάλη ,τον
    δρόμο ,το πήδημα, την ρίψη δίσκου ,και το ακόντιο. Η πάλη ήταν το κατεξοχήν αγώνισμα ,αυτή είχε δώσει και το όνομά της στις παλαίστρες. Τα παιδιά αρχίζουν
    ισιώνοντας το έδαφος με ένα φτυάρι εργαλείο. Έπειτα τα παιδιά αγωνίζονταν δύο- δύο με τα κεφάλια χαμηλωμένα ,τα μπράτσα τεντωμένα μπροστά και προσπαθούσαν
    να πιάσουν τον αντίπαλο τους η από τον καρπό η από τον λαιμό ή από την μέση. Τα αγωνίσματα του δρόμου ήταν πολλά :δρόμος ταχύτητας ,μήκος σταδίου (διαφορετικά
    από πόλη σε πόλη περίπου όμως τετρακόσια είκοσι μέτρα ) η διπλού σταδίου (δίαυλος) ή τετραπλού σταδίου (ίππιος) και ο δρόμος μεγάλου μήκους που μπορούσε
    να φτάσει μέχρι είκοσι τέσσερα στάδια .δηλ. περισσότερα από τέσσαρα χιλιόμετρα . Στο πήδημα οι Έλληνες φαίνεται ότι συνήθιζαν μόνο το άλμα εις μήκος μετά
    φοράς. Και στο αγώνισμα αυτό όπως και στην πάλη ,τα παιδιά πρώτα ίσιωναν με το φτυάρι το έδαφος στο σημείο που θα έπεφταν μετά το άλμα. Εκείνο που κάνει
    εντύπωση είναι ότι είναι ότι δεν βλέπουμε σχεδόν ποτέ μέσα στους άλλους αγώνες την κολύμβηση, ενώ οι Έλληνες είναι ναυτικός λαός ,πολύ σπάνιες είναι επίσης
    οι κωπηλασίες και οι λεμβοδρομίες. Ίσως εξηγείται το γεγονός ότι οι Έλληνες ήρθαν από βορρά από ηπειρωτική περιοχή και τα αγωνίσματα καθορίσθηκαν σύμφωνα
    με την παράδοση. Στο δέκατο έκτο έτος της ηλικίας η έτος της ηλικίας η εκγύμναση των νέων σε γενικές γραμμές τελείωνε ,τα παιδιά των φτωχών άρχιζαν να
    εργάζονται διότι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν σε ανώτερα σχολεία . Τα παιδιά των πλουσίων όμως σπούδαζαν ακόμη για δύο χρόνια στο
    πανεπιστήμιο , ήταν δηλαδή κάτω από την εκπαίδευση και παρακολούθηση της ομάδος ενός σοφιστή , ενός φιλοσόφου η ενός ρήτορα στον οποίον οι γονείς του πλήρωναν
    πολλά χρήματα. Ο νεαρός Αθηναίος στην εποχή του Περικλή μελετάει την διδασκαλία του Αναξαγόρα διαβάζει μα θαυμασμό τις αστρονομικές θεωρίες του Μέτωνα
    ,συζητάει με πάθος για τα φιλοσοφικά έργα του Δήμωνα και του Πρωταγόρα και ενημερώνεται για πρώτη φορά για τις τολμηρές απόψεις των σοφιστών. Στα δεκαοκτώ
    τους οι νέοι της Αθήνας ήξεραν να διαβάζουν να γράφουν να χορεύουν να τραγουδούν και να παίζουν λίρα και αυλό, ξέρανε επίσης να κολυμπάνε να ιππεύουν ,
    να παλεύουν να τρέχουν και να πηδάνε. Είχαν μάθει να απαγγέλλουν στίχους από τα έργα του Ομήρου και του Ησιόδου και από άλλους λυρικούς ποιητές αλλά πάνω
    απ’ όλα ήξεραν να φέρονται σε κάθε συναναστροφή , ήταν δηλαδή τέλειοι νέοι. Αλλά στα δεκαοχτώ τους οι νέοι της Αθήνας για να μπορούν να θεωρούνται Αθηναίοι
    πολίτες ,έπρεπε να περάσουν άλλη μία δοκιμασία ,την δοκιμασία της εφηβείας ,μία δοκιμασία με καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα. Οι καθοδηγητές της εκλεγόταν
    κατευθείαν από το κράτος και ο ανώτερος διοικητής άνηκε στους στρατηγούς. Οι έφηβοι εδώ παίρνανε καθαρά στρατιωτική εκπαίδευση στα δεκαοχτώ τους γινότανε
    μαχητές και με την επίβλεψη του επίσημου κράτους προετοιμαζόντουσαν για την προοπτική του πολέμου. Μάθαιναν να υπερασπίζονται την πατρίδα με το όπλο στο
    χέρι. Τον μήνα Βοηδρομιώνα στον ναό της Αγλάυρου ο νέος της Αθήνας πάνοπλος μαζί με τους συντρόφους του καλούνταν να δώσει τον όρκο με τον οποίο θα τον
    χώριζε για πάντα από την παιδική του ηλικία. Ο όρκος του έφηβου ήταν ο εξής. Θα κρατώ τα όπλα αυτά και δεν θα τα ντροπιάσω και μόνος και με συντροφιά και
    εδώ και όπου λάχω. Θα πολεμήσω ακούραστα και αφρόντιστα θα πέσω Και την πατρίδα μιά φορά μεγάλη θα την κάνω Και τους δικαίους θ’ αγαπώ και θα τιμώ τους
    νόμους. Θα κατατρέχω τον κακό ,θα σφάζω τον προδότη, κι αν ίσως ψέματα μιλώ, κολάστε με θεοί μου! Από τον Ξενοφώντα και τον Πλάτωνα μαθαίνουμε ότι καθ’
    ολη την διάρκεια της δοκιμασίας οι έφηβοι περνούσαν την ζωή τους στην ύπαιθρο . (Να τρέχεις στις πεδιάδες να κυνηγάς στα βουνά, να συνηθίσεις να υποφέρεις
    την πείνα ,αυτός που δεν σκοτώνει τίποτα τρέφεται με χόρτα). Η στρατιωτική προετοιμασία των εφήβων ήταν πολύπλευρη. Οι παιδοτρίβες τους ασκούσαν καθημερινά
    στις παλαίστρες και στα γυμνάσια ,ο οπλομάχος διηύθυνε τις ασκήσεις πεζικού .Ο ακοντιστής δίδασκε την ρίψη του ακοντίου ,ο τοξότης την χρήση του τόξου
    και ο αφέτης την χρήση του καταπέλτη. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτοί υπήρχαν και οι σωφρονιστές οι οποίοι ήταν ειδικά διαλεγμένοι για να παρακολουθούν την συμπεριφορά
    και την πειθαρχεία των εφήβων. Τον τέταρτο αιώνα εμφανίστηκαν οι κοσμητές οι οποίοι αντικατέστησαν τους σοθρονιστές. Οι κομιστές εκλέγονταν για ένα χρόνο
    από τους πιο σεβαστούς πολίτες σ’ αυτούς υπαγόταν οι καθηγητές των εφήβων ή διοριζόταν από τους ίδιους. Κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης οι έφηβοι κοιμόταν
    τυλιγμένοι με τις χλαμύδες όπου τους έβρισκε η νύχτα. Ο Πλάτωνας απαιτούσε οι νέοι να μαθαίνουν την ταχτική του πολέμου, την πορεία και την τέχνη της στρατοπεδίας,
    τα οποία μάθαιναν οι έφηβοι τον πρώτο χρόνο της εκπαίδευσης τους. Με το πέρας του πρώτου χρόνου οι έφηβοι οπλισμένοι με ασπίδα και ακόντιο παρουσιαζόταν
    σε μία επιθεώρηση ένα είδος οργανωμένης παρέλασης στον περίβολο του θεάτρου. Στην αρχαία Αθήνα το στράτευμα αποτελούταν από 42 σειρές ,ηλικίας από 19 έως
    60 ετών και κάθε σειρά είχε και τον επώνυμο Ήρωα της. Όλοι οι έφηβοι της Αθήνας έκαναν θητεία δύο χρόνων φρουράς στα σύνορα σαν περίπολοι φύλακες , όπου
    συντηρώντουσαν ,παρατηρούσαν , σκεφτόντουσαν ,αποφασίζανε και δρούσαν τελείως μόνοι τους , η ενδυμασία τους δε ήταν μόνο τα μαύρα ρούχα. Ο βασικότερος
    χώρος εκπαίδευσης των νέων της Αθήνας ήταν τα σύνορα με την Βοιωτία , τόπος ορεινός και άγριος που κατοικούταν μόνο από βοσκούς και κυνηγούς. Επίσης η
    παραπάνω περιοχή ονομάζονταν Μέλαιναι ή Μελανία Χώρα (μαύρη γη) και ήταν υπό αμφισβήτηση και από τις δύο πόλεις. Η θητεία τους ήταν περίοδος εκπαίδευσης
    και τέλειας απομόνωσης από την οικογένεια τους και την κοινωνία και όπως είναι φυσικό θα πρέπει να επέφερε στους έφηβους αφόρητη ψυχική και σωματική κούραση
    , διότι για δύο χρόνια ήταν μακριά από την πόλη χωρίς να έχουν καμία κοινωνική επαφή ,αλλά παράλληλα ήταν υπεύθυνοι για την φύλαξη και ασφάλεια της Αθηναϊκής
    επικράτειας, μάθαιναν να χρησιμοποιούν οποιονδήποτε τρόπο η μέσον που θα τους έδινε την νίκη . Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε ένα μύθο που εκτυλίχθηκε στην
    Μελανία Χώρα. Την εποχή που αναφέρεται ο μύθος βασιλιάς των Βοιωτών ήταν κάποιος με το όνομα Ξάνθος ενώ στην Αθήνα ήταν ο Θυμοϊτης. Οι δύο βασιλιάδες αποφάσισαν
    να μονομαχήσουν για διευθετήσουν την εδαφική διαφορά ανάμεσα στις δύο πόλεις. Την τελευταία στιγμή όμως ο Θυμοϊτης φυγομαχεί με την δικαιολογία ότι ήταν
    ηλικιωμένος ,στο αθηναϊκό στράτευμα παρουσιάζεται κάποιος Μέλαθρος ,που δέχεται να πολεμήσει στην θέση του Θυμοϊτη με την προϋπόθεση ότι θα γίνει αυτός
    βασιλιάς. Ενώ η μάχη ανάμεσα στον Μέλαθρο και τον Ξάνθο εξελισσόταν ,γυρίζει ο Μέλαθρος και λεει στον αντίπαλο του : Ξάνθε παραβαίνεις τους κανόνες της
    μονομαχίας .Ποιος είναι αυτός που είναι δίπλα σου? Ξαφνιασμένος ο Ξάνθος γυρίζει να δει ποιος είναι δίπλα του και ο Μέλαθρος βρίσκει την ευκαιρία και τον
    σκοτώνει . Εδώ βλέπουμε ότι η απάτη συμβάλει καθοριστικά για την έλευση της τελικής νίκης. Ο Αριστοτέλης παρουσιάζει την παραπάνω περίοδο σαν στρατιωτική
    θητεία ,αλλά σίγουρα ήταν κάτι πολύ περισσότερο διότι η εκπαίδευση των νέων ξεκινούσε ουσιαστικά στα 16 και τελείωνε στα 20 περιελάμβανε δε πέρα από την
    στρατιωτική εκπαίδευση και πολλά αλλά θέματα. Με το τέλος της θητείας τους στα σύνορα οι νέοι θεωρόντουσαν πολίτες και οπλίτες. Απαραίτητες προϋποθέσεις
    για να θεωρηθεί ο νέος οπλίτης ήταν ο γάμος και η ένταξη του στην φάλαγγα των οπλιτών. Οι Αθηναίοι διατηρούσαν καταλόγους με τους πολίτες που μπορούσαν
    να στρατολογηθούν . Στις εκστρατείες συμμετείχαν κατ’ αρχάς όσοι δεν είχαν συμμετάσχει στο παρελθόν. Πέρα από τις εκστρατείες από τις σειρές εκλεγόντουσαν
    οι δημόσιοι διαιτητές και οι άρχοντες της πόλης. Από την τελευταία σειρά ( 60 ετών- των γερόντων) εκλέγονταν οι άρχοντες. ΣΠΑΡΤΗ Οι Δωριείς οι κατακτητές
    της Λακωνικής γης εξαιτίας του μικρού τους αριθμού αλλά και ζώντας σε μία χώρα από υποταγμένους λαούς που κατά βάθος ήταν εχθροί και περιτριγυρισμένοι
    από εχθρικούς λαούς αναγκάστηκαν να ζουν σαν σε στρατόπεδο για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους σαν ελληνικό φύλο. Για να εξασφαλίσουν την
    κυριαρχία στην περιοχή έπρεπε να δυναμώσουν από την παιδική ηλικία το θάρρος και την ενεργητικότητα κάθε μελλοντικού πολίτη. Στη Σπάρτη σε αντίθεση με
    την Αθήνα η εκπαίδευση των νέων είχε καθαρά στρατιωτικό προσδιορισμό μιας και η κοινωνία της Σπάρτης είχε καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα. Η ανατροφή των
    νέων απασχολούσε ιδιαίτερα την πολιτεία. Όποιο παιδί γεννιότανε δύσμορφο και όχι τέλειο το θανάτωναν ,επειδή δεν θα γινόταν καλός στρατιώτης. Τα υγιή παιδιά
    από την γέννηση τους ανήκαν στην πολιτεία η οποία τα εμπιστευόντουσαν στις μητέρες τους μέχρι το 7ο έτος ,για να τα αναθρέψουν. Από το 7ο μέχρι το 18ο
    τα αναλάμβανε η πολιτεία. Κατά το διάστημα αυτό οι νέοι ζούσαν οργανωμένοι σε αγέλες οι οποίες ήταν χωρισμένες βασικά σε δύο ομάδες ,σε μία ομάδα συνομηλίκων
    που ονομάζονταν (βούα) που τις διοικούσαν οι ποιο μεγάλοι από τους είρηνες και διαιρούνται σε λόχους που τις οδηγεί το ποιο συνετό από τα αγόρια και τον
    ονομάζουν βουαγό και σε μία ομάδα με παιδιά διαφορετικής ηλικίας που λέγονταν (ίλη). Τα αγόρια της Σπάρτης σύμφωνα με την ηλικία τους διαιρώντουσαν στους:το
    αγόρι από οκτώ ετών ονομάζονταν μειράκιον ή λυκόπουλο (ρωβίδας ,προμικκιζόμενος, μικκιζόμενος, πρόπαις), ,από δώδεκα έως τα δεκαπέντε (πρωτοπάμπαις, ατροπάμπαις,
    μελλείρην (μελλέφηβος)-τέλος από τα δεκαέξι μέχρι τα είκοσι είρην .Οι ίλες αντιστοιχούσαν σε παιδικές ομάδες με καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα, τα παιδιά
    εξασκούνταν στην χρήση όπλων ,στην εκτέλεση αποστολών και στην σιδερένια πειθαρχεία:η ατομικότητα εξαφανίζονταν ενώ η ομαδικότητα ήταν ο βασικός σκοπός
    της εκπαίδευσης. Κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης τα παιδιά βασικά μάθαιναν γραφή και ανάγνωση κάτω από την καθοδηγήσει των παιδονόμων και ασκούνταν στην
    σκληραγωγία του σώματος, στην πειθαρχεία ,στην απόκτηση πολεμικών δεξιοτήτων στην μόρφωση και την απόκτηση ήθους. Γιαυτό όσο μεγάλωναν τόσο περισσότερο
    τα ασκούσαν. Τα κούρευαν σύρριζα και τα μάθαιναν να περπατάνε ξυπόλυτα και να παίζουν τον περισσότερο καιρό γυμνά. Μάθαιναν ακόμη πολεμικά τραγούδια και
    τα έπη του Ομήρου, αλλά ήταν υποχρεωμένα να ακούν διαφόρων ειδών αφηγήσεις και ν’ απαγκέλουν ποιήματα πατριωτικού περιεχομένου .0 Πλούταρχος μας λέει ότι
    τα παιδιά της Σπάρτης οπωσδήποτε μάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν αλλά αυτό γινότανε επειδή ήταν απολύτως αναγκαίο. Βέβαια εκτός από τις συνεχείς στρατιωτικές
    ασκήσεις που προετοίμαζαν τους νέους σπαρτιάτες για πόλεμο ,έπαιρναν και κάποια μουσική μόρφωση , που εξ άλλου είχε σχέση με τον πόλεμο ,γιατί ο πολύ καλά
    κανονισμένος μουσικός ρυθμός των χορών ετοιμάζει τις πειθαρχημένες κινήσεις των ταγμάτων και καθώς ξέρουμε ο αυλός και τα τραγούδια ρύθμιζαν τις κινήσεις
    του σπαρτιατικού Στράτου. Μετά τα δώδεκα φορούσαν ένα ιμάτιο το ίδιο όλο τον χρόνο, δεν κάνουν μπάνιο και δεν αλείφονται με λάδι παρά μόνο στις πιο γιορτινές
    ημέρες του χρόνου. Για το παραμικρό παράπτωμα μαστιγώνονταν άσχημα, στα δείπνα τους έδιναν επίτηδες κακής ποιότητος τροφή και πολύ λίγη για να τα αναγκάσουν
    να κλέβουν τρόφιμα για αν συνηθίσουν στη τόλμη και το δόλο . Στα δεκαέξι τους τα παιδιά της Σπάρτης περνούσαν από την παιδική ηλικία στην νεότητα .Οι είρηνες
    υφίστανται πολλές και διαδοχικές μυήσεις που είναι απόδειξη αντοχής και παράλληλα τελετές με μαγικό χαρακτήρα πολύ συχνά με χορούς και μασκαράτα. Στο βωμό
    της Ορθίας Αρτέμιδος οι έφηβοι χωρισμένοι σε δύο αντίπαλες ομάδες έρχονται να κλέψουν τυριά και αυτό το μεγάλο παιχνίδι γίνεται η αφορμή να δώσουν και
    να πάρουν μερικά χτυπήματα με το μαστίγιο. Από τα 18 χρόνια τους οι νέοι της Σπάρτης όπως οι Αθηναίοι συνομήλικοι τους έπρεπε να περάσουν την τελική δοκιμασία
    .Την ποιο σκληρή δοκιμασία του κρυπτή, τα δύο χρόνια της απομόνωσης και της ατομικής πρωτοβουλίας, μίας δοκιμασίας που με το τέλος της σήμαινε και το τέλος
    της εφηβείας και την είσοδο των νέων στους πολεμιστές. Ο Κρύπτης ήταν ο νέος που εγκατέλειπε την πόλη για να περιπλανηθεί κρυμμένος και πλήρως απομονωμένος
    με ελαφρύ οπλισμό στην ύπαιθρο και στα βουνά. Η εκπαίδευση του Κρύπτη ήταν πολύ πιο σκληρή από αυτή του Έφηβου ,αφού όλη την περίοδο της εκπαίδευσης οι
    Κρύπτες έκαναν καταδρομές σε δάση και σε βουνά αναριχόντουσαν σε βράχους σε τοίχους και άγριες χαράδρες, ενώ το βασικό στοιχείο της εκπαίδευσης ήταν η
    παραμονή τους την νύχτα στα βουνά. Στην περίοδο της εκπαίδευσης ήταν από τις διαδεδομένο το κυνήγι και ο φόνος των Ειλώτων, τους οποίους η κοινωνία κάθε
    χρόνο τους κήρυττε τον πόλεμο για να μην θεωρηθεί φόνος ο θάνατός τους από τους Κρύπτες. Αξίζει να αναφέρουμε το τελετουργικό που επικρατούσε πριν μάχες
    ανάμεσα σε ομάδες Κρυπτών . Πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι σε αυτές τις μάχες επιτρεπόταν ορισμένα όπλα και πολλά απαγορευμένα χτυπήματα όπως δαγκωματιές
    γονατιές κ.λ.π. Πριν από την μάχη οι δύο ομάδες έκαναν θυσία στον Ενυάλιο θεό της συμπλοκής δύο σκύλους , στη συνέχεια βάζανε δύο εξημερωμένους αγριόχοιρους
    να μονομαχήσουν .Όποιος αγριόχοιρος κέρδιζε , συνήθως προοιώνιζε την νίκη της ομάδος στην οποία ανήκε. Στα είκοσι τους οι νέοι της Σπάρτης ήταν τέλειοι
    στρατιώτες και μπορούσαν να γίνουν πολίτες της πόλης . Για να θεωρηθούν όμως πολίτες και πολεμιστές με πλήρη δικαιώματα έπρεπε να περάσουν από την εκπαίδευση
    και την αγωγή του Κρύπτη καθώς επίσης και ένα σύνολο μυητικών τελετουργιών που συνεχίστηκαν έως την κλασική εποχή. Όπως είδαμε παραπάνω η κοινωνία της
    Σπάρτης αν εξαιρέσουμε ότι έδινε στα παιδιά της Σπάρτης κάποια μουσική μόρφωση και τους έδινε τα απαραίτητα στοιχεία αναγνώσεις και γραφής μπορούμε να
    πούμε πως ολόκληρη η σπαρτιατική εκπαίδευση που την είχε οργάνωση σχολαστικά και την κρατούσε κάτω από τον έλεγχό του το κράτος περιοριζόταν σε σωματικές
    ασκήσεις και στην προετοιμασία του πολέμου. Εκτός από τον πόλεμο και τις ασκήσεις ο Σπαρτιάτης τις μόνες ασχολίες που είχε ήταν το κυνήγι και την συνομιλία
    στους δημόσιους χώρους ,όπου συνηθίζονταν τα λίγα και φρόνιμα λόγια(λακωνισμός). Απαγορεύονταν τα ταξίδια έξω από την Σπάρτη ,για να μην διατρέχει κίνδυνο
    εκφυλισμού η σπαρτιάτικη ζωή από την μίμηση ξένων συστημάτων. Πρέπει να αναφέρουμε ότι στην Σπάρτη οι κοπέλες σε αντίθεση με την Αθήνα (εκεί οι κοπέλες
    ζούσαν κλεισμένες) γυμνάζονταν δημόσια στα διάφορα σπορ όπως τα αγόρια. Πάλευαν έριχναν το δίσκο ή το ακόντιο (που θεωρούταν πολεμικό όπλο).Το εκπαιδευτικό
    σύστημα της Σπάρτης ήθελε να δημιουργήσει μητέρες ρωμαλέες και δυνατές προικισμένες με αντρικές αρετές. Ο Πλούταρχος μας λέει ότι ο Λυκούργος για να αποφευχθεί
    η μαλθακότητα μιας σπιτικής εκπαίδευσης χωρίς σκληραγωγία επέτρεψε στα κορίτσια να εμφανίζονται γυμνά στις λιτανείες όπως και τα αγόρια και να χορεύουν
    και να τραγουδούν μπροστά στους άντρες. Οι χοροί των κοριτσιών της Σπάρτης που τους χόρευα ενώ τραγουδούσαν τα παρθένια του Αλκμάνος ήταν περίφημοι ανάμεσα
    στους χορούς αυτού του είδους. Έτσι ετοίμαζαν γάμους αρμονικούς που θα έδιναν στην Σπάρτη ρωμαλέα παιδιά. Ο πόλεμος για τον Σπαρτιάτη ήταν βίωμα ζωής ,
    ξεκινούσε γιαυτόν με την μάνα του η την γυναίκα του να αδιαφορούν για την ζωή του και να ενδιαφέρεται μόνο για την τιμή του, το καλό , την δόξα και την
    ακεραιότητα της Σπάρτης, γιαυτό ξεκινώντας για τον πόλεμο του έδιναν την ασπίδα του και του έλεγαν : (Η ταν ή επί τας) δηλ. (ή θα νικήσεις ή θα γυρίσεις
    νεκρός πάνω στην ασπίδα σου). Για να αποκτήσουν όμως πολιτικά δικαιώματα έπρεπε να εκλεγούν μέλη μίας από τις δεκαπενταμελείς ομάδες που ονομάζονταν (συσσίτια)
    ή (συσκηνίες) και δεν ήταν τίποτα άλλο από μονάδες στρατού (κάτι σαν τις σημερινές διμοιρίες). Οι εικοσάχρονοι υπέβαλαν αίτηση υποψηφιότητας για ομάδες
    όπου υπήρχαν κενές θέσεις . Τα ήδη μέλη ψήφιζαν με μυστική ψηφοφορία αν θα δεχόταν τον κρύπτη η όχι, μία αρνητική ψήφος ήταν αρκετή να μην γίνει δεκτός
    ο υποψήφιος. Οι δεκαπέντε κάθε ομάδος ζούσαν μέρα νύχτα μαζί και κοιμόντουσαν σε κοινούς στρατώνες και έτρωγαν σε κοινούς χώρους τον μέλανα ζωμό. Μετά
    απ’ όλα αυτά κάθε μέλος ήταν υποχρεωμένο να προσφέρει στα συσσίτια τα οποία άνηκε ,κάθε μήνα τα εξής :περίπου τριάντα κιλά αλεύρι , δεκαπέντε κιλά κρασί
    , έντεκα κιλά τυρί, έξι κιλά σύκα και μία μικρή χρηματική προσφορά. Αυτός που δεν κατέβαλε τα παραπάνω εξέπιπτε από μέλος ενώ ταυτόχρονα έχανε τα πολιτικά
    του δικαιώματα. Σε αντίθεση με τους Κρύπτες οι κανόνες των πολιτών ήταν τελείως διαφορετικοί. Κατά το 30ο έτος παντρευόταν , κατά το 60ο έληγε το στρατιωτικό
    στάδιο και από τότε καταγίνονταν με την διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων και με την ανατροφή των παιδιών της πολιτείας. Ελεύθερος πολίτης με πλήρη πολιτικά
    δικαιώματα στην αρχαία Σπάρτη ήταν αυτός που είχε γεννηθεί από πατέρα και μάνα Σπαρτιάτες, ήταν υγιείς και κατά την γέννηση του ήταν αρτιμελής να έχει
    συμμετάσχει σε όλα τα στάδια του Σπαρτιατικού στρατιωτικού βίου και να μην έχει πέσει σε (ατιμία). Οι πολίτες είχαν δικαίωμα στην κοινή ζωή ,στα δείπνα
    ,στις ανοιχτές μάχες ,στα πεδινά μέρη, στην κατά μέτωπο επίθεση κ.λ.π., αρετές οι οποίες τιμόντουσαν στην Σπάρτη περισσότερο από οποιοδήποτε μέρος της
    Ελλάδος, επίσης πρέπει να αναφέρουμε ότι το χαρακτηριστικό των ενήλικων Σπαρτιατών ήταν τα μακριά μαλλιά πράγμα το οποίο δεν συναντάται στην υπόλοιπη Ελλάδα.
    Μοναδική εργασία των Σπαρτιατών ήταν η στρατιωτική εκπαίδευση που συνεχίζονταν είτε σε περίοδο πολέμου είτε σε περίοδο ειρήνης, ουσιαστικά οι Σπαρτιάτες
    έως τα τριάντα τους ζούσαν σε κατάσταση μόνιμης επιστράτευσης. Τα έσοδα τους προέρχονταν από κλήρους που τους καλλιεργούσαν οι είλωτες, οι κλήροι πήγαιναν
    πάντα στους πρωτότοκους οι υπόλοιποι δεν παίρνανε τίποτα. Άλλοι λόγοι που έχανε ένας Σπαρτιάτης τα πολιτικά του δικαιώματα ήταν οι εξής:να λιποτακτήσει
    ή να πιαστεί αιχμάλωτος ή να υποχωρήσει μπροστά στην ανωτερότητα του εχθρού. ΚΡΗΤΗ Αντίθετα από την Αθήνα και την Σπάρτη στην Μινωική Κρήτη η εκπαίδευση
    και η μύηση των εφήβων στους νόμους και τις αρετές της κοινωνίας ήταν δουλειά έμπειρων και επώνυμων παιδαγωγών. Σκοπός αυτών των ανθρώπων ήταν η σωστή
    διάπλαση των εφήβων ώστε να μπορέσουν να γίνουν ενεργά και αξιότιμα μέλη της κοινωνίας. Στην Κρήτη οι νέοι ζούσαν κατά ομάδες που ονομάζονταν Αγέλες, ενώ
    οι ενήλικες απάρτιζαν τα ένοπλα σώματα που ονομάζονταν εταιρίες. Η εκπαίδευση των νέων της Μινωικής Κρήτης μοιάζει πολύ με την εκπαίδευση που πήρε ο Αχιλλέας
    από τον Χείρωνα και τον Φοίνικα, δηλ. μαθαίνανε τρόπους καλής συμπεριφοράς ,κυνήγι ,ιππασία, ακόντιο ,τοξοβολία, μουσική χορό, επίσης κατείχαν γνώσεις
    ιατρικής και φαρμακευτικής. Υπάρχουν ευρήματα που δείχνουν τους νέους σε αγώνες πυγμαχίας ,αγώνες δρόμου, σύλληψη άγριου ταύρου , κυνήγι με τόξο , να χορεύουν
    ιερούς χορούς , να παίζουν μουσική με πολλά όργανα, και ιδικά με επτάχορδη λύρα. Όπως στην Αθήνα και την Σπάρτη οι νέοι στην Κρήτη έπρεπε να περάσουν την
    δοκιμασία της μεθορίου και να δοκιμαστούν στην απομόνωσης- επιβίωσης. Έπειτα από την δοκιμασία της μεθορίου οι νέοι ήταν υποχρεωμένοι και φορούν μαύρα
    και γυναικεία ρούχα και υποβάλλονταν σε πολύ σκληρές δοκιμασίες. Ο αγώνας δρόμου θεωρούταν άθλημα καθαρά αντρικό και ήταν το άθλημα πάνω στο οποίο οι νέοι
    αποκτούσαν το δικαίωμα να λέγονται άντρες, όποιος έφηβος δεν ήταν δρομέας δεν ονομάζονταν άντρας. Αλλά το υπέρτατο κριτήριο αξιολόγησης για να θεωρηθεί
    ο έφηβος άντρας ήταν ο χορός και το κυνήγι . Στην γιορτή των Υπερβοϊων (δυνατών κραυγών) ξεκινούσε η γιορτή του κυνηγίου και απαιτείτο από τους έφηβους
    να φέρουν κάποιο θήραμα. Το κυνήγι του άγριου ταύρου γινόταν ανάμεσα στην κοιλάδα της Μεσσαράς και τους νότιους πρόποδες της Ίδης (Ψηλορείτης). Με το πέρας
    όλων των παραπάνω δοκιμασιών οι νέοι αποκτούσαν πολιτικά δικαιώματα ,γινότανε μάλιστα ιδική τελετή- εορτή που ονομάζονταν γιορτή των Ενδυσιών ή των Περιβλημαίων
    όπου γιόρταζαν την μετάβαση των νέων στην τάξη των ανδρών. Κατά την διάρκεια της γιορτής σε ιδική τελετή οι νέοι εγκατέλειπαν τα παιδικά ρούχα και ντυνόντουσαν
    με αντρικά και μετατρεπόταν σε άντρες ενώπιον της Πότνιας Θεάς. Οι παραπάνω τελετές γινόντουσαν σε γνωστά σπήλαια της Κρήτης όπου έχουν βρεθεί πολλά αντικείμενα
    προσφοράς των νέων. Σε όλη την διάρκεια της εκπαίδευσης οι νέοι έπρεπε να αποδείξουν ότι διακατέχονται από δύναμη ,αντοχή ,θάρρος και εξυπνάδα για να μπορέσουν
    να αποδείξουν ότι είναι ικανοί για να αντεπεξέρθουν στον νέο τους ρόλο σαν πολίτες ,πολεμιστές και σύζυγοι. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Κ. Μ. ΚΟΛΟΜΠΟΒΑ #8211; Ε.Λ. ΟΖΕΡΕΤΣΚΑΪΑ
    .Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ. ΕΘΝΟΣ- ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ .ΤΕΥΧΟΣ 14.(ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ) ROBERT FLACELIERE #8211;Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ
    ΕΛΛΗΝΩΝ

    Το πέρασμα στην εφηβεία αποτελούσε ανέκαθεν ένα ιδιαίτερο κοινωνικό γεγονός σε όλους τους μεγάλους πολιτισμούς από την αρχαιότητα έως τον μεσαίωνα και
    αποτελεί ακόμη μία από τις σοβαρότερες δραστηριότητες στις κοινωνίες του τρίτου και αναπτυσσόμενου κόσμου. Στους αρχαίους Έλληνες το συμφέρον του κράτους
    έπαιρνε την πρώτη θέση σε σύγκριση με τα συμφέροντα του ατόμου . Ο Σπαρτιάτης για παράδειγμα δεν άνηκε καθόλου στους δικούς του αλλά άνηκε ολοκληρωτικά
    στο κράτος. Στις υπόλοιπες Ελληνικές πόλεις οι νόμοι ήταν ποιο επιεικείς. Οι φιλόσοφοι που ασχολιόντουσαν με την αγωγή της νεολαίας τακτικά κατέκριναν
    τις υπερβολές των Σπαρτιατών , εκ των πραγμάτων όμως αναγκάστηκαν να δανειστούν πολλά από αυτούς. Ο απώτερος σκοπός της ελληνικής αγωγής ήταν η πρόοδος
    του κράτους .Τα παιδιά έπρεπε να εκπαιδευτούν και να κατανοήσουν ότι έπρεπε κάποτε να φέρουν κάποιο όφελος στην πόλη, η εφηβεία δε εθεωρείτο η περίοδος
    μύησης των νέων στην πολεμική και κοινωνική ζωή . Οι άρχοντες και ο λαός γνωρίζανε την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης φάσης των νέων και είχαν καταρτίσει
    ειδικά προγράμματα εκπαίδευσης για τους έφηβους τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με την σημερινή στρατιωτική θητεία, αλά ήταν ένα πρόγραμμα προετοιμασίας
    των νέων για να μπορέσουν να γίνουν ενεργοί πολίτες, άξιοι μαχητές και υπεύθυνοι οικογενειάρχες. Τα αποδοτικότερα προγράμματα εκπαίδευσης των νέων στην
    αρχαία Ελλάδα εφαρμόζονταν στην Αθήνα με τον όρο (έφηβος) , οι Σπάρτη με τον όρο (κρύπτης) και η Μινωική Κρήτη με τον όρο (αγέλης). ΑΘΗΝΑ Στην αρχαία Αθήνα
    το παιδί έως επτά ετών δεν έπαιρνε καμία μορφή μόρφωσης . Το παιδάκι πολύ σπάνια αποχωριζόταν από την μητέρα του και ζούσε μαζί της στον γυναικωνίτη η
    στο υπόγειο του σπιτιού αφήνοντας έτσι τον άντρα στο διαμέρισμα του πάνω ορόφου, την συνόδευε δε σε όλες τις θρησκευτικές τελετές π.χ. στην γιορτή των
    Θεσμοφορίων και συμμετείχε σε όλες τις οικογενειακές εορτές. Τον 5ο αιώνα στην Αθηναϊκή αριστοκρατία διαδόθηκε η Λακωνομανία ,όπου οι Λακεδαιμόνιες παραμάνες
    έγιναν περιζήτητες στην Αθηναϊκή αριστοκρατία. Αυτές έδιναν στα παιδιά της Αθήνας τραχεία Σπαρτιάτικη αγωγή, δεν τα φασκιώνανε δεν τα καλομαθαίνανε στο
    φαγητό , δεν τα κουκουλώνανε όταν κοιμότανε ,τα μαθαίνανε να μην φοβούνται την μοναξιά και το σκοτάδι, να μην είναι απαιτητικά και να μην κλαίνε. Εδώ μπορούμε
    να πούμε είναι ότι αυτοί που έδιναν την πρώτη διδασκαλία στα παιδιά της Αθήνας είναι οι μητέρες του και οι τροφοί όταν τραγουδούσαν στο παιδί όχι μόνο
    νανουρίσματα και τραγούδια αλλά όταν έφτανα στην κατάλληλη ηλικία να καταλάβουν τις ιστορίες της παράδοσης. Ξέρουμε επίσης πως το ανυπάκουο παιδί το απειλούσανε
    με διάφορους (μπαμπούλες) που τα ονόματα τους ήταν ((Ακκώ, Αλφιτώ, Γελλώ, Γοργώ, Έμπουσα, Λάμια, Μορμώ ή Μορμολύκη ,Εφιάλτης :κοπάδι μεγάλο και τρομαχτικό!
    Ο λύκος χρησίμευε και αυτός σαν φόβητρο καθώς βλέπουμε στον μύθο του Αισώπου (Ο λύκος και η Γριά ). Στα φρόνιμα παιδιά διηγιόντουσαν διασκεδαστικές ιστορίες
    όπου τα ζώα είχαν τον πρώτο ρόλο .Απ#8217;αυτούς τους μύθους έβγαινε ένα δίδαγμα ,το δίδαγμα της πείρας και κατά συνέπεια μια διδασκαλία . Χωρίς αμφιβολία
    οι μητέρες και οι τροφοί έβαζαν τα παιδιά στην μυθολογία και στους εθνικούς μύθους. Τους μετέδιδαν αυτά που είχαν μάθει στην παιδική τους ηλικία και αργότερα
    πηγαίνοντας στις θρησκεύτηκες εορτές τα έβλεπαν σαν έργα τέχνης. Τα ετοίμαζαν έτσι για την μελέτη των ποιημάτων του Ομήρου και του Ησίοδου που γινόταν
    από τον γραματιστή (τον δάσκαλο της ανάγνωσης). Αξίζει να αναφέρουμε ένα τραγούδι από μία τροφό που φρόντιζε τον γιο του Αγαμέμνονα . Μα τον Ορέστη μου
    ,την έγνοια της ψυχής μου, π’ από μάνας κοιλιά δέχτηκα κ’ ανέθρεψα τον’ πόσα ξενύχτια ορθή στο πόδι απ΄τις φωνές του και πόσα βάσανα ανωφέλευτα για μένα
    δεν πέρασα! Γιατί, σαν αισθάνεται είναι σαν κουτάβι που πρέπει με το νου να βρίσκεις ότι χρειάζεται, και μες τα σπάργανα του το βρέφος δεν μιλά για να
    σου πει αν έχει ή πείνα ή δίψα ή άλλη προς νερού του ανάγκη, μα μόνη της δουλεύεται η κοιλιά του βρέφου. Κι έπρεπε μάντης νάμουνα ,μα πάντα βέβαια γελιόμουν
    και πολλές φορές κι ανάγκη τότε νάπλυνα τα σκουτιά ,η ίδια πλύστρα και βάγια και μ’ αυτές που είχα πάνω μου τις διπλές τέχνες του ανάλαβα του βασιλιά μας
    του Ορέστη. Αυτά μέχρι να γίνει το παιδί επτά ετών ,γιατί από εκεί και πέρα άλλαζαν όλα ριζικά. Το παιδί παίρνεται από τα μητρικά χέρια και παραδίδεται
    σε έναν παιδαγωγό . Ο παιδαγωγός είναι αυστηρός και η βέργα του είναι το κύριο επιχείρημα και η βασική μέθοδος αγωγής ,συνοδεύει τον νεαρό του κύριο παντού
    :στο σχολείο στην παλαίστρα στις δημόσιες τελετές ,βαδίζει πάντα πίσω του κουβαλώντας τα βιβλία του τις πλάκες τα μουσικά όργανα και οτιδήποτε άλλο χρειαστεί
    ο νεαρός μαθητής . Στον δρόμο προσέχει να μην πιάσει το παιδί συζήτηση με κάποιον , να βαδίζει με χαμηλωμένο το κεφάλι, τα μάτια να είναι καρφωμένα στην
    γη να κάνει στην άκρη όταν συναντάει κάποιον ηλικιωμένο. Στο σπίτι ο παιδαγωγός είναι υποχρεωμένος να μάθει καλούς τρόπους στο παιδί :ένα παιδί απαγορεύεται
    να συζητάει με τους μεγάλους , η να γελάει με χάχανα ,δεν είναι σωστό να κάθεται με σταυρωτά τα πόδια ή το ένα πόδι πάνω στο άλλο και ούτε να στηρίζει
    το πηγούνι πάνω στο χέρι του, επίσης όταν τον τρώει το δέρμα του απαγορεύεται να ξύνεται μπροστά στον κόσμο αλλά στα κρυφά όσο μπορεί ποιο απαρατήρητα
    , δεν επιτρέπεται να παίρνει φαγητό μόνος του αλλά ούτε και να το ζητάει, το ψωμί το πιάνει πάντα με το αριστερό ενώ τα άλλα φαγητά με το δεξί. Τα παστά
    τα πιάνουν πάντα με τα δύο δάκτυλα , ενώ το κρέας το ψάρι και το ψωμί με τα τρία, αν στο δωμάτιο μπαίνει κάποιος ηλικιωμένος το παιδί πρέπει να σηκώνεται
    όρθιο. Ο παιδαγωγός έχει ακόμη μία πιο σημαντική αποστολή : πρέπει να είναι ο μόνιμος συνοδός του παιδιού έως την εφηβεία ,πρέπει να τον επιβλέπει συνέχεια
    ,για την ηθική διαμόρφωση του χαρακτήρα του , να του απαγορεύει συναντήσεις με ύποπτα άτομα ή να πλησιάζει σε χώρους όπου μπορεί να δει η να ακούσει πράγματα
    τα οποία θα είναι επικίνδυνα για την διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Όση ώρα είναι το παιδί στο σχολείο ο παιδαγωγός κάθεται συνήθως στην ίδια αίθουσα διδασκαλίας
    και ακούει τον μαθητή. Έτσι αφού ήταν στο μάθημα τελειώσει ο παιδαγωγός θα μπορεί αργότερα στο σπίτι να βοηθήσει το παιδί να επαναλάβει τα μαθήματα του.
    Οι δάσκαλοι καθόταν σε καρέκλες που η πλάτη και τα πόδια ήταν κυρτά. Οι καρέκλες αυτές λεγότανε θρόνοι και είναι οι πρόδρομοι των εδρών. Οι μαθητές οι
    παιδαγωγοί και οι βοηθοί του δασκάλου καθόταν σε σκαμνάκια με ίσια πόδια και χωρίς ράχη. Δεν υπάρχουν τραπέζια ,στις κέρινες πλάκες τους που ήταν πολύ
    σκληρές έγραφαν ακουμπόνταστες πάνω στα γόνατα τους ή έβαζαν πάνω σ’ άυτές ένα φύλλο παπύρου. Σε μία τέτοια τάξη ο Δημοσθένης θα πει στον Αισχίνη που ήταν
    γιος βοηθού ενός δασκάλου. Όταν ήσουνα παιδί ανατράφηκες πολύ φτωχικά , βοηθώντας τον πατέρα σου που έκανε χρέη βοηθού σ’ ένα σχολείο . Ετοίμαζες το μελάνι
    ,έπλενες τα θρανία ,σκούπιζες την αίθουσα είχες την θέση του δούλου και όχι ελευθέρου παιδιού. Στην Αθήνα δεν υπήρχαν δημόσια σχολεία ,υπήρχαν πάρα πολλά
    αλλά όλα άνηκαν σε ιδιωτικούς δασκάλους. Στο σχολείο ο δάσκαλος μόλις τα παιδιά μάθουν να διαβάζουν ,τα βάζει να διαβάζουν δυνατά στην τάξη, καθισμένα
    πάνω σε σκαμνάκια ,τους στίχους των μεγάλων ποιητών και τ’ αναγκάζει να τους αποστηθίσουν. Οι κιθαριστές με την σειρά τους όταν ο μαθητής ξέρει πια να
    παίζει το όργανο όργανό του ,τον βάζουν να μάθει και άλλα ωραία έργα των λυρικών ποιητών. Πριν τον πέμπτο αιώνα αρκούσε κάποιος να ξέρει να γράφει και
    να διαβάζει για να κάνει τον δάσκαλο. Δεν χρειαζόταν να έχει κανένα δίπλωμα . Οι δάσκαλοι και κυρίως οι βοηθοί θα πρέπει να πληρώνονταν από τα χρήματα
    που έδιναν οι γονείς των μαθητών και θα πρέπει να έπαιρναν πολύ λίγα χρήματα από το δεύτερο ήμισυ του πέμπτου αιώνα με την εμφάνιση των σοφιστών άρχισαν
    να εμφανίζονται πραγματικοί καθηγητές με κύρος και με καλές αμοιβές για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν. Το παιδί άρχιζε πρώτα να μαθαίνει να διαβάζει μετά
    να γράφει .Έπρεπε πρώτα πρώτα να μαθαίνει να λέει απ’ έξω τα ονόματα των γραμμάτων της αλφαβήτου και τα χάραζε στην μνήμη του με μνημονικούς στίχους. Στην
    αρχαία Αθήνα προχωρούσαν αργά ,από το πιο απλό στο πιο περίπλοκο ,από το γράμμα στην συλλαβή με δύο γράμματα (βήτα και άλφα = βα ),ύστερα στη συλλαβή με
    τρία και τέσσερα γράμματα και ασκούν το παιδί με λέξεις πολύ σπάνιες και δύσκολες ,όπως λυγξ. Δεν κάνουν καμία προσπάθεια να του κάνουν τα πράγματα ποιο
    εύκολα. Ίσα-ίσα πίστευαν πώς όταν υπερνικηθεί η πιο μεγάλη δυσκολία ,αυτό που υπομένει θα το μάθει πιο εύκολα. Υπήρχαν συλλαβιτάρια στα οποία οι συλλαβές
    κάθε λέξεις ήταν χωρισμένες. Η ανάγνωση θα πρέπει να ήταν πολύ δύσκολη γιατί δεν χρησιμοποιούσαν σημεία στίξεις αλλά δεν υπήρχαν και διαστήματα ανάμεσα
    στις λέξεις. Ο μαθητής μάθαινε να διαβάζει δυνατά και ποτέ από μέσα του. Οι νεαροί μαθητές ή διαβάζανε μόνοι τους με δυνατή φωνή η έβαζαν κάποιο δούλο
    να τους διαβάζει. Στη συνέχεια το παιδί μάθαινε να γράφει τα γράμματα σε μία ξύλινη πλάκα , που είχε ένα πλαίσιο και στο εσωτερικό του και στο εσωτερικό
    του πλαισίου υπήρχε κερί ,πάνω στο οποίο χάραζαν τα γράμματα με ένα μυτερό εργαλείο ή μαχαιράκι (γραφίς) που στο άλλο άκρο ήταν πλατύ και στρόγγυλο για
    να μπορούν να σβήνουν .Αυτές οι πλάκες άλλοτε ήταν απλές άλλοτε διπλές ,τριπλές ή τετραπλές και στις τελευταίες τα διάφορα κομμάτια συνδέονταν μεταξύ τους
    με στρόφιγκες η με σπάγκο που τον περνούσαν μέσα από τρύπες. Ο δάσκαλος έγραφε πρώτα ελαφρά τα γράμματα πάνω στο κερί και ο μαθητής έγραφε από πάνω πατώντας
    δυνατότερα την πένα του. Έγραφαν επίσης με μελάνη πάνω σε φύλα παπύρου. Το μελάνι ήταν πηχτό ,το κοπάνιζε και μετά το διέλυε ο δάσκαλος ή ένας βοηθός του
    για πένα χρησιμοποιούσαν ένα καλάμι που το σκιζαν στην άκρη. Χρησιμοποιούσαν επίσης όστρακα (κομμάτια αγγείων) που χρησίμευαν κυρίως για να κάνουν σχέδια
    γραφής. Οι μαθητές χρησιμοποιούσαν επίσης χάρακες σε σχήμα σταυρού ,τους χρησιμοποιούσαν με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι τα γράμματα σε μία ευθεία και να
    είναι το ένα κάτω από το άλλο. Η διάταξη αυτή λέγεται στοιχηδόν .Ίσως να γινότανε διαγωνισμοί καλλιγραφίας ανάμεσα στους μαθητές σαν αυτούς που γινόταν
    στους ελληνιστικούς χρόνους. Με μεθόδους τόσο πρωτόγονες η εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής διαρκούσε πολύ καιρό, συνήθως διαρκούσε τρία έως τέσσερα χρόνια
    .Το παιδί ήξερε να διαβάζει και να γράφει σχετικά καλά, στην αρχή το έβαζαν να μαθαίνει στοίχους απ’ έξω .Έπειτα κομμάτια ποιητών όλο και ποιο μεγάλα και
    ιδίως του μεγαλύτερου ποιητή του Όμήρου. Ο ρήτορας Ηράκλειτος έγραψε κάποτε: Από την πιο τρυφερή ηλικία στο άδολο πνεύμα του παιδιού που κάνει τις πρώτες
    σπουδές ,δίνουν τον Όμηρο για τροφή : είναι πολύ σωστό να ρουφάει το πνεύμα μας από τα σπάργανα το γάλα των στοίχων του . Μεγαλώνουμε και είναι πάντα κοντά
    μας. Η αριθμητική συμπλήρωνε τελικά την διδασκαλία. Στο σύστημα αγωγής των Ελλήνων η μουσική μόρφωση των νέων ήταν ένας από τους βασικότερους παράγοντες
    της εκπαίδευσής τους. Από ιστορική άποψη ο η διδασκαλία της μουσικής θα πρέπει να άρχισε πολύ παλαιότερα από την διδασκαλία των γραμμάτων .Σε όλες τις
    εποχές οι Έλληνες μάθαιναν μουσική και χορό και θεωρούσαν την εκμάθηση του τραγουδιού και του των μουσικών οργάνων σαν την βάση της παίδευσης των ελευθέρων
    πολιτών. Ήδη από την Ομηρική εποχή οι τραγουδιστές ,οι αοιδοί ,που υμνούσαν τα παλιά κατορθώματα περιβάλλονταν με εκτίμηση και σεβασμό όπως δηλώνει ο Οδυσσέας
    στους Φαίακες. Γιατί έχουν δόξα και τιμή στη γη οι τραγουδιστές απ’ ολους ,που τους έμαθε να τραγουδούν η Μούσα και αγάπησε το γένος τους ξέχωρα απ όλα
    τ’ αλλα. Είναι χαρακτηριστικό πως το ίδιο το όνομα της μουσικής προέρχεται από τις Μούσες ,τις θεές που προεδρεύουν σε κάθε καλλιτεχνική και πνευματική
    δραστηριότητα του ανθρώπου. Η μουσική φαινόταν αληθινά στους Έλληνες σαν το ουσιαστικό μέρος και σαν το καλύτερο σύμβολο κάθε μόρφωσης .Ο άνθρωπος ο πραγματικά
    μορφωμένος είναι ο μουσικός ανήρ . Χαρακτηριστικό είναι η μουσική προσφορά που οι επιζώντες κάνουν στους συγκενείς ή στον φίλο που δεν υπάρχει πια . Χρειάζεται
    αυτό το φτωχό σώμα που πιστεύουν πως ζει κάτω από την γη κάτι άλλο από προσφορές :του χρειάζεται η πνευματική ευχαρίστηση .Να γιατί μέχρι τον τάφο φροντίζουν
    να δώσουν χαρά κάνοντας να φτάσουν οι ήχοι της μελωδίας που τον μάγευαν σε όλη του την ζωή. Λένε πώς η μουσική εξημερώνει τα ήθη , αλλά για τους Έλληνες
    ήταν η πρώτη κατάσταση του πολιτισμού και κάθε τροποποίηση που γινόταν στην τεχνική της μουσικής τους φαινόταν επικίνδυνη και ικανή ν’ αλάξη την ηθική
    ισορροπία όλου του σώματος της πολιτείας και ολόκληρου του κράτους. Ο νεαρός Αθηναίος μόλις μάθαινε να γράφει και να διαβάζει έπρεπε να αρχίσει να μαθαίνει
    μουσική. Στα Αθηναϊκά σχολεία η μουσική άρχιζε μαζί με την λογοτεχνία. Πρώτο χρέος των παιδιών η σιωπή , τσιμουδιά να μην βγάζουν , στους δρόμους με τάξη
    και μαζί, γειτονόπουλα αν ήταν , γραμμή να βαδίζουν να πάνε να ακούσουν της κιθάρας το μάθημα , δίχως χοντρό πανωφόρι , και ας έπεφτε χιόνι. Στο πρόγραμμα
    εκπαίδευσης προέβλεπε μαζί με την ανάπτυξη του μυαλού ταυτόχρονα ξεκινούσε και η σωματική ανάπτυξη. Στην Αθήνα και την Σπάρτη το πρόγραμμα της γυμναστικής
    ήταν καθορισμένο με νόμο και ήταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του κράτους ,υπήρχαν δε παιδαγωγοί και ειδικοί υπάλληλοι που παρακολουθούσαν την τήρηση των
    αποφάσεων. Οι νεαροί Αθηναίοι εκπαιδευόντουσαν στις παλαίστρες από τα δώδεκα τους χρόνια. Οι παλαίστρες όπως και τα σχολεία ήταν ιδιωτικές και έφεραν το
    όνομα του ιδιοκτήτη τους , σε αντίθεση με τα γυμνάσια που ήταν κρατικά . Στις παλαίστρες κυριαρχούσε ο παιδοτρίβης που ήταν υπεύθυνος για την σωματική
    εκπαίδευση των νέων ,κυκλοφορούσε ανάμεσα στους νέους και διηύθυνε τις ασκήσεις με μία μακριά διχαλωτή βέργα με την οποία τιμωρούσε τους απείθαρχους, φορούσε
    πορφυρή χλαμύδα και την έβγαζε μόνο όταν ήταν να δείξει στα παιδιά κάποια άσκηση. Έχει συχνά κάτω από τις διαταγές του βοηθούς που τους διαλέγει ανάμεσα
    από τους μαθητές του . Παρακολουθούσε επίσης το παράστημα των μαθητών που έπρεπε να βαδίζουν ίσια με τις μύτες των ποδιών τους προς τα έξω. Τρία ήταν τα
    ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής γυμναστικής :η τέλεια γυμνότητα του αθλητή (η λέξη γυμναστική προέρχεται από την λέξη γυμνός), η χρήση αλοιφών από
    λάδι και το παίξιμο του αυλού όσο κρατούσαν οι ασκήσεις. Τα απαραίτητα εφόδια για ένα παιδί που πήγαινε στην παλαίστρα είναι :το σφουγκάρι για την καθαριότητα
    ,το μικρό αγγείο για το λάδι (αλάβαστρος) και η μπρούτζινη ξύστρα (στλεγγίς ή στελγίς) Οι κύριες σωματικές ασκήσεις των νέων στην παλαίστρα ήταν η πάλη,
    ο δρόμος το άλμα ο δίσκος και το ακόντιο. Σε κάθε παλαίστρα υπήρχε τουλάχιστον ένας αυλητής .Η δουλεία του ήταν όχι μόνο να ρυθμίζει τις ασκήσεις ευκαμψίας
    αυτό που σήμερα ονομάζουμε σουηδική γυμναστική αλλά ακόμη και την ρίψη του δίσκου η του ακοντίου αλλά και άλλα αθλήματα. Από την εποχή του Πεισιστράτου,
    τον έκτο αιώνα γινόταν στην γιορτή των Παναθηναίων ένας αγώνας που συμμετείχαν μόνο παιδιά ,το πένταθλο, που περιελάμβανε πέντε αγωνίσματα :την πάλη ,τον
    δρόμο ,το πήδημα, την ρίψη δίσκου ,και το ακόντιο. Η πάλη ήταν το κατεξοχήν αγώνισμα ,αυτή είχε δώσει και το όνομά της στις παλαίστρες. Τα παιδιά αρχίζουν
    ισιώνοντας το έδαφος με ένα φτυάρι εργαλείο. Έπειτα τα παιδιά αγωνίζονταν δύο- δύο με τα κεφάλια χαμηλωμένα ,τα μπράτσα τεντωμένα μπροστά και προσπαθούσαν
    να πιάσουν τον αντίπαλο τους η από τον καρπό η από τον λαιμό ή από την μέση. Τα αγωνίσματα του δρόμου ήταν πολλά :δρόμος ταχύτητας ,μήκος σταδίου (διαφορετικά
    από πόλη σε πόλη περίπου όμως τετρακόσια είκοσι μέτρα ) η διπλού σταδίου (δίαυλος) ή τετραπλού σταδίου (ίππιος) και ο δρόμος μεγάλου μήκους που μπορούσε
    να φτάσει μέχρι είκοσι τέσσερα στάδια .δηλ. περισσότερα από τέσσαρα χιλιόμετρα . Στο πήδημα οι Έλληνες φαίνεται ότι συνήθιζαν μόνο το άλμα εις μήκος μετά
    φοράς. Και στο αγώνισμα αυτό όπως και στην πάλη ,τα παιδιά πρώτα ίσιωναν με το φτυάρι το έδαφος στο σημείο που θα έπεφταν μετά το άλμα. Εκείνο που κάνει
    εντύπωση είναι ότι είναι ότι δεν βλέπουμε σχεδόν ποτέ μέσα στους άλλους αγώνες την κολύμβηση, ενώ οι Έλληνες είναι ναυτικός λαός ,πολύ σπάνιες είναι επίσης
    οι κωπηλασίες και οι λεμβοδρομίες. Ίσως εξηγείται το γεγονός ότι οι Έλληνες ήρθαν από βορρά από ηπειρωτική περιοχή και τα αγωνίσματα καθορίσθηκαν σύμφωνα
    με την παράδοση. Στο δέκατο έκτο έτος της ηλικίας η έτος της ηλικίας η εκγύμναση των νέων σε γενικές γραμμές τελείωνε ,τα παιδιά των φτωχών άρχιζαν να
    εργάζονται διότι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν σε ανώτερα σχολεία . Τα παιδιά των πλουσίων όμως σπούδαζαν ακόμη για δύο χρόνια στο
    πανεπιστήμιο , ήταν δηλαδή κάτω από την εκπαίδευση και παρακολούθηση της ομάδος ενός σοφιστή , ενός φιλοσόφου η ενός ρήτορα στον οποίον οι γονείς του πλήρωναν
    πολλά χρήματα. Ο νεαρός Αθηναίος στην εποχή του Περικλή μελετάει την διδασκαλία του Αναξαγόρα διαβάζει μα θαυμασμό τις αστρονομικές θεωρίες του Μέτωνα
    ,συζητάει με πάθος για τα φιλοσοφικά έργα του Δήμωνα και του Πρωταγόρα και ενημερώνεται για πρώτη φορά για τις τολμηρές απόψεις των σοφιστών. Στα δεκαοκτώ
    τους οι νέοι της Αθήνας ήξεραν να διαβάζουν να γράφουν να χορεύουν να τραγουδούν και να παίζουν λίρα και αυλό, ξέρανε επίσης να κολυμπάνε να ιππεύουν ,
    να παλεύουν να τρέχουν και να πηδάνε. Είχαν μάθει να απαγγέλλουν στίχους από τα έργα του Ομήρου και του Ησιόδου και από άλλους λυρικούς ποιητές αλλά πάνω
    απ’ όλα ήξεραν να φέρονται σε κάθε συναναστροφή , ήταν δηλαδή τέλειοι νέοι. Αλλά στα δεκαοχτώ τους οι νέοι της Αθήνας για να μπορούν να θεωρούνται Αθηναίοι
    πολίτες ,έπρεπε να περάσουν άλλη μία δοκιμασία ,την δοκιμασία της εφηβείας ,μία δοκιμασία με καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα. Οι καθοδηγητές της εκλεγόταν
    κατευθείαν από το κράτος και ο ανώτερος διοικητής άνηκε στους στρατηγούς. Οι έφηβοι εδώ παίρνανε καθαρά στρατιωτική εκπαίδευση στα δεκαοχτώ τους γινότανε
    μαχητές και με την επίβλεψη του επίσημου κράτους προετοιμαζόντουσαν για την προοπτική του πολέμου. Μάθαιναν να υπερασπίζονται την πατρίδα με το όπλο στο
    χέρι. Τον μήνα Βοηδρομιώνα στον ναό της Αγλάυρου ο νέος της Αθήνας πάνοπλος μαζί με τους συντρόφους του καλούνταν να δώσει τον όρκο με τον οποίο θα τον
    χώριζε για πάντα από την παιδική του ηλικία. Ο όρκος του έφηβου ήταν ο εξής. Θα κρατώ τα όπλα αυτά και δεν θα τα ντροπιάσω και μόνος και με συντροφιά και
    εδώ και όπου λάχω. Θα πολεμήσω ακούραστα και αφρόντιστα θα πέσω Και την πατρίδα μιά φορά μεγάλη θα την κάνω Και τους δικαίους θ’ αγαπώ και θα τιμώ τους
    νόμους. Θα κατατρέχω τον κακό ,θα σφάζω τον προδότη, κι αν ίσως ψέματα μιλώ, κολάστε με θεοί μου! Από τον Ξενοφώντα και τον Πλάτωνα μαθαίνουμε ότι καθ’
    ολη την διάρκεια της δοκιμασίας οι έφηβοι περνούσαν την ζωή τους στην ύπαιθρο . (Να τρέχεις στις πεδιάδες να κυνηγάς στα βουνά, να συνηθίσεις να υποφέρεις
    την πείνα ,αυτός που δεν σκοτώνει τίποτα τρέφεται με χόρτα). Η στρατιωτική προετοιμασία των εφήβων ήταν πολύπλευρη. Οι παιδοτρίβες τους ασκούσαν καθημερινά
    στις παλαίστρες και στα γυμνάσια ,ο οπλομάχος διηύθυνε τις ασκήσεις πεζικού .Ο ακοντιστής δίδασκε την ρίψη του ακοντίου ,ο τοξότης την χρήση του τόξου
    και ο αφέτης την χρήση του καταπέλτη. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτοί υπήρχαν και οι σωφρονιστές οι οποίοι ήταν ειδικά διαλεγμένοι για να παρακολουθούν την συμπεριφορά
    και την πειθαρχεία των εφήβων. Τον τέταρτο αιώνα εμφανίστηκαν οι κοσμητές οι οποίοι αντικατέστησαν τους σοθρονιστές. Οι κομιστές εκλέγονταν για ένα χρόνο
    από τους πιο σεβαστούς πολίτες σ’ αυτούς υπαγόταν οι καθηγητές των εφήβων ή διοριζόταν από τους ίδιους. Κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης οι έφηβοι κοιμόταν
    τυλιγμένοι με τις χλαμύδες όπου τους έβρισκε η νύχτα. Ο Πλάτωνας απαιτούσε οι νέοι να μαθαίνουν την ταχτική του πολέμου, την πορεία και την τέχνη της στρατοπεδίας,
    τα οποία μάθαιναν οι έφηβοι τον πρώτο χρόνο της εκπαίδευσης τους. Με το πέρας του πρώτου χρόνου οι έφηβοι οπλισμένοι με ασπίδα και ακόντιο παρουσιαζόταν
    σε μία επιθεώρηση ένα είδος οργανωμένης παρέλασης στον περίβολο του θεάτρου. Στην αρχαία Αθήνα το στράτευμα αποτελούταν από 42 σειρές ,ηλικίας από 19 έως
    60 ετών και κάθε σειρά είχε και τον επώνυμο Ήρωα της. Όλοι οι έφηβοι της Αθήνας έκαναν θητεία δύο χρόνων φρουράς στα σύνορα σαν περίπολοι φύλακες , όπου
    συντηρώντουσαν ,παρατηρούσαν , σκεφτόντουσαν ,αποφασίζανε και δρούσαν τελείως μόνοι τους , η ενδυμασία τους δε ήταν μόνο τα μαύρα ρούχα. Ο βασικότερος
    χώρος εκπαίδευσης των νέων της Αθήνας ήταν τα σύνορα με την Βοιωτία , τόπος ορεινός και άγριος που κατοικούταν μόνο από βοσκούς και κυνηγούς. Επίσης η
    παραπάνω περιοχή ονομάζονταν Μέλαιναι ή Μελανία Χώρα (μαύρη γη) και ήταν υπό αμφισβήτηση και από τις δύο πόλεις. Η θητεία τους ήταν περίοδος εκπαίδευσης
    και τέλειας απομόνωσης από την οικογένεια τους και την κοινωνία και όπως είναι φυσικό θα πρέπει να επέφερε στους έφηβους αφόρητη ψυχική και σωματική κούραση
    , διότι για δύο χρόνια ήταν μακριά από την πόλη χωρίς να έχουν καμία κοινωνική επαφή ,αλλά παράλληλα ήταν υπεύθυνοι για την φύλαξη και ασφάλεια της Αθηναϊκής
    επικράτειας, μάθαιναν να χρησιμοποιούν οποιονδήποτε τρόπο η μέσον που θα τους έδινε την νίκη . Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε ένα μύθο που εκτυλίχθηκε στην
    Μελανία Χώρα. Την εποχή που αναφέρεται ο μύθος βασιλιάς των Βοιωτών ήταν κάποιος με το όνομα Ξάνθος ενώ στην Αθήνα ήταν ο Θυμοϊτης. Οι δύο βασιλιάδες αποφάσισαν
    να μονομαχήσουν για διευθετήσουν την εδαφική διαφορά ανάμεσα στις δύο πόλεις. Την τελευταία στιγμή όμως ο Θυμοϊτης φυγομαχεί με την δικαιολογία ότι ήταν
    ηλικιωμένος ,στο αθηναϊκό στράτευμα παρουσιάζεται κάποιος Μέλαθρος ,που δέχεται να πολεμήσει στην θέση του Θυμοϊτη με την προϋπόθεση ότι θα γίνει αυτός
    βασιλιάς. Ενώ η μάχη ανάμεσα στον Μέλαθρο και τον Ξάνθο εξελισσόταν ,γυρίζει ο Μέλαθρος και λεει στον αντίπαλο του : Ξάνθε παραβαίνεις τους κανόνες της
    μονομαχίας .Ποιος είναι αυτός που είναι δίπλα σου? Ξαφνιασμένος ο Ξάνθος γυρίζει να δει ποιος είναι δίπλα του και ο Μέλαθρος βρίσκει την ευκαιρία και τον
    σκοτώνει . Εδώ βλέπουμε ότι η απάτη συμβάλει καθοριστικά για την έλευση της τελικής νίκης. Ο Αριστοτέλης παρουσιάζει την παραπάνω περίοδο σαν στρατιωτική
    θητεία ,αλλά σίγουρα ήταν κάτι πολύ περισσότερο διότι η εκπαίδευση των νέων ξεκινούσε ουσιαστικά στα 16 και τελείωνε στα 20 περιελάμβανε δε πέρα από την
    στρατιωτική εκπαίδευση και πολλά αλλά θέματα. Με το τέλος της θητείας τους στα σύνορα οι νέοι θεωρόντουσαν πολίτες και οπλίτες. Απαραίτητες προϋποθέσεις
    για να θεωρηθεί ο νέος οπλίτης ήταν ο γάμος και η ένταξη του στην φάλαγγα των οπλιτών. Οι Αθηναίοι διατηρούσαν καταλόγους με τους πολίτες που μπορούσαν
    να στρατολογηθούν . Στις εκστρατείες συμμετείχαν κατ’ αρχάς όσοι δεν είχαν συμμετάσχει στο παρελθόν. Πέρα από τις εκστρατείες από τις σειρές εκλεγόντουσαν
    οι δημόσιοι διαιτητές και οι άρχοντες της πόλης. Από την τελευταία σειρά ( 60 ετών- των γερόντων) εκλέγονταν οι άρχοντες. ΣΠΑΡΤΗ Οι Δωριείς οι κατακτητές
    της Λακωνικής γης εξαιτίας του μικρού τους αριθμού αλλά και ζώντας σε μία χώρα από υποταγμένους λαούς που κατά βάθος ήταν εχθροί και περιτριγυρισμένοι
    από εχθρικούς λαούς αναγκάστηκαν να ζουν σαν σε στρατόπεδο για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους σαν ελληνικό φύλο. Για να εξασφαλίσουν την
    κυριαρχία στην περιοχή έπρεπε να δυναμώσουν από την παιδική ηλικία το θάρρος και την ενεργητικότητα κάθε μελλοντικού πολίτη. Στη Σπάρτη σε αντίθεση με
    την Αθήνα η εκπαίδευση των νέων είχε καθαρά στρατιωτικό προσδιορισμό μιας και η κοινωνία της Σπάρτης είχε καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα. Η ανατροφή των
    νέων απασχολούσε ιδιαίτερα την πολιτεία. Όποιο παιδί γεννιότανε δύσμορφο και όχι τέλειο το θανάτωναν ,επειδή δεν θα γινόταν καλός στρατιώτης. Τα υγιή παιδιά
    από την γέννηση τους ανήκαν στην πολιτεία η οποία τα εμπιστευόντουσαν στις μητέρες τους μέχρι το 7ο έτος ,για να τα αναθρέψουν. Από το 7ο μέχρι το 18ο
    τα αναλάμβανε η πολιτεία. Κατά το διάστημα αυτό οι νέοι ζούσαν οργανωμένοι σε αγέλες οι οποίες ήταν χωρισμένες βασικά σε δύο ομάδες ,σε μία ομάδα συνομηλίκων
    που ονομάζονταν (βούα) που τις διοικούσαν οι ποιο μεγάλοι από τους είρηνες και διαιρούνται σε λόχους που τις οδηγεί το ποιο συνετό από τα αγόρια και τον
    ονομάζουν βουαγό και σε μία ομάδα με παιδιά διαφορετικής ηλικίας που λέγονταν (ίλη). Τα αγόρια της Σπάρτης σύμφωνα με την ηλικία τους διαιρώντουσαν στους:το
    αγόρι από οκτώ ετών ονομάζονταν μειράκιον ή λυκόπουλο (ρωβίδας ,προμικκιζόμενος, μικκιζόμενος, πρόπαις), ,από δώδεκα έως τα δεκαπέντε (πρωτοπάμπαις, ατροπάμπαις,
    μελλείρην (μελλέφηβος)-τέλος από τα δεκαέξι μέχρι τα είκοσι είρην .Οι ίλες αντιστοιχούσαν σε παιδικές ομάδες με καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα, τα παιδιά
    εξασκούνταν στην χρήση όπλων ,στην εκτέλεση αποστολών και στην σιδερένια πειθαρχεία:η ατομικότητα εξαφανίζονταν ενώ η ομαδικότητα ήταν ο βασικός σκοπός
    της εκπαίδευσης. Κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης τα παιδιά βασικά μάθαιναν γραφή και ανάγνωση κάτω από την καθοδηγήσει των παιδονόμων και ασκούνταν στην
    σκληραγωγία του σώματος, στην πειθαρχεία ,στην απόκτηση πολεμικών δεξιοτήτων στην μόρφωση και την απόκτηση ήθους. Γιαυτό όσο μεγάλωναν τόσο περισσότερο
    τα ασκούσαν. Τα κούρευαν σύρριζα και τα μάθαιναν να περπατάνε ξυπόλυτα και να παίζουν τον περισσότερο καιρό γυμνά. Μάθαιναν ακόμη πολεμικά τραγούδια και
    τα έπη του Ομήρου, αλλά ήταν υποχρεωμένα να ακούν διαφόρων ειδών αφηγήσεις και ν’ απαγκέλουν ποιήματα πατριωτικού περιεχομένου .0 Πλούταρχος μας λέει ότι
    τα παιδιά της Σπάρτης οπωσδήποτε μάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν αλλά αυτό γινότανε επειδή ήταν απολύτως αναγκαίο. Βέβαια εκτός από τις συνεχείς στρατιωτικές
    ασκήσεις που προετοίμαζαν τους νέους σπαρτιάτες για πόλεμο ,έπαιρναν και κάποια μουσική μόρφωση , που εξ άλλου είχε σχέση με τον πόλεμο ,γιατί ο πολύ καλά
    κανονισμένος μουσικός ρυθμός των χορών ετοιμάζει τις πειθαρχημένες κινήσεις των ταγμάτων και καθώς ξέρουμε ο αυλός και τα τραγούδια ρύθμιζαν τις κινήσεις
    του σπαρτιατικού Στράτου. Μετά τα δώδεκα φορούσαν ένα ιμάτιο το ίδιο όλο τον χρόνο, δεν κάνουν μπάνιο και δεν αλείφονται με λάδι παρά μόνο στις πιο γιορτινές
    ημέρες του χρόνου. Για το παραμικρό παράπτωμα μαστιγώνονταν άσχημα, στα δείπνα τους έδιναν επίτηδες κακής ποιότητος τροφή και πολύ λίγη για να τα αναγκάσουν
    να κλέβουν τρόφιμα για αν συνηθίσουν στη τόλμη και το δόλο . Στα δεκαέξι τους τα παιδιά της Σπάρτης περνούσαν από την παιδική ηλικία στην νεότητα .Οι είρηνες
    υφίστανται πολλές και διαδοχικές μυήσεις που είναι απόδειξη αντοχής και παράλληλα τελετές με μαγικό χαρακτήρα πολύ συχνά με χορούς και μασκαράτα. Στο βωμό
    της Ορθίας Αρτέμιδος οι έφηβοι χωρισμένοι σε δύο αντίπαλες ομάδες έρχονται να κλέψουν τυριά και αυτό το μεγάλο παιχνίδι γίνεται η αφορμή να δώσουν και
    να πάρουν μερικά χτυπήματα με το μαστίγιο. Από τα 18 χρόνια τους οι νέοι της Σπάρτης όπως οι Αθηναίοι συνομήλικοι τους έπρεπε να περάσουν την τελική δοκιμασία
    .Την ποιο σκληρή δοκιμασία του κρυπτή, τα δύο χρόνια της απομόνωσης και της ατομικής πρωτοβουλίας, μίας δοκιμασίας που με το τέλος της σήμαινε και το τέλος
    της εφηβείας και την είσοδο των νέων στους πολεμιστές. Ο Κρύπτης ήταν ο νέος που εγκατέλειπε την πόλη για να περιπλανηθεί κρυμμένος και πλήρως απομονωμένος
    με ελαφρύ οπλισμό στην ύπαιθρο και στα βουνά. Η εκπαίδευση του Κρύπτη ήταν πολύ πιο σκληρή από αυτή του Έφηβου ,αφού όλη την περίοδο της εκπαίδευσης οι
    Κρύπτες έκαναν καταδρομές σε δάση και σε βουνά αναριχόντουσαν σε βράχους σε τοίχους και άγριες χαράδρες, ενώ το βασικό στοιχείο της εκπαίδευσης ήταν η
    παραμονή τους την νύχτα στα βουνά. Στην περίοδο της εκπαίδευσης ήταν από τις διαδεδομένο το κυνήγι και ο φόνος των Ειλώτων, τους οποίους η κοινωνία κάθε
    χρόνο τους κήρυττε τον πόλεμο για να μην θεωρηθεί φόνος ο θάνατός τους από τους Κρύπτες. Αξίζει να αναφέρουμε το τελετουργικό που επικρατούσε πριν μάχες
    ανάμεσα σε ομάδες Κρυπτών . Πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι σε αυτές τις μάχες επιτρεπόταν ορισμένα όπλα και πολλά απαγορευμένα χτυπήματα όπως δαγκωματιές
    γονατιές κ.λ.π. Πριν από την μάχη οι δύο ομάδες έκαναν θυσία στον Ενυάλιο θεό της συμπλοκής δύο σκύλους , στη συνέχεια βάζανε δύο εξημερωμένους αγριόχοιρους
    να μονομαχήσουν .Όποιος αγριόχοιρος κέρδιζε , συνήθως προοιώνιζε την νίκη της ομάδος στην οποία ανήκε. Στα είκοσι τους οι νέοι της Σπάρτης ήταν τέλειοι
    στρατιώτες και μπορούσαν να γίνουν πολίτες της πόλης . Για να θεωρηθούν όμως πολίτες και πολεμιστές με πλήρη δικαιώματα έπρεπε να περάσουν από την εκπαίδευση
    και την αγωγή του Κρύπτη καθώς επίσης και ένα σύνολο μυητικών τελετουργιών που συνεχίστηκαν έως την κλασική εποχή. Όπως είδαμε παραπάνω η κοινωνία της
    Σπάρτης αν εξαιρέσουμε ότι έδινε στα παιδιά της Σπάρτης κάποια μουσική μόρφωση και τους έδινε τα απαραίτητα στοιχεία αναγνώσεις και γραφής μπορούμε να
    πούμε πως ολόκληρη η σπαρτιατική εκπαίδευση που την είχε οργάνωση σχολαστικά και την κρατούσε κάτω από τον έλεγχό του το κράτος περιοριζόταν σε σωματικές
    ασκήσεις και στην προετοιμασία του πολέμου. Εκτός από τον πόλεμο και τις ασκήσεις ο Σπαρτιάτης τις μόνες ασχολίες που είχε ήταν το κυνήγι και την συνομιλία
    στους δημόσιους χώρους ,όπου συνηθίζονταν τα λίγα και φρόνιμα λόγια(λακωνισμός). Απαγορεύονταν τα ταξίδια έξω από την Σπάρτη ,για να μην διατρέχει κίνδυνο
    εκφυλισμού η σπαρτιάτικη ζωή από την μίμηση ξένων συστημάτων. Πρέπει να αναφέρουμε ότι στην Σπάρτη οι κοπέλες σε αντίθεση με την Αθήνα (εκεί οι κοπέλες
    ζούσαν κλεισμένες) γυμνάζονταν δημόσια στα διάφορα σπορ όπως τα αγόρια. Πάλευαν έριχναν το δίσκο ή το ακόντιο (που θεωρούταν πολεμικό όπλο).Το εκπαιδευτικό
    σύστημα της Σπάρτης ήθελε να δημιουργήσει μητέρες ρωμαλέες και δυνατές προικισμένες με αντρικές αρετές. Ο Πλούταρχος μας λέει ότι ο Λυκούργος για να αποφευχθεί
    η μαλθακότητα μιας σπιτικής εκπαίδευσης χωρίς σκληραγωγία επέτρεψε στα κορίτσια να εμφανίζονται γυμνά στις λιτανείες όπως και τα αγόρια και να χορεύουν
    και να τραγουδούν μπροστά στους άντρες. Οι χοροί των κοριτσιών της Σπάρτης που τους χόρευα ενώ τραγουδούσαν τα παρθένια του Αλκμάνος ήταν περίφημοι ανάμεσα
    στους χορούς αυτού του είδους. Έτσι ετοίμαζαν γάμους αρμονικούς που θα έδιναν στην Σπάρτη ρωμαλέα παιδιά. Ο πόλεμος για τον Σπαρτιάτη ήταν βίωμα ζωής ,
    ξεκινούσε γιαυτόν με την μάνα του η την γυναίκα του να αδιαφορούν για την ζωή του και να ενδιαφέρεται μόνο για την τιμή του, το καλό , την δόξα και την
    ακεραιότητα της Σπάρτης, γιαυτό ξεκινώντας για τον πόλεμο του έδιναν την ασπίδα του και του έλεγαν : (Η ταν ή επί τας) δηλ. (ή θα νικήσεις ή θα γυρίσεις
    νεκρός πάνω στην ασπίδα σου). Για να αποκτήσουν όμως πολιτικά δικαιώματα έπρεπε να εκλεγούν μέλη μίας από τις δεκαπενταμελείς ομάδες που ονομάζονταν (συσσίτια)
    ή (συσκηνίες) και δεν ήταν τίποτα άλλο από μονάδες στρατού (κάτι σαν τις σημερινές διμοιρίες). Οι εικοσάχρονοι υπέβαλαν αίτηση υποψηφιότητας για ομάδες
    όπου υπήρχαν κενές θέσεις . Τα ήδη μέλη ψήφιζαν με μυστική ψηφοφορία αν θα δεχόταν τον κρύπτη η όχι, μία αρνητική ψήφος ήταν αρκετή να μην γίνει δεκτός
    ο υποψήφιος. Οι δεκαπέντε κάθε ομάδος ζούσαν μέρα νύχτα μαζί και κοιμόντουσαν σε κοινούς στρατώνες και έτρωγαν σε κοινούς χώρους τον μέλανα ζωμό. Μετά
    απ’ όλα αυτά κάθε μέλος ήταν υποχρεωμένο να προσφέρει στα συσσίτια τα οποία άνηκε ,κάθε μήνα τα εξής :περίπου τριάντα κιλά αλεύρι , δεκαπέντε κιλά κρασί
    , έντεκα κιλά τυρί, έξι κιλά σύκα και μία μικρή χρηματική προσφορά. Αυτός που δεν κατέβαλε τα παραπάνω εξέπιπτε από μέλος ενώ ταυτόχρονα έχανε τα πολιτικά
    του δικαιώματα. Σε αντίθεση με τους Κρύπτες οι κανόνες των πολιτών ήταν τελείως διαφορετικοί. Κατά το 30ο έτος παντρευόταν , κατά το 60ο έληγε το στρατιωτικό
    στάδιο και από τότε καταγίνονταν με την διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων και με την ανατροφή των παιδιών της πολιτείας. Ελεύθερος πολίτης με πλήρη πολιτικά
    δικαιώματα στην αρχαία Σπάρτη ήταν αυτός που είχε γεννηθεί από πατέρα και μάνα Σπαρτιάτες, ήταν υγιείς και κατά την γέννηση του ήταν αρτιμελής να έχει
    συμμετάσχει σε όλα τα στάδια του Σπαρτιατικού στρατιωτικού βίου και να μην έχει πέσει σε (ατιμία). Οι πολίτες είχαν δικαίωμα στην κοινή ζωή ,στα δείπνα
    ,στις ανοιχτές μάχες ,στα πεδινά μέρη, στην κατά μέτωπο επίθεση κ.λ.π., αρετές οι οποίες τιμόντουσαν στην Σπάρτη περισσότερο από οποιοδήποτε μέρος της
    Ελλάδος, επίσης πρέπει να αναφέρουμε ότι το χαρακτηριστικό των ενήλικων Σπαρτιατών ήταν τα μακριά μαλλιά πράγμα το οποίο δεν συναντάται στην υπόλοιπη Ελλάδα.
    Μοναδική εργασία των Σπαρτιατών ήταν η στρατιωτική εκπαίδευση που συνεχίζονταν είτε σε περίοδο πολέμου είτε σε περίοδο ειρήνης, ουσιαστικά οι Σπαρτιάτες
    έως τα τριάντα τους ζούσαν σε κατάσταση μόνιμης επιστράτευσης. Τα έσοδα τους προέρχονταν από κλήρους που τους καλλιεργούσαν οι είλωτες, οι κλήροι πήγαιναν
    πάντα στους πρωτότοκους οι υπόλοιποι δεν παίρνανε τίποτα. Άλλοι λόγοι που έχανε ένας Σπαρτιάτης τα πολιτικά του δικαιώματα ήταν οι εξής:να λιποτακτήσει
    ή να πιαστεί αιχμάλωτος ή να υποχωρήσει μπροστά στην ανωτερότητα του εχθρού. ΚΡΗΤΗ Αντίθετα από την Αθήνα και την Σπάρτη στην Μινωική Κρήτη η εκπαίδευση
    και η μύηση των εφήβων στους νόμους και τις αρετές της κοινωνίας ήταν δουλειά έμπειρων και επώνυμων παιδαγωγών. Σκοπός αυτών των ανθρώπων ήταν η σωστή
    διάπλαση των εφήβων ώστε να μπορέσουν να γίνουν ενεργά και αξιότιμα μέλη της κοινωνίας. Στην Κρήτη οι νέοι ζούσαν κατά ομάδες που ονομάζονταν Αγέλες, ενώ
    οι ενήλικες απάρτιζαν τα ένοπλα σώματα που ονομάζονταν εταιρίες. Η εκπαίδευση των νέων της Μινωικής Κρήτης μοιάζει πολύ με την εκπαίδευση που πήρε ο Αχιλλέας
    από τον Χείρωνα και τον Φοίνικα, δηλ. μαθαίνανε τρόπους καλής συμπεριφοράς ,κυνήγι ,ιππασία, ακόντιο ,τοξοβολία, μουσική χορό, επίσης κατείχαν γνώσεις
    ιατρικής και φαρμακευτικής. Υπάρχουν ευρήματα που δείχνουν τους νέους σε αγώνες πυγμαχίας ,αγώνες δρόμου, σύλληψη άγριου ταύρου , κυνήγι με τόξο , να χορεύουν
    ιερούς χορούς , να παίζουν μουσική με πολλά όργανα, και ιδικά με επτάχορδη λύρα. Όπως στην Αθήνα και την Σπάρτη οι νέοι στην Κρήτη έπρεπε να περάσουν την
    δοκιμασία της μεθορίου και να δοκιμαστούν στην απομόνωσης- επιβίωσης. Έπειτα από την δοκιμασία της μεθορίου οι νέοι ήταν υποχρεωμένοι και φορούν μαύρα
    και γυναικεία ρούχα και υποβάλλονταν σε πολύ σκληρές δοκιμασίες. Ο αγώνας δρόμου θεωρούταν άθλημα καθαρά αντρικό και ήταν το άθλημα πάνω στο οποίο οι νέοι
    αποκτούσαν το δικαίωμα να λέγονται άντρες, όποιος έφηβος δεν ήταν δρομέας δεν ονομάζονταν άντρας. Αλλά το υπέρτατο κριτήριο αξιολόγησης για να θεωρηθεί
    ο έφηβος άντρας ήταν ο χορός και το κυνήγι . Στην γιορτή των Υπερβοϊων (δυνατών κραυγών) ξεκινούσε η γιορτή του κυνηγίου και απαιτείτο από τους έφηβους
    να φέρουν κάποιο θήραμα. Το κυνήγι του άγριου ταύρου γινόταν ανάμεσα στην κοιλάδα της Μεσσαράς και τους νότιους πρόποδες της Ίδης (Ψηλορείτης). Με το πέρας
    όλων των παραπάνω δοκιμασιών οι νέοι αποκτούσαν πολιτικά δικαιώματα ,γινότανε μάλιστα ιδική τελετή- εορτή που ονομάζονταν γιορτή των Ενδυσιών ή των Περιβλημαίων
    όπου γιόρταζαν την μετάβαση των νέων στην τάξη των ανδρών. Κατά την διάρκεια της γιορτής σε ιδική τελετή οι νέοι εγκατέλειπαν τα παιδικά ρούχα και ντυνόντουσαν
    με αντρικά και μετατρεπόταν σε άντρες ενώπιον της Πότνιας Θεάς. Οι παραπάνω τελετές γινόντουσαν σε γνωστά σπήλαια της Κρήτης όπου έχουν βρεθεί πολλά αντικείμενα
    προσφοράς των νέων. Σε όλη την διάρκεια της εκπαίδευσης οι νέοι έπρεπε να αποδείξουν ότι διακατέχονται από δύναμη ,αντοχή ,θάρρος και εξυπνάδα για να μπορέσουν
    να αποδείξουν ότι είναι ικανοί για να αντεπεξέρθουν στον νέο τους ρόλο σαν πολίτες ,πολεμιστές και σύζυγοι. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Κ. Μ. ΚΟΛΟΜΠΟΒΑ #8211; Ε.Λ. ΟΖΕΡΕΤΣΚΑΪΑ
    .Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ. ΕΘΝΟΣ- ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ .ΤΕΥΧΟΣ 14.(ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ) ROBERT FLACELIERE #8211;Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ
    ΕΛΛΗΝΩΝ

    Από:
    εδώ

    Μια ημέρα από τη ζωή ενός αθηναίου
    Στην Αθήνα η μέρα αρχίζει όπως στη φύση, με την ανατολή του ήλιου. Στον Αθηναίο δεν άρεσε η τεμπελιά. Πλούσιος ή φτωχός, σηκωνόταν μόλις φώτιζε η μέρα. Αλλιώς ούτε ήταν δυνατό. Η ζωή της Αθήνας ήταν έτσι ρυθμισμένη, που εκείνος που θα επέτρεπε στον εαυτό του να τεμπελιάσει τις πρώτες ώρες της μέρας δεν θάβρισκε κανέναν στο σπίτι.

    Όταν ο Ιπποκράτης ήθελε να περάσει από τον Σωκράτη να τον πάρει για να κάνουν μαζί μια επίσκεψη στον Πρωταγόρα, που είχε έρθει στην Αθήνα, πήγε στον Σωκράτη πριν από την ανατολή του ήλιου, κι όπως λέει ο Πλάτωνας “έκανε μεγάλη φασαρία χτυπώντας τη θύρα με ένα ραβδί”.

    Ο Σωκράτης κοιμόταν. Ο Ιπποκράτης τον σήκωσε απ’ το κρεβάτι και επέμεινε να πάνε χωρίς καθυστέρηση. Αλλά ο φιλόσοφος του απάντησε: “Όχι, είναι πολύ νωρίς. Να πάμε όταν φέξει”.

    Μόλις φάνηκαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του Καλλία, όπου είχε καταλύσει ο Πρωταγόρας. Όταν όμως έφτασαν εκεί, βρήκαν το σπίτι γεμάτο καλεσμένους. Ο Πρωταγόρας έκανε περίπατο στη στοά μαζί με τον Καλλία και τους ακολουθούσε μια ομάδα ξένων, που είχαν έρθει από άλλες πόλεις, ακολουθώντας τα ίχνη του Πρωταγόρα. Στην άλλη άκρη της στοάς ένας άλλος σοφιστής, ο Πρόδικος, ήταν ακόμα ξαπλωμένος και σκεπασμένος με την κουβέρτα στο δωμάτιο, που είχε μετατραπεί σε κοιτώνα εξαιτίας των πολλών καλεσμένων, και συζητούσε κι αυτός για κάτι, αλλά ο Σωκράτης δεν κατάφερε να μάθει για ποιο πράγμα γινόταν λόγος γιατί ο Πρόδικος μιλούσε πάρα πολύ σιγανά.

    Έτσι, λοιπόν, ο Αθηναίος έκανε τις επισκέψεις του την αυγή. Η πρωινή προετοιμασία των Αθηναίων δεν ήταν και τόσο πολύπλοκη. ‘Έπλεναν μονάχα το πρόσωπο και τα χέρια, έπειτα ντύνονταν και έβγαιναν.

    Ενδυμασία
    Συνήθως πιστεύουν ότι οι Έλληνες ντύνονταν στα λευκά, αλλά αυτή η γνώμη είναι λαθεμένη. Το πλήθος στην Αθήνα παρουσίαζε μια εικόνα πολύ γραφική, που δεν έμοιαζε καθόλου με μια μονότονη πομπή λευκών μορφών. Η ενδυμασία ήταν κατασκευασμένη από υφάσματα με ζωηρά χρώματα, κάποτε μάλιστα από πολλά χρώματα (ειδικότερα η ενδυμασία των νέων) : πορφυρό, κόκκινο, πράσινο και γαλάζιο.

    Στους άντρες δεν άρεσε το κίτρινο χρώμα, το θεωρούσαν καλό μόνο για τις γυναίκες. Τα λευκά ενδύματα στολίζονταν με μια λωρίδα χρωματιστή. Το κύριο αντικείμενο της αντρικής ενδυμασίας ήταν ο χιτώνας, που τον φορούσαν κατάσαρκα. Ο χιτώνας δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κομμάτι πανί, με τρύπες για τα χέρια, που το έπιαναν στον έναν ώμο με πόρπη. Το μήκος του χιτώνα ποίκιλλε ανάλογα με την εποχή. Στην αρχή ήταν πολύ μακρύς, μα αργότερα άρχισαν να τον σφίγγουν στη μέση με ένα κορδόνι και έτσι έφτανε ως τα γόνατα. Κάποτε στο χιτώνα έβαζαν και μανίκια. Οι χιτώνες, που προορίζονταν για τους υπηρέτες, τους βιοτέχνες, τους στρατιώτες και τους δούλους είχαν μια τρύπα, μονάχα για το αριστερό χέρι, ο δεξιός ώμος έμενε ακάλυπτος. Πάνω από το χιτώνα οι Αθηναίοι φορούσαν ένα είδος μανδύα ή πελερίνα που το έλεγαν ιμάτιο. Τη μια άκρη του ιματίου την έσφιγγαν στο στήθος κάτω από την αριστερή μασχάλη, ενώ το υπόλοιπο το έριχναν στην πλάτη, πάνω από τον αριστερό ώμο, περνώντας το κάτω ή πάνω από το δεξί χέρι και ξαναπερνώντας το πάνω από τον αριστερό ώμο έτσι που η άλλη άκρη να κρέμεται στην πλάτη.

    Ένα ιμάτιο για να θεωρείται σεμνό έπρεπε να καλύπτει τα γόνατα, αλλά να μη φτάνει ως τους αστράγαλους. Υπήρχε και ένας κοντός μανδύας, πιασμένος με μια πόρπη κάτω απ’ το λαιμό και αφημένος να πέφτει ελεύθερα πάνω απ’ τους ώμους και τις πλάτες. Αυτή η πελερίνα ονομαζόταν χλαμύδα και τη φορούσαν στον πόλεμο, στο κυνήγι και στα ταξίδια. Στην Αθήνα η χλαμύδα ήταν το συνηθισμένο ένδυμα της νεολαίας.

    Το κεφάλι έμενε ακάλυπτο. Οι Έλληνες φορούσαν κάλυμμα μόνο όταν έβγαιναν έξω απ’ την πόλη για να προστατεύουν το κεφάλι τους από τη ζέστη και τη Βροχή. Στους δρόμους της Αθήνας μπορούσε να συναντήσει κανείς με κάλυμμα μόνο ταξιδιώτες ή ανάπηρους. Κανένας δεν μπορούσε να φαντασθεί τον Πλάτωνα ή τον Δημοσθένη να διασχίζει την Αγορά με κάλυμμα στο κεφάλι. Υπήρχαν ορισμένα είδη καλύμματος λευκά ή καφέ. ο πίλος ήταν ένα είδος καλύμματος από πίλημα με πολύ μικρούς γύρους ή και χωρίς γύρους και ο πέτασος ένα αληθινό καπέλο από πίλημα, ίσιο στην κορυφή, με μια κορδελίτσα. Η κορδελίτσα είχε σκοπό να σφίγγει καλά τον πέτασο κάτω από το σαγόνι ή να τον κρατάει όταν τον έβγαζαν και τον έριχναν πίσω στις πλάτες. Η κυνή ήταν ένα κάλυμμα χωρίς γύρους, δηλαδή ένας απλός στρογγυλός σκούφος, από δέρμα σκυλιού.

    Κόμη
    Οι Έλληνες είχαν πυκνά μαλλιά. Δεν έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. τα έκοβαν έτσι που να καλύπτουν το κεφάλι, αλλά να μη φτάνουν ως τους ώμους. Μερικοί κομψευόμενοι νεανίες, σαν τον Αλκιβιάδη π.χ., είχανε μακριούς Βοστρύχους χτενισμένους με φροντίδα. Οι αθλητές, αντίθετα, έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. Εκτός απ’ τους κομψευόμενους νέους, Βοστρύχους άφηναν και οι φιλόσοφοι, αυτό ήταν άλλωστε το διακριτικό τους γνώρισμα.

    Υποδήματα
    Στα πόδια οι Έλληνες φορούσαν σανδάλια, που τα ‘δεναν με δερμάτινους ιμάντες, αλλά υπήρχαν κι άλλοι τύποι υποδημάτων, όπως μπότες, άρβυλα και σκαρπίνια. Τα υποδήματα τα κατασκεύαζαν από δέρμα λευκό, μαύρο ή ερυθρό και συχνά ήταν πολύ κομψά, κυρίως αυτά που φορούσε ο Αθηναίος όταν πήγαινε επίσκεψη ή ήταν καλεσμένος σε τραπέζι. Ακριβώς η υπόδηση ήταν το αντικείμενο όπου εκδηλωνόταν η φαντασία των κομψών Αθηναίων. Μας είναι γνωστοί μερικοί τύποι υποδημάτων που συνδέονται με το όνομα ορισμένων προσώπων. ΟΙ Αθηναίοι είχαν να λένε για τα “υποδήματα του Αλκιβιάδη”, και για τα “άρβυλα του Ιπποκράτη”. Γενικά τα υποδήματα γίνονταν από δέρμα, αλλά κάποτε τα έφτιαχναν κι από πίλημα, όπως τα καλύμματα της κεφαλής. Μερικοί κομψευόμενοι στόλιζαν τα υποδήματά τους με χρυσό και ασήμι. Τα μαύρα υποδήματα τα στίλβωναν με σφουγγάρι. Σχετικά με το στίλβωμα των υποδημάτων έφτασε ως εμάς το εξής διασκεδαστικό ανέκδοτο: ένας Αθηναίος συναντήθηκε στο δρόμο με έναν γνωστό του και παρατήρησε ότι τα υποδήματά του ήταν θαυμάσια στιλβωμένα. Απ’ αυτό έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο φίλος του περνάει οικονομικές δυσκολίες και ήταν υποχρεωμένος να λουστρίζει μόνος του τα υποδήματά του, γιατί ένας δούλος δεν θα του τα λούστριζε ποτέ τόσο καλά. Στο σπίτι οι Αθηναίοι πάντα γυρνούσαν ξυπόλητοι. Οι δρόμοι όμως είχαν τέτοιες βρωμιές, που ήταν απόλυτη ανάγκη να προφυλάγει κανένας τα πόδια του. Άλλωστε αυτό ήταν και ζήτημα διάθεσης και συνήθειας. Οι ψημένοι άνθρωποι της παλιάς σχολής, όπως ο Σωκράτης ή ο Φωκίωνας, γυρνούσαν ξυπόλητοι και στους δρόμους. Ο Σωκράτης δεν φορούσε υποδήματα ούτε το χειμώνα. Η περιβολή των Αθηναίων συμπληρωνόταν με ένα δαχτυλίδι κι ένα ραβδί. Τα δαχτυλίδια με γλυφές χρησιμοποιούνταν και σαν κόσμημα και σαν σφραγίδα. Μερικοί φορούσαν μάλιστα πολλά δαχτυλίδια. Το ραβδί ήταν ένα εξάρτημα απόλυτα υποχρεωτικό, η τελευταία λέξη της κομψότητας, για να εκφραστούμε έτσι, που ολοκλήρωνε την εμφάνιση του Αθηναίου. Ούτε περνούσε από το μυαλό ενός σεβαστού πολίτη να βγει στο δρόμο χωρίς ραβδί. Έτσι ο Αθηναίος ήταν έτοιμος να βγει. Δεν του έμενε παρά το πρόγευμα. Το φαγητό τού έτρωγε πολύ λίγο χρόνο. Μερικά κομματάκια ψωμί βουτηγμένα σε κρασί, αυτό ήταν όλο κι όλο το πρωινό του φαγητό. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα ελαττώματά του, η λαιμαργία δεν περιλαμβανόταν σ’ αυτά. Ύστερα απ’ αυτό το πρόγευμα, ο Αθηναίος έβγαινε στην πόλη. Τον ακολουθούσαν δύο δούλοι: αυτοί θα μετέφεραν τα ψώνια ή θα πήγαιναν κάποια είδηση στο σπίτι ή σε κάποιον φίλο. Αν δεν ήταν πολύ πλούσιος, τον ακολουθούσε ένας δούλος. Κι αν δεν είχε τη δυνατότητα να διατηρεί έστω κι έναν δούλο, θα συμφωνούσε έναν αχθοφόρο στην αγορά, όπου πρώτα – πρώτα θα κατευθυνθεί.

    Συμπεριφορά
    Οι Αθηναίοι ήταν πολύ απαιτητικοί στα ζητήματα της καλής συμπεριφοράς. Δεν τους άρεσαν οι νευρικοί ή οι βιαστικοί και δεν υπέφεραν την υπεροψία. Την έπαρση, το αλαζονικό περπάτημα, οι Αθηναίοι τα κατέκριναν. μα δεν επαινούσαν και το βιαστικό περπάτημα. Δεν θεωρούνταν αξιοπρεπές για έναν άντρα να ρίχνει το βλέμμα του παντού, όπως δεν θεωρούνταν ωραίο να βαδίζει κανείς με τα μάτια χαμηλωμένα στη γη και με ύφος λυπημένο. Συνεπώς, είναι άπρεπο να βαδίζεις γρήγορα και να μιλάς δυνατά. Κατά τον Αριστοτέλη, ένας που σέβεται τον εαυτό του κινείται ήσυχα, μιλάει σιγανά κι ήρεμα. Ο Θεόφραστος χαρακτηρίζει έτσι τον ανάγωγο.

    Η αγορά
    Ο Αθηναίος θα περάσει από τις κιονοστοιχίες που στολίζονται με τα αγάλματα των επιφανών ανδρών της πόλης και θα φτάσει μπροστά στην αγορά τροφίμων. Στις ελληνικές πόλεις η αγορά δεν ήταν ένας τόπος αποκλειστικά για τους εμπόρους. Στην αγορά της Αθήνας Βρίσκονταν τα κύρια δημόσια καταστήματα: η Βουλή, τα δικαστήρια, οι ναοί, το αρχείο, καθώς και δενδροστοιχίες από πλατάνια και λεύκες. Οι αγρότες της Αττικής πάνε στην αγορά πριν ξημερώσει σαλαγώντας γίδια και κατσίκια, ή κουβαλώντας σ’ ένα ξύλο στηριγμένο στον ώμο λαγούς και τσίχλες με τις φτερούγες γυρισμένες προς το ράμφος. Οι ιδιοκτήτες των αγροκτημάτων που ήταν γύρω από την πόλη, έστελναν τα προϊόντα τους για ανταλλαγή. Από τον Πειραιά και το Φάληρο έφταναν ψαράδες. στα καλάθια τους έφερναν τόνο, από τον Εύξεινο Πόντο χέλια, που τα αγαπούσαν πάρα πολύ οι Αθηναίοι, και μπαρμπούνια από το Αρχιπέλαγος. Από τα μικρομάγαζα και τα μαγειρεία των πραματευτάδων σκορπάει στον καθαρό πρωινό αέρα το άρωμα των ώριμων φρούτων, η οσμή του θυμιάματος, η μυρωδιά από τα δέρματα, το τουρσί, την ώριμη μελιτζάνα, το πηγμένο αίμα, το κρασί, την πρασινάδα, κι απ’ τις αρμάθες των ζεστών κουλουριών, που τραβούν τη ματιά των πεινασμένων αγοραστών. Ο θόρυβος σε ξεκουφαίνει. το πλήθος κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Αριστοφάνης μάς παρουσιάζει μέσα σ’ αυτό το πλήθος έναν αλλαντοπώλη που πουλάει ζεστά λουκάνικα με την τάβλα κρεμασμένη από το λαιμό και μερικούς “επόπτες” της αγοράς, τους ονομαζόμενους αγορανόμους, που παρακολουθούν αν τηρούν οι έμποροι τις διατάξεις του νόμου. Αυτοί φροντίζουν τα ψωμιά να είναι όσο χρειάζεται μακριά και να μην καταβρέχουν οι έμποροι τα ψάρια με νερό. Οι φτωχές γυναίκες ήρθαν με φύλλα για πίτες ή με στεφάνια από λουλούδια. Στο μέρος πάλι που πουλούν τα οπωρικά και τα λαχανικά μπορεί να δει κανείς τη μάνα του Ευριπίδη, που, όπως μας διαβεβαιώνει ο Αριστοφάνης, ήταν μια απλή λαχανοπώλισσά. Πουλούσε σουσάμι, κρεμμύδια, όσπρια και σύκα. Η αγορά είναι τακτοποιημένη με ένα ορισμένο σχέδιο. Για κάθε λογής προϊόντα είχαν καθορίσει ειδικούς χώρους. Ο αγοραστής ξέρει πού ακριβώς θα βρει ψωμί και ψάρια, τυρί σε πλεχτά καλαθάκια, λαχανικά και λάδι, ξέρει πού θα βρει να συμφωνήσει μια χορεύτρια ή μάγειρα για ένα συμπόσιο. Αν θέλει να συναντηθεί με τους φίλους του στην αγορά, θα τους πει με βεβαιότητα: “στο ιχθυοπωλείο” “στο τυροπωλείο” “στα σύκα”. Οι πωλητές κι οι πραματευτάδες άπλωναν το εμπόρευμά τους στο ύπαιθρο ή σε μερικές παράγκες από κλαδιά ή καλάμια πλεχτά, που το απόγευμα τις χαλούσαν. Γύρω από την αγορά ήταν πολλά καταστήματα που κατείχαν ειδικά κουρείς, αρωματοπώλες, σαγματοποιοί και οινοπώλες. Πολύ κοντά σ’ αυτά βρίσκονταν κάθε λογής εργαστήρια. Οι αργυραμοιβοί, που τους ονόμαζαν τραπεζίτες, στέκονταν στην αγορά μπροστά σε ένα ειδικό τραπέζι. Προς την πλευρά του Κολωνού συγκεντρώνονταν άνθρωποι ελεύθεροι που ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα και ήθελαν να συμφωνήσουν για μερικές ώρες δουλειά, το περισσότερο για μια μέρα ή ως τη δύση του ήλιου. Αργότερα (αρχίζοντας από τον 5ο αιώνα) στις ελληνικές πόλεις οικοδομήθηκαν ειδικά κτίρια για αγορές. Τον καιρό του Περικλή υπήρχε στην Αθήνα μια αίθουσα για αλεύρι στον Πειραιά, ένα κτίριο όπου είχαν εκτεθειμένα δείγματα εμπορευμάτων. Η γυναίκα, αν ήταν πλούσια ή και απλώς εύπορη, δεν πήγαινε ποτέ στην αγορά ούτε έστελνε τις υπηρέτριές της. Όλα τα ψώνια τής τα έκανε ο άντρας. Συχνά μπορούσε να δει κανείς έναν στρατιώτη, πάνοπλο, να αγοράζει σαρδέλες ή σύκα. Δεν συναντήθηκε η Λυσιστράτη με μερικούς αξιωματικούς του ιππικού, που είχαν γεμίσει τις περικεφαλαίες τους με βραστά λαχανικά; Όπως είπαμε, στη ζωηρή αγορά της Αθήνας μπορούσαν να συναντηθούν κάθε λογής άνθρωποι, πλούσιοι και φτωχοί. Να ένας ανάπηρος, πελάτης του ρήτορα Λυσία που ζει με τη σύνταξη που του πληρώνει το κράτος. Γύρω του έχουν μαζευτεί μερικοί πλούσιοι νέοι. Τα καυστικά, τα δηκτικά του αστεία τούς διασκεδάζουν. Ένας χωριάτης κουβαλάει στην πλάτη ένα σακί, μέσα από το οποίο ακούονται να γρυλίζουν μερικά γουρουνάκια. τώρα παραμέρισε από το δρόμο για να περάσει ένας στρατηγός. Δαμαστές φιδιών συναγωνίζονται με τους ιδιοκτήτες άλλων εξημερωμένων ή άγριων ζώων. μια ομάδα εύθυμων θεατών πηγαίνουν από τους θαυματοποιούς και τους ταχυδακτυλουργούς σ’ αυτόν που καταπίνει σπαθιά και αναμμένα ξύλα. Τα αγαλματάκια από οπτή γη (τερακότα) μας παρουσιάζουν ορισμένους συνηθισμένους τύπους των ελληνικών δρόμων: Ένας μάγειρας δούλος με ξυρισμένο κεφάλι κρατάει με το ένα χέρι ένα πινάκιο και με το άλλο βάζει κάτι στο στόμα. Άλλοι μάγειροι φορτώνουν από την αγορά κουνέλια και καλάθια με σταφύλια. Ένας χωριάτης κατέβηκε στην πόλη. Ο δρόμος είναι μακρύς, γεμάτος σκόνη, ο ήλιος καίει αλύπητα κι ο προβλεπτικός οδοιπόρος πήρε μαζί του ένα αγγείο με νερό. Τυλιγμένο με φροντίδα με τη χλαμύδα, ένα παιδάκι κάνει περίπατο κρατώντας το χέρι μιας γριάς και καμπούρας παραμάνας. Ένα κοριτσάκι βαδίζει μαζί με τη μητέρα του. σηκώνει το κεφάλι προς αυτήν και τη ρωτάει για όλα όσα βλέπει γύρω του. Για να μη χαθεί κρατιέται από την άκρη του ιματίου της μητέρας του. Πηγαίνοντας από τον ένα έμπορο στον άλλο, ο Αθηναίος διαλέγει τα τρόφιμα και τα στέλνει στην κατοικία του με το δούλο. Ο αέρας είναι γεμάτος από τις φωνές των πραματευτάδων που διαλαλούν τα εμπορεύματά τους: “άιντε στο ξίδι”, “αγοράστε λάδι!”, “ξεχάσατε να πάρετε κάρδαμο!”, “νέε μου, ορκίζομαι στην Αφροδίτη πως η αγαπημένη σου στολισμένη με το στεφανάκι αυτό, θα γίνει ακόμα ομορφότερη!”, “κρέας ψητό, μισός οβολός το κομμάτι!”. Κάθε πράγμα και κάθε άνθρωπος έχουν τιμή. Σε μερικές συνοικίες μπορείς να βρεις ό,τι υπάρχει για πούλημα στην Αθήνα: “Σύκα, συκοφάντες, σταφύλια κι αχλάδια, γογγύλια, τριαντάφυλλα, εφευρέσεις, μούσμουλα και μήλα. Κοιλιά βραστή φρέσκο τυρί και μέλι, γλυκό, μπιζέλια και ψηφοδόχες, μύρτο, υάκινθο και μάρτυρες για δίκη”. Όποιος επιθυμεί μπορεί να ντυθεί από το κεφάλι ως τα πόδια και μάλιστα εδώ, στην αγορά. Ο έμπορος των έτοιμων ενδυμάτων πουλάει για δώδεκα δραχμές (το πιο μικρό ασημένιο νόμισμα στην Αθήνα ήταν ο οβολός. Έξι οβολοί έκαναν μια δραχμή. Μια μνα είχε εκατό δραχμές. Εξήντα μνες κάναν ένα τάλαντο, που δεν ήταν πια νόμισμα αλλά μονάδα μέτρησης και υπολογισμού) το ιμάτιο και για οκτώ δραχμές ο υποδηματοπώλης προσφέρει κάθε χρώματος σανδάλια. Ο πιο ενδιαφέρων όμως κι ο πιο ελκυστικός τομέας της αγοράς ήταν τα ιχθυοπωλεία. Η αδυναμία των Αθηναίων ήταν το ψάρι, όχι το κρέας. Απ’ όλους τους πραματευτάδες, οι πιο ανεξάρτητοι ήταν οι ιχθυοπώλες, για να μην πούμε οι πιο αυθάδεις. Ένας κωμωδιογράφος τους ονομάζει “ληστές”, ένας άλλος “λωποδύτες της νύχτας”… Ζητούν για το εμπόρευμά τούς όσα θέλουν. Αν τους απαντήσεις ότι είναι πολύ ακριβά, ακούς να σου λένε κοφτά: “Αυτή είναι η τιμή, αν δεν σου αρέσει, δρόμο!”. Δεν θα δίσταζαν να ζητήσουν ακόμα πιο μεγάλη Τιμή αν κατάφερναν να κρατήσουν τα ψάρια φρέσκα. Αλλά οι προνοητικοί αγορανόμοι δεν τους επιτρέπουν να τα Βρέξουν με νερό. Όταν όμως φοβάται μη του χαλάσει το ψάρι, ο ψαράς Βιάζεται να το πουλήσει και δεν ζητάει εξαιρετικά μεγάλη Τιμή. Μια μέρα ένας Αθηναίος ζαλίστηκε και λιποθύμησε στην αγορά. ‘Ένας ιχθυοπώλης ήθελε να τον Βοηθήσει για να συνέλθει κι έχυσε απάνω του ένα αγγείο με νερό. Πράγματι ο διαβατής συνήλθε, αλλά όταν ο έμπορος άδειασε το αγγείο με το νερό, ράντισε όλους τους γειτόνους κι όλους όσοι Βρέθηκαν εκεί τυχαία. Οι αγορανόμοι που ήρθαν τρέχοντας διαπίστωσαν ότι και το δοχείο με τα ψάρια γέμισε ως τη μέση νερό και τα ψάρια ζωντάνεψαν κι άρχισαν να κουνούν τις ουρές τους. Αυτή τη φορά η παράβαση των νόμων είχε ελαφρυντικά και στους αγορανόμους δεν έμεινε τίποτε άλλο να κάνουν, παρά μόνο να τον διατάξουν να αδειάσει αμέσως το νερό από το δοχείο, πράγμα που έκανε. ο έμπορος είχε πετύχει άλλωστε το σκοπό του! Ο περαστικός που είχε λιποθυμήσει τα ‘χε συμφωνήσει για δύο οβολούς! Για να πουλιέται όσο το δυνατόν πιο φρέσκο το ψάρι, ο ερχομός στην αγορά ενός κάρου φορτωμένου ψάρια γινόταν γνωστός στους Αθηναίους με το χτύπημα μιας ειδικής καμπάνας. Διηγούνται πως την ώρα που ένας μουσικός έπαιζε ορισμένα τραγούδια για μια ομάδα φίλων που είχαν συγκεντρωθεί στο σπίτι του, το οποίο Βρισκόταν κοντά στην αγορά, ακούστηκε ο ήχος της καμπάνας του ψαράδικου. .Όλοι οι φίλοι σηκώθηκαν ευθύς και τρέξαν για την αγορά, εκτός από ένα μισόκουφο γέρο. Ο μουσικός πλησίασε τον γέροντα τότε και του είπε: “Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ, είσαι ο μόνος άνθρωπος που τηρείς τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς και δεν με εγκατέλειψες στο άκουσμα της καμπάνας”. “Τι είναι;” του απάντησε ο γέρος. “Είπες ότι ακούστηκε η καμπάνα του ψαράδικου; Ευχαριστώ! Καλή αντάμωση”. Κι έφυγε βιαστικός, ακολουθώντας τα ίχνη των άλλων. Τις πρώτες ώρες του πρωινού ο Αθηναίος λογάριαζε ότι δεν έπρεπε να λείψει από την αγορά. Αν δεν περίμενε ξένους, περιοριζόταν να αγοράσει τα συνηθισμένα τρόφιμα που ο δούλος τα πήγαινε στο σπίτι. Αν όμως είχε καλεσμένους τα πράγματα μπερδεύονταν. Τα ψάρια, το κρέας, τα λαχανικά έπρεπε να διαλεχτούν με ξεχωριστή φροντίδα.

    Το φαγητό
    Τώρα δεν του έμεινε πια παρά μόνο να συμφωνήσει μια χορεύτρια, αυλητές και ένα μάγειρα, έναν απ’ αυτούς τους τεχνίτες που έμαθαν στις Συρακούσες την τέχνη της παρασκευής φαγητού. Τους μάγειρους μπορούσε να τους Βρει κανείς κάθε μέρα σε ένα ορισμένο μέρος της αγοράς. ‘Έπαιζαν ρόλο αρκετά σημαντικό στη ζωή της πόλης, αν κρίνουμε από το πλήθος τις ειρωνείες που αφθονούν στις αρχαίες κωμωδίες. Ο τύπος του μάγειρα είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς της ελληνικής κωμωδίας. Τον παρουσιάζουν σαν ψεύτη, κλέφτη, φαγά και φαφλατά. Ο Ξενοφώντας ήταν αγανακτισμένος από το πλήθος των λεπτεπίλεπτων φαγητών που μαγείρευαν στον καιρό του, ο Πλάτωνας έδιωξε, χωρίς δισταγμό, από την Πολιτεία του όλους τους μαγείρους. Οι Σπαρτιάτες λογάριαζαν ίσως πως το λεπτό γούστο για το φαγητό οδηγεί στην εξασθένηση του κράτους, γι’ αυτό δεν έπαιρναν παρά μόνο μάγειρους που μαγείρευαν τα πιο απλά φαγητά από κρέας, ενώ εκείνους που δοκίμαζαν να καθιερώσουν καινούργια φαγητά τούς έδιωχναν από την πόλη. Αφού τελείωνε όλες τις δουλειές, δηλαδή ανάμεσα στις 1011 το πρωί, ο Αθηναίος κατευθυνόταν σε μια από τις στοές που ήταν γύρω από την αγορά, όπου συναντιόταν με τους φίλους του.

    Χαιρετισμοί
    Όταν συναντιόντουσαν δυο γνωστοί χαιρετιόνταν με μια κίνηση του χεριού. Δεν ταίριαζε να υποκλιθείς, να προσκυνήσεις κάποιον, γιατί οι περήφανοι πολίτες της Αθήνας θα το θεωρούσαν αυτό υπόλειμμα του καιρού της τυραννίας. Οι Αθηναίοι έδιναν το χέρι μονάχα όταν ορκίζονταν ή στους επίσημους αποχωρισμούς. Ο συνηθισμένος χαιρετισμός ήταν “Χαίρε!”, που συνοδευόταν ορισμένες φορές από μια παρατήρηση για τον καιρό. Είναι γνωστοί επίσης και άλλοι τύποι χαιρετισμών: “Υγίαινε!”, “Τα ωφέλιμα εργάζου!”, “Εργάζου και ευτύχει!”.

    Συζητήσεις
    Μετά τους καθιερωμένους χαιρετισμούς, ο Αθηναίος μιλούσε με τους φίλους και τους γνωστούς για την πολιτική, σχολίαζε τα τελευταία νέα ή μπλεκόταν σε φιλοσοφικές συζητήσεις, αν είχε τέτοια κλίση. Συνήθως οι συναντήσεις και οι συζητήσεις γίνονταν στα αρωματοπωλεία και στα κουρεία. Και τα υποδηματοποιεία ήταν επίσης κατάλληλος χώρος για συναντήσεις, μια φορά μάλιστα ο Σωκράτης μπήκε σ’ έναν τεχνίτη που έφτιαχνε χάμουρα για να τελειώσει μια συζήτηση. Η επίσκεψη στα καταστήματα είχε γίνει μια συνήθεια τόσο διαδεδομένη, που ο Δημοσθένης σ’ ένα λόγο του κατηγορεί έναν Αθηναίο για “ακοινώνητο”, γιατί “δεν μπαίνει ποτέ σε κουρεία, αρωματοπωλεία και άλλα καταστήματα”. Ο προτιμούμενος τόπος συναντήσεων ήταν, αναμφισβήτητα, τα κουρεία. Ο Αθηναίος κουρέας μπορούσε να περηφανευτεί για την πλατιά και πολύπλευρη πείρα του. Οι άντρες, όπως και οι γυναίκες, έβαφαν τα μαλλιά τους ή για να τα κάνουν πιο ανοιχτά ή για να κρύψουν τη λευκότητά τους.

    Κουρεία
    Οι Αθηναίοι για να βοηθούν το μεγάλωμα των μαλλιών τα άλειφαν με λάδι ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες. Τον 6ο αιώνα οι άντρες είχαν μακριούς βοστρύχους, αλλά μετά τη μάχη του Μαραθώνα άρχισαν να τους κόβουν πιο κοντούς. Αργότερα, μετά τον Αλέξανδρο το Μεγάλο, ξύριζαν τα μουστάκια και τα γένια. Οι Έλληνες δεν άφηναν ποτέ μουστάκι χωρίς γένια. Έπειτα ο κουρέας τούς περιποιόταν τα χέρια κι όταν τελείωνε έδινε στον πελάτη έναν καθρέφτη για να θαυμάσει τον εαυτό του, έτσι ακριβώς όπως κάνουν οι κουρείς στις μέρες μας. Τον καιρό που ο κουρέας έφτιαχνε τη ν κόμη ενός πελάτη, οι άλλοι περίμεναν τη σειρά τους φλυαρώντας για όλα. χάρη σ’ αυτό τον τρόπο ζωής, οι κουρείς έγιναν εξαιρετικά κοινωνικοί. Ήταν κατατοπισμένοι για όλα τα νέα και τα κουτσομπολιά, που τα διέδιδαν και τα ερμήνευαν όπως ήθελαν. Δεν είναι παράξενο που είχαν τη φήμη ότι ήταν φλύαροι και αθυρόστομοι Ο πρώτος άνθρωπος που έφερε στην Αθήνα την είδηση της καταστροφής στη Σικελία ήταν ένας κουρέας από τον Πειραιά. Είχε μάθει τη θλιβερή είδηση από το δούλο ενός λιποτάκτη και χωρίς να αργήσει άφησε το κουρείο κι έτρεξε με μια ανάσα στην Αθήνα, από φόβο μην τον προλάβει κανένας άλλος. Στην πόλη, όπου δεν ήξεραν τίποτε, η είδηση προκάλεσε μεγάλη ανησυχία. Ο κόσμος περικύκλωσε τον κουρέα και άρχισε να τον ξεψαχνίζει, μα αυτός δεν ήξερε ούτε το όνομα εκείνου που του είχε ανακοινώσει το τραγικό νέο. Οι πολίτες αγανακτισμένοι άρχισαν να φωνάζουν: “0 ψεύτης στην ανάκριση!”, “στα Βασανιστήρια!”. Ο φουκαράς ο κουρέας είχε δεθεί κιόλας στον τροχό, όταν κατά καλή του τύχη έφτασαν κάμποσοι οπλίτες που είχαν γλιτώσει από το μακελειό και επιβεβαίωσαν την τρομερή αλήθεια. Αναστατωμένοι οι Αθηναίοι από τη φοβερή είδηση, σκόρπισαν στα σπίτια τους για να κλάψουν τους χαμένους τους συγγενείς και ξέχασαν τον κουρέα. Άφησαν δεμένο τον αγγελιοφόρο των κακών ειδήσεων. Τον θυμήθηκαν αργά τη νύχτα. Αλλά όταν ο δήμιος ήρθε να τον λύσει, η πρώτη ερώτηση που του έθεσε ο κουρέας ήταν αν υπήρχε, Καμιά είδηση για τον Νικία, κι αν είναι γνωστό πως πέθανε. Οι κουρείς ήταν ενήμεροι για όλα τα νέα και μιλούσαν για τα πάντα. “Πώς θέλετε να σας κουρέψω;”, ρώτησε ο κουρέας το Βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαο. “χωρίς πολλές κουβέντες”, απάντησε ο Βασιλιάς.

    Κοινωνικοί
    Στους Έλληνες δεν άρεσε να σιωπούν. ήταν εξαιρετικά κοινωνικοί. Σ’ ένα ελληνικό τραγούδι, όπου απαριθμούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανθρώπινη ευτυχία, μετά την υγεία, την ομορφιά και τον πλούτο ακολουθεί η φιλία. χωρίς τη φιλία δεν υπάρχει χαρά, γιατί η φιλία στολίζει τη ζωή. Φυσικά ο χαρακτήρας της φιλίας ποίκιλλε ανάλογα με την ηλικία και τις κλίσεις. Εκτός από την αληθινή φιλία, που τόσο ποθούσε ο Σωκράτης, στους Έλληνες άρεσε ανείπωτα να φλυαρούν για όλα τα μικροπράγματα. Γιατί, άλλωστε, μαζεύονταν στα κουρεία και στα αρωματοπωλεία; Αλλά και η φλυαρία είχε όρια, που τα καθόριζαν οι κανόνες καλής συμπεριφοράς. Όποιος ξεπερνούσε αυτά τα όρια έβγαζε τη φήμη ότι είναι αθυρόστομος κι ο κόσμος άρχιζε να τον κοροϊδεύει.

    Στο σπίτι
    Ο Αθηναίος αφού χορτάσει συζήτηση πηγαίνει στο σπίτι του για φαγητό. Τρώει ή κάτω από μια σκεπασμένη στοά ή στην εσωτερική αυλή, μαζί με την οικογένειά του. Μετά το φαγητό ξεκουράζεται ή ίσως διαβάζει. Στη Βιβλιοθήκη του βρίσκονται τα έπη του Ομήρου ο πάπυρος είναι παλιός και σκοροφαγωμένος καθώς και τα έργα των ξακουστών ποιητών. Κάθε χειρόγραφο φυλάγεται μέσα σ’ ένα μετάλλινο σωλήνα με κάλυμμα. Σ’ ένα ξεχωριστό ράφι βρίσκονται οι λόγοι των ρητόρων και των φιλοσόφων, καθώς και τα έργα των ιστορικών. Όλα έχουν αντιγραφεί με μεγάλη φροντίδα από τους αντιγραφείς. Έτσι, λοιπόν, αν θέλει να διαβάσει, ο Αθηναίος έχει από πού να διαλέξει. Μετά το φαγητό δεν κοιμάται. Γενικά ο ύπνος δεν κατέχει μεγάλη θέση στη ζωή του. Του αρέσει πάρα πολύ η ζωή σ’ όλες τις εκδηλώσεις της και δεν χάνει με τον ύπνο περισσότερο χρόνο από ό,τι είναι απόλυτα απαραίτητο.

    Γυμνάσια
    Αφού ξεκουραστεί, ο Αθηναίος κατευθύνεται προς ένα από τα τρία μεγάλα δημόσια γυμνάσια των προαστίων της Αθήνας: το Λύκειο, την Ακαδημία, το Κυνοσάργες. Τα γυμνάσια ήταν μεγάλα, επιβλητικά, με σκιερούς διαδρόμους, με ευρείες στοές, λουτρά και άλλα διαμερίσματα προορισμένα γι, τον αθλητισμό, τις επιστημονικές απασχολήσεις και την ανάπαυση. Γενικά τα γυμνάσια αποτελούνταν: από το εφηβείο, μια αίθουσα προορισμένη για τις γυμναστικές ασκήσεις της νεολαίας. τα λουτρά, τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν όλοι οι επισκέπτες του γυμνασίου. τα αποδυτήρια, μια αίθουσα όπου οι παλαιστές άλειφαν το σώμα τους με λάδι, μι, άλλη αίθουσα όπου “πασπάλιζαν” το σώμα τους με λεπτή άμμο, για να μπορούν να πιάνονται εύκολα στη διάρκεια της πάλης. τους διαδρόμους, σκεπαστούς και ξεσκέπαστους για περίπατο και τρέξιμο. Οι λεγόμενες ξυστές (δηλαδή διάδρομοι στιλβωμένοι) ήταν κάτι διάδρομοι σκεπαστοί, πιο ψηλά στις πλευρές, που ήταν προορισμένοι για περιπάτους, ενώ το κεντρικό μέρος, που ήταν πιο χαμηλό, προοριζόταν για ασκήσεις όταν ο καιρός ήταν ακατάλληλος και το χειμώνα. Όλοι αυτοί οι χώροι περιβάλλονταν με στοές, με καθίσματα και εξέδρες, μερικές αίθουσες ημικυκλικές, σκεπαστές ή ξεσκέπαστες, όπου οι φιλόσοφοι και οι ρήτορες έκαναν μαθήματα και συζητήσεις. Ο Αθηναίος δεν μετείχε υποχρεωτικά στις αθλητικές ασκήσεις, αλλά παρακολουθούσε, σχολίαζε και χειροκροτούσε. Οι γεροντότεροι πολίτες δεν ξεχνούσαν, φυσικά, να διηγηθούν τι θαυμάσιοι αθλητές ήταν στα νιάτα τους και παραπονούνταν για την αδυναμία των σημερινών. Οι θεατές μαζεύονταν ομάδες – ομάδες και συζητούσαν διάφορα προβλήματα. Κάποιος σχεδιάζει κάτι με το ραβδί στον άμμο, εξηγώντας στους γύρω του μια πρωτότυπη ιδέα. Στο κέντρο μιας άλλης ομάδας ένα άτομο σιμό και άσχημο αναλύει με τόνο ειρωνικό τι είναι προτιμότερο: να είσαι ψεύτης από άγνοια ή να είσαι συνειδητός ψεύτης. Ο σιμός είναι ο Σωκράτης. Στην Ακαδημία ο Πλάτωνας εκθέτει, με νέα ύφος διαλεχτό, τις φιλοσοφικές του θεωρίες, μπροστά σ’ ένα ακροατήριο από θαυμαστές και αντιπάλους κάθε ηλικίας. Στο Λύκειο, στο μέρος που λέγεται “Περίπατος”, ένας άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι και φανερή κλίση προς την κομψότητα, συζητεί σε μια γλώσσα όχι τόσο ωραία, μα πολύ καθαρή και εκφραστική, τις θεμελιακές αρχές της πολιτικής, της ηθικής, της ποίησης και της λογικής. Ο ομιλητής είναι ο Αριστοτέλης. Στο γυμνάσιο ο Αθηναίος περνάει μια ή δυο ώρες. Πριν από το γεύμα θέλει να λουστεί, γι’ αυτό κατευθύνεται προς το λουτρό. Το λουτρό είναι ένα κτίριο πολύ σεμνό, ένα απλό δωμάτιο με ένα καζάνι για το νερό και πολλά αγγεία. Οι επισκέπτες αλείφονταν πρώτα σ’ όλο το σώμα με ελαιόλαδο ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες, έπειτα έξυναν το κορμί μ’ έναν ειδικό ξύστη από ορείχαλκο (στλεγγίδα) και ξεπλένονταν με νερό. ‘Έτσι τελείωνε το λουτρό κι ο Αθηναίος θα μπορούσε να ντυθεί και να φύγει, αν δεν είχε διάθεση να καθυστερήσει λιγάκι και να μιλήσει με τον άνθρωπο του λουτρού, που, όπως κι ο κουρέας, ήταν μια ζωντανή εφημερίδα και ο οποίος ήξερε συχνά για τους πελάτες του περισσότερα απ’ ό,τι ήξεραν κι αυτοί οι ίδιοι για τον εαυτό τους.

    Το γεύμα
    Στο σπίτι όλα ήταν έτοιμα και δεν περίμεναν παρά την άφιξη των καλεσμένων. Τραπέζια, λεκάνες, μαξιλάρια, στεφάνια, τάπητες, ψωμιά, αρώματα, γυναίκες, ζαχαρωτά, πίτες, κουλούρια, χορεύτριες. Γλυκόψωμα και του Αρμόδιου τα τραγούδια. Στη διάρκεια του γεύματος ο οικοδεσπότης συνήθως είναι ξαπλωμένος σε κρεβάτι, ενώ η γυναίκα του κάθεται σε σκαμνί. Τα παιδιά εμφανίζονται στα επιδόρπια και στέκονται όρθια ή κάθονται, ανάλογα με την ηλικία τους και τις συνήθειες της οικογένειας. Αλλά σ’ ένα τραπέζι με καλεσμένους τα μέλη της οικογένειας δεν παρουσιάζονται. παίρνουν μπρος μονάχα οι άντρες, γιατί η συζήτηση θα είναι ή φιλοσοφική, επομένως ακατανόητη για τις γυναίκες και τα παιδιά, ή καθαρά αντρική, επομένως ακατάλληλη για τα αυτιά των γυναικών. Στο “Συμπόσιο” του Πλάτωνα, η Διοτίμα, μια ξένη από τη Μαντίνεια, έγινε δεκτή μόνο στο κατώφλι της θύρας, απ’ όπου σαν καλλιεργημένη γυναίκα που ήταν, μπορούσε να διακόπτει τις φαντασίες του Αριστοφάνη με τις ευφραδέστατες παρεμβάσεις της κι αυτό μονάχα γιατί στη χώρα της είχε το αξίωμα της μάντισσας. Όσο για τις συνηθισμένες καλεσμένες στα συμπόσια που παριστάνονται συχνά στα αγγεία, η θέση κι ο ρόλος τους είναι έξω από κάθε αμφιβολία. Οι γυναίκες αποζημιώνονται όμως στο γυναικωνίτη, όπου τα ζαχαρωμένα φρούτα και τα γλυκά των ζαχαροπλαστών της Κρήτης, της Σάμου και της Αθήνας τιμούνταν εξαιρετικά. Κάθε μαγείρισσα ετοίμαζε γλυκίσματα για τα Θεσμοφόρια και τις άλλες γιορτές, ενώ οι αξιοσέβαστες κυράδες τα κατανάλωναν σε μεγάλες ποσότητες με τη συντροφιά των γνωρίμων τους, που είχαν έρθει επίσκεψη στο σπίτι τους. Για τους Έλληνες ήταν αδιανόητο να φάνε μόνοι. Ο Πλούταρχος λέει ότι το να φάει κανείς μόνος του “δεν σημαίνει να γευματίσει, αλλά να γεμίσει το στομάχι του σαν τα ζώα”. Γι’ αυτό, εκτός της πρόσκλησης καλεσμένων, υπήρχαν διάφοροι τρόποι να φάει κανείς με συντροφιά: οργάνωναν συμπόσια στα οποία οι συνδαιτυμόνες συνέβαλαν εξίσου ή ανάλογα με τις δυνατότητές τους. Αυτά τα συμπόσια γίνονταν σε νοικιασμένες αίθουσες ή στο σπίτι μιας εταίρας. Κάποτε κάθε συνδαιτυμόνας έφερνε το φαγητό του στο καλάθι. Τα προγράμματα του φαγητού δεν ήταν υπερβολικά. Σε μια κωμωδία λέγεται ότι ένα τραπέζι στην Αθήνα είναι πολύ ωραίο στην εμφάνιση, μα δεν χορταίνει ένα πεινασμένο στομάχι. Στους Διαλόγους του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα οι συνδαιτυμόνες δεν συζητούν καθόλου για τα φαγητά. Το κλασικό ιδανικό της Αττικής απαιτούσε το φαγητό να προσφέρεται ωραία αλλά να μην είναι πολύ. Να είναι τόσο όσο χρειάζεται για να καταπραΰνει μια κανονική πείνα, γιατί το κύριο δεν ήταν το φαγητό αλλά η συντροφιά των συνδαιτυμόνων και οι συζητήσεις.

    Φιλοξενία
    Οι Έλληνες ήταν πολύ φιλόξενοι. Κάθε καλεσμένος μπορούσε να φέρει όποιον ήθελε. Αυτή η συνήθεια γέννησε μάλιστα μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, στην οποία έδωσαν το περιφρονητικό παρατσούκλι “παράσιτα”. Ο Πλούταρχος έγραψε ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στο πρόβλημα: ως ποιο Βαθμό μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς αυτό το δικαίωμα χωρίς να ξεπεράσει τα όρια της καλής συμπεριφοράς. Στο “Συμπόσιο” ο Πλάτωνας διηγείται ότι ο Αριστόδημος συνάντησε τον Σωκράτη με επίσημο ένδυμα και μαθαίνοντας ότι πηγαίνει στο τραπέζι του Αγάθωνα, αποφάσισε να τον συνοδεύσει αν και δεν ήταν καλεσμένος. Στο δρόμο ο Σωκράτης, απασχολημένος καθώς ήταν με ένα φιλοσοφικό πρόβλημα, Βράδυνε το βήμα του. Ο Αριστόδημος δεν παρατήρησε ότι ο φιλόσοφος έμεινε πίσω και μπήκε μόνος στο σπίτι του Αγάθωνα. Παρ’ όλα αυτά δεν βρέθηκε σε δυσάρεστη θέση: οι θύρες ήταν διάπλατα ανοιχτές, και ένας δούλος τον οδήγησε αμέσως στην τραπεζαρία, όπου ο Αγάθωνας τον υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά, λέγοντάς του ότι ήθελε να τον καλέσει προσωπικά, μα δεν μπόρεσε να τον βρει. Μόλις οι προσκαλεσμένοι έμπαιναν στο σπίτι, οι δούλοι τούς έβγαζαν τα υποδήματα. Θεωρούνταν αταίριαστο να κυκλοφορεί κανείς μέσα στο σπίτι με τα πέδιλα με τα οποία βάδιζε στο δρόμο. Πριν καθίσουν οι καλεσμένοι στο τραπέζι, τους έπλεναν και τους αρωμάτιζαν τα πόδια. Μα ούτε κι ύστερα απ’ αυτή τη διαδικασία ήταν ωραίο να ρίχνεται κανείς στο φαγητό. Προηγούμενα οι καλεσμένοι περιφέρονταν στα δωμάτια, θαύμαζαν τα έπιπλα και τα αντικείμενα διακόσμησης και επαινούσαν την καλαισθησία του νοικοκύρη. Οι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία στους καλούς τρόπους. Αυτό ζητούσε η εθιμοτυπία. Η συνήθεια να τρώει κανείς ξαπλωμένος, αν και άγνωστη στην ομηρική εποχή, ήταν παρ’ όλα αυτά πολύ παλιά, όπως αποδεικνύεται από τα ζωγραφισμένα αγγεία του 7ου αιώνα. Σε κάθε κρεβάτι κάθονταν δυο άνθρωποι. Ξαπλώνονταν ακουμπώντας με τον αριστερό αγκώνα σε μαξιλάρι, έτσι που το στήθος τους ήταν μισοσηκωμένο. Αφού καθόταν όλος ο κόσμος, οι υπηρέτες έχυναν νερό στους καλεσμένους τους για να πλύνουν τα χέρια τους. έπειτα έφερναν κάτι τραπεζάκια χαμηλά, πάνω στα οποία ήταν έγκαιρα τακτοποιημένα τα φαγητά. ‘Έφερναν τόσα τραπεζάκια όσα κρεβάτια ήταν στην αίθουσα, δηλαδή σε κάθε τραπεζάκι έτρωγαν δύο άνθρωποι. Οι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν πιρούνια και μαχαίρια. Κουτάλια είχαν, αλλά προτιμούσαν να τα αντικαθιστούν με μια κόρα ψωμί. Το φαγητό το έπιαναν με τα χέρια. Τις μερίδες τις σέρβιραν ψιλοκομμένες για να πιάνονται εύκολα. Τα τραπεζομάντιλα και οι πετσέτες ήταν πράγματα άγνωστα. Οι αρχαίοι Έλληνες σκούπιζαν τα χέρια τους με ψίχα ψωμιού ή με ειδική κόλα που τη ζύμωναν με τα δάχτυλά τους και την έκαναν σφαιρίδια.

    Το συμπόσιο
    Στην Αθήνα ένα γεύμα δεν άρχιζε ποτέ με σούπα. Αν και οι σούπες θεωρούνταν υγιεινά και θρεπτικά φαγητά (το φαγητό που προτιμούσε ο Ηρακλής ήταν ζωμός από μπιζέλια), ήταν ταυτόχρονα “φαγητό των φτωχών” και γι’ αυτό σ’ ένα τραπέζι με καλεσμένους δεν ταίριαζε να προσφέρεις ζωμό. Στο πρώτο μέρος του γεύματος σέρβιραν χορταστικά φαγητά, και ειδικά ψάρια και πουλερικά: τη συνταγή για τις σάλτσες μάς τη μετέδωσε ο Αριστοφάνης: “… χύσε από πάνω σίλφιο, χύσε ξίδι, χύσε ακόμα λάδι, τρίψε τυρί, ρίξε από πάνω λίπη και σάλτσες ζεστές”. Έτρωγαν σχετικά λίγο κρέας. Τα χορταρικά τα σέρβιραν με μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, ξίδι και μέλι. Μερικά φαγητά των Ελλήνων μάς φαίνονται το λιγότερο παράξενα. Να ένα απόσπασμα του Αθήναιου στο οποίο περιγράφει το πρόγραμμα φαγητού ενός γεύματος: “Εμφανίστηκαν χέλια χοντρά και σχεδόν σκεπασμένα στο αλάτι, έπειτα ένα θαυμάσιο χέλι, από το οποίο δεν θα παραιτούνταν ούτε οι θεοί. ‘Έφεραν ένα μεγάλο στομάχι ψαριού στρογγυλό σαν τον ουρανό. Όταν τελειώσαμε με το στομάχι του ψαριού, μας φέρανε κάτι πινάκια: το ένα είχε ένα κομμάτι σκυλόψαρο, το άλλο παχιά σουπιά, το τρίτο χταπόδι και πολύποδες ζεστούς”. Σ’ αυτό το μέρος του φαγητού δεν έπιναν κρασί. Οι Αθηναίοι προτιμούσαν να πιουν κρασί μετά το φαγητό. Άλλωστε το κρασί μπορούσε να αντικαταστήσει το φαγητό αν ήταν ανακατεμένο με κρίθινο αλεύρι και τριφτό τυρί. Αυτό το μείγμα ονομαζόταν κυκεώνας και ήταν το ποτό που προτιμούσαν οι Έλληνες. Οι δούλοι έφερναν ξανά νερό, οι συνδαιτυμόνες έπλεναν τα χέρια, έπειτα οι δούλοι σήκωναν τα κόκαλα και τα αποφάγια. Τώρα έφερναν άλλα τραπέζια φορτωμένα επιδόρπια και κρασιά. Άρχιζε το τραγούδι με τη συνοδεία αυλού, γέμιζαν τα κύπελλα κρασί με την ευχή “υγίαινε” και περνούσαν στο δεύτερο μέρος του γεύματος. Τα επιδόρπια ήταν νωποί και ξηροί καρποί, αλατισμένα αμύγδαλα, τυρί, σκόρδα, κρεμμύδια, γλυκές και αλμυρές πίτες, το καύχημα της Αττικής. Οι πίτες αυτές ήταν φτιαγμένες από μέλι, τυρί και λάδι. Ιδιαίτερη επιτυχία είχε το φαγητό που ονομαζόταν μυτλωτός, μια πίτα με τυρί ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα. Αυτό το μέρος του γεύματος λεγόταν συμπόσιον. Τώρα έπιναν κρασί, “γλυκό και αρωματικό, που είχε τη μυρουδιά των λουλουδιών. Είναι ευχάριστο να πίνεις κρασί, το γάλα της Αφροδίτης”, να συζητάς, να τραγουδάς, να διηγείσαι λογής-λογής περιστατικά, να ακούς μουσική, να παρακολουθείς τους χορούς. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να ακούν θλιβερές συζητήσεις στο τραπέζι. Ανάμεσα στις συνηθισμένες διασκεδάσεις των τραπεζιών ήταν και τα αινίγματα. Εκείνος που δεν ήξερε να απαντήσει τιμωρούνταν να πιει ένα κύπελλο κρασί. Να μερικά από τα αινίγματα αυτά: 1. Αν δεν μου πεις τίποτε, λες τ’ όνομά μου. μα αν προφέρεις το όνομά μου ω θαύμα! Τότε δεν θα με μαντέψεις. (Η σιωπή). 2. Είμαι το σταχτόχρωμο παιδί ενός λαμπερού πατέρα. πουλί χωρίς φτερά υψώνομαι ως τους ουρανούς. μόλις γεννήθηκα και σκόρπισα αμέσως στον αέρα. (0 καπνός). 3. Όταν με κοιτάς σε κοιτώ και γω, μα δεν σε Βλέπω γιατί δεν έχω μάτια. όταν μιλάς, κοιτάζοντάς με, ανοίγω και γω το στόμα και κινώ τα χείλη, αλλά σιωπηλά, γιατί φωνή δεν έχω. (Ο καθρέφτης).

    Μουσική-Χορός
    Από τα πιο παλιά χρόνια η μουσική και ο χορός δεν έλειπαν από τα συμπόσια. Αργότερα (5ο-4ο αιώνα) για τη διασκέδαση των καλεσμένων συμφωνούσαν επαγγελματίες ηθοποιούς που ερμήνευαν σκηνές από τον Όμηρο αοιδούς, χορεύτριες, αυλητές. Τραγουδούσαν κι οι καλεσμένοι όλοι μαζί ή με τη σειρά. Ο Πλούταρχος μας λέει ότι το κλαδί της μυρτιάς περνούσε από χέρι σε χέρι. Αυτός που το έπαιρνε έπρεπε να τραγουδήσει παίζοντας λύρα, αν, βέβαια, ήταν σε θέση. Προς το τέλος του συμποσίου ο αριθμός των συνδαιτυμόνων που ήξεραν να τραγουδούν ήταν συνήθως μεγαλύτερος από ό,τι στην αρχή. Επίσης δεν υπήρχε συμπόσιο χωρίς κότταβο, ένα παιχνίδι που το έφεραν από τη Σικελία. Κάθε συνδαιτυμόνας άφηνε στο κύπελλο λίγο κρασί, το οποίο έχυνε σε καθορισμένο μέρος. Ενώ άδειαζε το κύπελλο έλεγε από μέσα του ή δυνατά το όνομα της γυναίκας που αγαπούσε. Ο ήχος του χυνόμενου υγρού λεπτότερος ή χοντρότερος καθώς και η ακριβής ή λιγότερο ακριβής επιτυχία του καθορισμένου στόχου, ήταν δείκτες αν το αγαπώμενο πρόσωπο συμμεριζόταν τα αισθήματά του. Κάποτε το κρασί το έχυναν στο δίσκο μιας ζυγαριάς, που έπρεπε να κατεβεί ως ένα ορισμένο σημείο ή να γκρεμίσει ένα σωρό αντικείμενα που ήταν στημένα από κάτω σε σχήμα πυραμίδας. Οι συνδαιτυμόνες εξέλεγαν έναν “πρόεδρο” του συμποσίου που επέβλεπε την τήρηση της τάξης. Αυτός αποφάσιζε πόσο κρασί θα πιουν και την ποιότητά του. Οι Έλληνες έπιναν με μέτρο. Να πιει κανείς κρασί χωρίς να το ανακατεύει με νερό, θεωρούνταν κατά τη γνώμη τους βάρβαρη συνήθεια. Μια κωμωδία λέει: Το πρώτο κροντήρι φέρνει υγεία, το δεύτερο ευχαρίστηση, το τρίτο ύπνο κι αφού το πιεις πρέπει να πας στο σπίτι σου. Το τέταρτο κροντήρι φέρνει αυθάδεια, το πέμπτο ουρλιαχτά, το έκτο φασαρία στους δρόμους, το έβδομο ένα μελανιασμένο μάτι, το όγδοο κλήση στο δικαστήριο. Ο Αριστοφάνης το λέει συγκεκριμένα: “Δεν είναι καλά να μπεκρουλιάζεις. μόλις πιεις πιο πολύ, μπαίνεις σε ξένες αυλές, ξυλοκοπάς και κάποιον. Ύστερα σαν συνέλθεις πληρώνεις τα σπασμένα”. Ο Εύηνος ο Πάριος προσθέτει: “Για τον Βάκχο το καλύτερο μέτρο είναι η εγκράτεια ούτε πιο πολύ ούτε πιο λίγο. Αλλιώς μας οδηγεί στη μανία ή στη θλίψη”. Παρ’ όλα αυτά, οι συγγραφείς που αναφέραμε δεν τολμούν να παρουσιάσουν τους Έλληνες εγκρατείς στο ποτό. Δεν λέει τυχαία το ελληνικό ρητό: “Όποιος πίνει νερό δεν θα κάνει τίποτε σοφό”. και για να αναγκάσουν τους πολύ διστακτικούς καλεσμένους να κατανικήσουν το δισταγμό τους υπάρχει ένα άλλο ρητό: “Πίνε ή φύγε”. Το κρασί το ανακάτευαν σε αναλογία δύο μέρη νερό και ένα κρασί ή τρία μέρη νερό κι ένα κρασί. Το κρασί που ήταν ανακατεμένο με τρία μέρη νερό θεωρούνταν πολύ αδύνατο και το έλεγαν “ποτό για τα βατράχια”. Παρά τα προληπτικά μέτρα που αναφέραμε, ο Αθηναίος όταν γύριζε από ένα συμπόσιο δεν μπορούσε να περηφανευτεί ότι είναι σε θέση να σταθεί γερά στα πόδια του κι ότι δεν έχει ανάγκη από συνοδεία. Τους καλεσμένους που δεν είχαν υπηρέτες για να τους κρατούν, τους οδηγούσαν συνήθως στο σπίτι τους με ένα φανάρι, γιατί το δείπνο άρχιζε μετά τη δύση του ήλιου και τέλειωνε όταν σκοτείνιαζε για καλά. Το καλοκαίρι το κρασί το ανακάτευαν με πάγο που έφερναν από τα βουνά και τον διατηρούσαν σε άχυρα και κουρέλια. Γι’ αυτό το θέμα υπάρχει κι ένα ανέκδοτο: ένας συγγραφέας τραγωδίας ρώτησε την εταίρα με την οποία έτρωγε μαζί πώς τα καταφέρνει να κρατάει τόσο κρύο το κρασί. “Το τυλίγω με τους προλόγους σου”, του απάντησε η εταίρα.

    Οι Βιοτέχνες
    Θα ‘ταν απλοϊκό να πιστέψει κανείς ότι όλοι οι Αθηναίοι περνούσαν μια άνετη ζωή… Μέχρι τώρα έγινε λόγος μονάχα για τους ευκατάστατους. Εντελώς διαφορετική ήταν η κατάσταση των πολυάριθμων Αθηναίων βιοτεχνών. Βαδίζουν για να φτάσουν μια ώρα αρχύτερα στη δουλειά, να εργασθούν σκληρά ως τη δύση του ήλιου για να κερδίσουν το ψωμί της μέρας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν ούτε καιρό ούτε χρήματα για να μπουν στο κουρείο. Αυτοί δεν παίρνουν μέρος ούτε στις φιλοσοφικές συζητήσεις που γίνονται στις στοές. Η τύχη τούς έγραψε να εργάζονται σκληρά κάθε μέρα, από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου. Τα παιδιά τους δεν τα διαπαιδαγωγούν παιδαγωγοί, τις γυναίκες τους δεν τις περιβάλλει η ευεργετική ησυχία του γυναικωνίτη. Βοηθούν το σύζυγο ή το γονιό στη σκληρή καθημερινή πάλη. Ο συναγωνισμός της φτηνής δουλειάς των δούλων έριχνε όλο πιο χαμηλά την τιμή των προϊόντων των ελεύθερων βιοτεχνών. Ακόμη πιο σκληρή ήταν η ζωή των απόρων, που ο αριθμός τους ήταν αρκετά μεγάλος στην Αθήνα.

    Οι Φτωχοί
    Η βασική τροφή των φτωχών ήταν το κριθάρι: ζωμός από κριθάρι, πίτες με κριθάλευρο και κρίθινα ψωμιά. Τους άρεσαν οι πηχτοί ζωμοί με μπιζέλια ή φακές, κι αγόραζαν φτηνά αλλαντικά. Ο Αριστοφάνης κατηγορεί τους αλλαντοποιούς ότι χρησιμοποιούν κρέας από σκυλί ή από γαϊδούρι, αλλά ας ελπίσουμε ότι ο ποιητής ήταν υπερβολικός. Το κρέας και το άσπρο ψωμί σπάνια εμφανίζονταν στο τραπέζι των φτωχών. Αντίθετα οι φτωχοί έτρωγαν πολλά αλατισμένα ψάρια φερμένα από τον Εύξεινο Πόντο. Έπιναν φτηνό κρασί νερωμένο, αλλά συνήθως έμεναν ευχαριστημένοι μονάχα με το νερό. Η Σπάρτη διέφερε εντελώς από την Αθήνα κι από όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες τρέφονταν με πιο πρωτόγονες και πιο χοντρές τροφές, μ’ έναν παχύ χυλό από μπιζέλια το ζωμό που ήταν το φαγητό που προτιμούσαν. “Μπορείς να φας μέλανα ζωμό” λέει ειρωνικά σ’ ένα Σπαρτιάτη ένα πρόσωπο μιας χαμένης κωμωδίας του Αριστοφάνη. Διηγούνται πως ένας Συβαρίτης, που έτυχε σ’ ένα σπαρτιατικό γεύμα, είπε: “Αληθινά οι Σπαρτιάτες είναι οι πιο γενναίοι άνθρωποι. Κάθε άλλος θα προτιμούσε χίλιες φορές να πεθάνει, παρά να ζήσει όπως αυτοί”. “Τα συσσίτια των Σπαρτιατών αποτελούνταν από το μέλανα ζωμό”, Βραστό χοιρινό κρέας, κρασί, πίτα γλυκιά και ψωμί από Βρώμη. τα δάχτυλα τα σκούπιζαν με τα ψίχουλα του ψωμιού. Αν θα πιστέψουμε τον Πλούταρχο, ήταν απαραίτητη μια ειδική αγωγή για να εκτιμήσει κανείς αυτό το ζωμό, που τόσο αγάπησαν οι Σπαρτιάτες. Ο Διονύσιος, ο τύραννος των Συρακουσών, αγόρασε ένα μάγειρα από τη Σπάρτη και του έδωσε εντολή να του παρασκευάσει το γνωστό φαγητό. Όμως δεν κατάφερε να καταπιεί ούτε την πρώτη κουταλιά και την έφτυσε. Τότε ο μάγειρας του είπε: “Για να δοκιμάσεις αυτό το φαγητό πρέπει να κάνεις σπαρτιατική γυμναστική και να κολυμπήσεις στον Ευρώτα”. Επειδή η πλειοψηφία των Ελλήνων εκείνης της εποχής δεν έκανε κάτι τέτοιο, ο σπαρτιατικός ζωμός δεν είχε καμιά επιτυχία, εκτός από τη Σπάρτη βέβαια. Η καθημερινή ζωή των Αθηναίων πολιτών, η εύθυμη και γεμάτη χαρές για ορισμένους, η Βαριά και θλιβερή για τους άλλους, κυλούσε με την καθορισμένη τάξη, κάτω απ’ τον ήρεμο ουρανό της Αττικής, μέχρι τότε που οι τρομερές θύελλες των πολέμων αναστάτωναν την πόλη.

    Οι Πόλεμοι
    Οι δρόμοι ερήμωναν. Στην Αγορά Βασίλευε ησυχία. Οι γυναίκες και τα παιδιά κρύβονταν από το φόβο στους γυναικωνίτες περιμένοντας θλιβερές ή χαρούμενες ειδήσεις. Κάτω απ’ τις στέγες των στοών οι γέροι με τις κατάλευκες γενειάδες κλωθογύριζαν αναμνήσεις για τους αγώνες που έκαναν στα νιάτα τους, κριτικάροντας την τακτική των στρατηγών, και σκέφτονταν τι θα ‘φερνε στα παιδιά τους ο καινούργιος πόλεμος: δόξα ή πρόωρο χαμό στα μακρινά πεδία των μαχών. Μα αν από μακριά οι πόλεμοι έρχονταν κοντά, αν ο εχθρός, συντρίβοντας τον αθηναϊκό στρατό, επέδραμε στην Αττική, η πόλη γνώριζε τότε τη δυστυχία, τα ερείπια, την πείνα και συχνά το μαζικό χαμό και την υποδούλωση των αγαπημένων.

    επιστροφή στην κορυφή

    ——————————————————————————–

    Μια ημέρα από τη ζωή μιας αθηναίας
    Τα παιδικά χρόνια ενός κοριτσιού δεν ήταν στερημένα από χαρά. Τα πρώτα χρόνια της ζωής η μάνα ή μια τροφός το κουνούσαν σ’ ένα κρεμαστό καλάθι ή το κρατούσαν στα χέρια και το λίκνιζαν τραγουδώντας του νανουρίσματα. Το παιδί τρεφόταν με χυλό στον οποίο έβαζαν μέλι για να γλυκάνει και το φύλαγαν από το κακό μάτι με πολλά φυλαχτά. Όλα θα πήγαιναν καλά αν δεν το τρόμαζαν συνεχώς με κάθε λογής ακάθαρτα και πονηρά πνεύματα, που παραφύλαγαν γύρω από το κρεβάτι του. Το κοριτσάκι δεν καταλάβαινε για τι λογής τέρατα γινόταν λόγος, παρ’ όλα αυτά όμως ο φόβος τρύπωνε στην ψυχή του. Όταν το κοριτσάκι άρχιζε να περπατάει, τα σύνορα του κόσμου του πλάταιναν αισθητά. Είχε έναν κηπάκο όπου μπορούσε να παίζει, είχε παιχνίδια και κατοικίδια ζώα. Τα παιχνίδια ήταν διάφορα: κούκλες πήλινες και κέρινες, βαμμένες ωραία, που μπορούσαν να κινούν τα χέρια και τα πόδια τους, σπιτάκια και βαρκούλες δερμάτινες, σχεδόν ίδιες με τις αληθινές, μαϊμουδάκια από άργιλο που κρατούσαν στα χέρια άψυχα πουλάκια. Αμαξάκια που κινούνταν με τροχούς και κουδουνίστρες που έκαναν φοβερό θόρυβο. Η κρεμαστή κούνια σηκωνόταν τόσο ψηλά που σου κοβόταν η αναπνοή. Στο κηπάκι υπήρχε αρκετός χώρος για να τρέχει με το στεφανάκι του ή να παίζει τόπι με τα αδελφάκια του, τα οποία ως τα επτά χρόνια μεγάλωναν μαζί με τα κοριτσάκια. Εκτός από τα σκυλιά και τις γάτες είχε κι ένα γερανό εξημερωμένο. Μπορούσε να πηγαίνει στο τραπέζι των μεγάλων όταν πρόσφεραν τα επιδόρπια και συχνά έπαιρνε το πρόγευμα στην εσωτερική αυλίτσα, μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα του. Μάθαινε να διαβάζει, να γράφει και να παίζει διάφορα μουσικά όργανα. Δεν υπήρχε καμιά καθορισμένη μέθοδος αγωγής των κοριτσιών .η μάνα τούς μετέδιδε τις γνώσεις της, αυτές βέβαια που είχε. Ο Ευριπίδης υποστήριζε ότι η γυναίκα δεν γίνεται πιο καλή αν ξέρει πολλά. Το κορίτσι μάθαινε να πλέκει, να υφαίνει, να κεντάει, να μαγειρεύει νόστιμα φαγητά, να μπορεί να τα κάνει όλα με τα χέρια του. .έπειτα του έδειχναν πώς να κρατάει γερά από τα ηνία τις δούλες και πώς διευθύνεται το νοικοκυριό. Κι η αγωγή του σταματούσε εδώ. Να βλέπει όσο το δυνατό λιγότερα, να ακούει όσο το δυνατό λιγότερα και να θέτει όσο το δυνατό λιγότερες ερωτήσεις. Έτσι εννοούσε ο Ξενοφώντας την ιδανική αγωγή των κοριτσιών. Αποστολή της γυναίκας ήταν “να έχει τη φροντίδα του σπιτιού και να ακούει τον άντρα της”. Στα γραπτά των ποιητών και των φιλοσόφων βρίσκονται πολυάριθμες επιβεβαιώσεις αυτής της αντίληψης. Ο αθηναίος δεν κρατούσε τη γυναίκα κλειδωμένη στο σπίτι, αλλά ολόκληρο το σύστημα της αθηναϊκής ζωής έδειχνε στη σύζυγο ότι η θέση της είναι στο σπίτι και ότι ο χώρος όπου θα περνούσε τη ζωή της τελείωνε μπροστά στην εξώθυρα. Τα νέα κορίτσια έβγαιναν στην πόλη συνοδευόμενα πάντοτε από τους γονείς ή από άλλα ηλικιωμένα πρόσωπα, αλλά και τότε μόνο για να πάρουν μέρος στις μεγάλες θρησκευτικές τελετές, σε μια κηδεία ή να μεταβούν στο ναό. Μόνο σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούσε να τα δει το μάτι ξένου άντρα. Σε μια κωμωδία του Αριστοφάνη κάποια σύζυγος λέει: όταν ρώτησα τον άντρα τι αποφάσισε η εκκλησία του δήμου (η συνέλευση του λαού) αυτός μου απάντησε: “τι σε ενδιαφέρει; κλείσε το στόμα σου, και πρόσθεσε: σώπασα. Έτσι, λοιπόν, η γυναίκα βρισκόταν σε κατάσταση κατωτερότητας, πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν τη σέβονταν και προπαντός ότι δεν σεβόταν η ίδια τον εαυτό της. Ο άντρας μπορούσε να της επιτρέψει ή να της απαγορεύσει να μιλήσει για την πολιτική στη διάρκεια του φαγητού, αλλά είναι αναμφίβολο πως αυτή επεδίωκε να φέρει τη συζήτηση στα πολιτικά.

    Γάμος
    Σ’ όλα τα ελληνικά κράτη ο γάμος κατοχυρωνόταν με νόμο. Η γυναίκα ήταν πολίτισσα και σαν τέτοια προστατευόταν από την ασπίδα των νόμων της πόλης- κράτους. Ένας πολίτης επιτρεπόταν να παντρευτεί μονάχα με μια πολίτισσα και μόνο τα παιδιά της νόμιμης συζύγου του κληρονομούσαν το όνομα και την περιουσία. Η μονογαμία αποτελούσε θεμελιακή αρχή του γάμου στους έλληνες. Απαγορευόταν στους αθηναίους να παντρευτούν με μια ξένη. Στη Σπάρτη όσους έμεναν ανύπαντροι ως τα γεράματα δεν τους εκτιμούσαν όπως τους άλλους γέρους. Ένας νέος Λακεδαιμόνιος δεν παραχώρησε τη θέση του στο στρατηγό Δερκυλίδα λέγοντάς του: “γιατί και συ δεν έκανες αυτόν που θα παραχωρήσει τη θέση του σε μένα”. Οι αρχαίοι έλληνες θεωρούσαν ότι έπρεπε να υπάρχει ανάμεσα στους συζύγους διαφορά 12-14 χρόνων. Συνήθως η νύφη ήταν 12-16 χρόνων και ο γαμπρός 24-30. Τέτοιες διαφορές θεωρούνταν κανονικές. Η τελετή του γάμου περιλάμβανε τρεις ξεχωριστές φάσεις: στο σπίτι της νύφης, μετακίνηση, στο σπίτι του γαμπρού. Η πρώτη και πιο σημαντική τελετή ήταν ο αρραβώνας, στον οποίο η παρουσία της νύφης δεν ήταν υποχρεωτική. Στην πράξη ο αρραβώνας περιοριζόταν στην υπογραφή του συμβολαίου του γάμου. Η προίκα καθοριζόταν στην υπογραφή του συμβολαίου του γάμου. Η προίκα του κοριτσιού αποτελούνταν από χρήμα ρευστό, ρουχισμό, πολύτιμα αντικείμενα και δούλους, και έφτανε το λιγότερο στο ένα δέκατο της περιουσίας του πατέρα της νύφης. Κάποτε δινόταν σαν προίκα κι ένας κλήρος γης με τη μορφή πλασματικής ενοικίασης. Οι αθηναίοι την παντρεμένη χωρίς προίκα δεν τη θεωρούσαν εξασφαλισμένη. Γι’ αυτό κάποτε η εκκλησία ή μερικοί πλούσιοι πολίτες προίκιζαν τα κορίτσια των ανδρών που πρόσφεραν υπηρεσίες στην πατρίδα. Γάμος χωρίς προίκα δεν είχε ισχύ στους αθηναίους. Στις ιδιωτικές τελετές, δεν ήταν υποχρεωτικό να παραβρίσκεται ιερέας ή εκπρόσωπος του κράτους έτσι η παρουσία μαρτύρων στο κλείσιμο του συμβολαίου αποτελούσε επιτακτική ανάγκη. Σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου της συζύγου η προίκα επιστρεφόταν, γιατί κληρονόμος της δεν ήταν ο σύζυγος αλλά ο πιο κοντινός από αίμα συγγενής. Οι γάμοι γίνονταν τις μέρες που ήταν πανσέληνος και συνήθως το χειμώνα, το μήνα γαμηλιώνα, που ήταν αφιερωμένος στη θεά ήρα. Πριν από την τελετή και στα δύο σπίτια προσφέρονταν θυσίες στους εφέστιους θεούς. Οι πλούσιες οικογένειες θυσίαζαν μια δαμαλίδα στο βωμό της Αθηνάς ή της Άρτεμης. Αλλά η πιο ευπρόσδεκτη προσφορά στους θεούς ήταν ένας βόστρυχος. Την προσφορά αυτή την έκαναν στην Άρτεμη και τα πλούσια και τα φτωχά κορίτσια, ενώ οι γαμπροί πρόσφεραν βοστρύχους στον Απόλλωνα. Σ’ ένα αρχαίο ανάγλυφο παριστάνεται ο στολισμός μιας νύφης. Η νύφη καλύπτει το πρόσωπο με το πέπλο για να κρύψει τα δάκρυα. Μια δούλη τής πλένει τα πόδια και τα αλείφει με αρώματα. Το πιο χαρακτηριστικό νυφικό ένδυμα ήταν ο πέπλος. Τέλος, όλα είναι έτοιμα. Ο γαμπρός, καλλωπισμένος και αρωματισμένος, με ένα στεφάνι στο κεφάλι, συντροφευμένος από το συνοδό, τους συγγενείς και φίλους, έρχεται στο σπίτι της νύφης, που οι πύλες του ήταν στολισμένες έγκαιρα με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Μπροστά σ’ όλη την οικογένεια και στους μελλόνυμφους, ο πατέρας προσφέρει θυσία στην εστία, δηλώνει επίσημα ότι δίνει την κόρη του στο γαμπρό και ότι από δω και μπρος δεν ανήκει στην οικογένεια των γονιών της, δηλαδή δεν πρέπει να τηρεί τη λατρεία των προγόνων του σπιτιού. Από δω και μπρος θα προσφέρει αναθήματα και θυσίες στους προγόνους της οικογένειας του συζύγου. Όλα είναι έτοιμα για το γαμήλιο δείπνο, μαζί και ο γαμήλιος πλακούντας, φτιαγμένος από σουσάμι και μέλι. Στο γάμο οι άντρες και οι γυναίκες έτρωγαν μαζί, αλλά οι γυναίκες δεν ξάπλωναν στα κρεβάτια, αλλά κάθονταν σε καθίσματα, στην απέναντι άκρη απ’ αυτή που είχαν καταλάβει οι άντρες. Στις συζητήσεις όμως έπαιρνε μέρος όλος ο κόσμος. Όταν σουρούπωνε, στη θύρα ακούονταν ήχοι αυλού. Καλυμμένη με έναν πέπλο, όπως και μέχρι τότε, η νύφη έβγαινε από το σπίτι για να ανεβεί στο αμάξι ανάμεσα στο γαμπρό και το συνοδό. Μπροστά από το αμάξι βάδιζαν οι αυλητές. Οι φίλοι μαζεύονταν γύρω από το αμάξι και τραγουδούσαν γαμήλια τραγούδια. Η μητέρα της νύφης βάδιζε πίσω από το αμάξι κρατώντας στο χέρι έναν πυρσό αναμμένο από την εστία του σπιτιού. Οι περαστικοί χαιρετούσαν την πομπή, εύχονταν ευτυχία στους νεαρούς νεοπαντρεμένους και τους πείραζαν. Σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής αντηχούσε ο ιερός ύμνος, ο υμέναιος. Κι έτσι η συνοδεία διέσχιζε τους δρόμους και τις συνοικίες, συνοδεύοντας τους νιόπαντρους, που πήγαιναν να συναντήσουν την ευτυχία που τους περίμενε. Στο κατώφλι του σπιτιού του γαμπρού, που ήταν επίσης στολισμένο με κλαδιά ελιάς και δάφνης, τη νεαρή σύζυγο τη δεχόταν η πεθερά. “δεν είχα τύχη να σου ανάψω τον πυρσό στο γάμο”, λέγει μια μάνα που ο γιος της βρήκε το θάνατο πριν παντρευτεί (Ευριπίδης).Το σπίτι του γαμπρού όχι μονάχα ανακαινιζόταν και επιπλωνόταν με καινούργια έπιπλα, αλλά συχνά χτίζονταν καινούργιες αίθουσες και κτίρια, η αγαπημένη του δάφνη λέει στο βοσκό της: “να μου χτίσεις ένα νυφικό θάλαμο, να μου χτίσεις ένα σπίτι και μια στάνη για τα πρόβατα”. Στην πύλη τη σκεπασμένη με γιρλάντες λουλουδιών έβγαινε ένα παιδάκι που έφερνε ένα καλάθι με φρούτα και έψαλλε έναν ύμνο, που η επωδός του έλεγε: “πιο θαυμαστή θα είναι η καινούργια σου τύχη απ’ την παλιά”. Η νύφη έτρωγε ένα σύκο ή ένα κυδώνι- τα πιο γλυκά φρούτα -, σύμβολο της ήρεμης ευτυχίας την οποία θα χαιρόταν από δω και μπρος. Μα η νύφη δεν θα μπει μόνη της στο καινούργιο της σπίτι. Γυρίζει προς τους συγγενείς της, που σπεύδουν να την περιτριγυρίσουν κάνοντας πως θέλουν να την υπερασπίσουν από το σύζυγο. Ο σύζυγος την αρπάζει και τη σηκώνει στα χέρια του να την πάει στο σπίτι, χωρίς να παίρνει υπόψη τα ξεφωνητά της. Φροντίζει τα πόδια της νύφης να μην αγγίζουν το κατώφλι, γιατί αυτό θα ήταν κακοσημαδιά.

    Παντρεμένη
    Πρώτη φροντίδα της νεαρής συζύγου στο καινούργιο της σπίτι είναι να κάνει ιερές σπονδές μπροστά στην εστία και τα εμβλήματα των προγόνων του συζύγου, που έγιναν τώρα και δικοί της πρόγονοι. Μια χορωδία κοριτσιών τραγουδάει ένα επιθαλάμιο, η τελετή τελειώνει. Τη δεύτερη μέρα το νεαρό ζευγάρι δέχεται τους φίλους. Κάποτε οι φίλοι τους κάνουν την τιμή να τους τραγουδήσουν εωθινό τραγούδι. Η μέρα αυτή λέγεται μέρα της αποκάλυψης. Τον πέπλο η νεαρή νιόπαντρη θα τον δωρίσει στην ήρα, παρακαλώντας τη θεά να της χαρίσει ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Έτσι λοιπόν η νεαρή σύζυγος βγάζει τον πέπλο και παρουσιάζεται μπροστά στους καλεσμένους που ήρθαν με τα γαμήλια δώρα. Τα δώρα είναι κάθε λογής: ζωγραφιστά αγγεία, σανδάλια, καθρέφτες, χτένες, αρώματα κι άλλα αντικείμενα. Τώρα η νεαρή γυναίκα έγινε οικοδέσποινα. Ο άντρας της είναι πολύ μεγαλύτερος στα χρόνια. Είναι έμπειρος κι όλος ο κόσμος τον θεωρεί καλό νοικοκύρη. Το πρωί της δεύτερης μέρας ο σύζυγος θα προσκυνήσει πρώτα τους θεούς και μαζί με τη σύζυγό του θα τους προσφέρει θυσία, παρακαλώντας τους να της δώσουν τη θεία χάρη να μάθει όλα όσα χρειάζονται και να αποκτήσει χρήσιμες συνήθειες. Με τη σειρά της η σύζυγος υπόσχεται ότι θα προσπαθήσει να είναι επιμελής. Στο χωρισμό η μάνα δεν της είπε παρά μόνο πως σαν σύζυγος πρέπει να είναι επιφυλακτική και σεμνή. Αλλά ο σύζυγός της, της εξηγεί πως από τη στιγμή που έγινε οικοδέσποινα έχει χρέος να μοιάζει με τη μάνα των μελισσών, να κάθεται πάντα μαζί με το σμήνος και να μην επιτρέπει στις μέλισσες να τεμπελιάζουν, δηλαδή να βάζει τις θεραπαινίδες στη δουλειά και να τις μαθαίνει να ‘ναι πειθαρχικές. Αυτή πρέπει να συγκεντρώνει όλα τα προϊόντα και τις προμήθειες, να τα μοιράζει και να φυλάει με φροντίδα τα αποθέματα, για να μην τυχόν σπαταλιέται σ’ ένα μήνα αυτό που έπρεπε να φτάσει για χρόνο ολόκληρο. Όταν θα φέρουν το μαλλί, αυτή πρέπει να δώσει να γνέσουν και να υφάνουν. Η ίδια πρέπει επίσης να προσέξει τα οπωρικά να ξεραθούν καλά και να γιατρευτούν οι δούλοι που τυχόν αρρώστησαν .οι εξηγήσεις του συζύγου είναι πολύ λεπτομερειακές. Της λέει πως οι προμήθειες πρέπει να διατηρούνται με τάξη, κάθε πράγμα στην κατάλληλη θέση, κι οι υπηρέτριες πρέπει να μάθουν πως όταν παίρνουν κάτι να το βάζουν στη θέση του. Τα υποδήματα πρέπει να μπαίνουν στη σειρά, για να μπορεί να διαλέγει κανένας εύκολα το κατάλληλο ζευγάρι. Η ενδυμασία και το κρεβατοστρώσι πρέπει να κρατιούνται με τάξη, διπλωμένα με φροντίδα. Τα αγγεία ακόμα και τα δοχεία του φαγητού ούτε κι αυτά τα ξέχασε. Ο σύζυγος έχει τη γνώμη πως πρέπει να είναι τακτοποιημένα έτσι που να μπορεί κανείς να τα παίρνει εύκολα. Τα ακριβά πράγματα -τάπητες και διάφορα κοσμήματα -τα φύλαγαν στον κοιτώνα, γιατί ήταν το πιο εξασφαλισμένο δωμάτιο του σπιτιού. Στους ξερούς χώρους διατηρούνται τα σιτηρά και το ψωμί, στους ψυχρούς το κρασί, ενώ τα φωτεινά δωμάτια προορίζονται για εργασία. Ύστερα από τις θεωρητικές οδηγίες ο σύζυγος περνάει στα πρακτικά μαθήματα και μαζί με τη σύζυγό του αρχίζει να χωρίζει τα πράγματα κατά κατηγορίες. Πρώτα βάζουν κατά μέρος τα αντικείμενα της λατρείας, έπειτα τα ενδύματα για τις γιορτές και τη στρατιωτική στολή του συζύγου. Διαλέγουν ξεχωριστά τα στολίσματα για τα δωμάτια της συζύγου, τα υποδήματα του άντρα και τα υποδήματα της γυναίκας. Καθορίζουν τον τόπο όπου θα κρατούν τα όπλα και τα εργαλεία για το λανάρισμα και το γνέσιμο του μαλλιού. Τα εργαλεία αυτά τα ξέρει πολύ καλά η νεαρή σύζυγος, γιατί στο πατρικό της σπίτι έμαθε να γνέθει και να υφαίνει. Χαιρετάει την ελαφρή καλαμένια ρόκα σαν παλιά της φίλη, γιατί με τη συντροφιά της πέρασε ώρες ολόκληρες, κρατώντας την στο αριστερό χέρι, ενώ με το δεξί τύλιγε το στριμμένο γνέμα στο μετάλλινο αδράχτι. Να και ένα καλαθάκι με καλολαναρισμένο μαλλί, το οποίο όταν γνέθει το κρεμάει από το χέρι της κοντά στον αγκώνα. Ο αργαλειός τής είναι πολύ γνωστός. Ώρες ολόκληρες πηγαινοερχόταν μπροστά του, από τη μια άκρη ως την άλλη, γυρίζοντας τη σαΐτα, γιατί το στημόνι δεν ήταν τεντωμένο οριζόντια, μα κάθετα. Τα αντικείμενα οικιακής χρήσης, τα δοχεία του φαγητού, οι στάμνες και οι σκάφες για πλύσιμο και τα ταψιά για το ψήσιμο του ψωμιού, τα πινάκια για το φαγητό -διαλέγονται με φροντίδα από το σύζυγο και χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: αυτά που είναι για καθημερινή χρήση και τα άλλα για ορισμένες περιπτώσεις. Τα τρόφιμα κι οι άλλες προμήθειες είναι κι αυτές σε δυο σωρούς: ο ένας αντιπροσωπεύει τη μηνιάτικη κατανάλωση, ο άλλος τα αποθέματα για τον υπόλοιπο χρόνο. Σύμφωνα με τη γνώμη του συζύγου έτσι φαίνεται καλύτερα ποιο από τα τρόφιμα πλησιάζει να τελειώσει. Τέλος, οι σύζυγοι διαλέγουν μια αποθηκάριο, την πιο εγκρατή στο φαγητό, στο ποτό και στον ύπνο δούλα, την πιο υπάκουη και την πιο συγκρατημένη. Αυτές οι ιδιότητες είναι εξαιρετικά σημαντικές. Τώρα όλα είναι εντάξει. Η νεαρή σύζυγος αρχίζει την οικογενειακή ζωή. Τη χαραυγή ξυπνάει τους δούλους και τους δίνει εργασία. Αυτή κρατάει τα κλειδιά από τις αποθήκες, γνέθει και υφαίνει. Πρέπει να είναι σεμνή και προκομμένη, υπόδειγμα για τις δούλες. Δεν θα ‘ναι σπάταλη όπως ορισμένες γυναίκες, που σκορπούν τις προμήθειες με τέτοια επιπολαιότητα, που οι άντρες τους είναι αναγκασμένοι να τους πάρουν τα κλειδιά από τις αποθήκες. Ο άντρας δεν θα ‘ναι ποτέ τραχύς μαζί της κι ούτε φιλάργυρος, έτσι που αυτή θα μείνει πάντα αφέντρα της αποθήκης. Η ζωή της παντρεμένης αθηναίας ήταν πολύ μονότονη. Από το σπίτι μπορούσε να βγει μονάχα με την άδεια του συζύγου, συνοδευόμενη από μια δούλα ή από έναν ηλικιωμένο συγγενή. Όμως κανένας δεν απαιτούσε τον περιορισμό των γυναικών που είχαν περάσει τα πενήντα. Φυσικά αυτά τα έθιμα δεν τα τηρούσαν με αυστηρότητα. Οι παντρεμένες γυναίκες πήγαιναν συχνά περίπατο και έκαναν επισκέψεις.

    Στις εκδηλώσεις
    Επίσης, οι γυναίκες ήταν παρούσες στις μεγάλες πομπές, στα μυστήρια, στους γάμους και στις κηδείες. Ένα μήνα μετά το γάμο, στις 11 του Ανθεστηρίωνα, η νεαρή σύζυγος προετοιμάζεται για τη μεγάλη γιορτή των ανθεστηρίων, γιορτή του ερχομού της άνοιξης, των πρώτων λουλουδιών και του καινούργιου κρασιού, που τώρα το είχαν για πώληση και έρχονταν στην Αθήνα να το αγοράσουν ξένοι και κάτοικοι των δήμων .τα ανθεστήρια κρατούσαν τρεις μέρες και κάθε μέρα είχε ένα ειδικό όνομα και μια πατροπαράδοτη εθιμοτυπία. Την πρώτη μέρα, στα πιθοίγια, δηλ. Στη μέρα “των πίθων”, ξεσφράγιζαν τα τεράστια πήλινα αγγεία όπου φύλαγαν το κρασί, δοκίμαζαν την καινούργια σοδειά και οι αγοραστές γέμιζαν τα αγγεία τους. Για τους δούλους η μέρα αυτή είχε εντελώς ξεχωριστή σημασία, γιατί ήταν η μόνη μέρα του χρόνου που είχαν το δικαίωμα να κάνουν και να πουν ό,τι ήθελαν. Φυσικά, κανένας δεν μπορούσε να εγγυηθεί πως στο τέλος της γιορτής δεν θα είχαν συνέπειες γιατί είχαν ερμηνεύσει πολύ κυριολεκτικά τα δικαιώματα τους…Σ’ όλα τα σπίτια της Αθήνας η πρώτη μέρα άρχιζε με επίσημες θυσίες προς τιμήν των θεών, στις οποίες έπαιρνε μέρος ολόκληρη η οικογένεια και όλοι οι δούλοι του σπιτιού. Η πιο χαρούμενη μέρα ήταν η δεύτερη, οι χοές, δηλ. Η μέρα των φιαλών και των αγγείων.Το βράδυ, στο φως των πυρσών, μπροστά στις αιχμάλωτες του γυναικωνίτη, ξετυλιγόταν μια ασυνήθιστη εικόνα μιας επίσημης και παράξενης πομπής. Στους ήχους των αυλών και των τυμπάνων περνούσαν χορεύοντας και τονίζοντας τον ιερό ύμνο των βακχίδων, νύμφες και μαινάδες ακολουθούμενες από σατύρους και Φαύνους. Στα κεφάλια των χορευτών, που ήταν ντυμένοι με δέρματα ζώων, αντηχούσαν μελωδικά κουδουνάκια κρεμασμένα από άνθινα στεφάνια. Στο κέντρο της συνοδείας φαινόταν ένα άρμα στολισμένο ωραία, στο μέσο του οποίου καθόταν η σύζυγος του άρχοντα-βασιλιά, παριστάνοντας τη γυναίκα του Διόνυσου. Την πήγαιναν στο ναό για να παντρευτεί με το θεό.Μετά τη συμβολική τελετή του γάμου με τον Διόνυσο, η σύζυγος του άρχοντα-βασιλιά έμενε όλη τη νύχτα στο ιερό, ενώ η συνοδεία πήγαινε στο θέατρο, όπου είχαν φέρει έγκαιρα πλήθος τραπέζια. Εδώ γινόταν το γεύμα των χοών, που περιέγραψε ο Αριστοφάνης στους “Αχαρνείς”. Καθένας ερχόταν φέρνοντας φαγητό από το σπίτι του. Έτρωγαν κάτι μακρουλά ψωμάκια, αλειμμένα με μια καυτερή σάλτσα που προκαλούσε δίψα. Αφού όλος ο κόσμος καθόταν στα τραπέζια άρχιζε μια παράξενη άμιλλα. Οι συνδαιτυμόνες σήκωναν τα κύπελλα (χοές) γεμάτα κρασί και στο σύνθημα μιας σάλπιγγας έπιναν χωρίς ανάσα! Οποίος τέλειωνε πρώτος ανακηρυσσόταν νικητής και έπαιρνε για έπαθλο ένα ασκί γεμάτο καινούργιο κρασί.Από το θέατρο το πλήθος γύριζε τραγουδώντας με τη συνοδεία τυμπάνων κι όλη τη νύχτα στους θορυβώδεις δρόμους της πόλης κυκλοφορούσαν εύθυμες ομάδες κρατώντας πυρσούς.Έπειτα απ’ αυτή τη νύχτα ακολουθούσαν οι χύτροι, πένθιμη μέρα που περιέφεραν χύτρες με διάφορους σπόρους. Αυτή ήταν η τελευταία μέρα των ανθεστηρίων , τη μέρα αυτή κάθε αθηναίος έβραζε στην ιερή πυρά συμβολικά φυτά για την τροφή των σκιών, που γύριζαν στη γη.Στον περίβολο του Ληναίου υψώνονταν δεκατέσσερις βωμοί, όπου πρόσφεραν θυσίες 14 γυναίκες, διαλεγμένες από τις καλύτερες οικογένειες της πόλης, οι ίδιες που την παραμονή συνόδευσαν στο ναό τη σύζυγο του άρχοντα-βασιλιά, οι αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως πολυάριθμες χοές. Τα διακοσμητικά τους σχέδια παριστάνουν διάφορες σκηνές των ανθεστηρίων, ανάμεσα στους εορταστές διακρίνονται πάντα μορφές παιδιών,Τα ανθεστήρια θεωρούνταν και γιορτή των παιδιών, συγκινητική και ποιητική συνάρτηση ιδεών , που συνδέουν τα παιδιά με τη χαρά της αναγέννησης της φύσης, ύστερα από το ψύχος του χειμώνα: τα παιδιά και τα πρώτα μπουμπούκια των λουλουδιών γιόρταζαν μαζί.Οι μικροί αθηναίοι, φορτωμένοι άνθη, κατέθεταν στεφάνια στο βωμό του Ευρυσάκη, γιου του Αίαντα, σε ανάμνηση της παραμονής του στην Αθήνα. Έκαναν περίπατο στους δρόμους μαζί με τους γονείς τους πάνω σε άρματα στολισμένα με πρασινάδα και λουλούδια και έπαιρναν μέρος στο τραπέζι που γινόταν το βράδυ των “χοών”, ακόμη και η ηλικία των παιδιών υπολογιζόταν με βάση τον αριθμό των χοών στις οποίες είχαν πάρει μέρος.Αλλά να που έσβηναν οι τελευταίοι αντίλαλοι των ανθεστηρίων. Οι τοίχοι του γυναικωνίτη έκλειναν ξανά γύρω από τη νεαρή γυναίκα, ορίζοντας ολόκληρο τον κόσμο της. Σ’ αυτό τον κόσμο υπήρχαν παιδιά, η εργασία στο νοικοκυριό, λίγη μουσική, καθώς και οι δούλες, οι οποίες από την άποψη της διανοητικής ανάπτυξης δεν διέφεραν πάρα πολύ απ’ αυτή. Μα θα ήταν εξαιρετικά ευχάριστο να πλατύνει τα σύνορα αυτού του κλειστού κύκλου, και γι’ αυτό η νεαρή κυρά κοίταζε συνεχώς το δρόμο, από το παράθυρο, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μείνει αθέατη.

    Στο σπίτι
    Πέρα από το παράθυρο βρισκόταν ένας άλλος κόσμος, σχεδόν απρόσιτος στη γυναίκα. Το σύνορο αυτού του κόσμου το αποτελούσε η θύρα, που φυλαγόταν από ένα θυρωρό. Στα χτυπήματα του μικρού μεταλλικού ρόπτρου, που ήταν κρεμασμένο στην εξώθυρα, απαντούσε πρώτα με τα γαβγίσματά του το σκυλί από την αυλή. Έπειτα έβγαινε ο θυρωρός, ο οποίος άφηνε ή όχι τον επισκέπτη να μπει στην αυλή. Η αυλή αυτή, που στη μέση της υψωνόταν ο βωμός του Ερκείου Δία, προστάτη της εστίας, ήταν το κέντρο του σπιτιού. Εδώ έτρωγαν , εδώ περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους τα μέλη της οικογένειας και εδώ επίσης γίνονταν δεκτοί οι καλεσμένοι. Απ’ τις δυο πλευρές κάτω απ’ τις στοές, βρίσκονταν τα δωμάτια. Στο βάθος, στο απέναντι από την είσοδο μέρος, βρισκόταν η πύλη που οδηγούσε στο δωμάτιο του άνδρα, κύρια αίθουσα της κατοικίας. Στο γυναικωνίτη μπορείς να φτάσεις μόνο περνώντας απ’ αυτό το δωμάτιο. Ο γυναικωνίτης περιλάμβανε τον κοιτώνα των συζύγων, τα δωμάτια των κοριτσιών και τα διαμερίσματα όπου εργάζονταν οι δούλες. Εκτός από το σύζυγο, κανένας άλλος άντρας δεν επιτρεπόταν να μπει εκεί. Ο γυναικωνίτης ήταν τόσο απρόσιτος που κάποτε συνέβαιναν κωμικοτραγικά περιστατικά, σαν αυτό που διηγείται ο Δημοσθένης. Μια φορά στο σπίτι ενός αθηναίου, που είχε φύγει σε ταξίδι, τρύπωσαν ληστές. Οι γείτονες άκουσαν τα ξεφωνητά των γυναικών και είδαν πως γινόταν αρπαγή. Άρχισαν να φωνάζουν βοήθεια, αλλά κανένας δεν τόλμησε να μπει στο γυναικωνίτη, αν και έβλεπαν πως οι ληστές έβγαζαν τα πράγματα από το σπίτι.

    Οικιακός εξοπλισμός
    Όταν έκανε κρύο, στο σπίτι δεν ήταν πολύ ευχάριστα, γιατί, εκτός από ένα μαγκάλι με κάρβουνα, τα δωμάτια δεν είχαν άλλο μέσο θέρμανσης. Μονάχα στο μαγειρείο υπήρχε εστία. Από τα κάρβουνα που σιγόκαιγαν μέσα στη στάχτη της εστίας έπαιρναν φωτιά όταν νύχτωνε και έπρεπε να ανάψει το λυχνάρι. Κάποτε, αντί λυχνάρι χρησιμοποιούσαν μια χούφτα δαδιά. Άλλοτε για λυχνάρι μεταχειρίζονταν ένα μετάλλινο κουτί ή ένα πήλινο αγγείο, γεμάτο από στουπί αλειμμένο με μια ρητινώδη ουσία. Αυτό το τοποθετούσαν στο μέσο ενός πιο μεγάλου αγγείου από πηλό, όπου έπεφτε το αναμμένο φιτίλι και κυλούσε το λιωμένο ρετσίνι. Το λυχνάρι κάπνιζε και πριτσάλιζε, γεμίζοντας καπνιά τους τοίχους και την οροφή. Η αλήθεια είναι πως η ζημιά δεν ήταν μεγάλη. Για πολύ καιρό στην Αθήνα οι τοίχοι ασπρίζονταν μόνο με ασβέστη. Ο Αλκιβιάδης υπήρξε ο πρώτος αθηναίος που στόλισε τους τοίχους με ζωγραφιές. Γι’ αυτό το σκοπό έκλεισε στο σπίτι το ζωγράφο Αγάθαρχο και δεν τον άφησε να βγει πριν τελειώσει τη δουλειά του. Γενικά, όμως, για τα δωμάτια προτιμούσαν λυχνάρια με λάδι. Αυτά τα έφτιαχναν με μέταλλο ή με πηλό και είχαν δυο τρύπες. Η μια για να βάζουν το λάδι, η άλλη για να βγαίνει το φιτίλι. Πρέπει να πούμε πως σ’ αυτά τα λυχνάρια έδιναν τις πιο ποικίλες μορφές. Σχεδόν όλα τα σπίτια είχαν δυο πατώματα. Κάποτε το δεύτερο πάτωμα νοικιαζόταν και τότε στα πάνω δωμάτια ανέβαινες απευθείας από το δρόμο με μια εξωτερική κλίμακα. Στα πιο μέτρια σπίτια η σκάλα ήταν εσωτερική και στο ισόγειο βρίσκονταν οι αποθήκες και συχνά και ο γυναικωνίτης.Η πλειοψηφία των ιδιωτικών σπιτιών της Αθήνας ανήκε, βέβαια, στην κατηγορία των μέτριων σπιτιών, ή καλύτερα ήταν ένα είδος καλύβας αποτελούμενης από δυο μικροσκοπικά καλυβάκια το ένα επάνω στο άλλο, που έβλεπαν απευθείας στο δρόμο. Οι στέγες τις περισσότερες φορές ήταν ίσιες, τα δωμάτια του ισογείου δεν είχαν παράθυρα, το φως της αυλής έμπαινε από τη θύρα. Τα δωμάτια του επάνω πατώματος όμως είχαν παράθυρα, κι από εδώ άρεσε στις γυναίκες να παρακολουθούν την κίνηση του δρόμου. Τα σπίτια δεν είχαν ξύλινες θύρες, εκτός από εκείνη που έβγαζε στο δρόμο και τη θύρα του δωματίου όπου φύλαγαν τα πολύτιμα αντικείμενα. Στα άλλα δωμάτια μπροστά στις θύρες υπήρχαν κρεμασμένα παραπετάσματα. Τα σπίτια των ευκατάστατων ανθρώπων ήταν επιπλωμένα αρκετά πλούσια. Ας αρχίσουμε από τα καθίσματα. Υπήρχαν καθίσματα με ερεισίνωτο (πλάτη δηλ.) Ή χωρίς ερεισίνωτο, καθώς και ο θρόνος, δηλαδή ένα κάθισμα με υψηλό ερεισίνωτο. Στο θρόνο καθόταν ο οικοδεσπότης. Ήταν τόσο ψηλός, που για να μπορέσεις να καθίσεις σ’ αυτόν έπρεπε να πατήσεις σ’ ένα ειδικό καθισματάκι. Πάνω στα καθίσματα ήταν στρωμένα μαξιλάρια σκεπασμένα χαλάκια και στις πλάτες ήταν ριγμένα καινούργια καλύμματα. Τα κομψά κρεβάτια Κλίνες είχαν πόδια σταυρωτά, όπως και τα καθίσματα. Υπήρχαν κι άλλα είδη, με ίσια πόδια και με μικρό ερεισίνωτο στην άκρη και στη μια πλευρά, όπως στα μοντέρνα ντιβάνια. Τα απλά κρεβάτια, που λέγονταν κράββατοι, αποτελούνταν από ένα ξύλινο πλαίσιο με κοντά πόδια, από τα οποία δένονταν σταυρωτά μερικές ταινίες δερμάτινες. Σ’ αυτό το δίχτυ των ταινιών τοποθετούσαν ένα σελτέ γεμάτο μαλλί, ένα σεντόνι και ένα μαξιλάρι. Για σκεπάσματα χρησιμοποιούσαν κουβέρτες, δέρματα προβάτων και γούνες, ανάλογα με τον καιρό. Το κρεβάτι ήταν το κύριο έπιπλο των αρχαίων ελλήνων, γιατί διάβαζαν, έγραφαν και σκέφτονταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους. Τα τραπέζια τα χρησιμοποιούσαν μόνο για φαγητό. Ήταν πολύ χαμηλά, για την ακρίβεια δεν ξεπερνούσαν το ύψος των κρεβατιών, γιατί, όπως είπαμε, οι έλληνες έτρωγαν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Πολύ πιο γερές ήταν οι καλάθες, που δεν έλειπαν από τα σπίτια των αθηναίων, οι οποίες αντικαθιστούσαν τις ντουλάπες. Οι καλάθες ήταν τόσο μεγάλες, που καθεμιά τους μπορούσε να χωρέσει δύο ανθρώπους. Οι καλάθες έκλειναν με κάτι βαριές κλειδαριές και συχνά ήταν στολισμένες με κεντίδια, εγκόλλητα, γεωμετρικά σχήματα κ.ά. Στο σπίτι βρίσκονταν πολυάριθμα πήλινα αγγεία. Αυτά είχαν διάφορες μορφές και διαστάσεις και πολλές φορές ήταν ωραία. Το πιο μεγάλο αγγείο -ο πίθος -ήταν μια μεγάλη στάμνα, στρογγυλή, με πάτο σουβλερό ή ίσιο. Στους πίθους φύλαγαν κρασί, λάδι, σύκα, τρόφιμα αλατισμένα. Για μακρόχρονη διατήρηση το κρασί και το λάδι το έβαζαν σε αμφορείς, κάτι αγγεία με δύο χερούλια και μακρύ λαιμό. Τα στόμια των αμφορέων τα βούλωναν με ρετσίνι. Το αγγείο στο οποίο αναμίγνυαν στο τραπέζι το κρασί με νερό ονομαζόταν κρατήρας. Ο κρατήρας είχε σχήμα δοχείου με πολύ πλατύ στόμιο, με δυο χερούλια. Το σερβίτσιο του κρασιού συμπληρωνόταν με τις οινοχόες, αγγεία με ένα χερούλι κι ένα στόμιο απ’ όπου χυνόταν το ποτό, και τον σκύφο, ένα είδος κυπέλλου ή κανάτας με ψηλό χερούλι. Εξαιρετική ποικιλία παρουσίαζαν τα ποτήρια, δηλαδή τα δοχεία που χρησιμοποιούνταν για το ποτό: φιάλες, σκύφοι, κύλικες, κάνθαροι και τέλος τα ρυτά. Το ρυτό ήταν ένα κέρατο πελεκημένο και γλυμμένο στη μυτερή του άκρη, που είχε μορφή κεφαλής ζώου, συνήθως κριαριού. Εδώ, στο κεφάλι, υπήρχε μια τρύπα για να χύνεται το υγρό, που έκλεινε με ένα μικρό καπάκι. Τα δοχεία του φαγητού των ελλήνων μάς είναι λιγότερο γνωστά. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν η χύτρα, ένα δοχείο με πόδια ή χωρίς πόδια, αλλά με κυκλικό πυθμένα, για να μπορεί να κάθεται σε τρίποδα. Στη χύτρα έβραζαν κρέας και λαχανικά. Για τα ψάρια υπήρχαν κάτι μεγάλα δοχεία. Το ψωμί και τις πίτες τις φύλαγαν σε πλεχτά κάνιστρα. Μια σκάρα, μαχαίρια και πιρούνια συμπλήρωναν τα εξαρτήματα του μαγειρείου. Όλα τα δοχεία των αρχαίων αθηναίων ήταν φτιαγμένα από πηλό κόκκινο ή κιτρινωπό, που τον προμηθεύονταν από τα κεραμουργεία των προαστίων της πόλης. Στο κόκκινο βάθος του αγγείου ζωγράφιζαν ωραία μελανά σχέδια. Τα γυάλινα δοχεία αναφέρονται για πρώτη φορά στον Αριστοφάνη. Προηγουμένως από γυαλί κατασκεύαζαν μόνο κοσμήματα: χάντρες, σκουλαρίκια, περιδέραια, βραχιόλια. Ο χρόνος μετριόταν με το ρολόι: το γνώμονα, ένα ηλιακό ρολόι, εγκατεστημένο στον κήπο του σπιτιού, και την κλεψύδρα, ένα ρολόι με νερό, με το οποίο μετριόταν ο χρόνος ανάλογα με την ποσότητα του νερού που έτρεχε ομοιόμορφα σ’ ένα δοχείο. Ορισμένα σχέδια σε αρχαία ελληνικά αγγεία παριστάνουν σκηνές από τη ζωή και τις ασχολίες των γυναικών. Τα σχέδια αυτά μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες σύμφωνα με το θέμα τους: οικιακές ασχολίες, καλλωπισμός των γυναικών και διασκεδάσεις τους στην αποτραβηγμένη ζωή του γυναικωνίτη.

    Ενδυμασία
    Η γυναικεία ενδυμασία εκείνης της εποχής δεν έθετε ζητήματα κοπτικής αλλά απαιτούσε μεγάλη ευχέρεια στην τέχνη του στολισμού. Τα γυναικεία ενδύματα, όπως και τα αντρικά, χωρίζονταν σε δυο μεγάλες κατηγορίες: στην ελαφρή εσωτερική ενδυμασία και σ’ ένα φόρεμα πιο χοντρό, τον πέπλο, που φοριόταν από πάνω. Ο χιτώνας των γυναικών ήταν συνήθως πιο μακρύς από τον αντρικό, ήταν απλό, μακρύ πουκάμισο, που έπεφτε ελεύθερα κατά μήκος του σώματος και πιανόταν μόνο με ένα κορδόνι. Οι παντρεμένες γυναίκες έδεναν το κορδόνι κόμπο, κάτω από το στήθος τους, ενώ τα νεαρά κορίτσια στο θώρακα ή στους γοφούς. Κάποτε ο χιτώνας είχε σχιστά μανίκια. Οι άκρες του πιάνονταν με μια πόρπη από το δεξιό ώμο ή τις έδεναν φιόγκο πάνω στο στήθος. Στις παρυφές ο χιτώνας ήταν στολισμένος με μια ταινία άλλου χρώματος, συνήθως χρώματος κρόκου. Στο σπίτι οι γυναίκες φορούσαν μόνο χιτώνα αλλά όταν έβγαιναν στο δρόμο φορούσαν από πάνω έναν πέπλο, δηλαδή ένα κομμάτι ύφασμα πλατύ περίπου 1,5 μέτρο και μακρύ 3-4 μέτρα, με το οποίο οι ελληνίδες καλύπτονταν επιδέξια, αφήνοντάς το να πέφτει σε πτυχές. Κάποτε, όταν δεν φορούσαν βέλο, άφηναν ελεύθερη μιαν άκρη του πέπλου και κάλυπταν μ’ αυτήν το κεφάλι. Την ενδυμασία των γυναικών την έφτιαχναν από μάλλινο ύφασμα, πανί και λινάρι και ένα ύφασμα από άγνωστο υλικό, πολύ λεπτό και διάφανο, όπως η μουσελίνα. Τα χρώματα που προτιμούσαν ήταν: κίτρινο, κόκκινο, ερυθρό, πράσινο ανοιχτό, πράσινο λαδί, γκριζογάλανο, καφετί ανοιχτό και λευκό. Τους άρεσαν υφάσματα με σχέδια, ταινίες με ζωηρά χρώματα και κεντήματα. Μπορούμε να σχηματίσουμε μια ιδέα για τα κεντητά πέπλα αν κοιτάξουμε τα σχέδια των αγγείων ή αν διαβάσουμε στον Αισχύλο την περιγραφή της ενδυμασίας του Ορέστη.Στο δρόμο οι γυναίκες σπάνια φορούσαν στο κεφάλι τους καλύμματα, αλλά όταν έβγαιναν έξω από την πόλη κάλυπταν το κεφάλι τους με κάτι στρογγυλά καλύμματα με μυτερή κορυφή. Στα πόδια φορούσαν σανδάλια, υποδήματα λευκά ή κίτρινα και ένα είδος ψηλά άρβυλα. Όταν έβγαιναν στο δρόμο έπαιρναν μια ομπρέλα και ένα ριπίδι από φτερά παγονιού ή ένα πιο ελαφρύ από ξύλο, με μορφή λωτού. Η ενδυμασία συμπληρωνόταν με κοσμήματα: χρυσά σπειροειδή ή μακριά σκουλαρίκια, χρυσά περιδέραια, διαδήματα, βραχιόλια (αυτά τα φορούσαν στο πάνω μέρος του βραχίονα), δαχτυλίδια και κάτι μικρούς χρυσούς δακτύλιους στην κλείδωση του χεριού. Ο καθρέφτης ήταν ένα αντικείμενο που δεν έλειπε από τη ζωή της γυναίκας. Οι καθρέφτες γίνονταν από καλοδουλεμένο μέταλλο κι είχαν ένα χερούλι λιγότερο ή περισσότερο στολισμένο. Όταν οι εταίρες γίνονταν γριές χάριζαν τους καθρέφτες τους στην Αφροδίτη για την προστασία και τη μέριμνα που τους είχε η θεά.

    Καλλωπισμός
    Οι ελληνίδες είχαν μακριά και πυκνά μαλλιά. Τα έπλεκαν και τα έκαναν βοστρύχους και πλεξούδες, τα έπιαναν με ταινίες και καρφίδες (τσιμπιδάκια) και τους έκαναν διάφορα χτενίσματα. Στις ελεύθερες γυναίκες το κοντό μαλλί ήταν σημάδι πένθους ή αναγνώριση γηρατειών. Οι δούλες είχαν πάντοτε τα μαλλιά τους κομμένα κοντά. Οι ελληνίδες χρησιμοποιούσαν κρέμα για να ασπρίζουν τα μάγουλα, ψιμύθια, βαφές για τα φρύδια και τις βλεφαρίδες. Πολλές γυναίκες είχαν ολόκληρο εργαστήρι με καθρέφτες, τσιμπιδάκια, καρφίτσες, μπουκαλάκια με αρώματα και αρωματικές ουσίες, δοχεία με κρέμες. Για το βάψιμο του προσώπου και των χειλιών χρησιμοποιούσαν μολύβια ή ρίζα του φυτού αλκέα (είδος μολόχας). Τα φρύδια τα μαύριζαν με καπνιά ή με ψιλοτριμμένο αντιμόνιο. Τα βλέφαρα τα σκίαζαν ελαφρά με κάρβουνο. Τις βλεφαρίδες τις έβαφαν πρώτα μαύρες, έπειτα με ένα μείγμα από ασπράδι αυγού, αμμωνία και ρετσίνι. Οι γυναίκες έβαζαν πολλά μυρωδικά, όπως άλλωστε και οι άντρες, πράγμα που φαίνεται από τις πικρές μομφές του Σωκράτη.

    Διασκεδάσεις
    Η μουσική κατείχε σημαντική θέση στη ζωή της γυναίκας. Οι θωπευτικοί τόνοι της λύρας και τα βαριά τρέμουλα του δίαυλου αντηχούσαν συχνά στα διαμερίσματα του γυναικωνίτη. Γενικά οι .έλληνες ήταν μεγάλοι φίλοι της μουσικής και απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία στην ηθική της επίδραση. Οι έλληνες προτιμούσαν τις χαμηλές συγχορδίες. Για τις διάφορες κλίμακες υπήρχαν ειδικές ονομασίες. Οι νότες της φωνητικής μουσικής και της ενόργανης μουσικής ήταν επίσης διαφορετικές. Η αρμονία ήταν ξένη προς την ελληνική μουσική. Παρ’ όλο που οι έλληνες γνώριζαν τις συγχορδίες, χρησιμοποιούσαν μονάχα την κλίμακα που την ονόμαζαν αντιφώνηση. Συνήθως τραγουδούσαν σε μια φωνή. Μια άλλη διασκέδαση των γυναικών ήταν τα οικιακά ζώα και τα πουλερικά. Είχαν σκυλιά και γάτες παιχνιδιάρικες, που τους άρεσε να παίζουν με τις κλωστές από ένα ατέλειωτο κέντημα, κοκόρια και κότες, χήνες, κάργες αυθάδικες, που ήξεραν να σκαλώνουν σε κάτι μικρές βαθμίδες και να κρατούν μια μικροσκοπική ασπίδα, γερανούς, πέρδικες και άλλα εξημερωμένα πουλιά, που τις εικόνες τους μπορεί να τις δει κανείς στα σχέδια των αγγείων .Μια εποχή έγιναν της μόδας οι πίθηκοι της Αιγύπτου, αλλά πιθήκους μπορούσε να δει κανείς πιο σπάνια και δεν ήταν εύκολο να τους προμηθευτεί. Μα θα ήταν μεγάλο λάθος να πιστέψει κανείς ότι όλες οι αθηναίες περνούσαν τον καιρό τους μπροστά στον καθρέφτη ή χαϊδεύοντας τις χορδές της λύρας. Η τέχνη του 5ου-4ου αιώνα παρουσίασε ιδιαίτερα τη ζωή της εύπορης γυναίκας. Υπήρχε όμως και μια άλλη ζωή γυναίκας, που συνήθως οι καλλιτέχνες αγνοούσαν. Η σκληρή, η πολύμοχθη ζωή πολυάριθμων άπορων οικογενειών δεν αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τους ζωγράφους και τους ποιητές του ισχυρού ναυτικού κράτους. Η αθηναϊκή τέχνη εμπνέεται από τις πτυχώσεις των κομψών ενδυμάτων κι όχι από τους χοντροκομμένους και μπαλωμένους χιτώνες που αποτελούσαν την αμοιβή του καθημερινού μόχθου. Η ζήτηση γεννάει την προσφορά. Εκείνοι που πλήρωναν τα αγάλματα και τα αγγεία δεν θα έδιναν χρήματα για τόσο αποκρουστικές εικόνες, ενώ οι λίγοι οβολοί των φτωχών δεν προορίζονταν για την αγορά αντικειμένων πολυτελείας. Συχνά δεν έφταναν ούτε για το καθημερινό ψωμί.

    Οι φτωχές
    Παρ’ όλα αυτά στις εμπνευσμένες ομιλίες των θεών και των ηρώων αντηχούσε και η γεμάτη φροντίδες ζωή του αθηναϊκού δήμου. Η γυναίκα του λαού, η γυναίκα του μόχθου, η κουρασμένη, η πρόωρα μαραμένη, διακόπτει τους χορούς των τραγουδιών, ενώ στις κωμωδίες του Αριστοφάνη κλαιει μπροστά σ’ όλους τη μαύρη της τύχη. Στις φτωχές οικογένειες η γυναίκα δουλεύει δίπλα στον άντρα. Σε μια επιγραφή γίνεται λόγος για τη γυναίκα ενός χρυσοχόου που Βοηθάει τον άντρα της να φτιάχνει περικεφαλαίες για Τις παρελάσεις και να Τις επιχρυσώσει. Η ανάγκη υποχρεώνει την Αθηναία να κάνει ακόμα και δουλειές δούλας, να εργαστεί σαν τροφός.Με τον τελευταίο οβολό η φτωχή γυναίκα αγοράζει λίγο αλεύρι ή δανείζεται από το γείτονα για να ‘χει με τι να κάνει χυλό σε μια πήλινη γαβάθα, να ψήσει κουλούρια και να τα πάει στην αγορά να τα πουλήσει. Τα μέλη της οικογένειάς της τα τρέφει με “ξηρά φύλλα ραδικιού”, με “ρίζες ραδικιού” και άλλα φαγώσιμα φυτά. Από τότε που θα φέξει η μέρα κι ως τη δύση του ήλιου θα την δεις να γυρνάει εδώ και ‘κει σαν τη σαΐτα στον αργαλειό. Δεν έχει καιρό να τεμπελιάζει στο γυναικωνίτη, άλλωστε για ποιο γυναικωνίτη μπορεί να γίνεται λόγος στο άθλιο καλύβι της, το κολλημένο στο Βράχο ή το σκαμμένο σ’ αυτόν σαν φωλιά θηρίου. Δεν έχει δούλες για να κάνουν όλες Τις δουλειές του νοικοκυριού. Κι αν ακόμα έχει (01 δούλοι είναι τόσο φτηνοί!), αυτοί πεινούν μαζί μ’ ολόκληρη την οικογένεια ή Βγάζουν το ψωμί τους όπως μπορούν. Τα παιδιά της δεν πηγαίνουν περίπατο με τα μάτια χαμηλωμένα σεμνά στη γη, συνοδευόμενα από έναν παιδαγωγό. Παίζουν κι ανακατεύουν τη σκόνη των δρομίσκων της Αθήνας. Μόλις μάθουν να διαβάζουν, πιάνουν δουλειά. Αν είναι χωριάτισσα κουράζεται ακόμα πιο πολύ. Πολύ πριν ξημερώσει ετοιμάζει φαγητό για τον άντρα και τα παιδιά, έπειτα Βγάζει τα Βόδια από το στάβλο και τα ποτίζει. Μαζεύει χόρτο για τα πρόβατα, τα κουρεύει, γνέθει και υφαίνει, ράβει τα ρούχα όλης της οικογένειας, περιποιείται το λαχανόκηπο, φέρνει νερό, αρμέγει τις γίδες, πλένει τα ρούχα στο ρέμα, φορτώνεται συχνά και κουβαλάει μακριά τα Βαριά δέματα με τα άπλυτα ρούχα. Κάθε χρόνο Βοηθάει τον άντρα να πετάει Τις πέτρες από το μικρό της κλήρο. Και κάθε χρόνο, όταν λιώνουν τα χιόνια, οι χείμαρροι κατεβάζουν απ’ τα Βουνά άλλες πέτρες. Αυτών των γυναικών, είτε ζουν στην πόλη είτε στο χωριό, η μέρα δεν τους φαίνεται ποτέ μεγάλη. Αντίθετα, δεν τα καταφέρνουν να τελειώσουν, πριν νυχτώσει, όλες τις δουλειές τους. Μονότονα κυλούσε η ζωή μονάχα της εύπορης γυναίκας. Η υποδεέστερη όμως θέση της και η υπακοή που όφειλε στο σύζυγο δεν την εμπόδιζαν να του Βάζει συχνά τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι. Είναι γνωστή η διαβεβαίωση του Θεμιστοκλή ότι ο μικρότερος γιος του είχε τη μεγαλύτερη εξουσία πάνω στους Έλληνες, γιατί “επικεφαλής των Ελλήνων Βρίσκονται οι Αθηναίοι, επικεφαλής των Αθηναίων είναι αυτός, αυτόν τον διευθύνει η γυναίκα του και τη γυναίκα του ο γιος του!”.

    Διαζύγια
    Το διαζύγιο, το σχεδόν άγνωστο στην ομηρική εποχή, έγινε την κλασική εποχή τόσο συχνό, που οι έλληνες ρήτορες θεωρούσαν την προίκα σαν απόλυτα αναγκαίο μέτρο για τη σταθερότητα της συζυγικής ζωής. Κι αυτό γιατί σε περίπτωση διάλυσης του γάμου ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος όχι μονάχα να επιστρέψει στον πατέρα ή τον κηδεμόνα της γυναίκας του την προίκα που είχε πάρει, αλλά να προσθέσει κι ένα συμπλήρωμα 18%, πράγμα που δεν ήταν εύκολο στον καθένα. Εκτός όμως απ’ αυτή την υλική ζημιά, η ελληνική νομοθεσία δεν έβαζε κανενός άλλου είδους εμπόδια για το διαζύγιο. Υπήρχαν δύο ειδών διαζύγια, η αποπομπή, δηλ. διαζύγιο ύστερα από αίτηση του συζύγου, και η απόλειψις, δηλ. διαζύγιο ύστερα από αίτηση της συζύγου. Η πρώτη περίπτωση δεν παρουσίαζε καμιά απολύτως δυσκολία! Αν ο σύζυγος ήθελε να χωρίσει τη σύζυγο, την έστελνε στους συγγενείς της, αφού κρατούσε τα παιδιά. Κανένας δεν ρωτούσε γιατί το έκανε! Οι αιτίες μπορεί να ήταν οι πιο διαφορετικές. Αλλά υπήρχε μια αιτία, η οποία οδηγούσε αναπόφευκτα στο διαζύγιο: αν δεν είχε παιδιά, ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος να χωρίσει τη γυναίκα. Στους έλληνες ο γάμος θεωρούνταν ιερός θεσμός, καθιερωμένος από τους προγόνους. Τα παιδιά ήταν οι συνεχιστές των παραδόσεων του γένους και της οικογένειας. Όταν πέθαινε ο πατέρας, τα παιδιά έπρεπε να συνεχίσουν τη λατρεία των προγόνων και να τιμούν τον τάφο του πατέρα τους. Οι έλληνες θεωρούσαν τη συζυγική ζωή σαν μια ανάγκη, στην οποία οι αμοιβαίες προτιμήσεις των νέων δεν είχαν καμιά σημασία, πολύ περισσότερο που βλέπονταν, συνήθως, για πρώτη φορά την ώρα του γάμου. Γάμος σήμαινε θεμελίωση οικογένειας και γέννηση παιδιών, για να μπορεί ο πατέρας να τα παρουσιάσει στη φατρία και στο δήμο του. Παιδιά πολλά και ωραία, να το ιδανικό της οικογενειακής ευτυχίας. Την τελευταία ημέρα των θεσμοφορίων γίνονταν διαγωνισμοί για την εκλογή των ωραιότερων παιδιών. Και οι μάνες των βλασταριών που αναγνωρίζονταν σαν τα πιο ωραία, γύριζαν τη μέρα αυτή στο σπίτι περήφανες κι ευτυχισμένες. Ένας άντρας άκληρος, συνεπώς ένας άντρας που είχε τη δυσμένεια των θεών, θεωρούνταν μισός πολίτης και πολυάριθμα αξιώματα, όπως π.χ. του άρχοντα και του στρατηγού, του ήταν απρόσιτα. Τις περισσότερες φορές οι άκληρες οικογένειες υιοθετούσαν τα παιδιά άλλων. Το υιοθετημένο παιδί δεχόταν τη λατρεία των προγόνων των καινούργιων του γονιών και ξέκοβε ολοκληρωτικά από την πραγματική του οικογένεια. Επίσης, υπήρχε η συνήθεια της αγοράς παιδιών. Το διαζύγιο με αίτηση της γυναίκας ήταν δύσκολο. Η γυναίκα έπρεπε να παρουσιαστεί προσωπικά στον άρχοντα και να του παρουσιάσει γραπτές αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτει το δίκαιο του αιτήματος της. Επειδή η αθηναία θεωρούνταν υποδεέστερη και ήταν εξαρτημένη, κι αυτή η απλή τυπική πράξη συναντούσε μεγάλες δυσκολίες. Η κατάσταση αυτή φαίνεται θαυμάσια από την περιγραφή της απόπειρας διαζυγίου της γυναίκας του Αλκιβιάδη, που μας άφησε ο Πλούταρχος. Ο Πλούταρχος θεωρεί εξαντλημένο το πρόβλημα και ασχολείται με τα σκυλιά του Αλκιβιάδη. Αν πάρουμε υπόψη μας ότι η Ιππαρέτη έδωσε στον Αλκιβιάδη δέκα τάλαντα προίκα και ότι ο Αλκιβιάδης περίμενε άλλη τόση κληρονομιά μετά το θάνατο του πεθερού του, του Ιππόνικου, η ασυνήθιστη προσήλωσή του στους συζυγικούς δεσμούς γίνεται ευκολονόητη. Ο άντρας όμως δεν ήταν δεμένος με τίποτα εκτός από την προίκα. Μπορούσε μάλιστα να παντρέψει τη γυναίκα του με άλλον, χωρίς καν να ζητήσει τη συμφωνία της, όπως έκανε κι ένας πολίτης τόσο ενάρετος όπως ο Περικλής, πράγμα που δεν έβλαψε στο ελάχιστο τη φήμη του.

    Εταίρες
    Εντελώς διαφορετικά ζούσαν οι εταίρες. Σε διάκριση από τις άλλες γυναίκες, αυτές είχαν γνώσεις της λογοτεχνίας και δεν τους ήταν ξένη η τέχνη. Όχι, βέβαια, όλες. Οι εταίρες που δεν ήξεραν να παίζουν μουσικά όργανα ή τουλάχιστον να τραγουδούν και δεν μπορούσαν να κρατήσουν τους καλεσμένους με τις γνώσεις τους και με το λεπτό τους πνεύμα, είχαν ένα εύγλωττο παρατσούκλι: τις έλεγαν “πεζές δαμάλες”, όπως λέγαν τους οπλίτες πεζούς, γιατί βάδιζαν βήμα χωρίς μουσική, και σε διάκριση από το ιππικό, που συνοδευόταν πάντα από μουσικούς. Αυτή η κατηγορία των εταίρων ήταν πολυάριθμη, μα η ανάμνηση τους δεν κράτησε πολύ καιρό. Η θέση των καλλιεργημένων και μορφωμένων εταίρων ήταν τελείως διαφορετική. Στα σπίτια τους μαζεύονταν πλήθος οι νέοι. Τις θαύμαζαν, έστηναν γι’ αυτές χρυσά αγάλματα, οι ποιητές τις εγκωμίαζαν στα έργα τους. Πολλές έγιναν διάσημες για την εξυπνάδα και το πνεύμα τους, ενώ η αθηναϊκή λογοτεχνία γνωρίζει συλλογές επιγραμμάτων που γράφτηκαν από εταίρες. Σύζυγος, εταίρα ή δούλη, να οι τρεις δρόμοι που επεφύλασσε η τύχη σε μια γυναίκα στην Αθήνα.

    Γηρατειά
    Και σε όποιον απ’ αυτούς την οδηγούσε η μοίρα, γρηγορότερα ή αργότερα την έβρισκε η αρρώστια ή τα γηρατειά. Στη θύρα του σπιτιού συγγενείς ή φίλοι θα σκαλώσουν δυο κλάδους: έναν ελιάς για να φυλάει την άρρωστη απ’ τα κακά πνεύματα και έναν δάφνης για να της εξασφαλίζει την ευμένεια του Απόλλωνα. Θα κληθεί κι ο γιατρός, αλλά όχι αμέσως. Πρώτα θα ζητηθεί η βοήθεια ενός από τους πολυάριθμους ονειροεξηγητές και θα του διηγηθούν ως την τελευταία λεπτομέρεια τα όνειρα της άρρωστης. Αν ονειρεύτηκε πως τελείωσε την ύφανση ενός ιματίου για τον άντρα της κι όταν σηκώθηκε από τον αργαλειό τον έσπρωξε προς τον τοίχο, τα προμηνύματα είναι άσχημα. Μπορεί η αρρώστια να ‘χει μοιραίο τέλος, γιατί η ζωή της γυναίκας είναι αδιανόητη χωρίς αργαλειό” ακόμα και στον τάφο της βάζουν ένα αδράχτι. Με την επίδραση μεγάλης αμοιβής ο ερμηνευτής θα γλυκάνει ίσως την προφητεία, προλέγοντας μονάχα βαριά αρρώστια. Αν όμως η αμοιβή τού φανεί ανεπαρκής, θα δηλώσει ανοιχτά ότι το όνειρο αυτό σημαίνει θάνατο και ότι οι συγγενείς δεν πρέπει να λυπηθούν, γιατί την ίδια τύχη είχαν κι η Ανδρομάχη κι η Αντιγόνη και η Ηλέκτρα, αν και ήταν πιο ωραίες και πιο νέες από την άρρωστη. Μπορεί να δοκιμάσει να εξουδετερώσει τις ολέθριες συνέπειες του ονείρου, διηγώντας το όταν φανούν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου. Τότε, όπως ισχυρίζονταν οι γέροι, και το πιο κακό όνειρο χάνει τη δύναμή του. Αλλά το καλύτερο απ’ όλα είναι να απευθυνθεί κανείς κατευθείαν στο θεό θεραπευτή, στον Ασκληπιό, και στις δυο θυγατέρες του, την υγεία και την πανάκεια, οι οποίες, αν θέλουν, μπορούν να γιατρέψουν κάθε αρρώστια. Οι ιερείς του ναού του Ασκληπιού της Επιδαύρου (πόλης της Πελοποννήσου) είχαν τοποθετήσει μπροστά στο ιερό μια μεγάλη επιγραφή, όπου απαριθμούνταν όλα τα θαύματα που είχε κάνει ο θεραπευτής θεός, για να τα γνωρίσουν όλοι οι έλληνες. Σύμφωνα με τη γνώμη των ιερέων, ακόμα και οι πιο φανατισμένοι σκεπτικιστές έπρεπε να πειστούν για τη θαυματουργή δύναμη του Ασκληπιού. Για παράδειγμα, μια αθηναία που την έλεγαν αμβροσία, τυφλώθηκε απ’ το ένα μάτι κι ήρθε στο ναό, ζητώντας θεραπεία, αλλά δεν έδειξε στο ιερό τον πρεπούμενο σεβασμό. Οι άρρωστοι ξαπλώνονταν σ’ ένα ειδικό διαμέρισμα του ναού και η θεραπεία γινόταν πάντα στη διάρκεια του “ιερού ύπνου”. Μα επειδή ύστερα από κάθε θαύμα έπρεπε να φέρουν στο θεό ένα μεγάλο ανάθημα, μόνο οι πλούσιοι μπορούσαν να θεραπευθούν στο ναό του Ασκληπιού. Κι αν ακόμα οι ιερείς έκαναν ορισμένα “θαύματα” για να προσελκύσουν τους πιστούς, στις περισσότερες περιπτώσεις, πριν ξαπλωθούν οι άρρωστοι στο ναό, τους περιποιούνταν σύμφωνα μ’ όλους τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, που την κατείχαν πολύ καλά. Χρησιμοποιούσαν τη δίαιτα κι ένα αυστηρό σύστημα ύπνου, περιπάτους και εντριβές, για να θεραπεύουν τα πρηξίματα, τα έλκη και τις ασθένειες του στομαχιού. Τα “θαύματα” χρησιμοποιούνταν λοιπόν σαν δολώματα, γιατί κάθε θεραπεία έπρεπε να πληρωθεί και αν κάποιος προσπαθούσε να γελάσει το θεό στο πρόσωπο του εκπροσώπου του, τιμωριόταν χωρίς αργοπορία. Οι ιερείς φρόντιζαν αυτό να το ξέρει όλος ο κόσμος. Αν τα οικονομικά δεν επέτρεπαν στην άρρωστη να θεραπευθεί από τον Ασκληπιό, την πήγαιναν να τη δουν οι γιατροί. Στην Ελλάδα υπήρχαν κάμποσες ιατρικές σχολές, απ’ τις οποίες η πιο γνωστή ήταν αυτή που άνοιξε στη νήσο Κω “ο πατέρας της ιατρικής”, ο Ιπποκράτης. Αν οι μαθητές του επιθυμούσαν να αφιερώσουν τη ζωή τους στη θεραπεία των ασθενών, έπρεπε να δώσουν έναν ειδικό όρκο, που τον είχε συντάξει προσωπικά ο Ιπποκράτης. Παρ’ όλα αυτά, κάθε άλλο παρά όλοι οι ιδιώτες γιατροί, που ήταν πολυάριθμοι στην Αθήνα, ακολουθούσαν τη συμβουλή του Ιπποκράτη, να θεραπεύουν τους ασθενείς χωρίς να απαιτούν μεγάλη αμοιβή. Η πλειοψηφία προτιμούσε να μετατρέψει την τέχνη σ’ ένα προσοδοφόρο επάγγελμα. Υπήρχαν και πολλοί τσαρλατάνοι που παρίσταναν το γιατρό. Εναντίον τους πάλεψε επίμονα, αλλά σχεδόν μάταια, ο μεγάλος Ιπποκράτης, ο οποίος διακήρυττε ότι ο γιατρός πρέπει να απασχολείται με την υγεία του αρρώστου κι όχι με τα χρήματα. Οι τσαρλατάνοι αυτοί προσπαθούσαν να εντυπωσιάσουν τους ασθενείς φτιάχνοντας στις κατοικίες τους ειδικά “ιατρεία”, προικισμένα με λουτήρες, με ασημένια εργαλεία, βεντούζες για να παίρνουν αίμα καθώς και διάφορες θεραπευτικές αλοιφές. Τα φάρμακα τα παρασκεύαζαν τότε οι ίδιοι οι γιατροί. Μερικοί απ’ αυτούς πουλούσαν στην αγορά φάρμακα για όλες τις αρρώστιες. Δεν υπήρχε κανένας υγειονομικός έλεγχος για να παρακολουθεί την εργασία των γιατρών .Υπήρχαν και γιατροί του κράτους, που η δράση τους εγκωμιαζόταν κάποτε με ειδικές αποφάσεις της βουλής και της εκκλησίας του δήμου. Αυτοί είχαν ιατρεία που δέχονταν τους αρρώστους και τους βοηθούσαν υγειονομικά. Το βοηθητικό υγειονομικό προσωπικό αποτελούνταν εν μέρει από δούλους ειδικά εκπαιδευμένους. Κατά κανόνα οι βοηθοί αυτοί περιποιούνταν αποκλειστικά τους δούλους. Ο γιατρός που κατάγεται από ελεύθερους ανθρώπους επισκέπτεται τους αρρώστους το πρωί και το βράδυ. Ο γιατρός αυτός παίρνει υπόψη του “τη γενική κατάσταση της ατμόσφαιρας και το ξεχωριστό κλίμα κάθε περιοχής, τις συνήθειες και τον τρόπο της ζωής της άρρωστης, το είδος των συνηθισμένων ασχολιών της, την ηλικία, την ομιλία, τις δεξιότητες, τις σκέψεις, τα όνειρα, την αϋπνία, το περιεχόμενο και το χρόνο που βλέπει τα όνειρα, τον τρόπο των χειρονομιών, τα δάκρυα, το τρεμούλιασμα”, κι άλλα συμπτώματα της αρρώστιας. Αφού συγκεντρώσει όλα τα αναγκαία στοιχεία, ο γιατρός της παραγγέλνει τι φάρμακο πρέπει να πάρει, το παρασκευάζει με το χέρι του και της το δίνει να το πιει. Αν η άρρωστη γίνει καλά, τότε προσφέρει στο θεό γύψινο ομοίωμα των οργάνων, ή του μέλους του σώματος που είχε αρρωστήσει: ένα πόδι, ένα χέρι, ένα μάτι, ένα αυτί, μια μύτη κ.λπ.

    Θάνατος
    Αν η θεραπεία δεν βοήθησε και το μοιραίο τέλος έγινε αναπόφευκτο, τότε η μελλοθάνατη κόβει μερικούς βοστρύχους για να τους προσφέρει δώρο στον Απόλλωνα και την αδελφή του την Άρτεμη. Οι συγγενείς και φίλοι μαζεύονται λυπημένοι γύρω από το κρεβάτι για να ακούσουν και να φυλάξουν με φροντίδα τα τελευταία λόγια της. Την υποχρέωση αυτή αναλαμβάνει ο πιο στενός από αίμα συγγενής. Οι άλλοι θα χτυπήσουν δυνατά τα ορειχάλκινα αγγεία, που τα μετέτρεψαν για την ευκαιρία σε σήμαντρα, για να διώξουν τα κακά πνεύματα, που, όπως είναι γνωστό, δεν μπορούν να υποφέρουν τόσο βίαιους θορύβους. Πίστευαν πως χάρη στη φοβερή φασαρία η ψυχή θα καταφέρει να ξεφύγει από την ακούραστη επαγρύπνηση των ερινυών και να φτάσει ανεμπόδιστη στα Ηλύσια πεδία, όπου θα αναπαυτεί ήσυχα. Οι έλληνες πίστευαν ότι ο κόσμος των νεκρών, ο Άδης, χωρίζεται σε δύο μέρη εντελώς διαφορετικά: το δεξιό μέρος, που προορίζεται για τους αγαθούς ανθρώπους, που οι ψυχές τους ζούσαν εδώ ήσυχα κι ευτυχισμένα, και το αριστερό μέρος, τον τρομερό Τάρταρο, όπου βασανίζονταν οι ψυχές των άτιμων και εγκληματιών. Η κύρια αποστολή των ερινυών ήταν ακριβώς να πετάξουν τις ψυχές στον Τάρταρο. Της νεκρής της κλείνανε τα μάτια και το στόμα για να ‘χει όσο το δυνατό πιο κόσμια εμφάνιση και της κάλυπταν το πρόσωπο με ένα πανί. Αυτό το έκανε ο σύζυγος, ο αδελφός, η αδελφή ή ο γιος. Θλιβερή είναι η τύχη εκείνης που δεν έχει ένα φιλικό χέρι για να της προσφέρει την υπηρεσία αυτή. Οι γυναίκες θα πλύνουν το πτώμα με ζεστό νερό, θα το αλείψουν με αρωματικά έλαια, θα το ντύσουν και θα το καλύψουν μ’ ένα σεντόνι λευκό. Στο μέτωπο θα βάλουν ένα στεφάνι από χρυσό ή από κερί. Το κρεβάτι του πόνου της μακαρίτισσας θα στολιστεί με πράσινα κλαδιά και με στεφάνια λουλουδιών, έπειτα θα το τοποθετήσουν σε ένα δωμάτιο που να βλέπει στην αυλή, με τα πόδια προς τη θύρα, σημάδι πως δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ πια. Εδώ η νεκρή θα μείνει ένα μερόνυχτο και θα τη φυλάνε οι στενοί συγγενείς και τα μέλη της οικογένειας. Οι φίλοι του σπιτιού θα ‘ρθουν να δώσουν τον τελευταίο χαιρετισμό κι όταν φύγουν δεν θα ξεχάσουν να πλύνουν τα χέρια με τρεχούμενο νερό, γιατί μπαίνοντας σε ένα σπίτι που το επισκέφτηκε ο θάνατος έχουν μολυνθεί. Όλο τον καιρό που η νεκρή βρίσκεται ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με τα πόδια προς τη θύρα, τα μαλλιά της θα είναι κρεμασμένα στην εξώθυρα σε ένδειξη πένθους. Την άλλη μέρα πριν την ανατολή του ήλιου, που δεν πρέπει να δει αυτό το όχι καθαρό θέαμα, η νεκρική πομπή θα κατευθυνθεί προς το κοιμητήριο. Αν στο σπίτι επιτρεπόταν να μοιρολογήσεις και να κλάψεις, στο δρόμο, σύμφωνα με το νόμο που ψηφίστηκε τον καιρό του Σόλωνα, η τήρηση της ησυχίας ήταν υποχρεωτική. Πίσω από τη νεκρή, που είναι τοποθετημένη σε μια νεκροφόρα και σκεπασμένη με λευκά σεντόνια, βάδιζαν σιωπηλοί πρώτα οι άντρες, έπειτα οι γυναίκες, οι στενοί συγγενείς και τα μέλη της οικογένειας. Μπορούσαν να πάρουν μέρος και άλλες ηλικιωμένες γυναίκες το λιγότερο 60 χρόνων. Όλοι οι συγγενείς σε ένδειξη πένθους φορούν ενδύματα κλειστού χρώματος και έχουν κοντά κομμένα τα μαλλιά τους. Το πήλινο φέρετρο θα κατεβεί στο ξηρό χώμα, το φρυγμένο απ’ τον ήλιο της αττικής. Για να μην υποφέρει η νεκρή από δίψα, κοντά στο φέρετρο θα τοποθετήσουν έναν αμφορέα με νερό. Θα αφήσουν επίσης διάφορα αγγεία και στο στόμα της θα βάλουν έναν οβολό, για να πληρώσει τον χάροντα, το βαρκάρη που θα την περάσει από το ποτάμι της Στυγός στον κόσμο των νεκρών. Θα της δώσουν ίσως και μια πίτα με μέλι για να ημερέψει τον άγριο κέρβερο, το τρικέφαλο σκυλί που φυλάει την είσοδο του Άδη. Το μνήμα σκεπάστηκε με χώμα και στο κεφάλι της νεκρής τοποθετήθηκε μια στήλη, στην οποία είναι γραμμένο το όνομα της νεκρής και μια μονάχα λέξη “χαίρε!”. Προφέροντας για τελευταία φορά το “αναπαύου εν ειρήνη”, αυτοί που πήραν μέρος στη νεκρική συνοδεία θα χαιρετίσουν τη μακαρίτισσα. Θα σπεύσουν έπειτα να εξαγνιστούν από το μίασμα, γιατί αλλιώς δεν μπορούν να ‘ρθουν σε επαφή μ’ άλλους ανθρώπους κι ούτε να πατήσουν σε ναό. Η κατοικία της νεκρής θα πλυθεί επίσης με νερό και στην εστία θα ρίξουν κομματάκια θειάφι. Οι μέρες του μήνα του πένθους περνούν γρήγορα.. Ύστερα από πολλούς αιώνες, οι αρχαιολόγοι, καθαρίζοντας προσεχτικά την ανώμαλη επιφάνεια, τη φαγωμένη απ τις βροχές και τους ανέμους, της επιτύμβιας στήλης, θα διαβάσουν το όνομα αυτής που βρήκε τελευταίο καταφύγιο στον τάφο αυτό. Θα βρουν εκεί τον αμφορέα και τα άλλα αγγεία, ορισμένα ίσως ανέπαφα, καθώς και τον οβολό που τον περιμένει μάταια ο Χάροντας.

    Από:
    εδώ

    Το συγκεκριμένο τμήμα θέματος προέρχεται από ένα ρατσιστικό κι εθνικιστικό ιστολόγιο. Εγώ το έβαλα εδώ περισσότερο για τις απόψεις κάποιων αρχαίων συγγραφέων που έχει σχετικά μ’αυτό το θέμα, παρά για τις απόψεις του του ιστολογιτή.

    “Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα είναι υπόθεση της πολιτείας. Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς πίστευαν ότι κατάλληλοι προς παιδοποιία είναι όσοι βρίσκονται σε άριστη σωματική και ψυχική υγεία. Καθορίζεται ηλικία γάμου και παιδοποιίας και καταδικάζονται οι πρώιμοι, αλλά και οι όψιμοι γάμοι.”

    O γάμος στους Έλληνες ήταν από παλιά ιερός και τίμιος, όπως αναφέρουν οι φιλόσοφοι και ιστορικοί της αρχαιότητας, οι οποίοι καταγράφουν ως ιδρυτές του γάμου τους Έλληνες νομοθέτες. Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτος ο Κέκρωψ φαίνεται ότι καθιέρωσε την έννοια του γάμου, με τη μορφή της μονογαμίας.

    Ο ελληνικός γάμος στην αρχαιότητα και ιδιαίτερα στην Αθηναϊκή Πολιτεία, μπορεί να καθοριστεί ως η ένωση του άνδρα και της γυναίκας “επί σκοπώ παιδοποιίας γνησίων (νομίμων) τέκνων” και μάλιστα αγοριών, χωρίς να αποκλείεται εντελώς και η ερωτική απόλαυση των συζύγων.

    Η ελληνική νομοθεσία απέναντι στο γάμο διαφοροποιείται από πόλη σε πόλη. Στην Αθήνα και στη Σπάρτη, ο γάμος δεν αποτελεί απλή ιδιωτική υπόθεση, δηλαδή δεν ενδιαφέρει ούτε αποκλειστικά τα δύο πρόσωπα των πρωταγωνιστών, ούτε μόνο τις οικογένειές τους. Θεωρείται μία υπόθεση που αφορά στην ίδια την Πολιτεία, που γι’ αυτόν το λόγο, λαμβάνει μέτρα νομοθετικής οικονομίας και προστασίας του θεσμού. Η αντίληψη αυτή επικρατεί και κατά τους κλασικούς χρόνους.

    Ο Πλάτων στους “Νόμους” υποστηρίζει ότι οι νόμοι οι σχετικοί με το γάμο πρέπει να κατέχουν την πρώτη θέση στη νομοθεσία, επειδή αποτελούν τη βάση κάθε ευνομούμενης πολιτείας:

    “Άραγε η σύναψη γάμων δεν αποτελεί τη δημιουργική αρχή όλων των πόλεων; Και οι νόμοι οι σχετικοί με το γάμο, αν θεσπισθούν καλά, αποτελούν εχέγγυο ότι θα πάνε καλά όλα τα θέματα της πόλης”.

    Παράλληλα ο Αριστοτέλης προβληματίζεται και προτείνει:

    “Αν πρέπει ο νομοθέτης από την αρχή να κοιτάξει πώς θα γίνουν τα σώματα των παιδιών όσο το δυνατόν καλύτερα, πρέπει αρχικά να επιμεληθεί τα σχετικά με το γάμο, πότε και ποιοι πρέπει να συνευρεθούν”.

    Και ο Πλάτων συνεχίζει και αναφέρει:

    “Ο κάθε πολίτης θα πρέπει να συνάπτει τον πιο συμφέροντα γάμο για την πόλη κι όχι τον πιο ευχάριστο για τον ίδιο”.

    Η νομοθεσία της Σπάρτης για το γάμο, μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία από τις τολμηρότερες αλλά και τις πιο παράδοξες, στο θέμα της ευγονικής των αρχαίων:

    “Νόμος των Σπαρτιατών ορίζει ως τιμωρίες την μεν πρώτη του αγαμίου, τη δεύτερη του οψιγαμίου, τρίτη δε και μεγαλύτερη όλων του κακογαμίου”.

    Στο Βυζάντιο, οι ιατροί καθιερώνουν συγκεκριμένες προγαμιαίες εξετάσεις για κάποια νοσήματα, όπως τα ψυχιατρικά (π.χ. μανία), η επιληψία, ο αλκοολισμός, η λέπρα, η βαριά χρόνια πάθηση, ο ευνουχισμός και η ανικανότητα “προς συνάφεια”.

    Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως τις μαίες, για το επάγγελμα των οποίων μας δίνει πληροφορίες ο Σωκράτης, ο οποίος, ως γνωστόν, ήταν γιος της μαίας Φαιναρέτης. Ο φιλόσοφος αποδίδει μεγάλη σημασία στις δραστηριότητες των μαιών, με την προϋπόθεση πως αυτές γνωρίζουν άριστα να συνδυάζουν τα “προς σύζευξιν” άτομα:

    “Είναι πάρα πολύ ικανές προξενήτρες, αφού είναι πολύ σοφές στο να γνωρίζουν ποια γυναίκα πρέπει να παντρευτεί ποιον, για να γεννήσει άριστα παιδιά”.

    Ο θείος Πλάτων, ο πατέρας της ευγονικής, στην ιδανική “Πολιτεία” του θέσπισε πρώτος το νόμο: “Από αυτούς που βρίσκονται στην ακμή τους πρέπει να γεννιούνται απόγονοι”.

    Ακόμη, ο Ξενοφών προσθέτει τα ακόλουθα:

    “Όρισε (ο νομοθέτης) να γίνονται οι γάμοι όταν τα σώματα βρίσκονται στην ακμή τους και αυτό επειδή το θεωρούσε συμφέρον για την ε υ γ ο ν ί α”.

    Ο Αριστοτέλης καθορίζει την ηλικία γάμου για τις γυναίκες και τους άνδρες. Θεωρεί πως είναι δυνατόν οι ηλικίες αυτές να ελαχιστοποιηθούν κάπως:

    “Στις γυναίκες ταιριάζει να παντρεύονται στην ηλικία των δεκαοκτώ και στους άνδρες τριανταεπτά ή λιγότερο. Γιατί τότε παντρεύονται ενώ τα σώματά τους βρίσκονται στη μεγαλύτερη ακμή”.

    Ο πρώιμος γάμος θεωρείται “ως λίαν επιβλαβής”, τόσο για το είδος, όσο και για το άτομο. Σχετικά με αυτό, ο Αριστοτέλης γράφει στα “Πολιτικά” του: “Ο γάμος μεταξύ των νέων είναι κακός στο θέμα της τεκνοποιίας, γιατί σε όσες από τις πόλεις συνηθίζεται να παντρεύονται νέοι με νέες, οι πολίτες τους είναι ατελείς και μικρόσωμοι”.Ο Αριστοτέλης καταδικάζει επίσης τους όψιμους γάμους, γράφοντας:

    “Τα παιδιά των μεγαλύτερων σε ηλικία, καθώς και αυτά των νεώτερων, είναι ατελή και σωματικά και διανοητικά, ενώ τα παιδιά των γερόντων είναι ασθενή”.

    Σύμφωνα με το φιλόσοφο Ξενοκράτη τον Χαλκηδόνιο, ο γάμος στη Σπάρτη ετελείτο “εν ακμαίς”. Αντίστοιχα, ο Πλούταρχος αιτιολογεί το όριο ηλικίας:

    “Για να αποκτήσουν δυνατά παιδιά, εφόσον θα γεννηθούν από ώριμους γονείς”.

    Και ο Πλούταρχος σε άλλο σημείο συνεχίζει:

    “Οι Σπαρτιάτες παντρεύονταν αφού άρπαζαν όχι μικρές ούτε ανώριμες για γάμο γυναίκες, αλλά αυτές που ήταν στο άνθος της ηλικίας τους και ώριμες”.

    Παρόμοιες ιδέες εκφράζει και ο Ορειβάσιος, ο οποίος φρονεί ότι η παιδοποιία σε πολύ νεαρή ηλικία, δηλαδή κάτω από τα δέκα οκτώ χρόνια, δεν είναι συμφέρουσα ούτε για τη μητέρα, ούτε για το παιδί. Οι αρχαίοι Έλληνες προφανώς παραδέχονταν την επιστημονική αλήθεια ότι:

    Η αναπαραγωγή, δηλαδή η ιερότερη και ευγενέστερη εκδήλωση της ανθρώπινης δημιουργικότητας, αποτελούσε, κατά κάποιον τρόπο, ιεροτελεστία, στην οποία ήταν καθορισμένα τα καθήκοντα των δύο συζύγων μαζί και του καθένα χωριστά.

    Ολόκληρη η φιλοσοφία της κληρονομικότητας περιέχεται στο αξίωμα, που με τόση σαφήνεια και διορατικότητα έχει διατυπώσει ο πατέρας της Ιατρικής, ο Ιπποκράτης, το ίδιο που επανέλαβε ο Γαληνός: “Και ο γόνος έρχεται από όλα τα μέρη του σώματος και από τα υγιή είναι υγιής και από τα νοσηρά νοσηρός”.

    Το άρθρο συνεχιζόταν, αλλά επειδή ήταν εντελώς ρατσιστικό και άσχετο με τις απόψεις των αρχαίων συγγραφέων δεν το έβαλα.

    Πηγή:
    Έθνος

    Τα παντοτινά μυστικά του Ιπποκράτη

    Μπορεί να πέρασαν χιλιάδες χρόνια, αλλά τα συμπεράσματα του πατέρα της ιατρικής, όσον αφορά τη σχέση της σωστής διατροφής με την καλή υγεία, εξακολουθούν να είναι επίκαιρα και σήμερα.

    Οι πρώτοι άνθρωποι ήταν αποκλειστικά φυτοφάγοι. Φύλλα, βλαστοί και καρποί αποτελούσαν την καθημερινή τους διατροφή. Με το πέρασμα των χρόνων, άρχισαν να καταναλώνουν κρέας, με την κατάσταση να έχει σήμερα ανατραπεί πλήρως. Η σχέση της διατροφής με την υγεία είναι άρρηκτη. Ο Ιπποκράτης κατέγραψε με λεπτομέρεια τη σχέση της τροφής με την ασθένεια, τέσσερις αιώνες πριν από τη γέννηση του Χριστού. Εξι αιώνες αργότερα, ο Γαληνός προχώρησε σε παρόμοιες καταγραφές.

    Στο θέμα αναφέρεται με λεπτομερή τρόπο ο επίκουρος καθηγητής Ογκολογίας και επί σειρά ετών διευθυντής στο νοσοκομείο «Αγιος Σάββας» κ. Γεράσιμος Ρηγάτος, στο βιβλίο με τίτλο «Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα».

    Σύμφωνα με τον κ. Ρηγάτο, στα διάφορα έργα της ιπποκρατικής συλλογής, εκφράζονται οι γενικές αρχές της σχολής της Κω για τη διατροφή ως τρόπο διατήρησης της υγείας, αλλά και θεραπείας νοσημάτων. Μεταξύ των γενικών υποδείξεων περιλαμβάνεται η ακόριη τροφής, δηλαδή το να μην τρώει κάποιος μέχρι κορεσμού. Η υπερβολική λήψη τροφής έχει επιπτώσεις στην υγεία, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

    Περιορισμοί
    Μία άλλη βασική αρχή, είναι η λήψη τροφής σύμφωνα με διάφορες μεταβλητές, όπως η ηλικία, η σωματική διάπλαση, το είδος της εργασίας και η εποχή του έτους. Ανάλογοι περιορισμοί ισχύουν, κατά τις ίδιες αντιλήψεις και όσον αφορά τη γυμναστική, η οποία πρέπει, επίσης, να ρυθμίζεται ανάλογα με τις πιο πάνω παραμέτρους.

    Για το κρασί, δίνεται έμφαση στη λελογισμένη κατανάλωση και σε άλλες παραμέτρους (ανάμιξη με νερό και περιορισμοί τους θερινούς μήνες). Οι οδηγίες είναι πολύ αυστηρότερες και πιο εξειδικευμένες όταν πρόκειται για τη θεραπεία νοσημάτων.

    Η δίαιτα ρυθμίζεται και πάλι με τα πιο πάνω κριτήρια, καθώς και άλλα, τα οποία αφορούν το είδος της νόσου, τη φάση στην οποία βρίσκεται (έναρξη, ακμή, λύση, ανάρρωση) και την ιδιοσυγκρασία του ασθενούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις ?αναφέρει ο Ιπποκράτης… ακόμα και το ψωμί που τρώει ο ασθενής είναι ένα σοβαρό ζήτημα.

    ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
    Οι τροφές που αποτελούν φάρμακο από την αρχαιότητα έως σήμερα

    Ως φάρμακα εξετάζονταν από τον Ιπποκράτη τα διάφορα είδη τροφίμων. Ενδεικτικά αναφέρει ότι το κριθάρι έχει άλλες ιδιότητες αξεφλούδιστο και άλλες ξεφλουδισμένο, άλλες ως καβουρδισμένο ή κριθάλευρο και άλλες ως κρίθινο ψωμί: «Αν θέλεις να βράσεις αξεφλούδιστο κριθάρι, το αφέψημα είναι ισχυρό καθαρτικό. Οταν καβουρδιστεί, η υγρή και η καθαρτική ιδιότητα αναστέλλονται από τη φωτιά.

    Το ακοσκίνιστο αλεύρι έχει μικρότερη θρεπτική αξία, είναι όμως πιο υπακτικό (καθαρτικό). Το κοσκινισμένο αλεύρι είναι πιο θρεπτικό, αλλά είναι λιγότερο υπακτικό. Το σιτάρι είναι πιο ισχυρό και πιο θρεπτικό από το κριθάρι, αλλά λιγότερο υπακτικό, τόσο αυτό όσο και ο χυλός του. Το πιτυρούχο ψωμί με κοσκινισμένο αλεύρι είναι πιο θρεπτικό, αλλά λιγότερο υπακτικό».

    Το μελίκρητον (νερόμελο) είναι λιγότερο κατάλληλο για εκείνους στους οποίους επικρατεί η πικρή (κίτρινη) χολή και για εκείνους που εμφανίζουν διόγκωση των σπλάχνων. Μαλακώνει τους πνεύμονες, διευκολύνει την απόχρεμψη και περιορίζει τον βήχα. Εχει διουρητικές ιδιότητες και μάλιστα σημαντικές.

    Το οξύμελι (ξιδόμελο) είναι από τα κύρια ροφήματα που η Ιατρική του Ιπποκράτη επιτρέπει και συνιστά να δίνεται σε άτομα με οξέα νοσήματα. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, επιτρέπει και τη χορήγηση κρασιού, αραιωμένου με νερό. Είναι αποχρεμπτικό και διευκολύνει την αναπνοή. Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις που αντί να ανεβάζει τα πτύελα ώστε να αποβληθούν, τα κάνει γλοιώδη και δυσκολεύει την κατάσταση.

    Πρόληψη
    Ασπίδα η διατροφή για σοβαρές ασθένειες

    Το κόκκινο κρέας συμβάλλει στα καρδιαγγειακά και στον καρκίνο. Το κρεμμύδι κάνει καλό στα μάτια. Το πράσο είναι θερμαντικό.

    Η ρίγανη βοηθά τη λειτουργία της χολής

    Αρχαία και σύγχρονη Ιατρική συμπίπτουν στις παρατηρήσεις για τη σχέση τροφών με την υγεία.

    Ο Ιπποκράτης και ο Γαληνός περιγράφουν λεπτομερώς τη δράση τους στην υγεία, ενώ και οι σύγχρονοι γιατροί συνδέουν την κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών με πρόληψη σοβαρών ασθενειών, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα και ο καρκίνος.

    Η σύγχρονη Ιατρική αναδεικνύει τον ρόλο της διατροφής στην πρόληψη:

    Το κόκκινο κρέας συμβάλλει στα καρδιαγγειακά και στον καρκίνο, ενώ αυξάνει και τη χοληστερόλη, η οποία οδηγεί σε νεφρική βλάβη. Σνακ, γλυκά, ζάχαρη και λιπαρά απορρυθμίζουν το σάκχαρο, οδηγώντας σε καρδιαγγειακά, νεφρική νόσο και αρτηριοσκλήρυνση. Αν σε αυτά προστεθεί η κατανάλωση λιπαρών και αλατιού, οδηγούμαστε στο μεταβολικό σύνδρομο.

    Φρέσκα φρούτα, λαχανικά, όσπρια, δημητριακά και ψωμί ολικής άλεσης προστατεύουν από τα παραπάνω, καθώς και από την αύξηση της ομοκυστεΐνης, η οποία αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Το αλκοόλ είναι η δεύτερη καρκινογόνος ουσία μετά τον καπνό.

    Τα κουκκιά – σημειώνει – ο Ιπποκράτης είναι θρεπτικά, αλλά προκαλούν δυσκοιλιότητα.

    Τα μπιζέλια είναι περισσότερο υπακτικά, όπως επίσης τα λαθούρια και τα φασόλια.

    Τα άσπρα ρεβίθια είναι υπακτικά, διουρητικά και θρεπτικά. Το σκόρδο είναι θερμαντικό, υπακτικό και διουρητικό. Ωφελεί το σώμα, βλάπτει τα μάτια και η δράση του εξασθενίζει με το βράσιμο. Το κρεμμύδι κάνει καλό στα μάτια, αλλά βλάπτει το σώμα, το οποίο θερμαίνει και ξηραίνει.

    Το πράσο είναι θερμαντικό, υπακτικό και διουρητικό. Υγραίνει, σταματά τις ξινίλες και είναι καλό να τρώγεται προς το τέλος του γεύματος. Το ράπανο διαλύει το φλέγμα με την καυστικότητά του, είναι θερμαντικό, αλλά και δύσπεπτο. Το μαρούλι είναι δροσιστικό, αλλά προκαλεί αδυναμία στο σώμα.

    Το σέλινο είναι διουρητικό. Η φρέσκια αντράκλα (γλιστρίδα) δροσίζει και ως τουρσί θερμαίνει.

    Η τσουκνίδα έχει καθαρτική δράση. Το βλίτο διευκολύνει τις κενώσεις. Η ρίγανη θερμαίνει και βοηθά τη λειτουργία της χολής. Το θυμάρι είναι θερμαντικό, υπακτικό και διουρητικό.

    Ο Γαληνός αναφέρει ότι το ρύζι σταματάει τη διάρροια και οι φακές διευκολύνουν τις κενώσεις. Αν βραστούν δεύτερη φορά, ξηραίνουν τα ρεύματα της κοιλιάς. Το σουσάμι χορταίνει γρήγορα, η πέψη γίνεται αργά και η τροφή που δίνει στο σώμα είναι λιπαρή. Το πεπόνι είναι διουρητικό και υπακτικό και καθαρίζει το δέρμα. Τα αγγούρια είναι διουρητικά, ενώ τα σύκα έχουν αξιόλογη καθαρτήρια ιδιότητα.

    «Περί διαίτης»
    Τι πρέπει να τρώνε οι παχύσαρκοι

    Ειδική δίαιτα για τους παχύσαρκους είχε περιλάβει ο Ιπποκράτης στο «Περί διαίτης υγιεινής» έργο του.

    Για τους παχύσαρκους, ο πατέρας της Ιατρικής ανέφερε χαρακτηριστικά: «Πρέπει δε, οι μεν παχύσαρκοι να βαδίζουν ταχύτερα, οι δε λεπτοί ησυχότερα». Για την εργασία και τη διατροφή γράφει:

    «Οι παχείς και όσοι θέλουν να γίνουν λεπτοί, πρέπει όλες τις ταλαιπωρίες (εργασία, οδοιπορία) να τις κάνουν όσο είναι νηστικοί. Να τρώνε ενώ ακόμη είναι λαχανιασμένοι από τον κόπο και χωρίς να δροσιστούν πρώτα και αφού προηγουμένως έχουν πιει νερωμένο κρασί και όχι πολύ δροσερό.

    Καρυκεύματα
    Τα φαγητά να τα παρασκευάζουν με σουσάμια ή με καρυκεύματα και με τον ίδιο τρόπο και τα άλλα κι ας είναι πιο λιπαρά, διότι έτσι θα χορτάσουν με λιγότερο φαγητό! Και να τρώνε μία φορά την ημέρα και να μην κάνουν λουτρό, να κοιμούνται σε σκληρό κρεβάτι και να περπατούν ελαφρά ντυμένοι, όσο πιο πολύ γίνεται».

    Ο Ιπποκράτης έδινε έμφαση και στις καθάρσεις, οι οποίες είχαν τη θεωρητική τους στήριξη στη χυμοπαθολογία, δηλαδή την πύκνωση και αραίωση τεσσάρων χυμών του ανθρώπου (αίμα, φλέγμα, κίτρινη χολή και μαύρη χολή).

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΟΣ

    Τα αρχαία Ελληνικά ανέκδοτα είναι πνευματώδη και διδακτικά. Μας χαρίζουν το γέλιο αλλά εκφράζουν και το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα στην πιο χαριτωμένη μορφή του.

    Είπε κάποιος στον Αρίστιππο ότι η Λαΐδα δεν τον αγαπά, αλλά προσποιείται ότι τον αγαπά. Ο Αρίστιππος απάντησε:
    «Ούτε το κρασί ή το ψάρι με αγαπούν, εγώ όμως τα απολαμβάνω».

    Ένας άντρας είπε στην ερωτομανή γυναίκα του:
    «Τι θέλεις να κάνουμε, να φάμε ή να κάνουμε έρωτα».
    Εκείνη του είπε: «Ό,τι θέλεις, ψωμί πάντως δεν έχουμε».

    ~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

    Είπε κάποιος στον Διογένη:
    «Οι συμπολίτες σου σε καταδίκασαν σε εξορία».
    Και ο φιλόσοφος απάντησε:
    «Κι εγώ τους καταδίκασα να μένουν στον τόπο τους».

    ~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

    Ο Διδύμων, οφθαλμίατρος της εποχής εξετάζει το μάτι μιάς
    κοπέλας. Ο Διογένης
    τον βλέπει. Ξέρει ο Διογένης ότι ο Διδύμων είναι τύπος ερωτίλος, κοινώς γυναικάς. Και του λέγει «Πρόσεξε Διδύμωνα, μήπως εξετάζοντας τον οφθαλμό, φθείρεις την κόρην».

    ~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

    Επαινούσαν μερικοί μπροστά στον Άγη τους Ηλείους, γιατί ήταν πολύ δίκαιοι κριτές στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Άγης ρώτησε με απορία:
    - Και είναι τόσο σπουδαίο το ότι οι Ηλείοι μια φορά στα τέσσερα χρόνια γίνονται δίκαιοι;

    ~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

    Ένας πατέρας ζήτησε από τον Αρίστιππο να διδάξει τον γιο του. Ο φιλόσοφος ζήτησε αμοιβή 500 δραχμές. Ο πατέρας θεώρησε υπερβολικό το ποσό.
    -«Με τόσαχρήματα», είπε, «θα μπορούσα να αγοράσω ένα ζώο».
    -«Αγόρασε», είπε ο Αρίστιππος, «κι έτσι θα έχεις δύο».

    ~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

    Ο Διογένης ζητούσε ελεημοσύνη απο ένα άγαλμα. Όταν τον ρώτησαν γιατί κάνει κάτι τέτοιο απάντησε:
    - Εξασκούμαι στο να μην απογοητεύομαι απο την αναισθησία των ανθρώπων.

    ~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

    Παρακινούσαν τον Φίλιππο τον Μακεδόνα να εξορίσει κάποιον που τον κακολογούσε. Ο Φίλιππος απάντησε:
    - Δεν είστε καλά!! Θέλετε να τον στείλω να με κατηγορεί και σ’ άλλα μέρη;

    ~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

    Ένας φαλακρός έβριζε τον Διογένη. Ο φιλόσοφος γύρισε και του είπε:
    «Δεν σου ανταποδίδω τις βρισιές, αλλά θα ήθελα να πω ένα “μπράβο” στις τρίχες σου, γιατί απαλλάχτηκαν από ένα κακορίζικο κεφάλι».

    ~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

    Ρώτησε κάποιος τον Αντισθένη τι είδους γυναίκα θα ήταν κατάλληλη για γάμο. Ο φιλόσοφος του είπε:
    “Το πράγμα είναι δύσκολο. Αν παντρευτείς ωραία, θα την έχεις με άλλους Κοινή. Αν άσχημη, θα είναι σαν να σου επέβαλαν ποινή».

    ~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

    Πληροφορήθηκε ο Αριστοτέλης από κάποιον ότι μερικοί τον έβριζαν. Ο φιλόσοφος απάντησε:
    «Καθόλου δεν με
    νοιάζει. Όταν είμαι απών, δέχομαι ακόμα και να με μαστιγώνουν».

    ~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~

    Πηγή: “Αρχαία Ελληνικά Ανέκδοτα”
    – Εκδόσεις Σαββάλα

    Follow

    Get every new post delivered to your Inbox.

    Join 28 other followers