Mediodactylus kotschyi 10/3/2018

Μερικές φορές η τύχη και οι τοίχοι είναι με το μέρος μας. Το Σάββατο στις 10 Μαΐου το απόγευμα, καθώς πήγαινα να μαζέψω χόρτα για το κουνέλι μου, σε εξωτερικό τοίχο ανάμεσα σε έναν πλαστικό σωλήνα και στον τοίχο, βρήκα ένα σαμιαμίδι. Οι αντιδράσεις του λόγω νυχτερινού κρύου ήταν αργές, άρα μπόρεσα να το πιάσω. Αμέσως πρόσεξα πως δεν είναι κοινό σαμιαμίδι (Hemidactylus turcicus). Μου φάνηκε πιο μεγάλο, ήταν πιο σκούρο με σχέδια, είχε έντονες φολίδες, και είχε μεγαλύτερο κεφάλι με πιο σουβλερή μυτούλα. Θα ήταν περίπου στα 7,5-8 εκατοστά, δεν το υπολογίζω περισσότερο, αν και το κανονικό του μήκος θα μπορούσε να είναι 10 εκατοστά ή και περισσότερο, αλλά η ουρά του είναι αναγεννημένη και μικρότερη αν το προσέξετε. Το ένα τέταρτο της ουράς περίπου έχει τις κανονικές φολίδες, και έπειτα ακολουθεί το αναγεννημένο κομμάτι, που είναι λεπτότερο και με λείες φολίδες. Προφανώς θα δέχτηκε επίθεση από κάποιο αρπακτικό ζώο στο παρελθόν, ίσως από καμία γάτα, που έχει πολλές εκεί. Απ’ό,τι μου φάνηκε, ήταν αρσενικό.

Έτσι λοιπόν αρχικά μου φάνηκε πως επρόκειτο για μαυριτανικό σαμιαμίδι (Tarentola mauritanica) από το σχήμα του κεφαλιού, αν και αυτό είναι απίθανο γιατί το βρήκα στη Θεσσαλονίκη και αυτά τα γκέκο ζουν στη νότια Ελλάδα. Παρόλα αυτά έχω ακούσει πως επειδή το γκέκο αυτό μεταφέρεται εύκολα, γίνεται να βρεθεί σε μικρούς πληθυσμούς και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Για παράδειγμα λένε πως στην Αθήνα υπάρχουν μικροί πληθυσμοί του, αν και κανονικά δεν απαντά πιο πάνω από την Πελοπόννησο. Έβγαλα μερικές φωτογραφίες που ανέβασα στις ομάδες αναγνωρίσεων στο Φέισμπουκ, και τελικά μου είπαν πως είναι κυρτοδάκτυλο σαμιαμίδι (Mediodactylus kotschyi).

Αρχικά εκπλάγηκα με το γεγονός, αφού δεν περίμενα αυτό το γκέκο να ζει μέσα σε μια πόλη. Νόμιζα ότι η απουσία αναρριχητικών επιφανειών στα πόδια του το εμποδίζει να επεκταθεί σε δύσκολα περιβάλλοντα, γεμάτα κτίρια και τσιμέντο. Πληροφορήθηκα όμως ότι κυρτοδάκτυλοι υπάρχουν μέσα στη Θεσσαλονίκη, ακόμα και σε μπαλκόνια ψηλών ορόφων, άρα η μη κολλητικότητά του δεν το εμποδίζει και τόσο. Απλά δε μπορεί να σκαρφαλώσει λείες επιφάνειες, όπως το κοινό σαμιαμίδι. Κατά τα άλλα απ’ό,τι φαίνεται, χάρη στα λεπτά του δάχτυλα και το μικρό του βάρος, μπορεί να σκαρφαλώσει σχεδόν οποιαδήποτε άλλη επιφάνεια.

Ο κυρτοδάκτυλος ή κυρτοδάκτυλος του Κότσι, επιστημονική ονομασία Mediodactylus kotschyi, παλαιότερα γνωστός ως Cyrtodactylus kotschyi, είναι ένα γκέκο της οικογένειας των γκεκονιδών (Gekkonidae), όπου ταξινομείται μαζί με το σαμιαμίδι και με πολλές εκατοντάδες ακόμα είδη εκτός Ελλάδας. Το γένος Mediodactylus (μεσοδάκτυλος) δημιουργήθηκε από τους Szczerbak και Golubev το 1977, αν και τα περισσότερα είδη αναταξινομήθηκαν σ’αυτό πιο πρόσφατα, οπότε άρχιζε να σπάει το τεράστιο γένος Cyrtodactylus, το οποίο περιλάμβανε γκέκο από την Ελλάδα μέχρι τη Βόρεια Αυστραλία. Στο γένος μεσοδάκτυλος ανήκουν 13 είδη γκέκο της Δυτικής Ασίας. Ο M. kotschyi είναι το μόνο είδος του γένους που απαντά και στην Ευρώπη. Μπορεί να βρεθείς σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, την Πελοπόννησο και σχεδόν όλα τα νησιά και τις βραχονησίδες, στην Αλβανία, στην ΠΓΔΜ, στη Βουλγαρία, στη Σερβία, στην Ουγγαρία, στην Ιταλία, στην Τουρκία, στη Συρία, στο Λίβανο, στο Ισραήλ, στην Ιορδανία, και οριακά στην Κριμαία της Ρωσίας. Σε παλαιότερες πηγές αναφέρεται ως Ουκρανία, αλλά μην μπερδευτείτε, γιατί μετά το 2017 ανήκει αδιαμφισβήτητα στη Ρωσία.

Ο κυρτοδάκτυλος δε διαφέρει πολύ σε μέγεθος από το κοινό σαμιαμίδι. Και τα δύο μπορούν να φτάσουν τα 10 εκ, σπάνια περισσότερο, αν και σε αυτό το είδος το θηλυκό είναι μεγαλύτερο από το αρσενικό, κάτι σπάνιο στις σαύρες. Ξεχωρίζει εύκολα από το σαμιαμίδι από το μεγαλύτερο και πλατύτερο κεφάλι του με το πιο μυτερό του ρύγχος, τις μεγαλύτερες και εντονότερες κοκκώδεις ραχιαίες φολίδες, το λεπτό σχετικά σώμα του με τα λεπτά του άκρα και δάχτυλα, τα οποία είναι αρκετά μακριά χωρίς κολλητικές επιφάνειες και κυρτά, ώστε να σκαρφαλώνει εύκολα ανώμαλες επιφάνειες. Το χαρακτηριστικό αυτό, που ενώνει όλα τα γκέκο του συμπλέγματος του κυρτοδάκτυλου είναι μια καλή εναλλακτική λύση στην απουσία κολλητικών επιφανειών. Τα δάχτυλα αυτών των γκέκο είναι μόνιμα λυγισμένα, και στην κάτω πλευρά τους διαθέτουν λεπτές, τριχοειδείς φολίδες για καλύτερη λαβή στις επιφάνειες, αν και αυτές δεν είναι τόσο ανεπτυγμένες όπως στα πραγματικά κολλητικά είδη. Έτσι με μόνιμα λυγισμένα δάχτυλα, το μόνο που θα πρέπει να κάνει το γκέκο είναι να βαδίσει σε μια κατακόρυφη επιφάνεια και θα σκαρφαλώσει χωρίς να καταβάλει προσπάθεια. Φυσικά μπορούν να ανοίξουν ή να μαζέψουν τα δάχτυλα αν χρειαστεί, αλλά η σταθερή τους θέσει είναι λυγισμένη. Αυτό έχει και ένα μειονέκτημα, αν προσέξετε στο βίντεο που τράβηξα με το γκέκο και έχω στο τέλος του άρθρου. Αν και το γκέκο, λόγω χαμηλής θερμοκρασίας και μεγάλου φόβου είναι συνήθως ακίνητο, όταν το αναποδογυρίζω για να δείτε την κίνησή του γυρίσει ίσια και αμέσως μετά προσπαθεί να ξεφύγει. Πάνω στο σχεδόν λείο τραπέζι δυσκολεύεται υπερβολικά, ενώ πάνω στο χαρτί αυξάνει την ταχύτητά του γρήγορα. Πιστεύω ωστόσο ότι αν είχε την σωστή του θερμοκρασία θα μπορούσε να τρέξει πολύ πιο γρήγορα και στη λεία επιφάνεια. Εφόσον τα δάχτυλά του είναι κυρτά, πατάει στις επιφάνειες με τα γυαλιστερά του νύχια, και έτσι γλιστράει εύκολα σε λείες επιφάνειες.

Χρωματικά, το γκέκο αυτό είναι το πιο πολύχρωμο της Ελλάδας. Είναι συνήθως γκρίζο ή καφέ προς γκρίζο με σκουρότερες τεθλασμένες εγκάρσιες γραμμές στον κορμό και στην ουρά. Έτσι κάνει καλό καμουφλάζ στις επιφάνειες όπου αναρριχάται και ζει. Το χρώμα του μπορεί να αλλάξει ελαφρώς εξαιτίας της θερμικής του κατάστασης και της δραστηριότητάς του. Τα γκέκο που κοιμούνται έχουν πιο ανοιχτά χρώματα, ενώ τα δραστήρια έχουν τον κανονικό τους χρωματισμό. Σε περίπτωση που η θερμοκρασία τους είναι χαμηλή, μπορεί να σκουρύνουν ακόμα περισσότερο για να απορροφήσουν ηλιακή ακτινοβολία. Το γκέκο αυτό, αν και νυκτόβιο, μπορεί να δραστηριοποιηθεί και κατά την ημέρα αν οι νυχτερινές θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές. Το κοινό σαμιαμίδι από την άλλη δεν το κάνει αυτό. Για αυτό και ο κυρτοδάκτυλος είναι το βορειότερο γκέκο της Ευρώπης και έχει τη μεγαλύτερη υψομετρική εξάπλωση από τα υπόλοιπα γκέκο στην Ελλάδα. Μερικές φορές μπορείτε να το συναντήσετε ακόμα και να λιάζεται σε προστατευμένες θέσεις. Γι’αυτό μάλλον και το συγκεκριμένο γκέκο ήταν σχετικά στρουμπουλό, γιατί κυνηγούσε έντομα τη μέρα. Στις ώρες που δε δραστηριοποιείται, κρύβεται σε στενά σημεία όπως κάτω ή ανάμεσα σε πέτρες, σε πετρότοιχους ή τρύπες στους τοίχους ή κάτω από το φλοιό των δέντρων. Τα ζώα της ενδοχώρας τείνουν να κρύβονται περισσότερο στο φλοιό των δέντρων, ενώ αυτά των νησιών στις πέτρες, ίσως επειδή δεν υπάρχουν τόσα δέντρα στα νησιά.

Όπως και τα άλλα ελληνικά γκέκο, το είδος είναι εντομοφάγο. Κυνηγάει ό,τι έντομο ή άλλο αρθρόποδο έχει το κατάλληλο μέγεθος, ενώ συχνά παραμονεύει γύρω ή κάτω από λάμπες για να πιάσει διάφορα νυκτόβια έντομα, όπως πεταλουδίτσες ή κουνούπια. Όπως και τα υπόλοιπα ελληνικά γκέκο, η περίοδος αναπαραγωγής του ξεκινάει από την άνοιξη, και τα θηλυκά γενούν δυάδες σκληρών αυγών το καλοκαίρι. Τα αγά συνήθως προσκολλώνται σε επιφάνειες, και είναι σύνηθες, όπως και στο κοινό σαμιαμίδι, τα θηλυκά να γεννούν από κοινού σε συγκεκριμένο μέρος. Οι νεοσσοί εκκολάπτονται το φθινόπωρο και σύμφωνα με μια σκελετοχρονολογική μελέτη που έγινε στην Τουρκία, τα μικρά φτάνουν σε γεννητική ωριμότητα στα δύο χρόνια και μπορούν να ζήσουν περίπου 10 χρόνια. Το γκέκο αυτό θεωρείται σχετικά βραχύβιο σε σχέση με άλλα είδη, που μπορούν να ξεπεράσουν τα 20 χρόνια. Το γκέκο αυτό, όπως και το κοινό σαμιαμίδι και πολλά άλλα είδη, επικοινωνεί με ήχους. Ιδίως τα αρσενικά φωνούν συχνά για την υπεράσπιση της επικράτειάς τους από αντίπαλα αρσενικά και για την προσέλκυση θηλυκών. Μπορεί να βγάλει και μια λεπτή, μακρόσυρτη φωνή αν πιαστεί, πράγμα που μου έκανε μερικές φορές όταν το μετακινούσα, και ίσως να το ακούσετε στο βίντεο.

Το συγκεκριμένο άτομο ανήκει στο υποείδος Mediodactylus kotschyi bibroni, το οποίο απαντά στην Ηπειρωτική Ελλάδα, στην Πελοπόννησο και στην Εύβοια. Το είδος αυτό θυμίζει τους σπίνους του Δαρβίνου στο ρυθμό μικροενδημισμού του, αφού σε κάθε νησί η βραχονησίδα απαντά διαφορετικό υποείδος.

Περισσότερα για το είδος μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ. Μπορείτε επίσης να διαβάσετε το παλαιότερο άρθρο μου για όλα τα ελληνικά γκέκο με περισσότερες πηγές για το συγκεκριμένο είδος. Και τότε η τύχη ήταν με το μέρος μου, αφού βρήκα σαμιαμίδι στο πιο ανύποπτο σημείο και έχω μια αστεία ιστορία να σας διηγηθώ για εκείνο.

Και φυσικά, πριν απελευθερώσω πίσω το γκέκο, έβγαλα ένα βίντεο όπου παρουσίασα το είδος.

Επειδή κρατάω αριθμούς, αυτό είναι το τεσσαρακοστό έκτο είδος ερπετού που πιάνω, το δέκατο ελληνικό είδος, το ενδέκατο γκέκο και το έκτο της οικογένειας των γκεκονιδών.

Ενημέρωση 4/6/2018: Τόσο καιρό άκουγα το είδος αυτό, αλλά δεν ήμουν σίγουρος ότι είναι ο κυρτοδάκτυλος, γιατί το κοινό σαμιαμίδι είναι κοινότερο είδος. Παρόλα αυτά πρόσεξα ότι ο ήχος αυτός ακούγεται μόνο εκεί που υπάρχουν κυρτοδάκτυλοι, καθώς και επίσης σε μεγαλύτερα υψόμετρα, όπου υπάρχουν μόνο κυρτοδάκτυλοι και όχι κοινά σαμιαμίδια. Άρα είναι αυτό το είδος. Η φωνή του κυρτοδάκτυλου είναι πολύ λεπτή και ακούγεται πολλές φορές στη σειρά, σαν «τσικ τσικ τσικ» μέσα από στέγες, πάνω από λάμπες ή μέσα από πυκνή βλάστηση. Παρακάτω έχω μια ηχογράφηση Mediodactylus kotschyi που είχα κάνει στις 17 Ιουνίου του 2016.

Advertisements