Archive for Σεπτεμβρίου, 2016


Πηγή:
voria.gr

ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΕΠΤΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΦΩΤΟ)

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 24/09/2016, 09:27 | από Voria.gr

Η δράση «Αόρατα μνημεία…Ψηφιακή μνήμη» αποκαλύπτει επτά, εν πολλοίς αγνώστους, αρχαιολογικούς θησαυρούς που μαρτυρούν τη μακραίωνη ιστορία της πόλης.
της Αλεξίας Καλαϊτζή
Θαμμένα κάτω από πολυκατοικίες, κρυμμένα σε υπόγεια ξενοδοχείων ή ακόμα και παρατημένα σε δρόμους της Θεσσαλονίκης χωρίς καμία επιγραφή, βρίσκονται επτά αρχαιολογικοί θησαυροί που αποκαλύπτουν τη μακρά ιστορία της πόλης.

Τα πολύτιμα και σπάνια μνημεία, τα οποία μαρτυρούν το πέρασμα Ρωμαίων, Χριστιανών Μουσουλμάνων και Εβραίων από την πόλη και σηματοδοτούν την πορεία της Θεσσαλονίκης σε διάφορες χρονικές περιόδους, παραμένουν αφανή, ανεκμετάλλευτα και εν πολλοίς άγνωστα για την πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης.
Ένας οικισμός που χρονολογείται 8000 χρόνια πριν, ψήγματα ναών από την περίοδο της παλαιοχριστιανικής περιόδου, εβραϊκοί τάφοι αλλά και πολυτελή ρωμαϊκά λουτρά είναι κάποια από αυτά τα μνημεία, τα οποία άλλοτε ανακαλύφθηκαν στη διάρκεια ανασκαφών και άλλοτε τυχαία κατά την ανοικοδόμηση κτιρίων, όπως αυτό της Νομικής του ΑΠΘ.
Στην ανάδειξη επτά τέτοιων μνημείων στοχεύει η δράση «Αόρατα μνημεία…Ψηφιακή μνήμη» που πραγματοποιείται στην πόλη από σήμερα 24 Σεπτεμβρίου έως και τις 2 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Στη διάρκεια της δράσης, δίπλα στα επτά μνημεία θα υπάρχουν αφίσες με QR codes τα οποία θα μπορούν να «διαβαστούν» μέσω smartphones ή tablets και τα οποία θα περιέχουν πληροφορίες και πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την ιστορία των αρχαιολογικών τόπων.

Παρά τη σημασία των περισσοτέρων αυτών, τα μνημεία διατηρήθηκαν σε υπόγεια και η πρόσβαση σε αυτά είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Δείτε ποιοι είναι οι αρχαιολογικοί αυτοί θησαυροί:
1. Βασιλική Αγίας Σοφίας
Όλοι γνωρίζουν το ναό της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη. Λίγοι όμως γνωρίζουν πώς κάτω από την εκκλησία που βρίσκεται τώρα σε αυτό το σημείο, προϋπήρχε ένας παλαιότερος ναός ο οποίος που μάλιστα ήταν αρκετά μεγαλύτερος από τον σημερινό. Πρόκειται για μια μεγάλη βασιλική, δηλαδή δημόσιο κτίριο που μετά τον 4ο αιώνα προσαρμόστηκε στις ανάγκες των Χριστιανών, μήκους 115 μέτρων και πλάτους 53, που αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες της παλαιοχριστιανικής περιόδου και χρονολογείται στον 5ο αι. μ. Χ.  
Ενδιαφέρον έχει ότι ο μικρότερος σε μήκος σημερινός ναός της Αγίας Σοφίας έχει το ίδιο περίπου πλάτος με την παλαιότερη εκκλησία, και ακολουθεί τους παλαιότερους τοίχους. Στην ανασκαφή που έγινε το 1961 – 62 στην οδό Πρίγκηπος Νικολάου 1, τη σημερινή Αλ. Σβώλου, βρέθηκε μέρος της κόγχης του ιερού, καθώς και τμήματα των θρόνων των ιερέων.
Τα ευρήματα αν και ήταν εντυπωσιακά, διατηρούνται στο υπόγειο πολυκατοικίας. Ένα ακόμη τμήμα της διατηρείται στην αυλή της κρύπτης του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Η κρύπτη ήταν αρχικά ρωμαϊκό λουτρό («νυμφαίο») που μετατράπηκε σε βαπτιστήριο για τις ανάγκες της παλαιότερης εκκλησίας. Ένας από τους κίονες του βαπτιστηρίου διατηρείται στη θέση του μέχρι σήμερα.
2. Στήλη Όφεων Yilan Mermer
Η στήλη που στέκεται παραμελημένη και κακοπαθημένη στο πεζοδρόμιο στη συμβολή Αγ. Δημητρίου και Σουρή, έξω από τη ΔΕΗ προέρχεται από την εποχή της ‘Υστερης Αρχαιότητας (4ος – 6ος αι. μ. Χ.). Είναι το βάθρο κίονα που στήριζε τον ανδριάντα του αυτοκράτορα και βρισκόταν σχεδόν πάντοτε στην ίδια θέση από τη στιγμή που στήθηκε. Τέτοια μνημεία ήταν πολύ διαδεδομένα σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το συγκεκριμένο αποτελεί σημαντική μαρτυρία για τη στρατηγική σημασία της πόλης αυτή την περίοδο.
Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου η στήλη ονομαζόταν “το μάρμαρο του φιδιού”, απηχώντας κάποια λαϊκή δοξασία. Σηματοδοτούσε δε μια πλατεία γνωστή ως “Πλατεία των Όφεων”. Μια σειρά από φωτογραφίες, κυρίως από τις αρχές του 20ού αιώνα, απεικονίζουν τη στήλη πάνω στο ψηλό βαθμιδωτό της κρηπίδωμα να λειτουργεί ως φανοστάτης και δίπλα της να σώζεται μια κρήνη.
Στα 1975 λόγω της διάνοιξης της οδού Αγίου Δημητρίου το μνημείο, μετά από σύντομη ανασκαφή, αποκολλήθηκε από την αρχική του θέση και τοποθετήθηκε πέντε μέτρα βορειότερα, στο σημείο που την συναντάμε και σήμερα.
3. Ιππόδρομος της Θεσσαλονίκης
Ο Ιππόδρομος της Θεσσαλονίκης, αν και αόρατος σήμερα, είναι περιβόητος για τη σφαγή 7000 Θεσσαλονικέων μετά από εντολή του Θεοδοσίου Α΄ το 390 μ. Χ.
Το οικοδόμημα είχε εντυπωσιακό μέγεθος: μήκος περίπου 450μ. και πλάτος 95μ. Χτίστηκε ως μέρος του Γαλεριανού συγκροτήματος και στο βόρειο καμπύλο τμήμα του σχηματίζονταν δώδεκα χώροι που πλαισίωναν την κεντρική είσοδο και χρησίμευαν για τη στάθμευση και εκκίνηση των αρμάτων. Η ανατολική πλευρά του Ιππόδρομου χρησιμοποιούσε το ανατολικό τείχος της πόλης για τη διαμόρφωση των κερκίδων ενώ στη δυτική πλευρά υπήρχε το θεωρείο του αυτοκράτορα. Η είσοδος για τους θεατές των αγώνων υπήρχε στη σφενδόνη, δηλαδή στο νότιο κυκλικό τμήμα του, στα όρια της σημερινής οδού Μητροπόλεως.
Ο στίβος του πρώην Ιππόδρομου με την πάροδο των χρόνων δεν καταλήφθηκε από κτίρια, αλλά μετατράπηκε σε μια μακρόστενη πλατεία που διατηρήθηκε έως τις μέρες μας και πήρε το όνομα του. Η κατασκευή του τοποθετείται στις αρχές του 4ου μ. Χ. αιώνα, ενώ σύμφωνα με τις γραπτές πηγές συνέχισε να λειτουργεί τουλάχιστον μέχρι τον 7ο αι. μ. Χ.
4. Νεολιθικός οικισμός στη ΔΕΘ
Είθισται η ιστορία της πόλης της Θεσσαλονίκης να ξεκινά με την ίδρυσή της το 315 π. Χ. από τον Κάσσανδρο. Στην πραγματικότητα όμως η ιστορία της πόλης πηγαίνει αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν από αυτή την χρονολογία.
Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες για την πρώτη αυτή περίοδο είναι λίγες και σπάνιες και αποτελούνται κυρίως από τυχαία ευρήματα σωστικών ανασκαφών. Ένα τέτοιο τυχαίο εύρημα είναι και ο προϊστορικός οικισμός που εντοπίστηκε στο χώρο της ΔΕΘ το 1992-93 κατά την ανέγερση του Βελλίδειου συνεδριακού κέντρου, και ο οποίος χρονολογείται περίπου 8000 χρόνια πριν.
Σε μία έκταση περίπου 800 τετραγωνικών μέτρων οι αρχαιολόγοι εντόπισαν λάκκους σε διάφορα μεγέθη και σχήματα που χρησιμοποιούνταν ως χώροι για απορρίμματα, ως αποθήκες και ως ημιυπόγειες κατοικίες. Τα ευρήματα ήταν πήλινα αγγεία, εργαλεία από πέτρα και οστό, εργαλεία υφαντικής και κοσμήματα. Ο οικισμός αυτός είναι η αρχαιότερη γνωστή εγκατάσταση ανθρώπων στην περιοχή όπου, πολύ αργότερα, αναπτύχθηκε η πόλη της Θεσσαλονίκης.
5. Ρωμαϊκό λουτρό
Στη λεωφόρο Εγνατία στο ύψος της πλατείας Αντιγονιδών διατηρείται στο υπόγειο του ξενοδοχείου Mandrinο, τμήμα λουτρών των ρωμαϊκών χρόνων. Οι τοίχοι του σώζονται σε ύψος 0,80 μ., αλλά το πιο εντυπωσιακό εύρημα είναι το ψηφιδωτό δάπεδο της αίθουσας του.
Το ψηφιδωτό απεικονίζει παράσταση με τέθριππο αγωνιστικό άρμα ενώ στο μπροστινό μέρος της παράστασης του ψηφιδωτού υπάρχουν τρεις «πίνακες» που απεικονίζουν γυναικεία πορτρέτα. Το μνημείο φέρει ακόμα και μια επιγραφή, η οποία αναφέρεται στα Πύθια, δηλαδή στους αγώνες προς τιμή του Απόλλωνα, που άρχισαν να γίνονται στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν τα μέσα του 3ου αι. μ.Χ.
Τα ψηφιδωτά αποκολλήθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης όπου και εκτίθενται. Χρονολογούνται στον 3ο αι. μ. Χ.
6. Cubiculum (ταφικό κτίσμα)
Στο χώρο ανάμεσα στο κτίριο Διοίκησης του ΑΠΘ και το κτίριο της Νομικής, διατηρείται ένα ιδιαίτερο ταφικό κτίσμα. Πρόκειται για ένα cubiculum. Στη μία του πλευρά είχε κτιστό υπόγειο δρόμο και σχημάτιζε στο εσωτερικό του θαλάμου του τρία αρκοσόλια, δηλαδή θέσεις για την τοποθέτηση σαρκοφάγων. Στους τοίχους του θαλάμου διασώθηκε ζωγραφική διακόσμηση.
Ο τάφος αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια της θεμελίωσης του κτιρίου της Νομικής Σχολής τη δεκαετία του 1960. Λίγο δυτικότερα βρέθηκε και δεύτερο ταφικό κτίσμα το οποίο δεν είναι πλέον ορατό. Το μνημείο αυτό αποτελεί μέρος του Εβραϊκού νεκροταφείου της πρώτης κοινότητας των Εβραίων της πόλης. Στην μαρμάρινη πόρτα του υπήρχε μία χαραγμένη μια επιγραφή, η οποία ανέφερε: «Βενιαμής ω κε Δομέτιος» δηλαδή «Βενιαμής ο οποίος [λέγεται] και Δομέτιος».
Από την επιγραφή αυτή, συμπεραίνουν οι ειδικοί ότι όποιος ενταφιάστηκε εκεί ήταν μέλος της εβραϊκής κοινότητας. Το μνημείο χρονολογείται στο πρώτο μισό του 4ου αι. μ.Χ.
7. Ναός Σέργιου Πραγαμά
Στην οδό Μπαλταδώρου 8, στο μικρό δρόμο στο κέντρο της πόλης, κρύβεται ένας ακόμα αρχαιολογικός θησαυρός: ο ναός του Σέργιου Πραγαμά. Ο ναός είναι υπόγειος σήμερα και εντοπίστηκε στα 1888 κατά την διάνοιξη φρεάτιου.
Πρόκειται για ένα μικρό λατρευτικό οικοδόμημα που ιδρύθηκε στη θέση Ρωμαϊκού λουτρού. Στον δεξί τοίχο διασώθηκε ψηφιδωτή επιγραφή που αναφέρει τον Σέργιο Πραγαμά. Ο ναός χρονολογείται στον 5ο αι. μ. Χ. και αποτελεί ένα από τα πρώτα μνημεία αφιερωμένα στη χριστιανική λατρεία στην πόλη.
Αν και η Αρχαιολογική Υπηρεσία περιέλαβε το ναό στο χωροταξικό σχέδιο της Θεσσαλονίκης, τελικά το 1970 χτίστηκε οικοδομή και ο ναός διατηρήθηκε σε αρκετά μεγάλο βάθος με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε αυτόν να είναι δύσκολη.
 
«Νομίζω ότι οι Θεσσαλονικείς γνωρίζουν συγκεκριμένα μνημεία αλλά η βιωματική τους σχέση με τους αρχαιολογικούς τόπους της πόλης δεν είναι αυτή που θα μπορούσε να είναι», δήλωσε στη Voria.gr ο επιστημονικά υπεύθυνος της δράσης και καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, Κώστας Κωτσάκης. Στόχος της δράσης, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας οι πολίτες να γνωρίσουν τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της πόλης και να διαμορφώσουν μια έντονη, ζωντανή σχέση με αυτούς. «Η προστασία των μνημείων εξαρτάται από το ενδιαφέρον μας για αυτά. Αλλιώς μαραίνονται και πεθαίνουν, όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους» πρόσθεσε ο καθηγητής.

Η γυναίκα Άραβας

Η κατάσταση με τα εθνώνυμα είναι αρκετά περίπλοκη στην ελληνική γλώσσα. Συχνά έχουμε δύο διαφορετικές λέξεις για ένα εθνώνυμο, ή δύο και περισσότερες καταλήξεις. Αυτό προήλθε αφενός από την συνύπαρξη πολλών εναλλακτικών εθνωνυμικών καταλήξεων ήδη από την αρχαία ελληνική, και αφετέρου από κατάλοιπα της διγλωσσίας, που τόσο πολύ έχει βασανίσει τη γλώσσα μας. Ήδη από την ύστερη αρχαιότητα, η ελληνική γλώσσα ήταν διχασμένη σε δύο ποικιλίες, από τη μία η φυσικώς εξελισσόμενη λαϊκή γλώσσα, η οποία ήταν διασπασμένη σε πολλές διαλέκτους, συχνά ήταν μόνο προφορική και γεμάτη από ξένα δάνεια, και από την άλλη η λόγια μορφή της γλώσσας, την οποία οι κατασκευαστές της προσπαθούσαν να την κάνουν να πλησιάζει όσο γίνεται στην αττική διάλεκτο, ή τουλάχιστον σε πιο λόγια ελληνιστική κοινή, η οποία αργότερα έγινε η γνωστή καθαρεύουσα. Όταν η καθαρεύουσα καταργήθηκε, η δημοτική είχε ήδη αλλάξει, δανειζόμενη πολλά στοιχεία της λόγιας γλώσσας και αντικαθιστώντας πολλές παραλλαγμένες ελληνικές ή δάνειες λέξεις με πιο αρχαιοπρεπείς αντίστοιχες. Οι πρώτες πήραν αρνητική σημασία (δείνωση), όπως έγινε με πολλά τουρκικά δάνεια, θεωρήθηκαν πιο παρακατιανές ή σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται τελείως. Το ίδιο αντανακλάται και στα εθνώνυμα. Μπορεί ο ναυτικός να έλεγε «Εγγλέζος», αλλά ο καθαρευουσιάνος θα έλεγε «Άγγλος». Στις περισσότερες φορές, επικράτησαν τα λόγια εθνώνυμα, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως η Τουρκάλα, ο Σκοτσέζος και ο Γιαπωνέζος. Όποια κι αν είναι η προέλευσή τους ωστόσο, έχουν και αρσενική και θηλυκή μορφή, αφού ένα έθνος περιέχει φυσικά και άντρες και γυναίκες (εξαιρούνται μοναστικά τάγματα, η φυλή Μαριάμε του Τέξας που ήταν μόνο άντρες και παρόμοιες περιθωριακές περιπτώσεις), αν και πάλι μπορεί να υπάρχει ασυμφωνία, αφού δεν είναι απαραίτητο τα δύο γένη να ακολουθούν πάντα σταθερούς κανόνες, και έτσι μπορεί να έχουν διαφορετικές καταλήξεις, π.χ. Τούρκος και Τουρκάλα, Αργεντινός και Αργεντίνα (σπάνια Αργεντινή για να μη γίνεται σύγχυση με τη χώρα) κλπ. Ως προς αυτό τουλάχιστον, στην ύπαρξη δηλαδή δύο γενών για κάθε εθνώνυμο, είμαστε συνεπείς. Ωστόσο, υπάρχει ένα νεοελληνικό εθνώνυμο χωρίς θηλυκό• ο Άραβας.

Δεν υπάρχει καθιερωμένος, καθολικά αποδεκτός όρος για τη γυναίκα αραβικής καταγωγής. Σκεφτείτε το λίγο. Πόσες φορές ακούσατε να μιλούν για γυναίκες από την Αραβία και με τι προσδιορισμό; Εξαιτίας του κενού αυτού, ο καθένας χρησιμοποιεί όποια λέξη του ταιριάζει περισσότερο, όπως «Αραβίνα», «Αραβίδα», «Αράβισσα», «Αραβέσα», «Αραβέζα», «Αραβή», «Αραπίνα», «Άραβας» ως θηλυκό, ακόμα και… «γυναίκα Άραβας»! Το πρόβλημα ανακύπτει κυρίως στις επίσημες μεταφράσεις κειμένων, όπου γίνεται προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί κάποιος πιο επισημοφανής όρος, με διάφορα περίεργα αποτελέσματα, όπως τη χρήση της δομής «γυναίκα Άραβας».

Έψαξα για το φαινόμενο στο Διαδίκτυο και διαπίστωσα ότι πολλοί έχουν ασχοληθεί με αυτό το ακανθώδες ζήτημα. Ο Νίκος Σαραντάκος πραγματεύτηκε το ζήτημα εδώ και εδώ. Παλαιότερα το 2004, ο Ανδρέας Παπάς, επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής, στη στήλη Υπογλώσσια στην εφημερίδα Το Βήμα επίσης ασχολήθηκε με το θέμα. Το πρόβλημα έχει επίσης συζητηθεί σε πολλά φόρουμ γλωσσολογικής, μεταφραστικής ή λογοτεχνικής θεματολογίας, όπως εδώ, εδώ, εδώ και εδώ. Ακόμα και ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του, όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος, στην πρώτη του έκδοση δεν έδωσε θηλυκό για το «Άραβας», ενώ στη δεύτερη και συστηματικότερη έκδοση έδωσε το «Αράβισσα», δίνοντας ως εναλλακτικό και το «γυναίκα Άραβας».

Πριν όμως αρχίσουμε να αξιολογούμε τις υποψήφιες λέξεις μία προς μία για την καταλληλότητά τους στη σύγχρονη εποχή, ας κάνουμε μια ιστορική αναδρομή στη χρήση του ορισμού για τις γυναίκες αραβικής καταγωγής. Ήταν τα πράγματα όπως σήμερα, δηλαδή δεν υπήρχε όνομα για της γυναίκες τις Αραβίας παλαιότερα; Όχι. Στην πραγματικότητα, για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, η ελληνική γλώσσα είχε γυναικείο εθνώνυμο για τους Άραβες. Στα αρχαία ελληνικά, η λέξη «Άραψ, Άραβος» ήταν διγενής και μπορούσε να πάρει και το θηλυκό άρθρο. Ίσως από εκεί να προέρχεται η όμοια με το αρσενικό ονομασία που έχουν συχνά οι γυναίκες της Αραβίας σήμερα, και αποκαλούνται και γυναίκες Άραβες. Στην ελληνιστική εποχή ωστόσο, εμφανίστηκαν και εναλλακτικοί τύποι, όπως «Αραβίς» και «Αράβισσα». Ο τελευταίος τύπος εμφανίζεται και στην ελληνική μετάφραση του Βιβλίου του Ι΄ώβ της Παλαιάς Διαθήκης, όπου λέει «Λαβών δε γυναίκα Αράβισσαν γεννά υιόν.», όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος. Στο Βυζάντιο πιθανόν θα χρησιμοποιούνταν παρόμοιες ονομασίες, δεν έχω πηγές για αυτήν την περίοδο. Κατά την Τουρκοκρατία, η λέξη για τον Άραβα ήταν «Αράπης», από το τουρκικό «Αράπ» και για τη γυναίκα «Αραπίνα». Οι Έλληνες της Αιγύπτου αποκαλούσαν τις Αιγύπτιες μουσουλμάνες γυναίκες Αραπίνες. Κι έπειτα, στην πιο πρόσφατη εποχή, δεν έχουμε κανένα όνομα. Γιατί;

Η κυρίαρχη εξήγηση είναι ότι επειδή στον ισλαμικό και κατ’επέκτασιν στον αραβικό κόσμο οι γυναίκες συνήθως ζουν στην απομόνωση, και πρόσβαση σ’αυτές έχει μόνο ο σύζυγος και οι συγγενείς τους, δεν υπήρχαν πολλές ευκαιρίες συνάντησης με τους Έλληνες• ούτε αυτές ταξίδευαν στην Ελλάδα, ούτε οι Έλληνες τις συναντούσαν συχνά όταν ταξίδευαν στην Αραβία. Έτσι, δεν υπήρχε ανάγκη να κατασκευαστεί κάποιο συγκεκριμένο όνομα για τις γυναίκες των Αράβων. Αν και σίγουρα αυτό έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο, η ιστορία μας διαψεύδει, αφού μέχρι πρόσφατα υπήρχαν καθιερωμένα ονόματα για της γυναίκες της Αραβίας. Τότε γιατί σταμάτησαν να υπάρχουν; Η απάντηση, πιστεύω, έγκειται περισσότερο στις αλλαγές των σχέσεών μας με τους Άραβες, παρά στην αυστηρή επιτήρηση των γυναικών από τους Άραβες. Στην Αρχαία Ελλάδα, ιδίως κατά την Ελληνιστική εποχή, οι επαφές με τους Άραβες άρχισαν να είναι συχνές. Δεν ξέρω κατά πόσο συναντούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες γυναίκες της Αραβίας, πάντως το διγενές και μονοκατάληκτο εθνώνυμο δε δηλώνει τη μη ύπαρξη των γυναικών, απλώς πολλές τριτόκλιτες λέξεις, κυρίως επίθετα, παρουσιάζουν την ίδια μορφή. Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο, η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε μόνιμη απειλή από τους Άραβες μετά την επέκτασή τους τον 7ο-8ο αι., οι οποίοι απέσπασαν αρκετές μεθόριες περιοχές και την Αίγυπτο. Συχνά βρισκόταν σε πόλεμο, αλλά υπήρχαν και περίοδοι ειρηνικής συνύπαρξης. Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί θα είχαν αρκετά συχνές επαφές με τους Άραβες. Οι στενότερες επαφές μας με αραβικούς πληθυσμούς αναμφίβολα ωστόσο θα έλαβαν χώρα κατά την Οθωμανική Περίοδο, όπου ζούσαμε σε ένα ισλαμικό κράτος, το οποίο στην επικράτειά του περιείχε πολλές σημερινές αραβικές χώρες. Η στενότερη επαφή μας με τους μουσουλμάνους φαίνεται και από το γεγονός ότι δανειστήκαμε την τουρκική εκδοχή του ονόματος για τον Άραβα, και το προσαρμόσαμε σε «Αράπης». Έπειτα, κάποιες δεκαετίες μετά την Επανάσταση, στραφήκαμε προς τη Δύση, κι έτσι αποκοπήκαμε από τον αραβικό πολιτισμό, και πολύ περισσότερο από τις γυναίκες, οι οποίες βρίσκονταν έτσι κι αλλιώς εκτός της δημόσιας σφαίρας, και δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να έχουμε ειδικό όνομα για αυτές. Αυτός πιστεύω ότι είναι ο πραγματικός λόγος για την απουσία θηλυκού εθνωνύμου για της γυναίκες της Αραβίας σήμερα, και όχι απλώς η απομόνωση στην οποία ζουν αυτές οι γυναίκες, κι αυτό φαίνεται και ως το λογικότερο. Άρα δε φταίνε οι μισογύνηδες Άραβες, όπως οι περισσότεροι αρέσκονται να λένε, αλλά η από μέρους μας απομάκρυνση από τους Άραβες.

Τώρα ας εξετάσουμε μία προς μία τις λέξεις για να δούμε πιες ταιριάζουν περισσότερο και πιες φαίνονται σωστότερες. Απορρίπτουμε εξαρχής το «Αραβέσα/Αραβέζα» και το «Αραπίνα», μια και είναι δάνειες, και ιδίως το δεύτερο δεν αντιστοιχεί με την πραγματικότητα σήμερα, μιας και η λέξη «Αράπης» κατέληξε να σημαίνει κυρίως τον Μαύρο Αφρικανό, συχνά μειωτικά, επειδή η Αραπιά αναφερόταν εκτός από την Αραβία και στη Βόρεια Αφρική, όπου επίσης μιλούν αραβικά, κι έτσι ο όρος επεκτάθηκε για να περιγράψει όλους τους μελαψούς κατοίκους του νότου. Απορρίπτουμε επίσης και το «Αραβή», αφού δεν έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν ποτέ και το αντίστοιχο αρσενικό δεν είναι Αραβός. Μας έμειναν τα «Αράβισσα» «Αραβίνα» και «Αραβίδα». Τα πρώτα δύο χρησιμοποιούνται πολύ, ιδίως το πρώτο. Ακόμα και το Microsoft Word 2003, στο οποίο γράφω αυτό το κείμενο, δεν το εκλαμβάνει ως λανθασμένο. Μερικοί έχουν πρόβλημα με το «Αράβισσα», γιατί τάχα τους θυμίζει μανάβισσα και παλαιότερες «λαϊκές» λέξεις. Όμως η κατάληξη είναι αρχαία ελληνικοί, τουλάχιστον για όσους αυτό δίνει περισσότερο κύρος σε μια λέξη, και επίσης χρησιμοποιείται σε «αρχοντικές» λέξεις όπως βασίλισσα, πριγκίπισσα, αρχόντισσα κλπ. Επίσης, υπάρχουν ελληνικά επίθετα δηλωτικά της καταγωγής όπως Ηπειρώτισσα, καθώς και εθνώνυμα όπως Κούρδισσα, Κορεάτισσα και το εναλλακτικό Τούρκισσα. Αντίθετα με τα δύο παραπάνω, το «Αραβίδα» παρουσιάζει προβλήματα, επειδή αναφερόταν σε έναν παλιό τύπο πυροβόλου όπλου. Η πλειονότητα των αποτελεσμάτων μιας αναζήτησης στο Google αναφέρονται σ’αυτό το όπλο. Για αυτόν το λόγο, ο Σαραντάκος, ο Παπάς και άλλοι φρονούν ότι η λέξη αυτή δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γυναίκα της Αραβίας. Εγώ ωστόσο διαφωνώ. Περσίδα είναι η γυναίκα από την Περσία, αλλά και το μακρόστενο κάλυμμα που κρεμιέται αντί κουρτίνας στο παράθυρο, και δεν υπάρχει σύγχυση των δύο εννοιών. Στα αγγλικά, Turkey είναι και η Τουρκία και η Γαλοπούλα, και δεν υπάρχει σύγχυση εννοιών. Με την «Αραβίδα» τα πράγματα θα είναι ακόμα ευκολότερα, αφού το όπλο πλέον έχει παροπλιστεί και η λέξη τείνει να χαθεί. Αντί λοιπόν να αφήσουμε μια λέξη να χαθεί, μπορούμε να την επαναχρησιμοποιήσουμε για κάτι άλλο. Επομένως, πάλι τζάμπα την έκραζαν την Άντζελα, όταν έλεγε ότι δεν καταλαβαίνει αραβικά γιατί δεν είναι Αραβίδα. Τέλος μας έμειναν τα κάπως πιο προβληματικά «Άραβας» και το «γυναίκα Άραβας». Θεωρητικά δεν είναι λάθος, αφού ήδη από την αρχαιότητα το «Άραψ» κάλυπτε και τα δύο γένη. Ωστόσο στη νέα ελληνική δεν έχουμε κανένα θηλυκό εθνώνυμο που να τελειώνει σε –ς, οπότε ακούγεται κάπως παράξενο. Ακόμα και πολλά θηλυκά ονόματα επαγγελμάτων τα οποία για ιστορικούς λόγους είναι όμοια με τα αρσενικά τείνουν τα τελευταία χρόνια να παίρνουν θηλυκές καταλήξεις. Αν το συναντήσω όμως ενταγμένο μέσα σε κείμενο, δε θα παραξενευτώ ιδιαίτερα, π.χ. μία Άραβας πουλούσε χουρμάδες στο τοπικό παζάρι. Αντίθετα, το «γυναίκα Άραβας» μου φαίνεται πολύ πιο τεχνητό και δε μου αρέσει, αν και χρησιμοποιείται. Κάνει τις γυναίκες να φαίνονται ερμαφρόδιτες, κάτι που προ πάντων θα ενοχλούσε πολύ τους ίδιους τους άντρες Άραβες. Εντούτοις μπορεί να χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί για να ξεχωρίσει τις γυναίκες από τους άντρες Άραβες όταν δεν τις ξεχωρίζει ικανοποιητικά το συγκείμενο, π.χ. οι γυναίκες Άραβες φορούν μπούρκα. Γενικώς το «Άραβας» για γυναίκα δεν το προτιμώ, αλλά ούτε το απορρίπτω καθαρά για ιστορικούς λόγους, μιας και είμαι προσκολλημένος περισσότερο στους αρχαίους τύπους από το Σαραντάκο, και σίγουρα είναι καλύτερο από το «Αραπίνα» ή το «Αραβή».

Προσωπικά στην καθημερινή μου ομιλία χρησιμοποιώ κυρίως το «Αραβίνα», πολύ σπανιότερα το «Αράβισσα», επειδή απλώς δεν το έχω συνηθίσει, αλά πολλές φορές λέω απλώς «γυναίκα της Αραβίας», «γυναίκα Άραβας» ή ακόμα και «γυναίκες των Αράβων», αφού ουσιαστικά τις κατέχουν. Προβλέπω ότι στις επόμενες δεκαετίες θα επικρατήσει το «Αραβίνα» και το «Αράβισσα», ενώ το «Αραβίδα» όχι και τόσο. Το «Άραβας» ή το «γυναίκα Άραβας» θα χρησιμοποιούνται πολύ λιγότερο. Τελικά κι αυτό θα γίνει ένα από τα εθνώνυμά μας με πολλαπλούς τύπους.