Η ελληνική εκπαιδευτική και όχι μόνο πολιτική είναι γεμάτη παλινωδίες και δυσκολίες στην εφαρμογή των νέων μεταρρυθμίσεων. Η γενική εικόνα που μου δίνει είναι σαν κάθε παράταξη που βγαίνει στην εξουσία το μόνο που φροντίζει να κάνει να είναι να αναιρεί τις μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης και να κριτικάρει τους προηγούμενους, χωρίς να υπάρχει ομοφωνία σε βασικά θέματα και έτσι χωρίς να φτάνουμε σε κάτι ώριμο και ουσιαστικό. Αντίθετα, στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, επικρατεί περισσότερο η λογική και ο προσανατολισμός στην πραγματικότητα, και αναγνωρίζεται ότι είναι η απαραίτητη η συμφωνία των διαφόρων πολιτικών παρατάξεων σε ορισμένα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν την ευημερία του κράτους. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ιδιαίτερα ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος στις σκανδιναβικές χώρες, το οποίο ευτυχώς ακόμα δουλεύει και η αξία του αναγνωρίζεται και από συντηρητικούς και από φιλελεύθερους. Απλώς διαφωνούν ως προς κάποια μικρά σημεία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της παραπάνω κωμικοτραγικής κατάστασης στην ελληνική εκπαιδευτική πολιτική είναι το πολυσυζητημένο γλωσσικό ζήτημα, το οποίο πήρε πάνω από 150 χρόνια μέχρι να λυθεί.

Από ό,τι φαίνεται όμως ένας νέος επικός κύκλος ανοίγει, με ζήτημα τώρα το μάθημα των θρησκευτικών. Αν και συζητήσεις γίνονταν από παλαιότερα, τα γεγονότα εντάθηκαν με τις προτάσεις Φίλη το 2016 για τη μετατροπή του μαθήματος από κυρίως ορθόδοξη κατήχηση σε συγκριτική θρησκειολογία. Εντάξει, σε σύγκριση με την πλήρη απόρριψη του μαθήματος, δεν είναι και σπουδαία αλλαγή, και πιθανότατα η διδασκαλία του δε θα άλλαζε σημαντικά στην πράξη, εάν σκεφτούμε ότι πολλοί εκπαιδευτικοί παράλληλα με το βιβλίο θα παρέδιδαν και φωτοτυπίες στα παιδιά με επιπλέον πράγματα. Και όμως, η αντίδραση της Εκκλησίας ήταν σφοδρή και επιθετική. Έγιναν πολλά έκτροπα, όπως η κατάρα του μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιου να σαπίσει το χέρι του Φίλη. Όταν οι συζητήσεις αυξήθηκαν το Σεπτέμβριο, τα πράγματα εντάθηκαν ακόμα περισσότερο με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο να ζητά την απομάκρυνση του Φίλη από τον υπουργικό θώκο. Τελικά καμία αλλαγή δεν έγινε, ο Φίλης αναγκάστηκε να υποχωρήσει, συναντήθηκε με τον αρχιεπίσκοπο και με τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης τον Οκτώβριο, ο Φίλης παύθηκε. Τέλος καλό όλα καλά.

Εντάξει, μπορεί να μη συμφωνώ με όσα έχει κατά καιρούς υποστηρίξει ο Φίλης, π.χ. μείωση της σημασίας της Γενοκτονίας των Ποντίων, αλά σε κάποια πράγματα είναι σωστός. Η θρησκεία δεν έχει θέση σε μία σύγχρονη κοινωνία, και από ό,τι φαίνεται υποστηρίζει με κάθε μέσω τον περιορισμό της επιρροής της. Το Μάρτιο δημοσίευσε άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών, όπου υποστηρίζει ότι οι συνθήκες διαχωρισμού κράτους-Εκκλησία έχουν ωριμάσει, και πως αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε περίπτωση συνταγματικής αναθεώρησης.

Η ενεργή ανάμιξη της Εκκλησίας στην ύλη των θρησκευτικών συνεχίστηκε έντονα και τον Ιούνιο, όταν έπειτα από εισήγηση του μητροπολίτη Ύδρας κ. Εφραίμ στην έκτακτη συνεδρίαση της ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδας, έγινε αίτημα για αφαίρεση ορισμένων κομματιών της ύλης. Το Υπουργείο Παιδείας συμμορφώθηκε κατά τις υποδείξεις της εκκλησίας και αφαίρεσε τα «επίμαχα» σημεία από την ύλη του Λυκείου. Πρόκειται για το τραγούδι «Umbrella” της Ριάνα, το τραγούδι «Συννεφούλα» του Διονύση Σαββόπουλου, το τραγούδι «Μπαγάσας» του Νικόλα Άσημου, καθώς και μια γελοιογραφία του Economist για τους θρησκευτικούς πολέμους, η οποία απεικόνιζε ένα πεδίο μάχης, ερείπια, νεκρούς και έναν επιζώντα που αναφέρει: «Όλα ξεκίνησαν με μια διαφωνία ποιανού ο Θεός ήταν πιο ειρηνικός, καλοσυνάτος και συγχωρητικός». Επίσης, η Εκκλησία ζήτησε να δηλωθεί σαφώς στους μαθητές της α γυμνασίου ότι η γιόγκα δεν είναι γυμναστική, αλλά θρησκευτική πρακτική. Παράλληλα, η δομή του μαθήματος των θρησκευτικών άλλαξε, με ενσωμάτωση υλικού εκτός του βιβλίου, πολυμέσων, έργων τέχνης, κλπ. Ο προσηλυτισμός από ό,τι φαίνεται εκσυγχρονίζεται. Φυσικά οι παραπάνω παρεμβάσεις της εκκλησίας σε κοσμικό ζήτημα ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων σε όσους δεν επιθυμούν την ενσωμάτωση της εκκλησίας στον κρατικό μηχανισμό. Με επιστολή του στον υπουργό παιδείας Κώστα Γαβρόγλου, ο Γιάννης Αγγελάκας ζήτησε και με το δίκιο του να αποσυρθεί το τραγούδι των Τρύπες «Γιορτή», στην περίπτωση που εντάσσεται στη διδακτέα ύλη. Όπως δήλωσε: «Δεν θέλω να συμμετέχω σε εκπαιδευτικά πονήματα εάν αυτά χρειάζονται την έγκριση οποιουδήποτε ιερατείου. Ακόμα κι αν με εγκρίνουν αυτοί, δεν τους εγκρίνω εγώ γι’ αυτόν τον ρόλο». Το Υπουργείο Παιδείας απάντησε στις αντιδράσεις λέγοντας ότι οι συζητήσεις με την εκκλησία αφορούσαν τα προγράμματα σπουδών, και όχι το προτεινόμενο διδακτικό υλικό, και ότι όποιες προσθαφαιρέσεις ύλης γίνονται, που είναι κάτι σύνηθες, αποφασίζονται από το επιστημονικό προσωπικό του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ). Επίσης ενημερώνει ότι τα δύο τραγούδια είχαν ήδη αφαιρεθεί από το 2016, όταν και ξεκίνησαν οι διάλογοι μεταξύ της επιτροπής του ΙΕΠ και της επιτροπής της Εκκλησίας, ενώ το τρίτο, η «Συννεφούλα» ακόμα βρίσκεται στον οδηγό του Λυκείου για τον εκπαιδευτικό.

Μέσα από όλη αυτήν την αναταραχή για το θέμα του μαθήματος των θρησκευτικών, με παράδοξα έντονη ανάμειξη της Εκκλησίας, γεννάται το εξής εύλογο ερώτημα: Με ποια λογική αξιώνει η Εκκλησία να έχει λόγο για τα μαθήματα που διδάσκονται στο σχολείο;

Ως γνωστόν, η συνεργασία της εκκλησίας με την εκπαίδευση έχει βαθιές ρίζες στην Τουρκοκρατία και ακόμα παλαιότερα, στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Κοσμική εκπαίδευση με τη σημερινή έννοια τότε δεν υπήρχε, και όλα τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα βρίσκονταν υπό την άμεση προστασία και έλεγχο της Εκκλησίας. Όμως το πρόβλημα της ανάμιξης της εκκλησίας σε εκπαιδευτικά ζητήματα στο σύγχρονο ελληνικό κράτος έχει πιο πρόσφατη αρχή. Μπορεί η βάση του να βρίσκεται αιώνες πριν, αλλά τα συγκεκριμένα γεγονότα που το διαμόρφωσαν όπως είναι σήμερα ξεκινούν από κινήσεις κατά την περίοδο της Κατοχής.

Όπως πάντοτε, έτσι και τότε η Εκκλησία διάλεξε την πιο σοφή και την πιο ασφαλή τακτική ώστε να επιβιώσει, τη συνεργασία δηλαδή με τον κατακτητή. Δείτε επίσης την επιστολή που έστειλαν τα γλειφτρόνια οι μοναχιοί του Αγίου Όρους στο Χίτλερ, μήπως και σώσουν το κωλαράκι τους. Η κατοχική κυβέρνηση και η Εκκλησία λοιπόν ανταγωνίζονταν για την εύνοια των Γερμανών, προκειμένου να κατοχυρώσουν την ισχύ τους. Και οι δύο θεσμοί θεωρούσαν την γερμανική κατοχή μια παρένθεση, η οποία στο μέλλον θα έφευγε και έτσι θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη διακυβέρνηση του τόπου. Αντίθετα, η σχέση ιδίως της Εκκλησίας με τους Βούλγαρους ή τους Ιταλούς ήταν τεταμένη, αφού οι συγκεκριμένοι προσέβλεπαν σε μόνιμη διαμονή σε ελληνικά εδάφη και αφομοίωση πληθυσμών. Από ό,τι φαίνεται, η Εκκλησία ήταν πιο αποδεκτή. Ως θεσμός προσφιλής στο λαό, λειτουργούσε ως μεσάζοντας του τελευταίου με τους Γερμανούς κατακτητές. Μόνο προς το τέλος του πολέμου το 1944, οπότε, εν όψει της ήττας των Γερμανών, οι δεσμοί της με τους Γερμανούς άρχιζαν να διαρρηγνύονται, η Εκκλησία στράφηκε προς τους Άγγλους και την εξόριστη κυβέρνηση. Κατά τα Δεκεμβριανά, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκινός γίνεται αντιβασιλέας και αναλαμβάνει τις συνεννοήσεις με τους Άγγλους και τις πολιτικές δυνάμεις μέχρι τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Η Ελλάδα και η Κύπρος με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο είναι οι μόνες σύγχρονες Ευρωπαϊκές χώρες που τοποθέτησαν ιερωμένο στην πολιτική εξουσία. Στις επόμενες δεκαετίες και μέχρι τη Μεταπολίτευση, η Εκκλησία έπαιξε ενεργό ρόλο στην πολιτική, υποστηρίζοντας το κράτος των «εθνικοφρόνων» στη αντιμετώπιση του «κομουνιστικού κινδύνου».

Σύμφωνα λοιπόν με τον καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας του 1943, η Ιερά Σύνοδος δικαιούται να προεγκρίνει τα θρησκευτικά εγχειρίδια των σχολείων καθώς και να προλαμβάνει την ετεροδιδασκαλία. Παρόλο που ο χάρτης αυτός αντικαταστάθηκε το 1977, και έκτοτε κανένα τέτοιο δικαίωμα/υποχρέωση δεν προβλέπεται, η Εκκλησία εξακολουθεί να εμμένει στη ρύθμιση της Κατοχής και την επικαλείται όταν διαφωνεί με την εκπαιδευτική ύλη.

Άρα τώρα γνωρίζετε γιατί η Εκκλησία επιθυμεί να καθορίζει τη διδακτέα ύλη στα σχολεία. Είχε κάποιες ευκαιρίες για θεοκρατία στο παρελθόν, αλλά τις έχασε. Η μόνη οριστική λύση σε αυτό το ζήτημα είναι ο πλήρης διαχωρισμός κράτους και Εκκλησίας. Εάν τότε η Εκκλησία θέλει να φτιάξει τα δικά της εκπαιδευτικά ιδρύματα να το κάνει, αλλά μόνο για τα μέλη της και με δικοί τους χρηματοδότηση.

Advertisements