Κάθε Αύγουστο, στο χωριό Μαρκόπουλο της νότιας Κεφαλονιάς, συμβαίνει το εξής ανεξήγητο φαινόμενο. Από τις 6 έως τις 15 Αυγούστου, στην περιοχή της εκκλησίας της Παναγίας της Λαγγουβάρδας εμφανίζονται φίδια, γι’αυτό και λέγεται και Παναγία Φιδούσα ή Φιδιώτισσα. Η εκκλησία είναι χτισμένη στο βάθος μιας κοιλάδας σε μια κατάφυτη ρεματιά, και τα φίδια εμφανίζονται κυρίως στην περιοχή του καμπαναριού. Οι κάτοικοι της περιοχής κάθε χρόνο με φανάρια τα ψάχνουν, και τα φέρνουν στην εκκλησία. Αρχικά είναι λιγοστά, αλλά στην παραμονή του Δεκαπενταυγούστου πληθαίνουν αρκετά. Είναι γκρίζα, μέχρι περίπου ένα μέτρο, με σταυρό στο κεφάλι και στο άκρο της γλώσσας, σπινθηροβόλο βλέμμα και βελούδινο δέρμα. Τα φίδια, παρά το αβυσσαλέο μίσος που τρέφουν για τους ανθρώπους, είναι ήρεμα και πειθήνια, σαν αρνάκια. Σκαρφαλώνουν στα στασίδια, στις εικόνες, στο τέμπλο, στα ιερά σκεύη, κινούνται σε όλη την εκκλησία, ανεβαίνουν πάνω στους πιστούς και συχνά οι πιστοί τα πιάνουν και τα βάζουν πάνω τους, χωρίς κανένα πρόβλημα. Και μετά τις 15 του Αυγούστου, τα φίδια φεύγουν ή επιστρέφονται στις φωλιές τους, στις πέτρες του καμπαναριού. Και όσο ξαφνικά εμφανίστηκαν, τόσο ξαφνικά εξαφανίζονται, και δεν έχει βρεθεί ικανοποιητική εξήγηση γι’αυτό το γεγονός. Όσοι επιχείρησαν να βάλουν ένα τέτοιο φίδι σε μπουκάλι για να το κρατήσουν, αυτό εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος μετά τις 40 ημέρες, αν και οι βλαπτικές ενέργειες προς τα φίδια θεωρούνται μεγάλο κακό. Ακόμα και αμαξάδες που πάτησαν στο δρόμο τους τέτοια φίδια είδαν την Παναγία σε όνειρο, η οποία τους τα ζητούσε. Επιπλέον, Γερμανοί φυσιοδίφες που μελέτησαν αυτά τα φίδια δε μπόρεσαν να τα κατατάξουν σε κανένα γνωστό είδος ή οικογένεια. Είναι πραγματικά κάτι το υπερκόσμιο, κάτι που μας θυμίζει τη συνεχή αγαθοεργή παρουσία της Παναγίας στη ζωή μας. Βοήθειά μας.

Το θαύμα χάρη στο οποίο χτίστηκε η εκκλησία έγινε πριν πολλά, πολλά χρόνια. Μια μέρα, οι κάτοικοι του Μαρκόπουλου είδαν μια φωτιά ψηλά στο δάσος, και θορυβήθηκαν επειδή ανησύχησαν ότι θα εξελισσόταν σε πυρκαγιά που θα μπορούσε να κάψει το δάσος και το χωριό. Έτσι ανηφόρησαν προς το βουνό. Εκεί αντίκρισαν ένα ψηλό δέντρο, ένα σχίνο, όλο καμένο ως τη ρίζα, και στη ρίζα του ακουμπησμένη την εικόνα της Παναγιάς, εντελώς άθικτη από τις φλόγες. Συγκινημένοι οι κάτοικοι, αφού προσκύνησαν την εικόνα, την μετέφεραν στην εκκλησία του χωριού, για να έχουν και οι υπόλοιποι την ευκαιρία να την προσκυνήσουν. Το επόμενο πρωί όμως, και ενώ οι πιστοί πλήθαιναν, η εικόνα έλειπε. Την έψαξαν μήπως κάποιος την είχε κλέψει και βρισκόταν κάπου στο χωριό, αλλά τίποτα. Τελικά βρέθηκε στη ρίζα του καμένου δέντρου, από όπου μεταφέρθηκε ξανά στην εκκλησία, όπου και κλειδώθηκε. Όμως η εικόνα πάντοτε εξαφανιζόταν και εμφανιζόταν στη ρίζα του καμένου δέντρου, κι αυτό έγινε για τρισεκατομμύρια φορές. Τελικά οι κάτοικοι του χωριού θεώρησαν το γεγονός θέλημα της Παναγίας η εικόνα να βρίσκεται σε εκείνη τη θέση, κι έχτισαν εκκλησία κοντά στο σημείο, όπου τοποθέτησαν την εικόνα. Αργότερα στην περιοχή χτίστηκε γυναικεία μονή, τις οποίας οι μοναχές φρόντιζαν την εικόνα. Όταν μια φορά πειρατές απειλούσαν να λεηλατήσουν τη μονή, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην παναγία, και ευθύς η μονή ζώστηκε από φίδια, τρέποντας τους φοβισμένους πειρατές σε φυγή. Από τότε και κάθε χρόνο, τα φίδια εμφανίζονται κάθε Δεκαπενταύγουστο στην εκκλησία, και προμηνύουν μια καλή χρονιά. Μόνο δυο φορές δεν εμφανίστηκαν, το 1940 και το 1956, χρονιές που το νησί πλήγηκε από σεισμούς, ενώ το 1940 επίσης η Ελλάδα δοκιμάστηκε από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Επίσης εμφανίστηκαν και το 1924, όταν ανέκυψε το ζήτημα της χρήσης του νέου ημερολογίου. Τα φίδια εμφανίστηκαν στις νέες ημερομηνίες, λύνοντας το θέμα. Περισσότερα για το φαινόμενο μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.

Τι έγινε, ρε Μπόλκο, τρελάθηκες; Στράφηκες στον τοτεμισμό και δεν το ξέρουμε; Περιμένετε, μη βγάζετε τόσο γρήγορα συμπεράσματα! Σαφώς και δεν τρελάθηκα. Όλα τα παραπάνω μπορούν να χαρακτηριστούν με τον πιο ευγενικό τρόπο μυθεύματα ή μπαρούφες, και με το λιγότερο ευγενικό πίπες σκαλιστές ή κάτι χειρότερο.

Το μόνο πραγματικό απ’όλη την ιστορία είναι το φίδι, το οποίο φυσικά ανήκει σε πραγματικό και ευρέως διαδεδομένο είδος. Είναι το αγιόφιδο, με επιστημονική ονομασία Telescopus Fallax, διεθνώς γνωστό ως γατόφιδο (Cat snake). Και, παρά τους αντιευρωπαϊκούς ισχυρισμούς για το αντίθετο, το φίδι πρωτοπεριγράφηκε ως Tarbophis fallax από τον όλως τυχαίως Γερμανό Friedrich Ludvig Fleischman το 1831, και ταξινομείται στην οικογένεια των κολουβριδών (Colubridae), στην οποία τα περισσότερα είδη φιδιών, και όλα τα ελληνικά εκτός από τις οχιές, το βόα της άμμου και τον τυφλίνο. Είναι κοινό είδος που απαντά σύμφωνα με το Herpetofauna.gr, σε σχεδόν όλη την Ελλάδα (Ηπειρωτική Ελλάδα, Πελοπόννησος, Εύβοια, Κρήτη, Λέσβος, Χίος, Ρόδος, Σύμη, Σάμος, Ικαρία, Κάρπαθος, Κύθηρα, Αντικύθηρα, Μήλος, Πολύαιγος, Άνδρος, Σύρος, Τήνος, Μύκονος, Κέα, Σαντορίνη, Χριστιανή, Δήλος, Σέριφος, Κίμωλος, Πάρος, Αντίπαρος, Τούρλο, Αμοργός, Κάσος, Κάλυμνος, Κουφονήσι, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Στροφάδες, Αίγινα, Αγκίστρι, Σπέτσες, πιθανόν και σε άλλα νησιά). Στην Ελλάδα απαντά το φερώνυμο υποείδος (Telescopus fallax fallax), αλλά απαντούν και μερικά μικροενδημικά υποείδη: (Telescopus fallax intermedius στα Αντικύθηρα, T. f. multisquamatus στο Κουφονήσι της Κρήτης, T. f. palidus Στην Κρήτη, στη Γαύδο, στην Ελάσα, στην Χριστιανή, στη Σαντορίνη και στην Κάσο. Εκτός από την Ελλάδα, απαντά επίσης στην Κύπρο, στην Αλβανία, στην ΠΓΔΜ, στη νότια Βουλγαρία, στην Κροατία, στην παράκτια Σλοβενία συμπεριλαμβανομένων και μερικών αδριατικών νησιών, στην Ερζεγοβίνη, στο Μαυροβούνιο, στην Ιταλία, στη Μάλτα, στην Τουρκία, στη Συρία, στο Λίβανο, στο Ισραήλ, στο Ιράκ, στο Ιράν, στη νότια Ρωσία στην περιοχή του Νταγκεστάν στον Καύκασο, στην Αρμενία, στη Γεωργία και στο Αζερμπαϊτζάν. Οπότε πρόκειται για ένα κοινό είδος. Το φίδι έχει μήκος περίπου ενός μέτρου, συχνά είναι μικρότερο, ενώ σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει μέχρι τα 1,3 μέτρα. Το κεφάλι του είναι πιεσμένο με μάτια που έχουν κάθετες κόρες σαν της γάτας και σαν τις περισσότερες οχιές, οι οποίες διαστέλλονται σε στρογγυλό σχήμα σε συνθήκες χαμηλού φωτός. Το χρώμα του είναι μπεζ/γκρι/καστανό με σκούρες καφέ κηλίδες στη ράχη και μικρότερες στα πλευρά, ενώ οι γραμμές και οι κηλίδες στο κεφάλι του ίσως να μοιάζουν με σταυρό. Όσο για την άκρη της γλώσσας, είναι διχαλωτή όπως σε όλα τα φίδια. Όπως όλοι οι κολουβρίδες, το φίδι αυτό είναι ημερόβιο στις ψυχρότερες εποχές, και γίνεται νυκτόβιο σε θερμό καιρό. Ζει σε πετρώδη μέρη, σε φρύγανα, σε καλλιέργειες, αλλά και σε κήπους, τοίχους και ερείπια σε κατοικημένες περιοχές. Είναι κυρίως εδαφόβιο είδος, αλλά έχει και αναρριχητικές ικανότητες. Η διατροφή του αποτελείτε κυρίως από σαύρες, αλλά τρώει και μικρά θηλαστικά και νεοσσούς πουλιών. Το όνομα του γένους του, τηλέσκοπος, το πήρε από την τάση του να σηκώνει το μπροστινό μέρος του σώματός του ψηλά για να παρακολουθήσει το περιβάλλον του. Παρά τη μεγάλη του εξάπλωση, θεωρείται κρυπτικό είδος που δύσκολα το συναντά κανείς. Το θηλυκό γεννά 5-9 αυγά που εκκολάπτονται στα μέσα Αυγούστου. Επιπλέον, το είδος είναι δηλητηριώδες. Δηλαδή οι χιλιάδες πιστών κρατούν εν αγνοία τους ένα δηλητηριώδες φίδι. Αυτή η περίπτωση είναι ένα καλό παράδειγμα της μη αναγκαίας συνύπαρξης του δηλητηρίου και του κινδύνου σε ένα φίδι, γιατί οι περισσότεροι πανικοβάλλονται μόλις ακούνε δηλητηριώδες. Όπως όλοι οι ιοβόλοι κολουβρίδες, είναι οπισθόγλυφο, δηλαδή φέρει τα ιοβόλα του δόντια στο πίσω μέρος της άνω γνάθου, και ως εκ τούτου η έγχυση δηλητηρίου στον άνθρωπο με ένα δάγκωμα είναι πολύ δύσκολη. Επίσης το σύστημα έγχυσης του δηλητηρίου είναι πολύ πρωτόγονο στα οπισθόγλυφα, με το φίδι να χρειάζεται αρκετά λεπτά μέχρι να εγχύσει ικανή ποσότητα δηλητηρίου, το οποίο άλλωστε είναι πολύ ασθενές στο συγκεκριμένο είδος, και πιθανότατα επηρεάζει ελάχιστα ή και καθόλου τον άνθρωπο. Αυτά τα φίδια δεν είναι συσφιγκτήρες, αλά πιάνουν το θήραμα με τα σαγόνια τους και προσπαθούν να το κατευθύνουν προς τα πίσω. Όταν το φτάσουν εκεί, το καρφώνουν με τα ιοβόλα δόντια τους και μόλις ακινητοποιηθεί το καταπίνουν. Αυτή η κρυφή παρουσία δηλητηρίου έδωσε στο φίδι το όνομα του είδους του, fallax, δηλαδή απατηλός στα λατινικά. Όταν αυτό το φίδι απειληθεί, μπορεί να κάνει επίδειξη απειλλής ή να συρίξει, αλλά πολύ σπάνια θα δαγκώσει. Περισσότερα για αυτό το φίδι μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εδώ και εδώ.

Και αυτό είναι ένα βίντεο με το φίδι στο φυσικό του περιβάλλον από το herpetofauna.gr.

Είναι επομένως ολοφάνερο ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ακόμα μια παράλογη θρησκευτική δοξασία με δυσοσμία απάτης από το παπαδαριό, όπως και με τα διάφορα άλλα θαύματα. Το φίδι, όχι μόνο δεν εμφανίζεται μόνο εκείνες τις μέρες, αλλά είναι ένα από τα κοινότερα φίδια της Ελλάδας κι άλλων περιοχών όπου ζει, αν και δυσεύρετο. Είναι ένας κοινός κολουβρίδης κι εκτός αυτού, είναι και δηλητηριώδες, αν και ακίνδυνο. Όσο για το σχήμα του σταυρού, παρειδωλία λέγεται η τάση του ανθρώπινου εγκεφάλου να δημιουργεί εικόνες με σημασία από ασαφή σχήματα, ιδίως σε αισθητηριακά δύσκολες συνθήκες, όπως στο ημίφως. Είναι πολύ εύκολο κάποιος πιστός υποσυνείδητα να δει στις γραμμές του κεφαλιού του φιδιού ένα σταυρό, ή μέσα στο ημίφως της εκκλησίας, με το συνεχές τρεμόπεγμα των κεριών, να δει τη διχαλωτή γλώσσα ως σταυρό. Και όσο για τη μη επιθετικότητα των φιδιών, αυτό δεν είναι κανένα θαύμα. Καταρχάς, τα φίδια δεν είναι εξορισμού επιθετικά. Πολλά είδη είναι αρκετά ήρεμα, ακόμα κι αν μόλις έχουν πιαστεί από το φυσικό τους περιβάλλον. Και σίγουρα το έντονο στρες της σύλληψης, της μεταφοράς, του πολύ κόσμου και του λιβανιού αναμφίβολα θα κάμπτουν κάθε προσπάθεια άμυνας.

Και τώρα, ας πάμε να αναλύσουμε την ιστορία. Πρώτα όμως θα πρέπει να εξηγήσουμε τα ονόματα. Η Παναγία του Μαρκόπουλου λέγεται και Λαγγουβάρα ή Λαγγουβάρδα, που αναμφίβολα προέρχεται από τους Λογγοβάρδους ή Λομβαρδούς, γερμανικό φύλο που εγκαταστάθηκε στην Ιταλία τον 6ο αι. μ.Χ. Το νησί της Κεφαλονιάς είχε επαφές με τους Λογγοβάρδους σε διάφορες φάσεις της ιστορίας του. Τον 7ο αι. τα Επτάνησα, μαζί με την Ιταλία ανήκαν στο 11 θέμα του Βυζαντινού κράτους που ονομαζόταν θέμα της Λογγοβαρδίας. Οι διοικητές του νησιού τότε είχαν τον τίτλο «Στρατηγός Κεφαλληνίας και Λογγοβαρδίας». Επίσης, στο τέλος του 8ου αι., οι Λογγοββάρδοι έκαναν επιδρομή στην Κεφαλονιά και την κατέκτησαν. Ο απόηχος της επιρροής των Λομβαρδών παραμένει έως σήμερα, αφού το επώνυμο Λοβέρδος, κοινό στο νησί, είναι παραφθορά του Λομβαρδός. Τέλος η τρίτη ερμηνεία είναι και η πλέον ευφάνταστη, προϊόν νεοελληνικού χωριατισμού και ανώριμου βαλκανικού εθνικισμού, ο οποίος υποδηλώνει σωρεία συμπλεγμάτων κατωτερότητας. Στο Καθαρτήριο του Δάντη, ο γνωστός περιηγητής Μάρκο Πόλο περιγράφεται ως Λομβαρδός. Ορισμένοι Μαρκοπουλιώτες πιστεύουν ότι το Μαρκόπουλο ήταν η πατρίδα του Μάρκο Πόλο! Φυσικά το Μαρκόπουλο δεν έχει καμία σχέση με τον εξερευνητή, αφού, εκτός των άλλων, συνοικίστηκε μόλις το 1450 από Αλβανούς στρατιώτες όπως και τα γειτονικά χωριά, και ίσως έχει σχέση με το Μαρκόπουλο της Αττικής, ενώ από την άλλη ο Μάρκο Πόλο γεννήθηκε περίπου το 1254 στη Βενετία και πέθανε στις 8 Ιανουαρίου του 1324 στην ίδια πόλη. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Μάρκο Πόλο ήταν πατρινός, με το επίθετο Μαρκόπουλος! Στην πραγματικότητα το «Πόλο» σημαίνει Παύλος στα ενετικά και ουδεμία σχέση έχει με την κατάληξη «-όπουλος». Επειδή απλώς υπάρχει μια μικρή ασάφεια σχετικά με το πότε και πού ακριβώς γεννήθηκε, άρχισαν να δημιουργούνται τέτοιες ιστορίες. Είναι σχεδόν σίγουρο ωστόσο ότι γεννήθηκε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Θεωρώ την πρώτη ερμηνεία ως πιθανότερη, δηλαδή η περιοχή κι έπειτα η εκκλησία και η εικόνα να πήραν το όνομά τους από τότε που η Κεφαλονιά βρισκόταν στην ίδια διοικητική διαίρεση με τη Λομβαρδία κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Και τώρα ας πάμε στα καλύτερα, την ανάλυση του ίδιου του θαύματος. Όπως και σε πολλές θείες αποκαλύψεις, έτσι κι εδώ η φωτιά παίζει σημαίνοντα ρόλο. Από τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε τη φωτιά έως σήμερα, δε σταμάτησε να την φοβάται. Δεν ήξερε ότι είναι απλώς η χημική αντίδραση του οξυγόνου με τα εύφλεκτα υλικά. Η φωτιά φανερωνόταν από τα αποτελέσματά της (φως, θερμότητα, καπνός, στάχτη), και είχε την τρομακτική δύναμη να κατακάψει τα πάντα, η ουσία της όμως ήταν άπιαστη και μη κατανοητή. Δεν ήταν κάτι το υλικό, κάτι το στερεό, κάτι του γνωστού φυσικού κόσμου. Είχε κάτι το υπερκόσμιο. Έτσι το πιο λογικό ήταν οι θείες αποκαλύψεις να συνοδεύονται με την παρουσία της φωτιάς, και συχνά αφύσικης φωτιάς, που είτε δεν καίει είτε καίει επιλεκτικά, όπως για παράδειγμα η Φλεγόμενη Βάτος που συνάντησε ο Μωυσής στην έρημο, μέσα από την οποία αποκαλύφθηκε ο Θεός. Έτσι κι εδώ, ο Θεός ή η Παναγία αποκαλύπτονται με φωτιά σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Το δεύτερο στοιχείο είναι κάτι το κοινότοπο στα θαύματα της Παναγίας σε εικονολατρικές εκδοχές του χριστιανισμού, άφησε την εικόνα της. Μια καινούργια, εντελώς άκαυτη εικόνα. Συνήθως όπου θέλει η Παναγία να της χτιστεί εκκλησία αφήνει και μια εικόνα, και δεν επιτρέπει αυτή να μετακινείται αλλού. Έτσι κι εδώ, μόλις πήγαν την εικόνα στο χωριό, αυτή μετέβη και πάλι στο σημείο που την βρήκαν. Και μόλις την κλείδωσαν, αυτή ξαναδιακτινιζόταν εκεί, άλλοι λένε για τρεις, άλλοι για… τρισεκατομμύρια φορές! Έπειτα, όπως συνήθως γίνεται, στο σημείο εκείνο χτίστηκε εκκλησία, και τοποθετήθηκε η εικόνα εκεί μέσα. Προφανώς η Παναγία θεώρησε την εκκλησία ασφαλέστερη και δε διαμαρτυρήθηκε για να ξαναπάει την εικόνα στο καμένο δέντρο. Έπειτα δίπλα χτίστηκε γυναικείο μοναστήρι, για το οποίο δεν υπάρχει κάποια απόδειξη ότι υπήρξε ποτέ. Όταν το απείλησαν οι πειρατές, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην Παναγία κι αυτή, όπως πάντα, έκανε το θαύμα της, και έφερε φίδια να κυκλώσουν το μοναστήρι. Δεν είναι τυχαία η σύνδεση άγαμων γυναικών με φίδια, μιας και τα φίδια είναι το κατεξοχήν αρσενικό ή φαλλικό σύμβολο στις αβρααμικές θρησκείες. Μπορεί να συμβολίζουν τους καταπιεσμένους πόθους των γυναικών. Σύμφωνα όμως με μια άλλη, λιγότερο δημοφιλή εκδοχή, η Παναγία μεταμόρφωσε τις μοναχές σε φίδια για να τις σώσει, κι αυτές κρύφτηκαν στο καμπαναριό. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

Το έθιμο ίσως όμως να έχει πολύ αρχαιότερες ρίζες, σε παλιά οφιολατρικά μυστήρια, και ύστερα μόνο να καλύφθηκε με στοιχεία χριστιανισμού. Είναι γνωστό ότι τα φίδια, εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων τους, πρωτοστατούσαν σε πολλές αρχαίες τελετές. Οφιολατρική θεωρείται ότι ήταν η προελληνική θρησκεία, και η μεταγενέστερη ελληνική θρησκεία δανείστηκε κατά τόπους αρκετά τέτοια στοιχεία και έθιμα. Οφιολατρεία επίσης συναντούμε σε θρησκείες της Μέσης Ανατολής, σε αρχαίες Αιγυπτιακές τελετουργίες, σε ορισμένες γνωστικές σέχτες, στον ινδουισμό, στο βουδισμό, και σε σχεδόν όλο τον κόσμο. Τα φίδια, με το ασυνήθιστο για ζώο σώμα τους και τον σχεδόν απόκοσμο τρόπο κίνησής τους, συχνά εντάσσονταν σε τέτοιες λατρείες, όπου είτε βρίσκονταν στον έλεγχο του ιεροφάντη, είτε στα χέρια και στο σώμα των πιστών, ή περιφέρονταν στο χώρο. Πιθανότατα πρόκειται για κάποιο παλιότερο τοπικό έθιμο που αργότερα ενσωματώθηκε στο χριστιανισμό.

Σήμερα φυσικά ο κόσμος στην Κεφαλονιά δεν αντιμετωπίζει με τόση θρησκοληψία τα φίδια, τα οποία έχουν γίνει πια μεγάλος πόλος έλξης τουριστών. Παρόλα αυτά, πολλοί άνθρωποι ακόμα έχουν την λανθασμένη εντύπωση ότι τα φίδια αυτά σχεδόν θαυματουργά εμφανίζονται εκείνες τις μέρες και μετά εξαφανίζονται, και ότι είναι ασυνήθιστα ήμερα. Στην πραγματικότητα, είναι όλο το χρόνο εκεί, και αλλού. Απλώς μόνο τότε τα ψάχνουν.

Advertisements