Αυτά τα μικρά, πολύχρωμα γκέκο είναι οι πιο διαδεδομένες σαύρες στην αιχμαλωσία σήμερα. Το μικρό τους μέγεθος, η ήρεμη ιδιοσυγκρασία τους, οι διάφορες χρωματικές παραλλαγές που έχουν παραχθεί, αλλά και η ευκολία διατήρησης, ακόμα και αναπαραγωγής από οποιονδήποτε, ή μάλλον καλύτερα από σχεδόν οποιονδήποτε, τις έφεραν γρήγορα σ’αυτήν τη θέση. Μετά το λοφιοφόρο γκέκο, το γενειοφόρο δράκο, τον τερατοσκίγκο, ο οποίος όμως ήταν αποτυχία, τα κηλιδωτά γκέκο είναι η τέταρτη σαύρα στη συλλογή μου, ή μάλλον ή τέταρτη και η Πέμπτη, αφού έχω δύο σχεδόν πανομοιότυπα είδη, ένα Eublepharis macularius και ένα Eublepharis turcmenicus.

Φυσική ιστορία

Τα κηλιδωτά γκέκο ανήκουν στην οικογένεια των ευβλεφαριδών (Eublepharidae), στον κλάδο των γκεκωτών (Gekkota). Οι ευβλεφαρίδες διαθέτουν διάφορα αρχαϊκά χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλα γκέκο, όπως την παρουσία κανονικών βλεφάρων, με τα οποία κλείνουν τα μάτια, σε αντίθεση με την ακίνητη μεμβράνη των υπόλοιπων γκέκο, που σχηματίζεται από τα συνενωμένα τους βλέφαρα, και την αναπαραγωγή με μαλακά αυγά, όπως οι περισσότερες σαύρες αλλά όχι όπως τα περισσότερα γκέκο. Στο παρελθόν η απουσία αναρριχητικών επιφανειών στα δάχτυλά τους θεωρήθηκε αρχαϊκό χαρακτηριστικό, αλλά στην πορεία βρέθηκε ότι διάφοροι κλάδοι γκέκο τις απέκτησαν και τις έχασαν ανεξάρτητα, ενώ ακόμα παλαιότερες εξαφανισμένες οικογένειες γκέκο τις είχαν, οπότε απλώς μπορεί οι σημερινοί ευβλεφαρίδες να τις έχασαν στη συνέχεια. Σύμφωνα με τη μορφολογική ανάλυση, οι ευβλεφαρίδες τοποθετούνταν στη βάση του δέντρου των γκεκωτών ως τα πιο αρχαία γκέκο, οι μοριακές όμως αναλύσεις τα τοποθετούν στη βάση του κλάδου που περιλαμβάνει τα μεταγενέστερα πιο εξελιγμένα γκεκονοειδή γκέκο με τα σκληρά αυγά, αφήνοντας ως αρχαιότερα τα αυστραλιανά διπλοδακτυλοειδή γκέκο, στα οποία ανήκει και το λοφιοφόρο γκέκο. Εάν έτσι έγινε η εξέλιξη, τότε τα διπλοδακτυλοειδή και τα γκεκονοειδή εξέλιξαν τη μεμβράνη του ματιού ανεξάρτητα. Οι ευβλεφαρίδες σήμερα έχουν διασπασμένη και υπολειμματική εξάπλωση σε Ασία, Βόρνεο και γύρω νησιά, Αφρική και Βόρεια και Κεντρική Αμερική, και περιέχουν 30 είδη σε 6 γένη. Αν και λίγα σε σχέση με τα συνολικά περίπου 1.500 είδη των γκέκο, αυτό δε σημαίνει ότι είναι αποτυχημένα. Το γένος Eublepharis, στο οποίο ανήκει το κηλιδωτό γκέκο περιλαμβάνει 5 είδη: Eublepharis angramainu του Ιράκ και της ανατολικής Τουρκίας, E. fuscus της δυτικής Ινδίας, E. hardwikii της ανατολικής Ινδίας, E. macularius του Πακιστάν, του Αφγανιστάν με οριακή εξάπλωση στο Ιράν και στην Ινδία, με 5 αναγνωρισμένα υποείδη (Eublepharis macularius afganicus, E. m. fasciolatus, E. m. macularius, E. m. Montanus, E. m. smithi), και E. turcmenicus του νότιου Τουρκμενιστάν και του βόρειου Ιράν. Τα παραπάνω υποείδη του E. macularius αμφισβητούνται από μερικούς ερευνητές, οι οποίοι τα αντιμετωπίζουν ως τοπικές παραλλαγές ελάσσονος ταξινομικής σημασίας. Το είδος E. macularius πρωτοπεριγράφηκε από τον Edward Blyth το 1854, ενώ το E. turcmenicus από τον Ilia Darevski το 1977.

Τα τρία κοινότερα είδη στην αιχμαλωσία είναι η νοτιοδυτική ομάδα που περιλαμβάνει E. angramainu, E. Turcmenicus και E. macularius. Ο E. angramainu, γνωστό ως μεσοποταμιακό κηλιδωτό γκέκο, φτάνει τα 25 εκατοστά και είναι αρκετά περιζήτητο και σπάνιο, αφού ωριμάζει αναπαραγωγικά σε 3-4 χρόνια. Έχει λεία υποδακτύλια ελάσματα. Από τα δύο τελευταία, ο E. macularius είναι μακράν το κοινότερο στην αιχμαλωσία. Είναι σχεδόν όμοια, με τον E. turcmenicus συνήθως να είναι μικρότερος στο μέγεθος, με μικρότερες φολίδες στο σαγόνι, ελαφρώς τροπιδωτές φολίδες στα υποδακτύλια ελάσματα, και κάτω από 8 προπρωκτικούς πόρους, ενώ το κοινό είδος έχει εντονότερα τροπιδωτές φολίδες και πάνω από 8 προπρωκτικούς πόρους. Τα είδη του γένους Eublepharis, παρά τις διαφορές τους, είναι κοντινοί συγγενείς και μπορούν να υβριδιστούν δίνοντας γόνιμους απογόνους.

Το είδος έχει λάβει πολλές κοινές ονομασίες, όπως γκέκο λεοπάρδαλη (Leopard gecko), ή λεοπαρδαλογκέκο, ασιατικό παχύουρο γκέκο (Asian fat-tailed gecko), σαμιαμίδι λεοπάρδαλη, παρδαλό γκέκο, κηλιδωτό γκέκο κλπ. Στο άρθρο αυτό θα χρησιμοποιώ την ονομασία «κηλιδωτό γκέκο» ως πιο εύχρηστη και πιο ακριβή μετάφραση της επιστημονικής του ονομασίας. Γενικώς όταν μιλάω για το κηλιδωτό γκέκο, θα εννοώ το κοινό E. macularius, με αναφορές σε άλλα είδη, κυρίως στον E. turcmenicus, μόνο εάν υπάρχει κάποια ουσιαστική διαφορά από τον E. macularius.

Τα γκέκο αυτά είναι αρκετά μεγαλόσωμα και στιβαρά, με χαρακτηριστική παχιά ουρά, η οποία είναι μικρότερη του σώματος. Από τα 41 είδη γκέκο του Πακιστάν, ο E. macularius είναι το μεγαλύτερο. Το μήκος τους κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 20-25 εκατοστών, με μήκος σώματος 12-16 εκ. και μήκος ουράς 8-9 εκατοστά, ενώ το βάρος τους κυμαίνεται στα 40-80 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθός τους. Το κεφάλι τους είναι πλατύ, με κατηφορικό ρύγχος και μεγάλα μάτια με βλέφαρα και κάθετες κόρες, όπως τα περισσότερα νυικτόβια κυνηγετικά ζώα. Πίσω από τα μάτια βρίσκονται οι ακουστικοί πόροι, όπου το κρανίο είναι διαμπερές, δηλαδή αν τοποθετήσετε το γκέκο μπροστά από μια έντονη πηγή φωτός, θα παρατηρήσετε ότι το φως περνά μέσα από το αυτί του. Στο άκρο του ρύγχους βρίσκονται τα ρουθούνια, και από κάτω είναι το στόμα, το οποίο φέρει περίπου 100 δόντια, τα οποία αντικαθίστανται κάθε 3-4 μήνες. Κάθε δόντι μοιάζει με καρφάκι με δύο κορυφές, όπως και στα περισσότερα γκέκο, και όπως όλα τα γκέκο, δεν έχει δόντια στον ουρανίσκο. Η γλώσσα είναι πλατιά, όπως σε όλα τα γκέκο, η οποία χρησιμεύει στην κατάποση, στην πόση, στην όσφρηση με το ινιδορινικό όργανο και στον καθαρισμό του προσώπου και των ματιών. Ο λαιμός είναι σχετικά μακρύς, κοντότερος όμως απ’το κεφάλι, και το σώμα είναι υποκυλινδρικό και αρκετά γεροδεμένο. Τα τέσσερα άκρα είναι λεπτά, σχετικά κοντά και με 5 κοντά δάχτυλα, τα οποία φέρουν μικρά, αγκιστρωτά νύχια. Η αρχική ουρά είναι Παχιά με μια περίσφιξη στη βάση και λεπτή άκρη, και το δέρμα της σχηματίζει δακτυλίους, ενώ αν κοπεί και αναγεννηθεί είναι κοντότερη, χωρίς στενή βάση ή δακτυλίους και με στρογγυλεμένη άκρη. Όπως και με όλες τις σαύρες, η αναγεννημένη ουρά δεν έχει σπονδυλική στήλη, αλλά μία χόνδρινη ράβδο, η οποία μπορεί να οστεοποιηθεί μερικώς στην αρχή της, και μέσα της φέρει τον μερικώς αναγεννημένο νωτιαίο μυελό. Η παχιά ουρά χρησιμεύει ως αποθήκη λίπους. Η φολίδωση του είδους χαρακτηρίζεται από κοκκώδεις φολίδες στη ράχη, με διάσπαρτα μεγαλύτερα φύματα ανάμεσά τους όπως και στους δακτυλίους της ουράς, τα οποία του δίνουν τη χαρακτηριστική τραχιά υφή του, ενώ στην κοιλιά οι φολίδες είναι λείες. Ο συνήθης φυσικός χρωματισμός του είδους είναι αποχρώσεις του κίτρινου ή του ανοιχτού καφέ με διάσπαρτες καφέ ή μαύρες κηλίδες. Το κεφάλι είναι συνήθως σκουρότερο καφέ, η ουρά λευκή με μαύρες κηλίδες, ενώ η κάτω πλευρά είναι λευκή και σχεδόν διάφανη. Τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από το μεγαλύτερό τους μέγεθος, το μεγαλύτερο και πλατύτερο κεφάλι, τα ημιπεΪκά φουσκώματα στη βάση της ουράς πίσω από την αμάρα και τους έντονους προπρωκτικούς πόρους. Οι προπρωκτικοί ή προμηριαίοι πόροι, που είναι συνήθως 9-13 στο συγκεκριμένο είδος, σχηματίζουν τόξο μπροστά από την αμάρα και μπορεί να διακόπτονται στο μέσο από μία ή δύο φολίδες. Χρησιμεύουν στη σήμανση της περιοχής, αφού αποθέτουν κηρώδες οσμητικό υλικό στο περιβάλλον. Στα αρσενικά είναι βαθείς, έντονοι και συχνά με ίχνη κηρώδουςς ουσίας, ενώ στα θηλυκά είναι απλώς μικρά βαθουλώματα στις φολίδες.

Το γκέκο αυτό λανθασμένα χαρακτηρίζεται ερημόβιο, αφού στην πραγματικότητα σπανίζει στην έρημο, με μεγαλύτερους πληθυσμούς σε μέρη με υψηλότερες βροχοπτώσεις, σε ξηρά ή μέτριων βροχοπτώσεων κλίματα. Στο Πακιστάν, όπου η εξάπλωση και η βιολογία του έχουν μελετηθεί περισσότερο, μπορεί να βρεθεί σε όλη τη χώρα, από τις πεδιάδες μέχρι τους υποϊμαλάιους λόφους, έως το υψόμετρο των 2.500 μέτρων. Ο E. turcmenicus έχει τη βορειότερη εξάπλωση του γένους, φτάνοντας μέχρι και τον 38ο παράλληλο. Τα γκέκο αυτά συνήθως ζουν σε πετρώδεις περιοχές, όπως πετρώδεις λοφοπλαγιές με χαλικώδες υπόστρωμα, όπου κρύβονται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Σε πιο δασωμένα μέρη κατοικούν κάτω από το φλοιό των δέντρων, οπότε μπορούν να θεωρηθούν ημιδενδρόβια. Μπορούν επίσης να βρεθούν συχνά και σε πετρότοιχους που οριοθετούν σπίτια και χωράφια. Οι πετρότοιχοι αυτοί στο Πακιστάν είναι κατασκευασμένοι από μεγάλες πέτρες, οι οποίες τσιμεντώνονται με λάσπη και μικρότερες πέτρες. Όταν η βροχή διαβρώνει τους αρμούς και ανοίγει διόδους, τα γκέκο εισβάλλουν εκεί. Το είδος μπορεί να βρεθεί επίσης μέσα σε πόλεις, όπου φωλιάζει κάτω από πλάκες, γέφυρες σιδηροδρομικών γραμμών, σε τοίχους και σε υπόγειους σωλήνες, όπου οι διαρροές του παρέχουν υγρασία και τα κενά στη μόνωση κατοικία. Το μικροκλίμα των κρυψωνών αυτών είναι πιο σταθερό και πιο υγρό από τον σκληρό κόσμο της επιφάνειας. Για παράδειγμα, στο οροπέδιο του Ποτοχάρ στο βόρειο Παντζάμπ του Πακιστάν, οι μέσες θερμοκρασίες το Μάρτιο, όταν τα ζώα εξέρχονται από τη νάρκη, κυμαίνονται στους 22-24 βαθμούς, και τον Ιούνιο-Ιούλιο ανεβαίνουν έως τους 40-45 βαθμούς, με υγρασία μεταξύ 30% 40%, ενώ μέσα στις κρυψώνες η υγρασία κυμαίνεται μεταξύ 40-56%. Με την έλευση των Μουσώνων όμως, η θερμοκρασία πέφτει στους 28-33 βαθμούς και η υγρασία ανεβαίνει στο 70%-80%, και τα γκέκο δραστηριοποιούνται περισσότερο. Γενικώς ο ψυχρός, ξηρός και ανεμώδεις καιρός αναστέλλει τη δραστηριότητά τους, ενώ ο υγρός και θερμός καιρός την εντείνει. Οι ζεστές και υγρές νύχτες είναι ο καιρός που τα γκέκο αυτά γίνονται πιο δραστήρια, όπως άλλωστε και η τροφή τους. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη, που διαρκεί από το Σεπτέμβριο έως το Μάρτιο στο βόρειο Πακιστάν, αλλά από το Δεκέμβριο έως το Μάρτιο στο νότο, όπου τα γκέκο μπορεί να αδρανοποιούνται διακεκομμένα ή και καθόλου. Όπως και πολλά μικρόσωμα ερπετά σε θερμά εύκρατα και υποτροπικά κλίματα, συχνά διακόπτουν τη νάρκη όταν η θερμοκρασίες γίνονται ευνοϊκές, όπως ακριβώς με πολλά είδη στη νότια Ελλάδα και στην Κρήτη.

Λανθασμένα επίσης το γκέκο αυτό χαρακτηρίζεται εδαφόβιο. Στην πραγματικότητα καλύτερα θα το περιέγραφε ο όρος ημιαναρριχητικό, αφού συχνά σκαρφαλώνει με ευκολία τραχιές επιφάνειες. Συχνά η είσοδος στην κατοικία του βρίσκεται αρκετές δεκάδες εκατοστά από το έδαφος, ενώ όταν βρίσκεται μέσα, μπορεί είτε να κοιμάται γαντζωμένο σε κάποια επιφάνεια είτε κάτω. Λανθασμένα επίσης χαρακτηρίζεται μοναχικό, αφού συνήθως ζει σε αποικίες, οι οποίες μπορεί να φτάνουν έως και τα 15 άτομα. Αν και μπορούν να σκάψουν, π.χ. κάτω από μία πέτρα για να βολευτούν καλύτερα, γενικά δεν τροποποιούν το περιβάλλον τους, παρά βρίσκουν έτοιμες κρυψώνες και αξιοποιούν τους θαλάμους και τα περάσματα που σχηματίζουν τα κενά ανάμεσα στις πέτρες ή τις δομές. Μία αποικία μπορεί να χρησιμοποιεί έναν τόπο διαμονής για πολλά χρόνια. Η αποικία χρησιμοποιεί ένα κοινό σημείο αφόδευσης, συνήθεια που διατηρείται και στην αιχμαλωσία. Είναι εσπερόβια και νυκτόβια ζώα. Μόλις σουρουπώνει, όλα τα γκέκο βγαίνουν έξω και σκορπίζονται στη γύρω περιοχή προς εύρεση τροφής. Τρέφονται με έντομα όπως ακρίδες, γρύλλους, κατσαρίδες, σκαθάρια, κάμπιες, αλά και πιο επικίνδυνα θηράματα, όπως αράχνες, σαρανταποδαρούσες και σκορπιούς, με τους τελευταίους αγαπημένη τροφή. Τα ενήλικα γκέκο είναι και ευκαιριακή κυνηγοί μικρών σπονδυλωτών όπως μικρότερων σαυρών και γκέκο, συμπεριλαμβανομένων και νεοσσών του είδους τους μερικές φορές, σκουληκόφιδων, και νεογέννητων τρωκτικών και νεοσών πουλιών μέσα απ’τις φωλιές. Όπως και τα άλλα ευβλεφαροειδή γκέκο, είναι περισσότερο κυνηγοί αναζήτησης παρά κυνηγοί ενέδρας, ψάχνοντας ενεργητικά στο περιβάλλον για την τροφή τους, την οποία εντοπίζουν με την όραση, αν και μπορεί να οδηγηθούν σ’αυτήν με οσφρητικά ίχνη. Όταν κυνηγούν, κινούνται αργά προς τη λεία τους, συχνά δονώντας την άκρη της ουράς σαν γάτες, εξού και το άλλο τους όνομα, γατογκέκο. Έπειτα τρέχουν γρήγορα προς το θήραμα και το εξουδετερώνουν αφού το δαγκώσουν δυνατά και το κρατήσουν στο στόμα τους. Το μασούν δαγκώνοντάς το λίγες ακόμα φορές, κι έπειτα το καταπίνουν ολόκληρο. Θεωρούνται αργοκίνητα γκέκο που κινούνται αρκετά αργά αν δεν ενοχλούνται, αν και μπορούν να τρέξουν για σύντομο χρόνο όταν κυνηγούν, μαλώνουν ή απειλούνται. Κανονικά κινούνται με αργό, προσεκτικό βήμα, με το σώμα αρκετά ανασηκωμένο από το έδαφος, παρατηρώντας προσεκτικά το περιβάλλον τους, μυρίζοντας και βγάζοντας περιοδικά τη γλώσσα τους για να ανιχνεύσουν με το ινιδορινικό όργανο ή όργανο του Γιάκομπσον τις οσμές. Όταν σκαρφαλώνουν, χρησιμοποιούν βοηθητικά και την ουρά τους, ενώ μπορούν να πηδήξουν σε μικρή απόσταση. Κινούνται με ευκολία σε στενούς χώρους και τρύπες, αφού μπορούν να πάνε προς τα πίσω ή να διπλώσουν το σώμα τους και να κάνουν μεταβολή αν υπάρχει αδιέξοδο. Αυτές οι ικανότητες τους χρειάζονται επίσης για την αποφυγή των εχθρών τους.

Εχθροί τους είναι πολλά ζώα, όπως τσακάλια, αλεπούδες, κουκουβάγιες, γεράκια, βαράνοι, σαύρες δράκοι, και διάφορα φίδια όπως ο δρομέας (Ptyas mucosus), το διαδηματόφιδο (Spalarosophis diadema) και η κοινή κόμπρα (Naja naja). Αποφεύγουν τους εχθρούς τους χάρη στην κρυπτική συμπεριφορά τους, στο καμουφλάζ τους, στις οξυμένες αισθήσεις τους και στις άμυνές τους. Εάν αντιμετωπίσουν εχθρό συχνά τρέχουν μακριά, αλά μπορεί επίσης να αποπειραθούν να τον τρομάξουν με μια επίδειξη απειλής, που σκοπό έχει να κάνει το ζώο να φαίνεται μεγαλύτερο και τρομακτικότερο. Στην επίδειξη αυτή, σηκώνουν το σώμα ψηλά, καμπυλώνουν τη ράχη τους, ανοίγουν το στόμα τους και βγάζουν ήχους, και σηκώνουν την ουρά τους ψηλά και την κουνούν δεξιά κι αριστερά. Έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν συγκεκριμένους εχθρούς, για παράδειγμα έχει βρεθεί σε μελέτη ότι τα γκέκο αυτά μπορούν να αναγνωρίζουν τα φίδια και να αντιδρούν σ’αυτά, γι’αυτό και στην αιχμαλωσία μπορεί να τρομάξουν π.χ. από ένα καλώδιο που κάνει στροφές και κινείται. Εκτός από τους παραπάνω εχθρούς, το γκέκο αυτό έχει ν’αντιμετωπίσει και τον άνθρωπο, ο οποίος τα καταδιώκει. Αν και εντελώς άκακο ζώο, στο Πακιστάν λανθασμένα πιστεύεται πως είναι δηλητηριώδες, ίσως και πιο επικίνδυνο από την κόμπρα, αφού πιστεύεται ότι ένα δάγκωμά του σκοτώνει το θύμα του σε λίγα λεπτά, υγροποιώντας το. Στο Πακιστάν το είδος αποκαλείται κχαν-κχάιν, κορ κίρλι ή μπις κόμπρα, δηλαδή μικρή κόμπρα. Γι’αυτό συχνά οι ντόπιοι το σκοτώνουν όποτε το βρίσκουν, κι έπειτα πετάνε το ξύλο με το οποίο το σκότωσαν μακριά, γιατί πιστεύουν πως το δηλητήριο περνά στο ξύλο. Όπως αναφέρει και ο ερευνητής Muhammad S. Khan, ο οποίος έχει συγκεντρώσει πολλά χρήσιμα στοιχεία για τη φυσική ιστορία του είδους που χρησιμοποίησα εδώ, η πεποίθηση αυτή είναι τόσο ισχυρή, αφού όταν μάζευε κηλιδωτά γκέκο για μια μελέτη το 1996 στην αλατούχο πεδιάδα του Παντζάμπ, ένας ντόπιος φοβήθηκε και δε μπορούσε να τον αγγίξει για λίγες μέρες. Όταν κατάλαβε ότι δεν έπαθε τίποτα, εντυπωσιάστηκε και του ζητούσε επανειλημμένα το μαγικό ξόρκι χάρη στο οποίο δεν τον επηρέαζε το δηλητήριό τους. Όπως συνεχίζει ο ίδιος, τα ερπετά και τα αμφίβια γενικά αντιμετωπίζονται με απέχθεια στον ινδοπακιστανικό πολιτισμό, και πέρα από κάποιους ναούς που ζουν κάποια ιερά ερπετά, αντιμετωπίζονται με φόβο, ακόμα και αβλαβή είδη. Για παράδειγμα στο Πακιστάν πιστεύεται ότι τα σαμιαμίδια, τα διάφορα μικρά γκέκο που ζουν μέσα στα σπίτια, είναι δηλητηριώδη, όποιος τα αγγίξει παθαίνει σοβαρά δερματικά προβλήματα και δηλητηριάζουν το φαγητό και το ποτό αν πέσουν μέσα του. Τα παιδιά μαθαίνουν να φοβούνται αυτά τα ζώα και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Πολλοί από τους μύθους αυτούς διαδίδονται από τους φιδοπιάστες ή γκάργκα στο Πακιστάν, παραδοσιακά μέλη Σανιασίνων ή κατώτερων καστών, που όμως αντιμετωπίζονται με σεβασμό για τις υποτιθέμενες μαγικές τους δυνάμεις, οι οποίοι, για να προστατεύσουν το επάγγελμά τους, τρομοκρατούν τον αμόρφωτο κόσμο με τέτοιες ιστορίες. Αυτοί συχνά γίνονται γητευτές φιδιών και συλλέγουν τα δηλητηριώδη φίδια και άλλα ερπετά όπως τα κηλιδωτά γκέκο για να τα εμπορευτούν, με πολλά να εξάγονται στη Δύση. Παρά τις πιέσεις, το είδος δεν απειλείται και διατηρεί υψηλούς πληθυσμούς ακόμα και σε κατοικημένες περιοχές. Είναι κρυπτικό και δύσκολο να βρεθεί αν κάποιος δεν ψάχνει γι’αυτό. Αν λοιπόν πιαστεί από κάποιο ζώο ή άνθρωπο, θα προσπαθήσει να ξεφύγει στριφογυρίζοντας, βγάζοντας ήχους, δαγκώνοντας και αδειάζοντας το περιεχόμενο του εντέρου του. Το δάγκωμά του είναι σχετικά αδύναμο και συνήθως δεν πονάει καθόλου και δε σχίζει το δέρμα. Αν πιαστεί από την ουρά, μπορεί να την ρίξει, όπως και πολλές σαύρες. Η αυτοτομή της ουράς γίνεται στο καταγματικό πεδίο στη μη οστεοποιημένη μέση ενός σπονδύλου. Μόλις η ουρά αποκοπεί, τα αιμοφόρα αγγεία συσπώνται αμέσως για να μην υπάρξει αιμορραγία, και το ζώο ξεφεύγει, αφήνοντας πίσω του την ουρά, που εξακολουθεί να κινείται, μπρος στο σαστισμένο εχθρό. Έχει βρεθεί ότι η κίνηση της κομμένης ουράς δεν είναι τυχαία, αλλά η ουρά κάνει συνδυασμό μεγάλων και μικρότερων κινήσεων με εντολές από το νωτιαίο μυελό, μέχρι φυσικά να τελειώσουν τα αποθέματα ενέργειάς της και να εξαντληθεί από τον αναερόβιο μεταβολισμό. Ένα γκέκο χωρίς την ουρά του μπορεί να έχει σωθεί, αλλά αυτή η απώλεια κοστίζει. Έχει μόλις χάσει μια μεγάλη αποθήκη λίπους, και η αναγέννηση της νέας, η οποία θα πάρει λίγες εβδομάδες, θα απαιτήσει πολλή ενέργεια. Και φυσικά στο διάστημα της αναγέννησης δε θα μπορεί να κινηθεί τόσο καλά ούτε να ξαναχρησιμοποιήσει τηναυτοτομή ως άμυνα. Η ουρά είναι αρκετά σημαντική, αφού τα νεαρά γκέκο που την χάνουν, προσωρινά διοχετεύουν την ενέργειά τους στην αναγέννησή της, παρά στην ανάπτυξη.

Η περίοδος αναπαραγωγής για το είδος ξεκινά την άνοιξη, σύντομα μετά τη νάρκη, και τελειώνει περίπου στα μέσα του καλοκαιριού. Τα γκέκο αυτά αναγνωρίζουν το φύλο των ομοειδών τους με οσφρητικά ίχνη, τα οποία βρίσκονται πάνω στο σώμα τους και σε επιφάνειες απ’όπου έχουν περάσει. Ενώ προηγουμένως η αποικία ήταν μια μικτή ομάδα, στην περίοδο αυτήν το πιο κυρίαρχο αρσενικό καθαρίζει την επικράτειά του από τους αντιπάλους του. Το αρσενικό χρησιμοποιεί το έκκριμα των πόρων του για να σημάνει την περιοχή του, σύροντας το πίσω μέρος του στο έδαφος και σε επιφάνειες. Όταν συναντά αντίπαλο αρσενικό, σύρει τους πόρους στο έδαφος, κι επίσης γλείφει την περιοχή και απλώνει τη μυρωδιά πάνω του. Έπειτα μπορεί να κάνει μια επίδειξη απειλής, ώστε να τρομάξει ο αντίπαλος. Αν δε φύγει, τότε τρέχει προς το μέρος του, τον δαγκώνει και τον χτυπά με την ουρά. Κατά τη μάχη, και τα δύο ζώα χάνουν κομμάτια της επιδερμίδας τους. Στο τέλος ο ηττημένος φεύγει, έχοντας αφήσει πίσω του αρκετά κομμάτια δέρματος και συνήθως και την ουρά του, τα οποία μπορεί να φάει ο νικητής. Τα γκέκο αυτά είναι προσαρμοσμένα σε τέτοιου είδους τραυματισμούς και αναγεννούν την επιδερμίδα χωρίς καμία ουλή. Έπειτα ο νικητής έχει πρόσβαση σ’όλα τα θηλυκά της επικράτειάς του. Κατά το ζευγάρωμα, το αρσενικό πλησιάζει το θηλυκό δονώντας την ουρά του. Αν αυτό είναι δεκτικό, που συνήθως είναι, πηγαίνει σε μία γωνία και μετά το αρσενικό το δαγκώνει από την ουρά, ανεβαίνοντας σιγά-σιγά προς το λαιμό, απ’όπου το πιάνει. Έπειτα ανεβαίνει πάνω του, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και το αρσενι΄κό τοποθετεί ένα από τα δύο ημιπέη του στην αμάρα του θηλυκού. Ένα τρεμούλιασμα του θηλυκού υποδηλώνει επιτυχές ζευγάρωμα. Αν από την άλλη το θηλυκό δεν είναι δεκτικό, θα προσπαθήσει να φύγει ή θα κάνει επίδειξη απειλής και μπορεί να επιτεθεί στο αρσενικό. Η εγκυμοσύνη διαρκεί 10-20 μέρες ή και παραπάνω, κι έπειτα το θηλυκό γεννά μία δυάδα λευκών, ωοειδών αυγών μήκους συνήθως 31-35 χιλιοστών και πλάτους 13-16 χιλιοστών. Τα αυγά αυτά έχουν μαλακό κέλυφος και αφυδατώνονται στην ατμόσφαιρα, γι’αυτό το θηλυκό τα αποθέτει σε σκοτεινά και υγρά μέρη που δεν

πιάνει η βροχή, όπως στα βάθυ σχισμών ή κάτω από πέτρες. Ένα θηλυκό, ή όλα τα θηλυκά μιας αποικίας, μπορεί να χρησιμοποιούν ένα ασφαλές σημείο ωοτοκίας για χρόνια. Όπως όλα τα γκέκο, μπορεί να γεννήσουν και ένα μόνο αυγό εάν είναι μικρά, εξαντλημένα κλπ, αλλά κανονικά ποτέ πάνω από δύο. Γέννες με τρία αυγά είναι εξαιρετικά σπάνιες στα γκέκο, και ένα είδος που έχει καταγραφεί με τρία αυγά είναι και το κηλιδωτό γκέκο. Στη φύση το θηλυκό μπορεί να γεννήσει 3-4 φορές το χρόνο, σπάνια περισσότερο, ενώ στην αιχμαλωσία γεννά συνήθως περισσότερες στα παραγωγικά του χρόνια, σπάνια ως και 10. Το διάστημα μεταξύ των γεννών κυμαίνεται στις 10-35 ημέρες, και είναι δυνατό το θηλυκό να απορροφήσει κάποια αυγά εάν οι συνθήκες δεν είναι καλές. Το κηλιδωτό γκέκο παρουσιάζει θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου, δηλαδή το φύλο των απογόνων δεν καθορίζεται από τη γενετική, αλλά από τη θερμοκρασία στις πρώτες 22 ημέρες της επώασης. Επίσης η θερμοκρασία επώασης επηρεάζει το μέγεθος των μικρών, το χρωματισμό, ακόμα και τη συμπεριφορά. Η επίδραση της θερμοκρασίας επώασης στα παραπάνω έχει μελετηθεί εκτενώς σ’αυτό το είδος. Θερμοκρασίες μεταξύ 26-28 βαθμών παράγουν σχεδόν αποκλειστικά θηλυκά, στους 30 βαθμούς παράγεται περίπου ίσο ποσοστό αρσενικών και θηλυκών, ενώ σε θερμοκρασίες μεταξύ 31-32 βαθμών παράγονται κυρίως αρσενικά. Σε θερμοκρασίες 34-35 βαθμών παράγονται τα λεγόμενα ζεστά θηλυκά (hot females), τα οποία όμως είναι ανεπιθύμητα γιατί έχουν συμπεριφορά αρσενικού – προσπαθούν να ζευγαρώσουν με άλλα θηλυκά και μαλώνουν με τα αρσενικά -, έτσι δύσκολα πείθονται να γονιμοποιηθούν. Οι απόγονοί τους ωστόσο είναι υγιείς και γόνιμοι σύμφωνα με μελέτες, παρά τους ισχυρισμούς ότι αυτά τα θηλυκά είναι στείρα ή δε βγάζουν καλούς απογόνους. Ανεξάρτητα με τη θερμοκρασία που επωάστηκαν, όλα τα θηλυκά του είδους φέρουν ίχνη ημιπεών. Ο χρόνος επώασης εξαρτάται από τη θερμοκρασία, με συντομότερο χρόνο σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Σε θερμοκρασίες που βγάζουν κυρίως θηλυκά η επώαση μπορεί να διαρκέσει 55-65 ημέρες, ενώ σε θερμοκρασίες που βγάζουν κυρίως αρσενικά μπορεί να διαρκέσει 35-45 ημέρες. Κάποιες φορές μπορεί να κάνουν ακόμα και λιγότερο, ενώ σε χαμηλότερες θερμοκρασίες μπορεί να διαρκέσει περισσότερο. Ο χρωματισμός και το μέγεθος των νεοσσών επίσης επηρεάζονται από τη θερμοκρασία, με πιο ζωηρόχρωμα αλλά μικρότερα μικρά σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, το έμβρυο αξιοποιεί καλύτερα τα θρεπτικά συστατικά του κρόκου, γι’αυτό γεννιέται μεγαλύτερο και πιο εύρωστο. Αντίθετα σε υψηλές θερμοκρασίες, αν και το έμβρυο αναπτύσσεται ταχύτερα, μεταβολίζει έτσι κι αλλιώς υψηλότερα για να συντηρηθεί, έτσι καίει περισσότερη ενέργεια και γεννιέται μικρότερο. Οι πεπειραμένοι και ευσυνείδητοι εκτροφείς κάνουν περίπλοκους χειρισμούς με τη θερμοκρασία για να επηρεάσουν το φύλο και το χρωματισμό των γκέκο, φροντίζοντας παράλληλα και για την υγεία τους. Ένα μυστικό για παράδειγμα είναι η επώαση των θηλυκών σε χαμηλές θερμοκρασίες, και η μετακίνησή τους μετά το παράθυρο του φυλοκαθορισμού σε υψηλότερες, για να επιταχυνθεί η διαδικασία και να έχουν εντονότερα χρώματα. Αν ψάξετε για αποτελέσματα μελετών πάνω στην αναπαραγωγή του κηλιδωτού γκέκο, θα βρείτε πολλά ενδιαφέροντα ευρήματα. Για παράδειγμα, τα θηλυκά έχουν έναν τρόπο ενδυνάμωσης των μικρών, ακόμα κι αν τα αυγά τους είναι μικρότερα. Όσο περνά το καλοκαίρι, τα θηλυκά εξαντλούνται από τις απανωτές γέννες και γεννούν μικρότερα αυγά, τα οποία δίνουν μικρότερα μικρά. Έτσι, για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα αυτών των μικρών, εφοδιάζουν τον κρόκο του αυγού με επιπλέον στεροειδή, ώστε τα μικρά να είναι ανταγωνιστικότερα και επιθετικότερα σε σχέση με τα σωματικά μεγαλύτερ απαλιότερα αδέρφια τους. Έναάλλο ενδιαφέρον εύρημα είναι η ανακάλυψη ότι το προγεννητικό περιβάλλον επηρεάζει τη συμπεριφορά των νεοσσών του κηλιδωτού γκέκο. Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για το πόσο πολύ το αγέννητο παιδί επηρεάζεται από το περιβάλλον της μητέρας του. Αν ακούει κλασική μουσική θα είναι ήρεμο, αν η μάνα δεν τρώει σωστά θα είναι παλιοχαρακτήρας κλπ. Στη μελέτη αυτήν λοιπόν, αυγά κηλιδωτών γκέκο χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, η μία επωάστηκε σε απόλυτο σκοτάδι, η άλλη σε λίγο φως και η άλλη σε φως με σχήματα. Όταν γεννήθηκαν, για τις πρώτες μέρες αυτά που επωάστηκαν κάτω από σχήματα προτίμησαν το ίδιο περιβάλλον. Οπότε ο μύθος της σπουδαιότητας της προγεννητικής επίδρασης καταρρίπτεται, αν ακόμα και μια σαύρα, που δε φροντίζει τα μικρά της, παρουσιάζει το ίδιο χαρακτηριστικό.

Στο τέλος της επώασης λοιπόν, το αυγό καταρρέει και σύντομα ο νεοσσός εκκολάπτεται. ΟΙ νεοσσοί έχουν μήκος 6-8 εκ. και βάρος 3-5 γραμμάρια. Αλλάζουν το πρώτο τους δέρμα σε 2-3 μέρες και μετά αρχίζουν να τρώνε. Στα χρώματα και στη συμπεριφορά διαφέρουν πολύ από τα ενήλικα άτομα του είδους τους• έχουν μαύρο ή σκούρο καφέ χρώμα, με δύο ή τρεις κίτρινες ζώνες στο σώμα, μια λευκοκίτρινη στον αυχένα που φτάνει ως τα χείλη και πολλές μικρότερες στην ουρά. Ο χρωματισμός τους είναι μιμητικός δηλητηριωδών αρθροπόδων στην περιοχή τους, κι όταν αντιμετωπίζουν εχθρό δε διστάζουν να του αντιπαρατεθούν. Σε περίπτωση απειλής. Σηκώνουν την ουρά τους ψηλά, σαν σκορπιοί, ανοίγουν το στόμα τους και βγάζουν μια έντονη για το μέγεθός τους κραυγή, ενώ μπορεί επίσης να πεταχτούν προς την απειλή και να δαγκώσουν. Αν και το δάγκωμά τους είναι ασήμαντο, το ζώο μπορεί να νομίζει ότι τσιμπήθηκε από κάτι επικίνδυνο και να το αφήσει. Οι άνθρωποι που ζούσαν σε συμπατ΄ρια με το γκέκο ίσως να τρόμαζαν επίσης από την υπερβολική αντίδραση ενός τόσο μικρού ζώου, κι έτσι να το θεώρησαν λανθασμένα επικίνδυνο. Τα μικρά περνούν από μια οντογενετική χρωματική αλλαγή στους τρεις μήνες της ζωής τους, οπότε οι σκούρες περιοχές σπάνε σε κηλίδες και το ζώο αποκτά τον γνωστό χρωματισμό παραλλαγής. Έκτοτε, είναι πιθανότερο να τρέξουν μακριά από κάποια απειλή παρά να της αντιπαρατεθούν. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου το μικρό είναι πιο τσαμπουκάς από τον ενήλικα. Στο διάστημα αυτό των τριών μηνών είναι επίσης δυνατή η διάγνωση του φύλου από κάποιο προσεκτικό μάτι, αλλιώς μπορεί να γίνει με μεγαλύτερη ασφάλεια στους 5-6 μήνες. Πολύ πεπειραμένοι εκτροφείς μπορούν ωστόσο να διαγνώσουν το φύλο στις 2-3 βδομάδες. Τα γκέκο αυτά ωριμάζουν γεννητικά στους 9-12 μήνες, και στη φύση φτάνουν συνήθως στο πλήρες τους μέγεθος τον επόμενο χρόνο από τη γέννησή τους. Τα θηλυκά αρχίζουν να γεράζουν αναπαραγωγικά υπό συνθήκες χαλαρής αναπαραγωγής στα 10-12 χρόνια, ενώ τα αρσενικά διατηρούνται ακμαία πρακτικά για όλη τους τη ζωή. Αντίθετα, σε συνθήκες εντατικής αναπαραγωγής, όπως εφαρμόζουν μερικοί εκτροφείς, όπου τα θηλυκά αναπαράγονται από το Φεβρουάριο έως τον Οκτώβριο και γεννούν πάνω από 10 φορές, τα θηλυκά παύουν να είναι γόνιμα μετά τα 4 χρόνια και συνήθως πεθαίνουν στα 7-10 χρόνια. Η κανονική διάρκεια ζωής του είδους κυμαίνεται στα 15-20 χρόνια, με τα αρσενικά να ζουν περισσότερο από τα θηλυκά λόγω λιγότερης καταπόνησης κατά την αναπαραγωγή, τα οποία κατέχουν και το ρεκόρ, με ένα αρσενικό στο Ζωολογικό Κήπο Woodland Park του Σιάτλ με καταγεγραμμένη διάρκεια ζωής τα 28,5 χρόνια.

Στην αιχμαλωσία

Το κηλιδωτό γκέκο του είδους Eublepharis macularius είναι από τις κοινότερες, αν όχι η κοινότερη, σαύρα στην αιχμαλωσία παγκοσμίως. Έχει μεγάλο ιστορικό εκτροφείς και μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη εξημερωμένη σαύρα. Εάν ο βασικός ορισμός της εξημέρωσης είναι η γενετική τροποποίηση ενός οργανισμού από τον άνθρωπο, αυτό το είδος τον πληροί. Δεν είναι εξημερωμένο όπως ένας σκύλος ή κάποιο άλλο μεγάλο ζώο που συνεργάζεται με τον άνθρωπο, αλλά όπως τα χρυσόψαρα, μικρά πουλιά κλπ, που κυρίως έχουν επιλεγεί για την εμφάνισή τους. Ακόμα και ο χρωματισμός άγριου τύπου (normal) του γκέκο αυτού δεν αντιστοιχεί πλήρως σε κάποια φυσική μορφή του, μιας και τα διάφορα υποείδη και οι τοπικές παραλλαγές συγχωνεύτηκαν στα πρώτα χρόνια της αναπαραγωγής του στην αιχμαλωσία. Εκείνη την εποχή, οι εκτροφείς ενδιαφέρονταν περισσότερο να κρατήσουν ένα είδος ζωντανό και να βγάλουν απογόνους, παρά να διατηρήσουν καθαρές τις γραμμές. Έτσι το σημερινό αιχμάλωτο είδος αποτελεί σύμφυρση όλων των υποειδών, με μεγαλύτερη συμβολή αυτών του Πακιστάν. Πέρα από κατοικίδιο, το κηλιδωτό γκέκο έχει γίνει χάρη στην εύκολη συντήρηση και αναπαραγωγή του χρήσιμος οργανισμός μοντέλο στα εργαστήρια, στο οποίο μελετώνται πράγματα όπως η επίδραση των συνθηκών επώασης στο φύλο και στο φαινότυπο των μικρών, όπως προανέφερα, η αναγέννηση της ουράς και του δέρματος, η αντικατάσταση των δοντιών, η εμβρυική ανάπτυξη, η θερμορρύθμιση κλπ. Είναι ένα από τα πλέον μελετημένα ερπετά, και γι’αυτό έχουμε πολλές επιστημονικές πληροφορίες όσον αφορά αυτό το είδος.
Η εκτροφή του γκέκο αυτού στην αιχμαλωσία ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του 1970. Εκείνη την εποχή κατέφθαναν σε Ευρώπη και ΗΠΑ χιλιάδες πιασμένα άτομα κυρίως από το Πακιστάν, αλλά και από γειτονικές χώρες. Μέσα σ’όλες αυτές τις χιλιάδες κιτρινόμαυρων σαυρών, τύχαινε να υπάρχουν μερικές με αποκλίνοντα χρωματισμό, οι οποίες έγιναν η βάσεις για τα σημερινά μορφικά. Άλλα μορφικά προέρχονταν από τυχαίες μεταλλάξεις στην αιχμαλωσία. Τα μορφικά ήταν αυτό που απογείωσε την εκτροφή του κηλιδωτού γκέκο, και το έβαλε στη θέση που είναι σήμερα. Παρόλο που οι τεχνικές διατήρησης και αναπαραγωγής είχαν τελειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ακόμα και τότε συνέχισαν οι εισαγωγές γκέκο, επειδή ήταν φθηνότερα, άρα ο κόσμος εξακολουθούσε να τα αγοράζει, κι επίσης οι εκτροφείς περίμεναν να βρουν αυτό το μοναδικό ζώο που έψαχναν. Τελικά το Πακιστάν έκλεισε τις εξαγωγές γκέκο το 1990, κι έκτοτε οι τεχνικές εκτροφής του τελειοποιήθηκαν, ώστε σήμερα να έχουμε σχεδόν υπερπληθυσμό αυτών των ζώων και προσιτές, αν όχι εξευτελιστικές τιμές για normal και απλά μορφικά. Έτσι γίνεται δυστυχώς, δε βάζει ο κόσμος μυαλό εκτός κι αν υπάρχει ένας μπαμπούλας πάνω απ’το κεφάλι του με τη μορφή νέων νομοθεσιών και απαγορεύσεων στις εξαγωγές. Ο κόσμος συνέχιζε ν’αγοράζει πιασμένα ζώα, μόνο και μόνο επειδή ήταν φθηνότερα, άσχετα αν ήταν χειρότερα στην υγεία τους ή αυτό επηρέαζε τους άγριους πληθυσμούς. Απευθύνω την έκκλησή μου σ’όλους τους αναγνώστες μου, να αγοράζετε όσο γίνεται μόνο ζώα από αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία (cb). Σήμερα λοιπόν όλα τα γκέκο που κυκλοφορούν στο εμπόριο προέρχονται αποκλειστικά από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι όλοι οι εκτροφείς είναι ευσυνείδητοι και όλα τα καταστήματα σωστά.
Προσπαθήστε ν’αγοράζετε κηλιδωτά γκέκο από χομπίστες εκτροφείς που αγαπούν τα ζώα τους και κάνουν το καλύτερο γι’αυτά, ή από εξειδικευμένα καταστήματα στα ερπετά. Εκτός από τον άγριο τύπο ή normal υπάρχουν και δεκάδες μορφισμών, τους οποίους δε μπορώ να συζητήσω σ’αυτό το άρθρο γιατί είναι πάρα πολλοί. Βασικά τα μορφικά είναι ζώα που έχουν υποστεί επιλεκτική αναπαραγωγή για το χρωματισμό τους, ο οποίος διαφέρει από τον φυσικό. Υπάρχουν ελαφριά μορφικά όπως τα tangerine με πορτοκαλίζον χρώμα και τα high yellow με εντονότερα κίτρινα, hypo με λιγότερη μελανίνη, κλπ, αλλά υπάρχουν και πιο αποκλίνοντα όπως τα patternless χωρίς σχέδια, τα Mac snow, με ασπρόμαυρα χρώματα, τρεις τύποι αλφικών (Albino), κλπ. Οι μορφισμοί μπορεί να οφείλονται είτε σε υπολειπόμενα γονίδια, είτε σε συνυπερέχοντα γονίδια, ή σε πολυγονιδιακά φαινόμενα. Εκτός από το χρωματισμό, ορισμένα μορφικά έχουν επιλεγεί για το μέγεθός τους, όπως για παράδειγμα οι γίγαντες Τρέμπερ (Tremper giants), οι οποίοι φτάνουν τα 30 εκατοστά σε μήκος και τα 140 γραμμάρια σε βάρος. Ο Ron Tremper είναι μεγάλο και παλιό όνομα στην εκτροφή αυτού του είδους, πρωτοπόρος σε πολλές τεχνικές και δημιουργός πολλών πετυχημένων μορφικών. Τα μορφικά δε διαφέρουν σε κάτι σημαντικό πέρα από το χρώμα ή και το μέγεθος από τα «κανονικά» κηλιδωτά γκέκο, και φυσικά μπορούν να συνδυαστούν για να δώσουν είτε ετερόζυγα νορμάλ είτε άλλα μορφικά, ανάλογα με το γενετικό συνδυασμό. Υπάρχουν ωστόσο και λίγες εξαιρέσεις, όπως τα enigma, σημαντικό ποσοστό των οποίων παρουσιάζει σοβαρά νευρολογικά προβλήματα, και γι’αυτό η δημοτικότητά τους έχει πέσει. Επίσης τα αλφικά ζώα δεν ανέχονται τον υψηλό φωτισμό, αλλά πέρα απ’αυτό, δεν έχουν κάποιο άλλο πρόβλημα. Παράλληλα με την αγορά των μορφικών, υπάρχουν και εκτροφείς που διατηρούν καθαρές γραμμές του άγριου τύπου ή συγγενικών ειδών. Τα ζώα αυτά, επειδή έχουν μεγαλύτερη γενετική ποικιλομορφία, χρησιμοποιούνται για την ενδυνάμωση κλειστών γραμμών μορφικών. Υπάρχει ωστόσο πιθανότητα οι περισσότερες απ’αυτές τις γραμμές να έχουν μικρό ποσοστό επιμιξίας με E. Macularius, για παράδειγμα αυτό λέγεται συχνά για τους E. Turcmenicus, αν και μόνο μία εξέταση dna θα μπορούσε να λύσει το φλέγον ζήτημα.

Όπως προανέφερα, τα γκέκο αυτά είναι πολύ εύκολα στη φροντίδα. Αν και θα μπορούσαν να ζήσουν σ’ένα χώρο 40χ25 με δύο κρυψώνες, μία στη ζεστή και μία στη δροσερή μεριά και μια υγρή κρυψώνα, χαρτί κουζίνας για υπόστρωμα και ένα μπολ τροφής και νερού, καλό είναι να τους δίνεται κάτι περισσότερο. Το παραπάνω είναι το ελάχιστο που προτείνεται για ένα γκέκο, αν και στην πραγματικότητα είναι αρκετά λίγο. Εφόσον το γκέκο αυτό σκαρφαλώνει στη φύση, θα χρειαστεί περισσότερα αντικείμενα αναρρίχησης ώστε να ασκείται. Ένας χώρος 45χ30 είναι ιδανικός για ένα, οριακός για δύο συμβατά γκέκο, ενώ ένας χώρος 60χ45 είναι ιδανικός για δύο ή και τρία. Για κάθε νέο ζώο, ο χώρος θα πρέπει να αυξάνεται περίπου κατά 50%. Το ύψος δεν έχει τόση σημασία, αν και καλό είναι να έχουν λίγα εκατοστά να σκαρφαλώνουν, για παράδειγμα 20-30 εκατοστά. Τα γκέκο αυτά ζουν άνετα σε ομάδες, αρκεί να θυμάστε ότι δύο αρσενικά στην πορεία σίγουρα θα μαλώσουν, ίσως μέχρι θανάτου επειδή ο ηττημένος δε θα μπορεί να ξεφύγει, ένα αρσενικό με ένα ή περισσότερα θηλυκά θα οδηγήσει σίγουρα σε αναπαραγωγή, κάτι που μπορεί να επιδιώκετε ή όχι, ενώ ένα αρσενικό με ένα μόνο θηλυκό είναι πιθανό να στρεσάρει το θηλυκό επειδή θα δέχεται συνεχή παρενόχληση από το αρσενικό, και μπορεί επίσης το αρσενικό να τραυματιστεί από το μη δεκτικό θηλυκό. Οπότε καλύτερο σχήμα είναι είτε πάνω από ένα θηλυκό είτε ένα αρσενικό με δύο ή περισσότερα θηλυκά, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι τα ζευγάρια έχουν πάντοτε προβλήματα. Εάν παρατηρείτε ότι μαλώνουν και κάποιο στρεσάρεται τόσο ώστε να μην τρέφεται σωστά ή δείχνει τραυματισμένο, καλύτερα να το απομονώσετε και ν’αναζητήσετε την αιτία του προβλήματος, π.χ. ανεπαρκής χώρος, αλλιώς ίσως χρειαστεί να το έχετε χωριστά μόνιμα. Το τερράριο εσωτερικά θα πρέπει να περιέχει επιφάνειες για σκαρφάλωμα και κρυψώνες. Προτείνεται, σε περίπτωση που στεγάζεται πάνω από ένα γκέκο στον ίδιο χώρο, να υπάρχουν ξεχωριστές κρυψώνες για το καθένα, αν και στην πραγματικότητα συνήθως όλα χρησιμοποιούν την ίδια. Αντικείμενα όπως πέτρες, χοντρά κλαδιά, κομμάτια φλοιού, σπασμένες γλάστρες, ή κομμένες καρύδες, μισά κούτσουρα και κορμοί και κομμάτια από φελλό που πωλούνται στα ειδικά καταστήματα είναι κατάλληλα για τη διακόσμηση του τερραρίου. Χρειάζεται μόνο προσοχή με τις πέτρες και παρόμοια βαριά αντικείμενα, τα οποία θα πρέπει να είναι καλά στερεωμένα για να μην πέσουν και καταπλακώσουν τα γκέκο. Θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα κρυψήματος και στη θερμή και στη δροσερή πλευρά, ώστε το ζώό να μην αναγκάζεται να θυσιάζει τη θερμορρύθμισή του για την ασφάλεια. Καλύτερο είναι να μπορεί να κινείται από τη μία πλευρά στην άλη κρυμμένο, οπότε μια μακρόστενη κρυψώνα όπως ένα κομμάτι φλοιού ή φελλού είναι ιδανική. Μία υγρή κρυψώνα στη ζεστή πλευρά είναι επίσης απαραίτητη. Στη φύση αυτά τα γκέκο ζουν σε υγρά μικροκλίματα, και μια τέτοια κρυψώνα θα τα βοηθήσει να διατηρούν την ενυδάτωσή τους και να αλάζουν το δέρμα τους χωρίς προβλήματα. Στην πιο απλή της μορφή, η υγρή κρυψώνα είναι ένα κουτί όπως ένα ταπεράκι γεμισμένο με υγρά χαρτιά, τύρφη, βρύα ή χώμα, το οποίο έχει μια τρύπα στο πλάι για να μπαινοβγαίνει το γκέκο. Η κρυψώνα αυτή λειτουργεί επίσης ως χώρος εναπόθεσης των αυγών σε περίπτωση αναπαραγωγής. Επειδή συχνά τα γκέκο περνούν πολύ χρόνο εκεί, γίνεται να την συγχωνεύσεται με τη ζεστή κρυψώνα, π.χ. μια μεγάλη ζεστή κρυψώνα με το μισό της υγρό. Το υπόστρωμα θα πρέπει να είναι κάτι εύκολο στο καθάρισμα και ασφαλές. Η άμμος είναι εντελώς ακατάλληλη, γιατί απλώς το ζώο αυτό δεν είναι προσαρμοσμένο να ζει και να βαδίζει στην άμμο. Οι σαύρες που βαδίζουν στην άμμο, όπως ο τερατοσκίγκος, έχουν κροσσωτές φολίδες στα δάχτυλά τους. Το γκέκο αυτό δεν έχει. Η άμμος, εκτός του ότι είναι βαριά και δύσκολη στο καθάρισμα επειδή απορροφά υγρά και μικροσωματίδια, παράγει πολλή σκόνη, ενδέχεται να προκαλέσει ενσφήνωση αν το ζώο την καταπίνει συχνά, και μπορεί να εισχωρήσει σε ευαίσθητες περιοχές όπως μέσα στα μάτια, ανάμεσα στα χείλη και στα δόντια, στα ρουθούνια, στα αυτιά, στην αμάρα κλπ, προκαλώντας ερεθισμούς και μολύνσεις. Γι’αυτό καλύτερα να την αποφύγετε. Εάν θέλετε οπωσδήποτε ένα φυσικό υπόστρωμα, μπορείτε να φτιάξετε ένα σκληρό μείγμα από αργιλώδες χώμα, χαλίκια και πετραδάκια, το οποίο θα πρέπει να συμπιέσετε καλά. Αλλιώς μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την ευκολότερη λύση, χαρτί. Χαρτί κουζίνας για τα μικρότερα ή και για τα ενήλικα, και εφημερίδα ή άλλα σκληρότερα χαρτιά για τα ενήλικα. Οποιοδήποτε χαρτί που δε γλιστρά πολύ κάνει. Τα κηλιδωτά γκέκο επιλέγουν μία γωνία του χώρου τους όπου αφοδεύουν αυστηρά εκεί, οπότε το καθάρισμά τους είναι πολύ εύκολο. Τα νεαρά ωστόσο άτομα, που ακόμα δεν έχουν εγκαθιδρύσει κάποια επικράτεια, μπορεί για τους πρώτους μήνες να αφοδεύουν οπουδήποτε.

Όπως όλα τα ερπετά, έτσι και τα κηλιδωτά γκέκο θα πρέπει να θερμορρυθμίζονται. Το τερράριο θα πρέπει να έχει από κάτω μια θερμαντική πλάκα, η οποία θα θερμαίνει το 1/3 του πυθμένα του χώρου στους 32-34 βαθμούς, ενώ το υπόλοιπο θα μένει αθέρμαστο. Έτσι το ζώό θα μπορεί να κινείται από τη ζεστή στη δροσερή πλευρά όποτε το χρειάζεται. Η θέρμανση επιτυγχάνεται και με λάμπα, αλλά για το συγκεκριμένο είδος, η ζέστη από κάτω είναι πολύ αποτελεσματική. Ίσως ωστόσο σε μεγαλύτερα και ψηλότερα τερράρια με παχύτερο πυθμένα να χρειαστεί και μία λάμπα, η οποία θα θερμαίνει επίσης τον αέρα και τις επιφάνειες. Εάν χρησιμοποιείται λάμπα, θα πρέπει να σβήνει το βράδυ, εκτός κι αν είναι κεραμική και δεν εκπέμπει φως. Αλλιώς η θερμαντική πλάκα μπορεί είτε να μένει αναμμένη όλο το εικοσιτετράωρο είτε να σβήνει το βράδυ. Τα γκέκο αυτά δεν ενοχλούνται με τη μόνιμη παροχή θερμότητας. Εάν ωστόσο θέλετε να την ρίξετε το βράδυ, η θερμοκρασία δε θα πρέπει να πέσει κάτω από τους 22-26 βαθμούς. Αν και γίνεται να πέσει ως τους 18 χωρίς άμεσο πρόβλημα, ο μεταβολισμός τους θα πέσει και δε θα αποδίδουν όσο θα μπορούσαν. Το καλοκαίρι, εάν η περιβαλλοντική θερμοκρασία φτάνει τους 30-32 βαθμούς ή και παραπάνω κάθε μέρα, δε θα χρειαστεί θερμαντικός εξοπλισμός. Θυμηθείτε ωστόσο να τον ανάψετε αμέσως μόλις η θερμοκρασία πέσει κάτω απ’αυτά τα επίπεδα. Μια ευκολότερη λύση είναι να τον έχετε συνδεδεμένο σε θερμοστάτη ή ροοστάτη, ο οποίος αυτόματα θα τον ανάβει όποτε η θερμοκρασία πέφτει σε σχέση με το σημείο που ρυθμίσατε. Όπως και τα περισσότερα γκέκο και οι νυκτόβιες σαύρες, το κηλιδωτό γκέκο δεν είναι ακριβής θερμορρυθμιστής όπως τα ημερόβια είδη που λιάζονται, γι’αυτό δε χρειάζεται μια συγκεκριμένη θερμοκρασία για να λειτουργεί σωστά. Λειτουργεί σε μια ευρύτερη ζώνη θερμοκρασιών, με προτιμότερες αυτές μεταξύ 30-33 βαθμούς. Η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας (uvb), με την οποία τα ερπετά και άλλα ζώα συνθέτουν τη βιταμίνη d3 για το μεταβολισμό του ασβεστίου δεν είναι απαραίτητη για το συγκεκριμένο είδος, αφού είναι νυκτόβιο και μπορεί να λαμβάνει τη βιταμίνη μέσω της διατροφής, εντούτοις ακόμα και τα νυκτόβια εκτίθενται στον ήλιο, γι’αυτό μερικοί πιστεύουν ότι μια λάμπα uvb χαμηλής απόδοσης γύρω στο 2% ωφελεί, αν και δεν έχει γίνει σχετική μελέτη γι’αυτό.
Θα μπορούσατε να την εντάξετε σε κάποιο μεγάλο τερράριο εάν επιθυμείτε.

Τα γκέκο αυτά είναι σχεδόν αποκλειστικά εντομοφάγα. Μπορούν να φάνε διάφορα έντομα που εκτρέφονται για εντομοφάγα ζώα, όπως γρύλλους (Acheta domestica), ακρίδες (Locusta migratoria), κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia), κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shellfordella tartara), αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor), προνύμφες και σκαθάρια, βασιλικά αλευροσκούληκα (Zophobas morio), κηροσκούληκα ή μελοσκούληκα (Galleria melonella), και προνύμφες και πεταλούδες, προνύμφες μαύρης στρατιωτόμυγας ή phoenix worms (Hermetia illucens), προνύμφες χρυσού σκαραβαίου (Pachnoda marginata) κλπ. Τα παραπάνω έντομα θα τα βρείτε σε εξειδικευμένα καταστήματα για ερπετά ή μπορείτε να τα παραγγείλετε, ενώ ορισμένα, όπως τα αλευροσκούληκα και τις κατσαρίδες της Αργεντινής, μπορείτε εύκολα να τα εκθρέψετε και μόνοι σας. Δεν προτείνεται να δίνετε στα γκέκο σας έντομα πιασμένα απ’τη φύση, γιατί μπορεί να περιέχουν τοξικά χημικά ή επικίνδυνους μικροοργανισμούς. Εάν θέλετε να τα δώσετε, καλύτερα να πιάσετε σχετικά ασφαλή έντομα όπως γρύλλους, ακρίδες, πράσινες μη τριχωτές κάμπιες από μη τοξικά φυτά, νυχτοπεταλούδες κλπ, και να αποφύγετε έντομα με κακή γεύση ή τοξίνες όπως πασχαλίτσες, πυγολαμπίδες, βρωμούσες, τριχωτές κάμπιες κλπ, αλά και έντομα που είναι πιθανότερο να φέρουν παθογόνους μικροοργανισμούς όπως μύγες, κοπροφάγους σκαραβαίους και κατσαρίδες από το σπίτι σας. Ένα ενήλικο γκέκο μπορεί να φάει 3-6 έντομα, ανάλογα με το μέγεθός τους. Μπορούν να φάνε χωρίς πρόβλημα έντομα όσο και το 90% του κεφαλιού. Εάν συστεγάζετε γκέκο, κανονίστε την ποσότητα ανάλογα. Εάν την άλλη μέρα όλα τα έντομα λείπουν, τοποθετήστε λίγα περισσότερα για να βεβαιωθείτε ότι δεν πεινάει κανείς. Τα έντομα που δεν πηδούν και τείνουν να κρύβονται μπορούν να τοποθετηθούν σ’ένα μπολ, απ’όπου δε θα μπορούν να ξεφύγουν και τα γκέκο θα τα πιάνουν εύκολα. Έντομα που πηδάνε όπως οι γρύλλοι και οι ακρίδες μπορούν ν’αφεθούν ελεύθερα στο χώρο, και τα γκέκο θα τα κυνηγήσουν. Τα ενήλικα γκέκο θα πρέπει να τρώνε κάθε 2-3 μέρες, ενώ τα αναπτυσσόμενα καθημερινά. Κοντά περίπου στο χρόνο, τα ίδια τα γκέκο θα μειώσουν την πρόσληψη τροφής τους καθώς σταματά η ανάπτυξή τους, ειδοποιώντας σας για την αλλαγή στο πρόγραμμα ταΐσματος. Παρόλα αυτά μπορείτε να έχετε μόνιμα το μπολ γεμάτο, και το γκέκο να τρώει όποτε θέλει. Αυτό εφαρμόζουν οι περισσότεροι εκτροφείς, ωστόσο έχει δεχτεί κριτική γιατί μπορεί να οδηγήσει σε παχυσαρκία. Το παραπάνω δεν ισχύει για τα αναπαραγόμενα θηλυκά, τα οποία έχουν υψηλότερες ανάγκες σε θρεπτική τροφή. Χάρη στις μεγάλες αποθήκες λίπους αυτού του είδουςς, μπορεί να επιβιώσει για αρκετό διάστημα χωρίς τροφή. Η βασική τροφή που χρησιμοποιούν οι εκτροφείς είναι τα αλευροσκούληκα, μια θρεπτική αλλά παχυντική τροφή. Συχνά λόγω αυτού τα γκέκο εθίζονται στα αλευροσκούληκα, με αποτέλεσμα να χάνουν γρήγορα βάρος όταν αυτά ελαττώνονται στη διατροφή τους μέχρι να προσαρμοστούν. Η ποικιλία είναι σημαντική για τη διατροφή κάθε ζώου. Φροντίστε να παρέχετε στα γκέκο μια ποικίλη διατροφή, ή τουλάχιστον δύο βασικά είδη, π.χ. αλευροσκούληκο και γρύλλο ή αλευροσκούληκο και κατσαρίδα Αργεντινής, τα οποία θα συμπληρώνετε με διάφορα άλλα είδη περιστασιακά. Τα μελοσκούληκα δε θα πρέπει να δίνονται ως βασική τροφή, γιατί είναι υπερβολικά παχυντικά (40% λίπος) και εθιστικά. Επίσης τα γκέκο μπορεί να μην φάνε όλα τα είδη που προανέφερα, για παράδειγμα πολλά δε δέχονται τις σκληρές, αν και θρεπτικές προνύμφες μύγας και τις νυχτοπεταλούδες. Επειδή τα περισσότερα έντομα υπολείπονται σε ασβέστιο, θα πρέπει να συμπληρώνονται μ’αυτό το στοιχείο με την ειδική σκόνη, σε κάθε τάισμα για τα μικρά και τα αναπαραγόμενα θηλυκά και σε κάθε λίγα ταΐσματα για τα ενήλικα. Πολλοί εκτροφείς τοποθετούν ένα μπολ με σκόνη ασβεστίου μόνιμα στο τερράριο των γκέκο, ιδίως όταν τα θηλυκά αναπαράγονται, και αυτό είναι μια καλή ιδέα για μια τέτοια περίπτωση. Επίσης θα χρειαστεί συμπλήρωση και με βιταμίνη d3, κάθε εβδομάδα για τα μικρά και αραιότερα για τα ενήλικα, ενώ οι πολυβιταμίνες θα πρέπει να δίνονται κάθε 2 βδομάδες για τα μικρά και κάθε μήνα για τα ενήλικα. Αν ωστόσο τα θηράματα των γκέκο τρέφονται με πλούσιες τροφές, οι πολυβιταμίνες μπορεί να μη χρειάζονται τόσο πολύ. Είναι κοινή πρακτική τα θηράματα, ιδίως αν δε βγήκαν πρόσφατα από την αποικία, να ταΐζονται για λίγες μέρες με θρεπτική τροφή όπως φρούτα, λαχανικά και πίτουρο για να τα αφομοιώσουν στο σώμα τους και να γίνουν θρεπτικότερη τροφή τα ίδια. Πέρα από έντομα, τα ενήλικα κηλιδωτά γκέκο μπορούν να τρώνε περιστασιακά ένα νεογέννητο ποντικάκι (pinky), το οποίο, αν και δεν είναι υποχρεωτικό, μπορεί να βοηθήσει στη γρήγορη πρόσκτηση βάρους και την επαναφορά εξαντλημένων θηλυκών. Θα πρέπει να δίνονται με μέτρο εντούτοις, π.χ. μια φορά το μήνα, γιατί είναι ιδιαίτερα παχυντικά. Εκτός από κρέας, τα γκέκο αυτά μπορούν να φάνε και πολτοποιημένα φρούτα, όπως ροδάκινο, αχλάδι ή λαχανικά όπως καρότο. Αν κι αυτό έχει δεχτεί κριτική επειδή υποτίθεται στη φύση δεν τρώνε, στην πραγματικότητα δε γνωρίζουμε αν τρώνε και το γεγονός ότι τα τρώνε στην αιχμαλωσία υποδηλώνει ότι τα τρώνε και στη φύση. Τα περισσότερα γκέκο άλλωστε, ακόμα και ερημόβια είδη, τρέφονται και με καρπούς ή άλλα γλυκά μέρη φυτών, οπότε δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο. Μπορείτε να τα δίνετε κάποιο μαλακό φρούτο 1-2 φορές το μήνα εάν θέλετε, αλλά και χωρίς αυτό μπορούν να ζήσουν κανονικά. Δε θα φάνε όλα τα γκέκο το φρουτοπολτό. Τα γκέκο αυτά κατάγονται από ξηρά μέρη, οπότε σπάνια βρίσκουν νερό. Αν και προτείνεται ο χώρος τους να έχει ένα μπολ νερού, απ’όπου πίνουν, δεν είναι απαραίτητο, αφού οι ανάγκες τους μπορούν να καλυφθούν εύκολα από την τροφή τους, την υγρή κρυψώνα και ένα ελαφρύ ψέκασμα που μπορείτε να κάνετε 1-2 φορές την εβδομάδα στο χώρο τους, ώστε να πιουν τα σταγονίδια. Ψεκάστε μόνο συγκεκριμένες περιοχές που χρησιμοποιούν πολύ και όχι υπερβολικά, μιας και σκοπός σας δεν είναι να ανεβάσετε υπερβολικά την υγρασία.

Η αναπαραγωγή αυτού του γκέκο είναι αρκετά εύκολη υπόθεση. Δε χρειάζεται εξειδικευμένες γνώσεις και εξοπλισμό, αλά, όπως με όλα τα πράγματα, η εμπειρία θα σας κάνει καλύτερους. Τις περισσότερες πληροφορίες για την αναπαραγωγή, όπως για το ζευγάρωμα, την ωοτοκία, την θερμοκρασία και το χρόνο επώασης, τον καθορισμό του φύλου κλπ τις παρέθεσα παραπάνω, αλά δεν αρκούν μόνο αυτά. Τα ζώα χρειάζονται προετοιμασία. Καταρχάς θα πρέπει να βρίσκονται σε ώριμη ηλικία, τουλάχιστον 9 μήνες για τα αρσενικά και 12 για τα θηλυκά, και φυσικά αν είναι λίγο μεγαλύτερα, ιδίως τα θηλυκά, είναι ακόμα καλύτερο, ώστε να ανταπεξέλθουν καλύτερα στο στρες της διαδικασίας. Αφού λοιπόν είστε βέβαιοι ότι έχετε αρσενικό και θηλυκό κατάλληλης ηλικίας και σε καλή υγεία, θα πρέπει να τα περάσετε από χειμερία νάρκη, το οποίο προσομοιώνει τις συνθήκες στο φυσικό τους περιβάλλον. Ο E. macularius αναπαράγεται και χωρίς να πέσει σε νάρκη, αλλά τα αποτελέσματα είναι αμφίβολα. Για βορειότερα είδη, όπως ο E. turcmenicus, η νάρκη είναι υποχρεωτική, και σύμφωνα με παρατηρήσεις που έγιναν στο Ζωολογικό Κήπο της Μόσχας σε συνεργασία με το Ζωολογικό Ινστιτούτο της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, θα πρέπει να διαρκεί τρεις μήνες σε θερμοκρασία 13-14 βαθμών Κελσίου. Το ίδιο πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί και για τον E. macularius, αλλά στο συγκεκριμένο είδος και 6 μόνο εβδομάδες στους 15 βαθμούς είναι αρκετές. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη. Αν τα ζώα είναι σε καλή υγεία και με αρκετό λίπος στο σώμα και στην ουρά, κατά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού τα έχετε ταΐσει καλά, διακόπτετε το τάισμα για δέκα μέρες-δύο εβδομάδες, ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό τους σύστημα, κι έπειτα κατεβάζετε τις θερμοκρασίες, ώστε σε λίγες μέρες να φτάσουν εκεί που πρέπει. Στην κρυψώνα θα πρέπει να υπάρχει λίγη υγρασία. Στο διάστημα αυτό τα γκέκο δε θα κινούνται πολύ. Το Φεβρουάριο-Μάρτιο μπορείτε να επαναφέρετε τη θερμοκρασία ανάβοντας το θερμαντικό εξοπλισμό. Σύντομα τα γκέκο θα ξυπνήσουν και θα ξεκινήσουν να τρώνε, οπότε θα πρέπει να τα ταΐζετε καλά για να αναπληρώσουν όσο λίγο βάρος έχασαν το χειμώνα και να βάλουν ακόμα λίγο. Η χειμερία νάρκη, αν κι όχι υποχρεωτική για το συγκεκριμένο είδος, είναι ωφέλιμη και για τα ζώα που δεν αναπαράγονται, και ίσως να επιμηκύνει τη διάρκεια ζωής τους. Εάν το αρσενικό δε βρίσκεται μαζί με το θηλυκό, σύντομα μετά τη νάρκη θα πρέπει να βρεθούν. Τα ζευγαρώματα διαρκούν μέχρι και τα μέσα του καλοκαιριού, αν κι ένα θηλυκό μπορεί να γεννά για μια χρονιά με μία μόνο γονιμοποίηση. Στο διάστημα της ωοτοκίας θα πρέπει να προσέχετε ιδιαίτερα την πρόσληψη ασβεστίου από το θηλυκό, ειδάλλως θα απορροφά από τα οστά του, αδυνατίζοντάς τα. Η υγρή κρυψώνα είναι συνήθως το σημείο φωλιάσματος του θηλυκού, όπου θάβει τα αυγά, αλά μερικές φορές τυχαίνει απλώς να τα αφήσει σε άλλη επιφάνεια, κάτω στο υπόστρωμα, ή και μέσα στο μπολ νερού, αν υπάρχει. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δυνατό να σώσετε τα αυγά αν τα προλάβετε, αλλά συνήθως θα είναι ήδη αργά όταν τα βρίσκετε. Συνήθως τα αυγά που σκορπίζουν τα θηλυκά είναι αγονιμοποίητα. Τα αγονιμοποίητα αυγά είναι ιδιαίτερα κοινό φαινόμενο σε θηλυκά που αναπαράγονται για πρώτη φορά, σε γέρικα θηλυκά, ή στην τύχη οποτεδήποτε. Μπορεί να είναι πιο εύπλαστα, μικρότερα ή ελαφρύτερα από το κανονικό. Για να βεβαιωθείτε για τη γονιμότητα των αυγών σας, μπορείτε, μετά από λίγες μέρες που θα τα βάλετε για επώαση, να τα βγάλετε και να τα τοποθετήσετε μπροστά από μια έντονη πηγή φωτός, όπως ένα φακό, σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Αν έχουν μια ερυθρή κηλίδα με ερυθρά αιμοφόρα αγγεία είναι σίγουρα γόνιμα, αφού το έμβρυο αναπτύσσεται. Αν είναι κίτρινα, πιθανότατα είναι αγονιμοποίητα. Τα αγονιμοποίητα αυγά αργότερα θα κιτρινίσουν από τον κρόκο, και στη συνέχεια θα μαλακώσουν και θα σαπίσουν. Τότε θα πρέπει να τα πάρετε από τα υπόλοιπα οπωσδήποτε. Σε ένα δοχείο επώασης μπορείτε να έχετε πολλά αυγά, ωστόσο καλό είναι να αλλάζετε το υπόστρωμα κάτω απ’όσα αυγά έχουν σκάσει ή χαλάσει, γιατί οι μικροοργανισμοί από τα παλιότερα αυγά μπορεί να επηρεάσουν τα επόμενα. Το μέσο επώασης έχει συζητηθεί πολύ. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και κοινό νοτισμένο χώμα, αλλά είναι πιο πιθανό να βγάλει προβλήματα, π.χ. μούχλα, αν και τα υγιή αυγά με πλήρως ασβεστοποιημένο κέλυφος δύσκολα μουχλιάζουν. Πιο αποστειρωμένες λύσεις είναι ο περλίτης και ο βερμικουλίτης, τον οποίο αναμειγνύετε με νερό σε αναλογία 1 μέρος νερό προς 0,8 μέσο επώασης κατά βάρος. Θα χρειαστείτε ζυγαριά γι’αυτό, ενώ αργότερα με την εμπειρία σας θα μπορείτε να το πετυχαίνετε εύκολα. Ο περλίτης θεωρείται καλύτερος, αφού είναι βαρύτερος, έτσι αν ένα μικρό γεννηθεί και το υπόστρωμα έχει στεγνώσει λίγο, δε θα κουνήσει τα υπόλοιπα αυγά. Για εκκολαπτήρας μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ένα πλαστικό κουτί, μέσα στο οποίο θα βρίσκονται τα μικρότερα κουτιά με τα αυγά, στο οποίο δημιουργείτε σταθερή θερμοκρασία με τη χρήση ενός θερμαντικού μέσου συνδεδεμένου με θερμοστάτη, είτε ένας έτοιμος από το εμπόριο. Το καλοκαίρι η επώαση μπορεί να γίνει και χωρίς κάποιον θερμαντικό εξοπλισμό αν μπορείτε να διασφαλίσετε κατάλληλες θερμοκρασίες. Είναι επίσης δυνατόν να επωάσετε λίγα αυγά μέσα στο τερράριο σε μέρος με την επιθυμητή θερμοκρασία, μέσα σε κάποιο κλειστό πλαστικό κουτί. Ακόμα, μία νέα μέθοδος επώασης που έχει δοκιμαστεί σε διάφορα είδη είναι η ξηρή επώαση, κατά την οποία τα αυγά βρίσκονται σε μια διάτρητη επιφάνεια ακριβώς πάνω από νερό στη σωστή θερμοκρασία, κι έτσι ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μουχλιάσματος από το μέσο επώασης. Η μέθοδος αυτή είναι επιτυχής και με τα αυγά του E. macularius. Τέλος, έχει τύχει μερικές φορές να ξεχάσει κάποιος τα αυγά μέσα στο τερράριο και μετά από δύο μήνες περίπου να έχουν γεννηθεί μικρά. Οι περιπτώσεις εντούτοις που τα μικρά γεννιούνται στο τερράριο των γονέων είναι από τύχη, και κανονικά δε θα πρέπει τα μικρά να βρίσκονται στο χώρο με τα ενήλικα, γιατί μπορεί να κανιβαλιστούν. Αν και μερικοί ερευνητές και εκτροφείς έχουν δημιουργήσει αποικίες κηλιδωτών γκέκο σε μεγάλα τερράρια, ο κίνδυνος είναι πάντοτε υπαρκτός. Τα μικρά έχουν παρόμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, αλλά είναι πολύ πιο ευαίσθητα. Πολλά πράγματα που είναι εύκολα για τα ενήλικα είναι δύσκολα για τα μικρά. Για παράδειγμα αν το μπολ της τροφής είναι ψηλό και δε βλέπουν τα έντομα μέσα, δε θα μπορούν να τα φάνε. Έτσι θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε ένα ρηχό σκεύος και να το τοποθετήσετε κοντά σε μια κρυψώνα ή σε κάποιο άλλο ψηλό μέρος, έτσι ώστε όταν ανεβαίνουν εκεί να βλέπουν το εσωτερικό του. Επίσης στην κρυψώνα θα πρέπει να υπάρχει πάντοτε μέρος με υγρασία, γιατί τα μικρά αφυδατώνονται εύκολα κι επίσης θα έχουν προβληματικές εκδύσεις, που σ’αυτήν τη φάση μπορεί να τους κοστίσουν ακόμα και τη ζωή. Οι θερμοκρασίες θα πρέπει να μένουν όσο το δυνατόν σταθερές στη ζεστή πλευρά. Μερικά μικρά γεννιούνται με το λεκηθικό σάκο, αλλά αυτός αποβάλλετε στη συνέχεια. Μπορούν να φάνε αφού αλλάξουν το πρώτο τους δέρμα, ενώ μερικά μπορεί να μη φάνε καθόλου στην πρώτη εβδομάδα. Επειδή έχουν μεγάλο κεφάλι, ήδη από το μέγεθος που βρίσκονται μπορούν να φάνε έντομα ως κι ένα εκατοστό, όπως μικρούς γρύλλους, μικρές κατσαρίδες, μικρά αλευροσκούληκα και μικρά μελοσκούληκα. Όπως και με όλα τα ζώα που γεννούν πολλά μικρά, πάντοτε υπάρχει πιθανότητα προβλημάτων στην αναπαραγωγή. Κάποιο αυγό μπορεί να χαλάσει ακόμα και στη μέση της επώασης, ενώ κάποιο μικρό μπορεί να γεννηθεί με κάποιο πρόβλημα είτε ορατό είτε εσωτερικό και να πεθάνει, είτε χωρίς να φάει τίποτα είτε μετά από λίγο καιρό.

Το γκέκο αυτό είναι γενικά ανθεκτικό ζώο που δύσκολα θα πάθει κάτι αν φροντίζετε σωστά. Μπορεί να πάθει όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τα ερπετά, όπως δερματικές μολύνσεις, αναπνευστικές λοιμώξεις, ενδοπαράσιτα, έλλειψη ασβεστίου, τραυματισμούς κλπ. Η δυσέκδυση είναι ένα ιδιαίτερα κοινό πρόβλημα στα κηλιδωτά γκέκο, ιδίως στα αναπτυσσόμενα άτομα. Όπως όλα τα γκέκο, αλλάζουν το δέρμα τους μια φορά, αλλά το σχίζουν σε κομμάτια και μετά το τρώνε όλο, ώστε να εξαφανίσουν τα ίχνη τους από πιθανούς εχθρούς. Τα ενήλικα το αλλάζουν περίπου κάθε μήνα, ενώ τα αναπτυσσόμενα μικρά συχνότερα. Η υγρασία βοηθά στο μαλάκωμα του δέρματος. Εάν όμως υγρασία δεν υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει υγρή κρυψώνα, το δέρμα μπορεί να κολλήσει σε δύσκολα μέρη όπως στα βλέφαρα, στα δάχτυλα και στο άκρο της ουράς, οδηγώντας σε μολύνσεις του ματιού και πιθανόν νέκρωση και πτώση των μελών από έλλειψη κυκλοφορίας αντίστοιχα. Μία υγρή μπατονέτα ή ένα υγρό χαρτί βοηθά σε περιπτώσεις δισέκδυσης. Η παχυσαρκία είναι επίσης κοινή στο συγκεκριμένο είδος, ιδίως σε άτομα που τρέφονται μόνο με προνύμφες όπως αλευροσκούληκα. Θα πρέπει να ξεχωρίζετε ένα υγιές και λίγο στρουμπουλό γκέκο από ένα παθολογικά παχύσαρκο. Ένα παχύσαρκο γκέκο έχει υπερβολικά διογκωμένη ουρά, παχιά κοιλιά που μπορεί ν’αγγίζει το έδαφος όταν κινείται, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις φούσκωμα κάτω από τις μασχάλες. Επειδή τα ερπετά δεν έχουν μεγάλη αερόβια ικανότητα, άρα δε μπορούν να κάψουν πολλές θερμίδες με τη γυμναστική, ο μόνος τρόπος να κάψουν το περιττό λίπος είναι με τη νηστεία, γι’αυτό, αν και φαίνεται σκληρό, θα πρέπει να μειώσετε τα ταΐσματα και σε ποσότητα και σε συχνότητα για ν’αδυνατίσει. Το μεγαλύτερο μολυσματικό πρόβλημα υγείας με αυτό το είδος είναι το κρυπτοσπορίδιο, γνωστό και ως κρύπτο. Η λέξη αυτή σπέρνει το φόβο και τον τρόμο στους απανταχού φίλους του κηλιδωτού γκέκο ανά τον κόσμο. Το κρυπτοσπορίδιο είναι το είδος Cryptosporidium varani, και προσβάλει διάφορες σαύρες. Δεν είναι το είδος που προσβάλει τα θηλαστικά. Είναι ανθεκτικό παράσιτο, με ανθεκτικές κύστεις που ζουν στο περιβάλλον για χρόνια, και δεν επηρεάζονται από τα περισσότερα απολυμαντικά. Μερικά γκέκο είναι φορείς χωρίς να έχουν συμπτώματα. Αν όμως για κάποιον λόγο το ανοσοποιητικό σύστημα ενός ζώου φορέα πέσει, π.χ. από στρες αλλαγών ή υπερπληθυσμού, υποσιτισμό, χειμερία νάρκη κλπ, τότε μπορεί να εμφανιστούν τα συμπτώματα, και άπαξ και εμφανιστούν, συνήθως δεν υπάρχει θεραπεία, και ο θάνατος θα επέλθει βασανιστικά μετά από μήνες ή και χρόνο. Το παράσιτο καταστρέφει την επιφάνεια του λεπτού εντέρου, δυσχεραίνοντας την απορρόφηση της τροφής. Το γκέκο σταματά να τρώει η τρώει πολύ λίγο και σπάνια, αδυνατίζει, κάνει πράσινη διάρροια, τείνει να κρύβεται στα ψυχρότερα σημεία του χώρου του, είναι ληθαργικό, και η άλλοτε στρουμπουλί ουρά του γίνεται λεπτή σαν ξύλο(stick tail). Σε τέτοια φάση, η μόνη λύση είναι η ευθανασία. Είναι δυνατό στα πρώτα στάδια το παράσιτο να περιοριστεί με φαρμακευτική αγωγή, αλά δεν είναι πάντοτε αποτελεσματική, και σε περίπτωση που το ζώο επανέλθει, θα την χρειάζεται για όλη του τη ζωή και καλύτερο είναι να ζει σε απομόνωση ή με άλλα θετικά σε κρύπτο ζώα, και να μην αναπαράγεται, γιατί δεν είναι ακόμα γνωστό αν το παράσιτο περνά στην επόμενη γενιά. Μετά από ένα περιστατικό κρύπτο σε μια συλλογή, όλα τα κλουβιά και οι εξοπλισμοί της συλλογής θα χρειαστεί απολύμανση με πυκνό διάλυμα αμμωνίας, η οποία είναι αποτελεσματική έναντι των κύστεων, και στενή παρακολούθηση όλων των ζώων. Η ανίχνευση του ίδιου του παρασίτου είναι δύσκολη, ακόμα και σε συμπτωματικά ζώα, αλλά πρόσφατα η διάγνωση έγινε ευκολότερη με τη μέθοδο pcr, η οποία εντοπίζει το dna του παρασίτου. Γι’αυτό τα νέα άτομα σε μια συλλογή θα πρέπει να τίθενται υπό καραντίνα για 30 μέρες τουλάχιστον, για παν ενδεχόμενο. Εάν αγοράσετε γκέκο από κάποιον χομπίστα εκτροφέα ή κατάστημα με λίγα ζώα έχετε πολύ μικρότερη πιθανότητα το ζώο σας να έχει κρύπτο. Αντίθετα, σε μεγάλα pet shop με γρήγορο ρυθμό αντικατάστασης ζώων τα οποία προέρχονται από πολλές πηγές, καθόλου καραντίνα και απολύμανση πριν την έλευση των νέων ζώων, η πιθανότητα είναι υψηλότερη.

Τα γκέκο αυτά είναι αρκετά έξυπνα και παρατηρητικά ζώα. Θα κοιτάζουν τις κινήσεις σας μέσα από το τεράριο, θα μάθουν ότι τα δίνετε τροφή και θα συνηθίσουν να τα σηκώνετε. Κάποια μπορούν να μάθουν να τρώνε από λαβίδα ή από το χέρι. Τα περισσότερα ενήλικα γκέκο είναι αρκετά ανεκτικά στο χειρισμό, και μπορείτε να τα βγάζετε έξω για λίγα λεπτά τη φορά. Για να το χειριστείτε, απλώς το σηκώνετε και το βάζετε πάνω στο χέρι σας, φροντίζοντας να μην κινδυνεύει να πέσει. Έπειτα αυτό μπορεί να καθίσει ακίνητο ή να κινείται από το ένα χέρι στο άλλο, ή ν’ανεβαίνει πάνω σας. Καλύτερο είναι να το αφήσετε να κινηθεί μόνο του παρά να το κρατάτε, γιατί τότε μπορεί να πανικοβληθεί και να προσπαθήσει να φύγει. Μπορείτε επίσης να το αφήσετε να περπατήσει σε μια επιφάνεια, απ’όπου μπορείτε να είστε απολύτως σίγουροι ότι θα μπορείτε να το ξαναπιάσετε και δε θα το χάσετε. Τα γκέκο αυτά πηδούν μόνο όταν είναι σίγουρα ότι δε θα πέσουν, οπότε δύσκολα θα σας φύγουν από το χέρι, αν και αν τρομάξουν γίνεται. Γνωρίζουν την περιοχή τους και πηγαίνουν μόνα τους μέσα όταν τα πάτε μπροστά στο τερράριό τους. Αντίθετα, τα νεαρότερα άτομα κι αυτά που δεν έχουν συνηθίσει το χειρισμό είναι πολύ γρήγορα και τρομάζουν εύκολα. Για να τα συνηθίσετε, απλώς προσπαθήστε να τα αφήνετε ν’ανεβαίνουν στο χέρι σας παρά να τα κρατάτε, και πάντα να τα χειρίζεστε αρχικά πάνω από μια λεκάνη ή μέσα στο τερράριό τους, για να μη σας φύγουν. Αν σας φύγουν θα τα βρείτε, αλλά θα πρέπει να ψάξετε αρκετά αν υπάρχουν πολλά πράγματα στο χώρο. Συνήθως κρύβονται πίσω ή κάτω από πράγματα ή σκαρφαλώνουν σε χαμηλό όμως ύψος. Όσο μεγαλώνουν συνηθίζουν στο χειρισμό. Κάθε γκέκο ωστόσο είναι διαφορετικό και έχει διαφορετική ανοχή στο χειρισμό, άλλα για παράδειγμα τρώνε αμέσως μόλις τα βάλετε πίσω στο τερράριο, και άλα θα προσπαθούν να σας ξεφύγουν συνεχώς. Θα διαπιστώσετε τις ανοχές του καθενός με την εμπειρία σας. Δε θα πρέπει ωστόσο να εμπιστεύεστε στο 100% ακόμα κι ένα πολύ ήσυχο γκέκο, αφού κι αυτό μπορεί να τρομάξει από κάτι και να προσπαθήσει να σας ξεφύγει. Ένας χειρισμός για 5-10 λεπτά λίγες φορές την εβδομάδα είναι αρκετός, και ίσως έβαλα και πολύ. Όπως και οι περισσότερες μικρές σαύρες, είναι περισσότερο ζώα παρατήρησηςς, που τα απολαμβάνουμε καθώς δραστηριοποιούνται μέσα στο τερράριό τους, παρά χειρισμού. Παρόλα αυτά, είναι από τις πιο ανεκτικές στο χειρισμό μικρές σαύρες.

Τα δικά μου γκέκο

Γνώριζα το είδος από τότε που άρχισα να διαβάζω για ερπετά, από το 2005 περίπου. Αργότερα, όταν άρχισα να συμμετέχω και στα φόρουμ, το είδος αυτό ήταν το κέντρο πολλών συζητήσεων, μιας και το είχαν πολλοί. Αρχικά το αντιμετώπιζα με κάποια περιφρόνηση, γιατί δήθεν ήταν πολύ κοινό είδος. Δεν είχα καταλάβει ακόμα ότι για να είναι ένα είδος κοινό, υπάρχει κάποιος σημαντικός λόγος, όπως ότι συγκεντρώνει πολλά θετικά χαρακτηριστικά σαν το συγκεκριμένο. Κηλιδωτό γκέκο συνάντησα για πρώτη φορά από κοντά και έπιασα στο feeders.gr, το κορυφαίο κατάστημα για ερπετά στην Ελλάδα, απ’όπου αγοράζω ό,τι χρειάζομαι όπως τροφές, εξοπλισμό κλπ και σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Ήταν αρκετά στρουμπουλό και πολυθ φιλικό, κι επίσης υπήρχαν διάφορα ζώα με διάφορα χρώματα, συμπεριλαμβανομένων και πορτοκαλί που μ’αρέσουν, αν και δεν έχω, κι έτσι αποκαταστάθηκε η εικόνα του είδους στο μυαλό μου. Πάραυτα, ακόμα δεν ήθελα να αποκτήσω ένα. Ασχολούμουν με τις άλλες σαύρες που είχα και νόμιζα ότι θα τις έκανα αναπαραγωγή, αν και φυσικά αυτό δεν έγινε. Τον Οκτώβριο του 2015, πήρα έναν τερατοσκίγκο του Ρομπορόφσκι (Teratoscincus roborowskii), ο οποίος ήταν και θηλυκό. Δηλαδή, με ένα αρσενικό από τη Γερμανία την επόμενη χρονιά θα μπορούσα ν’αναπαραγάγω ένα σπάνιο είδος, Παρόλα αυτά τα πράγματα δεν πήγαν όπως νόμιζα, γιατί ο τερατοσκίγκος ήταν πιασμένος – το μόνο και τελευταίο πιασμένο ζώο που είχα -, ίσως να στρεσαρίστηκε με την αλλαγή περιβάλλοντος και απεβίωσε ένα μήνα αργότερα. Έτσι μου έμεινε μόνο το τερράριο, ένα φαουνάριουμ 46χ30χ17 εκατοστά, με τις διακοσμήσεις του. Το άφησα αρκετό καιρό στη θέση του, ώσπου αποφάσισα να το απολυμάνω εντελώς, μήπως και βάλω κάτι άλλο μέσα. Άδειασα όλη την άμμο και έριξα νερό με χλωρίνη σε αναλογία 10/1 κατ’όγκο, νοσοκομειακό μίγμα, στο τερράριο και στις διακοσμήσεις για να τα απολυμάνω όλα από κάτι δυνητικά επικίνδυνο για οποιονδήποτε επόμενο ένοικο. Έπειτα ξανάβαλα το τερράριο στη θέση του και το ξέχασα. Σκέφτηκα ωστόσο αργότερα να πάρω κάποιο είδος γκέκο σχετικά εδαφόβιου, ανθεκτικού και από περιοχή με ξηρό κλίμα, στο οποίο θα μπορούσα να κάνω αναπαραγωγή. Και στο μυαλό μου ήρθε πρώτο-πρώτο το κηλιδωτό γκέκο. Όχι όμως κάθε κηλιδωτό γκέκο. Το feeders.gr είχε φέρει από το Σεπτέμβριο του 2015 κηλιδωτά γκέκο του Τουρκμενιστάν, κι αυτά ήθελα να προλάβω, για΄τι είναι αρκετά σπάνια στις συλλογές. Μόλις ρώτησα όμως γι’αυτά, έμαθα ότι είχαν μείνει μόνο τέσσερα, και όλα θηλυκά. Λυπήθηκα τότε, αλλά ευχαριστώ την τύχη μου τώρα για λόγους που θα σας εξηγήσω παρακάτω.

Το ταξίδι μου με τα γκέκο αυτά ξεκίνησε από τις 14 Μαΐου του 2016. Εκείνη τη μέρα πήγα στο κατάστημα με σκοπό να αγοράσω ένα E. turcmenicus. Αρχικά σκόπευα να πάρω το πιο μεγάλο, αλά τελικά προτίμησα το πιο χρωματιστό. Είχε έντονο χρυσοκίτρινο χρώμα με καφέ κηλίδες, πιο σκούρο κεφάλι και γκριζόλευκη ουρά. Ήταν γύρω στα 18 εκατοστά και αρκετά στρουμπουλό.
Eublepharis turcmenicus female

Όταν είχαν έρθει αυτά τα γκέκο πέρσι το Σεπτέμβριο, ήταν γύρω στα 12 εκατοστά, άρα θα είχαν γεννηθεί τον ίδιο χρόνο και τώρα αυτή θα είναι ενός έτους και λίγο παραπάνω. Την ίδια μέρα που πήρα αυτό το γκέκο, ένα μορφικό hypo E. Macularius, που συστεγαζόταν με ένα αρσενικό Tremper albino γέννησε δύο αυγά. Ο καταστηματάρχης δεν το περίμενε καν, κι έτσι δεν είχε βάλει φωλιά και τα αυγά έσπασαν. Έτσι, τα δώσαμε στο γενειοφόρο δράκο του μαγαζιού που τά’φαγε αμέσως. Επιστρέφοντας λοιπόν πίσω, έβαλα το γκέκο του Τουρκμενιστάν στο χώρο του. Μετά από δύο μέρες, έφαγε για πρώτη φορά, δύο μελοσκούληκα, ένα αλευροσκούληκο και ένα σκαθάρι από αλευροσκούληκο. Τελικά ισχύει ότι κυνηγάνε σαν γάτες, επειδή το είχα προσέξει να τρέμει την ουρά του και να σηκώνεται ψηλά στην προετοιμασία του να επιτεθεί. Στις 17 Μαΐου, πήγα στο κατάστημα με σκοπό να αγοράσω ακόμα ένα θηλυκό γκέκο. Εφόσον δεν είχε αρσενικά E. Turcmenicus, και ούτε φαινόταν ότι θα έρχονταν σύντομα, αποφάσισα ν’ασχοληθώ με μορφικά. Πήρα λοιπόν το ήδη γονιμοποιημένο hypo, για να δοκιμάσω τη διαδικασία της αναπαραγωγής. Αν και δεν κανόνισα εγώ για το ζευγάρωμα, θα έπρεπε να φροντίσω τα αυγά, να τα επωάσω, και να μεγαλώσω τα μικρά. Πήρα λοιπόν και το hypo E. macularius, ένα μεγαλύτερο ζώο, γύρω στα 20 εκατοστά, με πιο γκρίζα χρώματα και πολύ εντονότερες κηλίδες. Είχε αρκετά παχουλό σωματότυπο, αν και επειδή είχε γεννήσει πρόσφατα ήταν ακόμα αδύνατο. Η ουρά του ωστόσο ήταν πολύ παχιά, παχύτερη απ’αυτήν του E. Turcmenicus.
Eublepharis macularius hypo female

Και αυτός είναι ο πατέρας:
Eublepharis macularius Tremper albino male

Διαρρύθμισα το τερράριό τους όπως περίπου είναι και τώρα, και το έβαλα μέσα. Καθώς το έβαζα μέσα αυτό ενοχλήθηκε, στιρφογύριζε, με δάγκωσε λίγο και με έχεσε, αλλά μετά πήγε και κρύφτηκε στην τρύπα του.

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μετά την απόκτηση των γκέκο, είχα διάφορα δυσάρεστα περιστατικά με την E. turcmenicus. Επειδή διάβαζα παντού για το πόσο αργά κινούνται και πόσο εύκολα είναι στο χειρισμό, είχα υποτιμήσει την ταχύτητά τους και τα γρήγορα αντανακλαστικά τους. Στις 17 Μαΐου λοιπόν, την ίδια μέρα που έφερα την E. macularius, έχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν. Μου έφυγε το βράδυ από μία πέτρα που χρησιμοποίησε σαν σκαλί κι έφυγε, γιατί είχα βγάλει εντελώς καπάκι. Το κυνήγησα στο γραφείο για να το πιάσω, αλά πήδηξε κάτω και χάθηκε. Μετά από λίγο το είχα βρει, αλλά πάλι μου ξέφυγε με τεράστια ταχύτητα. Την επόμενη μέρα πάλι μου ξέφυγε, αλά τελικά με μια μεθοδική αναζήτηση και προσεκτικές κινήσεις στις 19 Μαΐου το ξαναέπιασα. Αυτή ήταν και η μέρα που έφαγε για πρώτη φορά το hypo, τρία γιγάντια αλευροσκούληκα κι ένα μελοσκούληκο. Για λίγο όλα πήγαιναν καλά. Στις 25 Μαΐου, το hypo είχε γκριζωπή επιδερμίδα σαν χαρτί, σημάδι επικείμενης έκδυσης. Την επόμενη μέρα είχε αλλάξει το δέρμα του και ήταν ένα λαμπερό, ολοκαίνουργιο γκέκο. Στις 31 Μαΐου ξανάχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν, αλλά το ξαναέπιασα στην 1 Ιουνίου, και ήταν κι αυτό σε φάση έκδυσης. Την άλλη μέρα είχα ακόμα ένα λαμπερό και ολοκαίνουργιο γκέκο. Στις 4 Ιουνίου, ξανάχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν, το οποίο ξαναβρήκα αμέσως την ίδια μέρα. Επίσης το βράδυ η hypo άλλαξε ξανά δέρμα. Μετά λοιπόν απ’όλα αυτά, η μικρή E. turcmenicus πήρε το όνομα Αστραπή για το κίτρινο χρώμα και την υπερβολική ταχύτητά της, ενώ για τη μεγάλη hypo δεν έβρισκα ακόμα όνομα, αλλά τελικά την έβαλα Σταλίτσα. Έτσι λοιπόν έμαθα να μην εμπιστεύομαι και τόσο τα κηλιδωτά γκέκο, και δη αυτό του Τουρκμενιστάν. Αν και κινούνται αργά όταν δεν τα ενοχλεί κανείς, μπορούν να τρέξουν πολύ γρήγορα αν απειληθούν. Μπορεί να μην έχουν αντοχή για να τρέχουν συνεχόμενα, αλά στο μικρό διάστημα που τρέχουν προλαβαίνουν να κρυφτούν σε κάποιο δυσπρόσιτο σημείο. Εν ολίγοις το είδος αυτό δεν έχει καμία σχέση με το λοφιοφόρο γκέκο που συνήθησα, το οποίο, αν και μπορεί να τρέξει κι επίσης μπορεί να πηδήξει αρκετά μακριά, είναι συνήθως αρκετά αργό και πολύ χαζό, αφού στη Νέα Καληδονία απ’όπου κατάγεται έχει ελάχιστους εχθρούς. Τα συγκεκριμένα γκέκο δεν είχαν καμία σχέση, συνεχώς γυρίζουν το κεφαλάκι τους σε κάθε κίνηση, ήχο και περιβαλλοντική μεταβολή. Μοιάζουν περισσότερο με τον τερατοσκίγκο, αλλά εκείνος ήταν ακόμα πιο επιφυλακτικός και γρήγορος, και γι’αυτό τον είχα χάσει κι εκείνον μια φορά. Τώρα που γνωρίζω καλά τις αντιδράσεις τους, δεν πρόκειται να γίνει ξανά κάτι τέτοιο. Ξέρω ότι ακόμα κι αν ανοίξω το καπάκι στη μέση του χώρου τους μπορούν να πατήσουν πάνω στον κορμό και να φύγουν, γι’αυτό προσέχω.

Μέσα στον Ιούνιο, ολοκλήρωσα Τον εξοπλισμό του χώρου τους, αγοράζοντας κι ένα μπολ τροφής από το feeders.gr με χείλος προς τα μέσα για να μη φεύγουν τα έντομα, αν και πάλι οι μεγαλύτερες κατσαρίδες μπορεί να φύγουν αν τις σπρώξουν οι υπόλοιπες. Εκεί τοποθετώ λοιπόν τα έντομα, όπου φυλακισμένα περιμένουν τους ανηλεείς ουράνιους σφαγείς τους. Πριν απ’αυτό, έριχνα τα αλευροσκούληκα, τα μελοσκούληκα και τα σκαθάρια μέσα στην κρυψώνα, και έστηνα αυτί για να ακούσω αν τα έτρωγαν, που συνήθως τα έτρωγαν αμέσως. Τους γρύλλους τους αμολούσα μέσα στο τερράριο και τα γκέκο πετάγονταν από διάφορα μέρη για να τους πιάσουν. Τώρα με το μπολ, τα γκέκο ξέρουν πού είναι η τροφή, και πηγαίνουν και τρώνε όποτε θέλουν. Το διάστημα αυτό ταΐζω κυρίως με αλευροσκούληκα και κατσαρίδες Αργεντινής. Δείτε πώς το μεγάλο θηλυκό τρώει μια τέτοια κατσαρίδα:

Η διαρρύθμιση λοιπόν του χώρου είναι απλή. Το φαουνάριουμ, με διαστάσεις 46χ30χ17 όπως προανέφερα, το έχω τοποθετήσει με τη στενή πλευρά προς εμένα. Στο πίσω μέρος έχω βάλει μια πλατιά πέτρα όρθια για να κλείνει το φως, και μπροστά της έναν κορμό από φελλό μήκους περίπου 25 εκατοστών. Ο κορμός αυτός έχει δύο ανοίγματα στα πλάγια πίσω, απ’όπου μπορούν να εξέρχονται τα γκέκο, όπως και με το άνοιγμα μπροστά. Πίσω αριστερά έχω στηρίξει μια άλλη πλατιά πέτρα στον κορμό, η οποία σχηματίζει μια σπηλιά από κάτω, αν και σπάνια την χρησιμοποιούν. Στη μέση του κορμού αριστερά υπάρχει μια μικρή σφηνόμορφη πέτρα που τον κρατά στη θέση του, ενώ μπροστά από την αριστερή πλευρά έχω βάλει μια πέτρα που να κλείνει εν μέρει τη μπροστινή είσοδο, ώστε τα γκέκο να έχουν σκοτάδι τη μέρα και να νιώθουν πιο ασφαλή. Μπροστά αριστερά βρίσκεται η γωνία αφόδευσης, την οποία καθιέρωσαν από τις 17 Μαΐου, κι από τότε δεν αφόδευσαν πουθενά αλλού. Εκεί έχω τοποθετήσει ένα τετράγωνο κομμάτι χαρτί, το οποίο αλλάζω εύκολα όταν κουτσουλάνε και το αντικαθιστώ μ’ένα άλλο. Το υπόστρωμα είναι χαρτί μπρέιλ, εύκαμπτο σαν την εφημερίδα, αλ΄λα ανθεκτικό σαν το χαρτόνι. Τέλος στη γωνία μπροστά δεξιά βρίσκεται το μπολ τροφής τους. Μέσα στον κορμό στη μπροστινή πλευρά βρίσκεται ‘ενα μεγάλο κομμάτι βρεγμένου χαρτιού κουζίνας, το οποίο τα παρέχει υγρασία. Αυτό το χαρτί το υγραίνω κάθε 2-3 μέρες, και το αλλάζω εβδομαδιαία, ενώ κάθε 2-3 μέρες επίσης ψεκάζω λίγο το υπόστρωμα και τις επιφάνειες που χρησιμοποιούν περισσότερο. Η θερμαντική πλάκα βρίσκεται στο πίσω μέρος του χώρου, και θερμαίνει το πίσω μέρος του κορμού, όπου τα γκέκο συνηθίζουν να κοιμούνται. Έχω ρυθμίσει τη θερμαντική πλάκα να ζεσταίνει γύρω στους 33-34 βαθμούς, κι αν τα γκέκο επιθυμούν λιγότερη ζέστη μπορούν να μετακινηθούν πιο μπροστά στον κορμό. Το Μάιο χρησιμοποιούσα μια μικρή πλάκα 14χ14, αλλά αν αρχίζουν οι θερμοκρασίες να πέφτουν θα βάλω μια μεγαλύτερη, 28χ14 εγκάρσια στο τερράριο, για να μη ζεσταίνεται όλος ο κορμός. Τώρα το καλοκαίρι, με ημερήσιες θερμοκρασίες σταθερά γύρω στους 31-33 στο χώρο τους, δε χρησιμοποιώ κάποιο θερμαντικό μέσο.

Από τον Ιούνιο λοιπόν ξεκίνησε και το κεφάλαιο της αναπαραγωγής. Το μεγάλο θηλυκό είχε στρουμπουλέψει αρκετά, και αν το ψηλάφιζα προσεκτικά μπορούσα να διακρίνω δύο μεγάλα αυγά. Ήδη από τις 3 Ιουνίου δεν έτρωγε και τόσο πολύ. Στις 9 του μηνός ήταν λίγο ανήσυχη και έξω απ’τη φωλιά της, και στις 10 Ιουνίου το απόγευμα την βρήκα λεπτή και ξεφούσκωτη. Ψάχνοντας στο χώρο της, βρήκα δύο αυγά ελαφρώς αφυδατωμένα και κολλημένα πίσω δεξιά στο χαρτί, πάνω από τη θερμαντική πλάκα. Τα ξεκόλλησα προσεκτικά και τα τοποθέτησα σε ένα κουτί με υγρό χαρτί, για ν’απορροφήσουν υγρασία. Προσπάθησα να καθαρίσω όσο χαρτί υποστρώματος είχε κολλήσει από κάτω τους μήπως και τα έβλαπτε, αλλά με περιορισμένη επιτυχία. Με έπιασε κι εμένα απροετοίμαστο και δεν είχα κατάλληλο μέσο επώασης. Την ίδια μέρα το θηλυκό ξεκίνησε και πάλι να τρώει πολύ, για ν’αναπληρώσει το βάρος του. Γέννησε 27 μέρες μετά την προηγούμενη γέννα, αρκετά μεγάλο διάστημα. Ίσως λόγω του στρες της μεταφοράς και του νέου περιβάλλοντος να καθυστέρησε την ωοτοκία ή και να απορρόφησε ένα ζεύγος αυγών, δεν ξέρω. Την επομένη λοιπόν έβαλα περλίτη σ’ένα πλαστικό κουτί και τον ύγρανα αρκετά, ώστε να έχει υγρασία, αλλά να μην κολυμπάει στο νερό. Δεν είχα ζυγαριά ή κάποιον άλλο ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Έβαλα λοιπόν με προσοχή τα δύο αυγά μέσα, αν και ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι δε θα εκκολάπτονταν. Μέσα στις επόμενες μέρες τράβηξαν αρκετό νερό και ξαναπήραν το πλήρες τους σχήμα, αλλά τελικά απέτυχαν, είτε επειδή δεν ήταν γονιμοποιημένα είτε επειδή καταστράφηκαν από το ξηρό και θερμό περιβάλλον. Στις 15 του μηνός το μεγαλύτερο και πιο ξεφούσκωτο κιτρίνισε κι άρχισε να μυρίζει λίγο σαπισμένο, και τότε το έβγαλα, το έσπασα για καλό και για κακό και το πέταξα. Το ίδιο έκανα και με το άλλο στις 17 του μηνός.

Εντωμεταξύ τα γκέκο συνέχιζαν να ζουν τη ζωή τους στο τερράριο, το γόνιμο θηλυκό είχε πάλι ανακτήσει το βάρος του, και σιγά-σιγά διακρινόταν στην κοιλιά του αυγό, ώσπου στις 28 Ιουνίου γέννησε ένα μόνο αυγό, αυτήν τη φορά στο υγρό χαρτί, κι έτσι το έσωσα. Ήταν λίγο μικρότερο από το κανονικό, αλλά εγώ το έβαλα για επώαση. Αυτήν τη φορά δε χρησιμοποίησα περλίτη, αλλά το υλικό που ξέρω, κοινό χώμα. Το χώμα που φυτεύουμε τους σπόρους, το χώμα που θάβουμε τους νεκρούς, καταλάβατε τι εννοώ. Ανάμειξα χώμα με περλίτη, τα ύγρανα αρκετά κι έβαλα μέσα το αυγό οριζόντια, περίπου στη θέση που το βρήκα. Έπειτα μετέφερα το κουτί σε κάποιο πιο δροσερό μέρος που ήταν γύρω στους 27 βαθμούς, για να έχει πιο ομαλή ανάπτυξη. Οπότε μάλλον θα βγει θηλυκό. Με έκπληξη παρατηρούσα ότι όσο περνούσαν οι μέρες, το αυγό δε χαλούσε. Εντωμεταξύ το θηλυκό ξαναγέμισε και μετά τις 10 Ιουλίιου μπορούσα να ψηλαφίσω δύο αυγά, και στις 17 Ιουλίου, 19 μέρες μετά την προηγούμενη γέννα, γέννησε άλλα δύο αυγά, ευτυχώς στο σωστό σημείο. Το ένα ήταν μεγάλο, βαρύ και ολόλευκο, ενώ το άλλο ήταν αρκετά μικρό, λευκό, αλλά με ένα δακτύλιο αδυναμίας στο κέλυφός του. Τα έβαλα και τα δύο σ’ένα κουτάκι με χώμα και περλίτη, για να δω τι θα γίνει. Στις 21 Ιουλίου όλα πήγαιναν καλά, αλά αφαίρεσα το μικρό, γιατί φοβόμουν μη χαλάσει ή ανοίξει στη μέση της επώασης. Το έσπασα, κι από μέσα είχε ασπράδι και κρόκο κανονικά, σαν το αυγό της κότας, και μύριζε σαν κανονικό αυγό. Η θέση όπου βρίσκεται το δεύτερο αυγό έχει γύρω στους 31-32 βαθμούς μόνιμα, οπότε ίσως να βγει αρσενικό. Στις 10 Αυγούστου μετέφερα και το πρώτο αυγό κοντά στο δεύτερο, ώστε η υψηλότερη θερμοκρασία να του εντείνει τα χρώματα όπως λένε και να εκκολαφθεί συντομότερα. Τώρα και τα δύο αυγά βρίσκονται σε δύο πλαστικά κουτιά μέσα σ’ε΄να σκοτεινό ντουλάπι, και τα ελέγχω κάθε περίπου 4 μέρες. Εάν η υγρασία του χώματος πέσει, ψεκάζω λίγο νερό από πάνω, αλ΄λα όχι πάνω στο αυγό. Παραμένουν λευκά και υγιή κι έχουν διογκωθεί, καθώς απορροφούν νερό κατά την επώαση. Είναι σαν εξωγήινοι ζωικοί σπόροι που σε λίγο θα βγάλουν κάτι από μέσα τους. Μέσα στις επόμενες 10 μέρες, πιστεύω πως θά’χω την πρώτη μου εκκόλαψη και το πρώτο μου μικρό κηλιδωτό γκέκο! Ακόμα περιβάλλον για τα μικρά δεν έχω ετοιμάσει, αλλά σύντομα θα πρέπει να το κάνω. Το θηλυκό πάντως δε φαίνεται να ετοιμάζει νέα αυγά, και ίσως να τελείωσε η περίοδος αναπαραγωγής του για φέτος. Συνολικά γέννησε 7 αυγά σε 4 φορές.

Η ζωή των γκέκο είναι απλή και ειρηνική. Ξυπνούν γύρω στις 6-7 το απόγευμα, αν και μπορεί να βρω κανένα έξω από τις 5:30. Συνήθως πρώτα βγαίνει ένα μόνο έξω, αλά μπορεί να βγουν και τα δύο. Το βράδυ, που είναι και η κύρια περίοδος δραστηριότητάς τους, συνήθως είναι έξω και τα δύο, και αν δεν είναι, αυτό που είναι μέσα κοιτάζει με το κεφαλάκι του έξω και σύντομα βγαίνει κι αυτό. Αρχικά αυτό που κρυβόταν ήταν το του Τουρκμενιστάν, αλλά τώρα κρύβεται περισσότερο το μεγάλο. Όταν είναι έξω, μπορεί το ένα να είναι σε μία θέση και το άλλο αλλού. Συχνά ωστόσο τα βρίσκω μαζί, είτε πάνω στον κορμό είτε στις πέτρες. Τους αρέσει να σκαρφαλώνουν πάνω στα αντικείμενα του χώρου τους, όπως και να τρέχουν κάτω απ’αυτά. Συχνά όταν πηγαίνει κάπου ακολουθεί και το άλλο. Είναι παρατηρητικά και ξέρουν πότε τα πλησιάζω. Κοιτάζουν το κάθε τι μέσα από το τερράριό τους. Είναι ενθουσιώδη με την τροφή τους, και μόλις αντιληφθούν ότι υπάρχει στο μπολ τους, τρέχουν και την πιάνουν. Συνήθως όταν τρώει το ένα, αντιλαμβάνεται και το άλλο ότι υπάρχει τροφή και πλησιάζει κι αυτό. Αν τα βάλω τροφή τη μέρα, το αντιλαμβάνονται, ίσως με τη μυρωδιά, και μπορεί ένα απ’τα δύο να ξυπνήσει και να πάει να φάει λίγο. Αυτό το έκανε κυρίως το μεγάλο θηλυκό, γιατί είχε αυξημένες ανάγκες για να θρέψει τα αυγά του. Μπορούν επίσης να ξυπνήσουν στιγμιαία αν κάνω θόρυβο γύρω απ’το χώρο τους, και ξυπνούν πολύ πιο εύκολα από το λοφιοφόρο γκέκο. Ακόμα δεν τα έχω δώσει τόση ποικιλία εντόμων όση έχω δώσει στις υπόλοιπες σαύρες που τις έχω περισσότερο καιρό, αλά έχω προσέξει ότι τα αλευροσκούληκα, τα μελοσκούληκα και οι κατσαρίδες Αργεντινής είναι τα αγαπημένα τους. Και οι γρύλλοι είναι επίσης αγαπημένοι, επειδή είναι μαλακοί και απασχολούνται με το κυνήγι τους. Τα σκαθάρια από τα αλευροσκούληκα είναι τα επόμενα στη λίστα και τελευταίες είναι δυστυχώς οι προνύμφες της μύγας Hermetia illucens, από τις οποίες τρώνε ελάχιστες ή και καθόλου. Είναι μια πολύ θρεπτική τροφή και ασυνήθιστα για έντομο έχει πολύ ασβέστιο, αλλά επειδή ίσως είναι δύσθραυστές, δεν τις προτιμούν. Κάθε γκέκο τρώει 4 μεγάλα αλευροσκούληκα, ίσως και κάτι ακόμα μικρότερο μετά, ή 3-4 κατσαρίδες Αργεντινής 1,5-2 εκατοστών. Αν τα έντομα είναι μικρότερα, θα φάνε περισσότερα. Δεν έχω παρατηρήσει κάποια σαφή ιεραρχία στη συμπεριφορά τους. Ίσως το μεγαλύτερο θηλυκό να είναι πιο κυρίαρχο, γιατί όταν είναι και τα δύο έξω τρώει πρώτο, αλά αυτό δε σημαίνει ότι αποτρέπει το μικρότερο να φάει. Όταν είναι μέσα, το τουρκμενιστανικό τρώει πρώτο. Έως τώρα δεν υπήρξε καμία περίπτωση βίαιης αντιπαράθεσης μεταξύ τους. Η συμπεριφορά τους επίσης προς εμένα έχει αλλάξει αρκετά. Η Αστραπή του Τουρκμενιστάν έχει ηρεμήσει αρκετά, ώστε να μπορώ να την σηκώνω για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να φοβάμαι ότι θα μου φύγει. Προτιμά να κάθεται πάνω στο χέρι μου, και αν κάνω να την κρατήσω δυσανασχετεί. Όταν όμως την μετακινήσω γρήγορα μακριά απ’το χώρο της ή την επιστρέψω εκεί και νιώσει ότι δεν ελέγχει την κατάσταση επειδή το χέρι μου κινείται μαζί της, πανικοβάλεται κι αρχίζει να τρέχει. Τότε την πιάνω, αυτή συστρέφεται και βγάζει διάφορους ήχους, και την βάζω αμέσως μέσα. Δεν ανησυχεί ιδιαίτερα μετά απ’αυτό, αφού μπορεί να φάει αμέσως μόλις την επιστρέψω πίσω, ανησυχώ όμως εγώ γιατί φοβάμαι μην την ξαναχάσω. Από την άλλη, το μεγάλο θηλυκό είναι πολύ πιο ήσυχο και ανεκτικό. Ήδη από τις πρώτες μέρες που το είχα μπορούσε να φάει ακόμα κι όταν την έβγαζα έξω, π.χ. για να διορθώσω κάτι στο εσωτερικό του τερραρίου. Πλέον είναι πολύ ήσυχη, και κάθεται πάνω στο χέρι μου χωρίς πρόβλημα. Μπορώ να την κρατήσω για λίγο χωρίς να δυσανασχετεί. Αυτήν πλέον την εμπιστεύομαι αρκετά, αφού μπορώ να την βγάζω για λίγα λεπτά έξω χωρίς πρόβλημα. Κάθεται πάνω στο χέρι μου, σκαρφαλώνει πάνω στο χέρι μου ή πάνω μου, περνά από το ένα χέρις το άλλο και καμια φορά την αφήνω ναπερπατήσει πάνω στο γραφείο, πάντοτε υπό επιτήρηση. Όταν την επιστρέφω πίσω, είτε την αποθέτω προσεκτικά μέσα είτε την αφήνω να πηδήξει μόνη της μέσα. Αφού την βάλω μπροστά στην είσοδο, κινείται μπροστά, πιάνεται από το χέρι μου με τα πίσω πόδια της και την ουρά της, κι αφού εκτιμήσει το ύψος πηδάει μέσα στο γνώριμο χώρο της.

Το χειμώνα τα γκέκο θα περάσουν από χειμερία νάρκη, όπως κάθε άλλο εύκρατο ερπετό που έχω, και αυτό θα επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Του χρόνου θ’ασχοληθώ πιο συστηματικά με την αναπαραγωγή τους, και θα γονιμοποιήσω και τις δύο θηλυκιές. Παρόλα αυτά δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν πάρω αρσενικό, ή θα τα πηγαίνω σε άλλο αρσενικό για γονιμοποίηση. Αν πάρω αρσενικό, θα πρέπει να τα μεταφέρω σε μεγαλύτερο τερράριο. Στην περίπτωση αυτήν μπορεί να πάρω ακόμα ένα θηλυκό. Προς το παρόν, φροντίζω τα γκέκο μου να είναι υγιή και στρουμπουλά με αρκετή τροφή και περιμένω με ανυπομονησία την εκκόλαψη των αυγών.

Πηγές και σύνδεσμοι:
γένος Eublepharis – Wikipedia
Κηλιδωτό γκέκο, ένας αστέρας του χόμπι των ερπετών της Petra Spiess
leopardgecko.com
Αυτή είναι η σελίδα του εκτροφέα Ron Tremper.
άρθρο φροντίδας για το κηλιδωτό γκέκο στο Reptiles Magazine από τον Ron Tremper
οδηγός φροντίδας για κηλιδωτό γκέκο – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας για το κηλιδωτό γκ΄κεο – feeders.gr
μορφικά του κηλιδωτού γκέκο – feeders.gr
Η μορφολογία και η οικολογία του E. macularius από το Πακιστάν
Άρθρο του Muhammad Khan.
η αναπαραγωγή του E. turcmenicus στην αιχμαλωσία

Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες:
Ο μηχανισμός της οδοντικής αντικατάστασης στο κηλιδωτό γκέκο
Αντίδραση κατά των εθχρών στον E. macularius προς φίδια θηρευτές

Θερμοεξαρτώμενος φυλοκαθορισμός στο κηλιδωτό γκέκο

Αναπαραγωγικά ισοζύγια και στεροειδή της λεκήθου στο κηλιδωτό γκέκο
Οντογενετική μεταβολή στις στρατηγικές κατά των εχθρών στο κηλιδωτό γκέκο
Το ποσό του προγεννητικού οπτικού ερεθισμού επηρεάζει το χρόνο επώασης και τις μεταγεννητικές προτιμήσεις των κηλιδωτών γκέκο, Eublepharis macularius

Ενημερώσεις

Ενημέρωση 21/8/2016: Στο παρακάτω βίντεο, που τράβηξα στις 19 Αυγούστου, σας δείχνω το πλήρως εξοπλισμένο τερράριο των γκέκο και τα δύο γκέκο, τα οποία έβγαλα για λίγο έξω, γιατί μόλις είχα αλλάξει κάποια χαρτιά από το τερράριο, οπότε ήταν καλή ευκαιρία να σας τα δείξω σε φωτισμό ημέρας. Αφού κάνω μια σύντομη παρουσίαση των ειδών και τα επιστρέψω στο χώρο τους, σας δείχνω τα αυγά, κι εκεί είναι η έκπληξη! Γεννήθηκε το πρώτο μικρό. Είναι το αυγό που γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου, αυτό που πιθανότατα είναι θηλυκό, το οποίο, ύστερα από 52 ημέρες επώασης, εκκολάφθηκε στις 19 Αυγούστου, 2016. Είναι ένα μικρό υγιές σαυράκι με μεγάλο κεφαλάκι και ζωνωτό χρωματισμό που τσιρίζει δυνατά για να τρομάξει τους εχθρούς του – άρχισε ήδη να τσιρίζει πριν το βγάλω από το κουτί της επώασης. Το βάζω σε ένα μικρότερο τερράριο. Ακόμα μάλλον δεν άλλαξε δέρμα, και δεν το τάισα. Περνά το χρόνο του στο κουτί επώασης, το οποίο έχω τροποποιήσει σε κρυψώνα. Το δεύτερο αυγό επίσης δείχνει σημάδια ότι θα σκάσει σύντομα.

Ενημέρωση 28/8/2016: Στις 23 Αυγούστου γεννήθηκε και το δεύτερο μικρό. Ήταν το Αυγό που γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου, και ύστερα από 37 μέρες επώασης, εκκολάφθηκε. Είναι λίγο μικρότερο, αλλά πιο ζωηρόχρωμο από το πρώτο, αφού επωάστηκε σε γενικώς υψηλότερη θερμοκρασία. Αρχικά ανησύχησα γιατί μου φάνηκε νωχελικό και δεν τσίριζε, αλλά λίγα λεπτά αφού το έβαλα στο κουτί με το άλλο ξεκίνησε κι αυτό να τρέχει και να τσιρίζει, αν και λιγότερο από το πρώτο. Ίσως να το πρόλαβα πιο σύντομα αφότου γεννήθηκε. Την ίδια μέρα επίσης το πρώτο μικρό είχε αλλάξει το δέρμα του, αφού τα χρώματά του καθάρισαν και σύντομα αφόδευσε για πρώτη φορά. Από τότε άρχισα να τα ταΐζω. Αρχικά νόμιζα ότι η διαδικασία θα είναι πολύ δύσκολη, αφού φοβόμουν μήπως τα γκέκο δε θα μπορούν να ανεβούν στο μπολ, αλλά τελικά τρώνε χωρίς πρόβλημα. Βάζω στο ρηχό μπολάκι τους μερικά μικρά αλευροσκούληκα του ενός εκατοστού ή και λίγο παραπάνω και κατσαρίδες Αργεντινής μικρότερες του εκατοστού, συνήθως πασπαλισμένα με ασβέστιο, και την επόμενη μέρα τα περισσότερα λείπουν. Τρώνε καθημερινά, δύο αλευροσκούληκα ή τρεις κατσαρίδες το ένα, κι έχουν μεγαλύτερη προτίμηση στα αλευροσκούληκα. Τις τελευταίες μέρες άρχισε να τρώει και το μικρότερο. Το περιβάλλον τους είναι απλό, με το κουτί επώασης τροποποιημένο σε κρυψώνα και υγρό χώμα μέσα, ένα διαγώνιο κομμάτι φλοιού ευκαλύπτου ανάμεσα στην κρυψώνα και στο μπολ, ώστε να σκαρφαλώνουν εκεί και να βλέπουν το περιεχόμενο του μπολ, και χαρτί κουζίνας για υπόστρωμα. Εκτός από την υγρή κρυψώνα, αφήνω κι ένα κομμάτι υγρού χαρτιού κουζίνας και βρέχω μια γωνία. Έως τώρα οι θερμοκρασίες ήταν ευνοϊκές, αλλά επειδή τώρα λίγο έπεσαν, ξεκίνησα να χρησιμοποιώ τη θερμαντική πλάκα, η οποία είναι ρυθμισμένη στους 31 βαθμούς. Η πλάκα βρίσκεται στο πίσω μέρος του τερραρίου, και ζεσταίνει το μεγαλύτερο μέρος της κρυψώνας και τη γύρω περιοχή. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε τη μεταφορά του δεύτερου μικρού στο χώρο με το πρώτο.

Ενημέρωση 11/9/2016: Τα γκέκο συνεχίζουν να μεγαλώνουν. Δυστυχώς το δεύτερο το μικρότερο γεννήθηκε με στριμμένη ουρά κι αυτό δε διορθώθηκε. Ίσως να ήταν αποτέλεσμα των υψηλών θερμοκρασιών, γιατί οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να προξενήσουν τέτοια προβλήματα. Και τα δύο γκέκο ωστόσο μεγαλώνουνγρήγορα, και ο ρυθμός κατανάλωσης τροφής τους είναι εντυπωσιακός. Τρώνε περίπου 4-5 μικρές κατσαρίδες Αργεντινής το καθένα καθημερινά. Για να διορθώσω την ουρά του μικρότερου, το εξανάγκασα στις 8 του μηνός να την ρίξει. Δεν την ρίχνουν τόσο εύκολα όπως τα σαμιαμίδια ή οι κοινές σαύρες. Τελικά την έριξε, αλλά δυστυχώς το στρίψιμο παραμένει λίγο και στην αρχή της ουράς. Για μια μέρα ήταν λίγο μαζεμένο, αλλά μετά πάλι άρχισε να τρώει και γενικά να μη διαφέρει με την κατάστασή του πριν. Μέσα σε δύο μέρες, άρχισε να αναγεννά την ουρά. Το παρακάτω βίντεο το τράβηξα στις 5 Σεπτεμβρίου για να δείτε πόσο μεγάλωσαν.

Και εδώ μπορείτε να ακούσετε την αμυντική κραυγή που κάνειένα μικρό γκέκο του είδους. Το ζώο είναι στο κατάστημα feeders.gr, και είναι μεγαλύτερο από τα δικά μου, οπότε κάνει και πιο δυνατό ήχο.

Ενημέρωση 16/9/2016: Το πρώτο γκέο έχει μεγαλώσει αρκετά. Πλέον είναι σε μέγεθος που μπορώ να το δώσω.
Eublepharis macularius 16/9/2016

Ενημέρωση 30/9/2016: Αυτό είναι και το άλλο γκέκο, το πιθανόν αρσενικό. Έχει μεγαλώσει και αναγεννήσει σε μεγάλο βαθμό την ουρά του.
Eublepharis macularius μικρό αρσενικό 29/9/2016

Ενημέρωση 15/12/2016: Το αρσενικό δόθηκε. Πλέον έχω μόνο το μικρό θηλυκό, το οποίο έχει μεγαλώσει πολύ και ομορφύνει. Βρίσκεται στη φάση που οι ζώνες του σώματός του σπάνε σε κηλίδες, χαρακτηριστικές του ενήλικου χρωματισμού. Σε τέσσερις μέρες θα γίνει τεσσάρων μηνών!

νεαρό Eublepharis macularius 15/12/2016

Advertisements