6 νεαρά Achatina fulica
Από το Δεκέμβριο του 2015, αυτά τα μεγάλα εξωτικά μαλάκια ανήκουν στη συλλογή μου. Γνώριζα το είδος αυτό για πολύ καιρό, επειδή το διάβαζα σε άρθρα στο Διαδίκτυο, όπου άκουγα ιστορίες για σαλιγκάρια που φτάνουν έως και 25 ή και 30 εκατοστά, αν κι αυτό αποδείχθηκε η εξαίρεση παρά ο κανόνας. Έψαχνα λοιπόν να βρω αυτό το είδος, αλλά δε φαινόταν να υπάρχει κάπου στην Ελλάδα. Περιστασιακά κάποια μέλη του φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσαν απογόνους τέτοιων σαλιγκαριών, αλά δε μπήκα στον κόπο να παραγγείλω. Τα συνάντησα για πρώτη φορά από κοντά στην έκθεση Insectopia που λειτουργούσε πριν μερικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, τα οποία ήταν γύρω στα 15 εκ. Τελικά το γνωστό κατάστημα κατοικιδίων feeders.gr έφερε πέρυσι ένα ολόκληρο κουτί γεμάτο με πολλά τέτοια μικρά σαλιγκαράκια, και πρόλαβα να πάρω έξι μικρά. Από τότε εξακολουθεί να έχει διαθέσιμα προς πώληση συνεχώς, και κανονικά και albino, άρα εάν θέλετε να αποκτήσετε αυτά τα μαλάκια, μπορείτε να αγοράσετε από εκεί. Τα σαλιγκάρια αυτά είναι πολύ εύκολα στη φροντίδα, ανθεκτικά και μπορούν να φτάσουν εύκολα σε μεγάλο μέγεθος.

Ως σαλιγκάρια, ανήκουν στην ομοταξία των γαστεροπόδων στη συνομοταξία των μαλακίων. Όπως τα περισσότερα χερσαία σαλιγκάρια, ανήκουν διαδοχικά στους κλάδους ετεροβράγχια, ευθύνευρα, πανπνευμονοφόρα, ευπνευμονοφόρα, στυλωματοφόρα, σιγμούρηθρα, στην υπεροικογένεια των αχατινοειδών, στην οικογένεια των αχατινιδών, στην υποοικογένεια των αχατινινών, στο γένος αχατίνη, και στο υπογένος λειαχατίνη. Η λατινική επιστημονική του ονομασία είναι Achatina fulica, κι έχει προταθεί από ορισμένους ερευνητές η αναβίβαση του υπογένους λειαχατίνη (Lissachatina) σε πλήρες γένος, αν και το νέο σχήμα δεν έχει υιοθετηθεί ευρέως. Η οικογένεια των αχατινιδών (Achatinidae) περιλαμβάνει 200 είδη σε 13 γένη με αρχική εξάπλωση στην Υποσαχάρια Αφρική. Το όνομά της το πήρε από τον αχάτη, ένα ηφαιστειακό πέτρωμα, γι’αυτό λέγονται και αχατοσαλίγκαρα. Το είδος Achatina fulica, μαζί με τα είδη Achatina achatina και Archachatina marginata, αποκαλούνται κοινώς γιγάντια αφρικανικά σαλιγκάρια, στα αγγλικά giant African land snails ή gals συντομογραφικά. Τα δύο τελευταία ήταν αρχικά ενδημικά της Δυτικής Αφρικής, ενώ η A. fulica ενδημούσε στην Ανατολική Αφρική, με αρχική κοιτίδα ίσως την Κένυα και την Τανζανία. Σήμερα και τα τρία είδη έχουν μεταφερθεί με τον άνθρωπο σε διάφορες τροπικές περιοχές του κόσμου, αν και η A. fulica είναι το πλέον ανθεκτικό είδος με τον υψηλότερο αναπαραγωγικό ρυθμό, και ως εκ τούτου έχει σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση. Γι’αυτό άλλωστε είναι και το κοινότερο είδος στην αιχμαλωσία.

Το όστρακο του συγκεκριμένου σαλιγκαριού είναι επίμηκες και κωνικό, με μήκος περίπου διπλάσιο του ύψους του. Σαλιγκάρια με σφαιρικό σχήμα, όπως τα περισσότερα κοινά στη χώρα μας είδη, είναι προσαρμοσμένα για διαβίωση στην επιφάνεια του εδάφους, ενώ αυτά με κωνικό κέλυφος είναι είτε δενδρόβια είτε ημιυπογειόβια, με την A. fulica να ανήκει στα δεύτερα. Έχει χαρακτηριστικά μεγάλο κατοικίδιο θάλαμο, τον τελικό θάλαμο στον οποίο διαμένει το μαλάκιο, και σχετικά μικρό κώνο με οξεία κορυφή. Ένα ενήλικο σαλιγκάρι έχει 7-9 σπείρες, σπάνια 10. Υπάρχουν και δεξιόστροφα και αριστερόστροφα άτομα, με συχνότερα ωστόσο τα δεξιόστροφα, όπως άλλωστε και στα περισσότερα σαλιγκάρια. Το χρώμα τους ποικίλει ανάλογα με τη διατροφή, με συνηθέστερο διάφορες αποχρώσεις του καφέ με πιο σκουρόχρωμες δυσδιάκριτες ραβδώσεις κατά μήκος του οστράκου. Ο στυλίσκος, το εσωτερικό κεντρικό μέρος γύρω από το οποίο περιελίσσονται οι σπείρες, είναι ανοιχτό κίτρινο. Το σώμα του σαλιγκαριού έχει γκριζοκαφέ χρώμα, με πιο σκούρο κεφάλι και ένα ελαφρύ δικτυωτό μοτίβο. Στην αιχμαλωσία παράγονται και αλφικά (albino) άτομα, με λευκό σώμα. Πολλές υπερβολές λέγονται και διαδίδονται άκριτα από σελίδα σε σελίδα για το μέγεθος του είδους, όπως ότι εύκολα φτάνει τα 25 ή και τα 30 εκατοστά. Στην πραγματικότητα, κανένα χερσαίο σαλιγκάρι δεν έχει φτάσει τα 30 εκατοστά. Το μεγαλύτερο, η A. achatina, έχει φτάσει το ρεκόρ μέγεθος των 27 εκατοστών με ολικό μήκος του εκτεταμένου σώματος τα 39 εκ, ενώ το αμέσως μικρότερο, η Archachatina marginata, μπορεί να φτάσει τα 20 εκατοστά, αλλά συνήθως μένει μικρότερη. Η A. fulica σπανιότατα φτάνει τα 25 εκατοστά, με συχνότερο ακραίο μέγεθος τα 20 εκ. Το τελικό μέγεθός της εξαρτάται από τις περιβαλλοντικές συνθήκες, την ποιότητα της τροφής και την πληθυσμιακή πυκνότητα και είναι μεταξύ 7-20 εκατοστών, με συνηθέστερα μεγέθη μεταξύ 10-15 εκατοστά. Το ολικό μήκος με το εκτεταμένο σώμα μπορεί να είναι αρκετά μεγαλύτερο, έως και 35 εκατοστά στα πραγματικά γιγάντια άτομα.
Το σώμα τους είναι παρόμοιο μ’αυτό άλλων σαλιγκαριών. Αποτελείται από τρία μέρη, το κεφάλι, το σπλαχνικό σάκο και το πόδι. Το κεφάλι βρίσκεται μπροστά και φέρει τα δύο ζεύγη κεραιών, το ανώτερο και ψηλότερο με τα μάτια στην κορυφή και οσφρητικούς υποδοχείς, και το κατώτερο με οσφρητική, γευστική και απτική λειτουργία. Οι κεραίες μπορούν να μαζευτούν όταν το ζώο απειλείται, κι επίσης αναγεννώνται αν κοπούν. Υπάρχουν επίσης υποδοχείς αφής σε όλο το σώμα. Το νευρικό σύστημα είναι απλό, με ένα γάγγλιο στο κεφάλι, ένα στο σπλαχνικό σάκο κι ένα στο πόδι, που επικοινωνούν μεταξύ τους. Το στόμα βρίσκεται λίγο πιο κάτω απ’τις κεραίες, και είναι εξοπλισμένο με το ξύστρο, ένα όργανο σαν γλώσσα με πολλά χιτινώδη δόντια που αντικαθίστανται συνεχώς, με το οποίο το ζώο ροκανίζει την τροφή του. Το μυώδες πόδι βρίσκεται στην κάτω πλευρά του σαλιγκαριού, εξού και το όνομα της ομοταξίας γαστερόποδα, και κινεί το ζώο με κυματοειδείς συσπάσεις που διαδίδονται από μπροστά προς τα πίσω. Παράγει βλέννα, η οποία βοηθά στην ολίσθηση του ζώου και το προστατεύει από τραυματισμούς σε τραχιές ή αιχμηρές επιφάνειες. Βλέννα επίσης παράγεται λιγότερο και στην επιφάνεια του υπόλοιπου σώματος. Ο σπλαχνικός σάκος βρίσκεται μέσα στο κέλυφος, περιέχει όλα τα ζωτικά όργανα όπως το πεπτικό σύστημα, τον πεπτικό αδένα, την καρδιά, το νεφρό, το μανδυακό πνεύμονα και το αναπαραγωγικό σύστημα, και προστατεύεται από το μανδύα. Εξαιτίας της αναστροφής που παθαίνουν τα γαστερόποδα κατά την εμβρυική τους ανάπτυξη ώστε να προσαρμοστούν στο σχήμα του κελύφους, το πίσω μέρος τους γυρίζει 180 μοίρες προς τα εμπρός, κι έτσι ο πρωκτός και τα γεννητικά όργανα βρίσκονται ακριβώς πάνω από το κεφάλι στη μανδυακή κοιλότητα. Από τη δεξιά πλευρά αυτής της κοιλότητας επίσης βρίσκεται ο πνευμόπορος, απ’όπου το σαλιγκάρι αναπνέει. Ο μανδύας ακόμα παράγει ανθρακικό ασβέστιο και κογχιολίνη, με τα οποία το μαλάκιο χτίζει το όστρακό του. Ο μανδύας αποθέτει συνεχώς νέο υλικό στο άνοιγμα του οστράκου, κι έτσι αυτό μεγαλώνει. Για το λόγο αυτό οι άκρες του οστράκου είναι εύθραυστες όσο το σαλιγκάρι είναι στην ανάπτυξη. Μόλις φτάσει στην ενηλικίωση, δημιουργεί ένα προεξέχον χείλος και η ανάπτυξη παύει, οπότε ο ρόλος του μανδύα είναι κυρίως επιδιορθωτικός για το εσωτερικό του κελύφους. Σε ιδανικές συνθήκες, ένα αφρικανικό γιγάντιο σαλιγκάρι μπορεί να φτάσει στην ενηλικίωση μέσα σε έξι μόνο μήνες, ενώ διαφορετικά μπορεί να χρειαστεί πάνω από ένα χρόνο. Η αναπαραγωγική ωριμότητα μπορεί να έρθει πριν την πλήρη ανάπτυξη. Όπως και τα περισσότερα σαλιγκάρια, το είδος είναι ερμαφρόδιτο, αν και δεν αυτογονιμοποιείται, και όπως όλα τα στυλωματοφόρα, το κάθε σαλιγκάρι μπορεί να εκτιμά το μέγεθος και την ηλικία του άλλου πριν το ζευγάρωμα. Πριν ζευγαρώσουν, μπορεί το ένα μαλάκιο να ανέβει πάνω στο άλλο, να σπρωχθούν και στη συνέχεια ζευγαρώνουν, πιέζοντας τις κοιλιές τους και τοποθετώντας το φαλλό τους στη γεννητική κοιλότητα του άλλου. Δύο ενήλικα σαλιγκάρια του ίδιου μεγέθους συνήθως αλληλογονιμοποιούνται, ενώ σε περίπτωση που υπάρχει μεγάλη διαφορά μεγέθους, το ζευγάρωμα είναι μονόπλευρο, με το μικρότερο στο ρόλο του αρσενικού, επειδή η παραγωγή αυγών κοστίζει κι αυτό θα μπορούσε να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξή του. Το σαλιγκάρι γεννά τα αυγά 8-20 ημέρες μετά το ζευγάρωμα, και μπορεί ν’αποθηκεύσει σπέρμα για πολλές ακόμα γέννες, μέχρι και για δύο χρόνια. Τα αυγά είναι λευκοκίτρινα, διαμέτρου 4,5-5,5 χιλιοστών, και τα προστατεύει σε ρηχές φωλιές που σκάβει μέσα στο έδαφος ή ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα. Μπορεί να γεννήσει από 100 έως 500 αυγά τη φορά, με συνήθη αριθμό τα 200, και μπορεί να γεννά σταθερά κάθε δύο μήνες για όλο το χρόνο. Τα αυγά επωάζονται σε θερμοκρασίες πάνω από τους 15 βαθμούς, και σε κατάλληλες συνθήκες, τα μικρά εκκολάπτονται σε 11-15 ημέρες, και είναι αντίγραφα των ενηλίκων. Η γονιμότητά τους φθίνει μετά τα δύο χρόνια ζωής, αν και μπορούν να ζήσουν 5-6 χρόνια στην αιχμαλωσία, με σπάνιες περιπτώσεις να φτάνουν έως και τα 10 χρόνια. Όπως όλα τα χερσαία σαλιγκάρια, δεν έχουν προνυμφική φάση και τα μικρά είναι μικροσκοπικά αντίγραφα των ενηλίκων.
Το σαλιγκάρι αυτό ζει οπουδήποτε υπάρχει το κατάλληλο κλίμα σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, όπως ζούγκλες, φυτεμένα δάση, περιοχές διαταραγμένες από ανθρώπινη δραστηριότητα, παραποτάμιες και ελώδεις περιοχές, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και αστικά περιβάλλοντα. Ευδοκιμούν καλύτερα σε μόνιμα θερμό και υγρό κλίμα ή σε υγρό κλίμα με μια ξηρή περίοδο για μέρος του έτους, σε χαμηλά υψόμετρα. Δραστηριοποιείται σε θερμοκρασίες μεταξύ 9 και 29 βαθμών Κελσίου. Όταν οι θερμοκρασίες πέσουν χαμηλότερα περιέρχεται σε χειμερία νάρκη, ενώ αν ξεπεράσουν το όριο δραστηριότητας ή το περιβάλλον αρχίζει να ξηραίνεται περιέρχεται σε θερινή νάρκη ή διαθέριση. Κατά την αδρανοποίηση, το σαλιγκάρι θάβεται μέσα στο έδαφος και φράζει το άνοιγμα του οστράκου του με ένα επίφραγμα από ξηρή βλέννα ενδυναμωμένη με ανθρακικό ασβέστιο. Μπορεί να επιβιώσει σε θερμοκρασίες μέχρι και τους 2 βαθμούς Κελσίου, αν και η θνησιμότητα αυξάνεται όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος σε τέτοιες θερμοκρασίες. Αντίθετα, ανέχεται τις υψηλές θερμοκρασίες πολύ καλύτερα. Στην περίοδο δραστηριότητας είναι κυρίως νυκτόβιο, και την ημέρα κρύβεται συνήθως θαμμένο μέσα στο έδαφος, αν και μπορεί να προσκολληθεί σε επιφάνειες. Την ημέρα παρατηρείται σε συννεφιασμένο καιρό ή σε περιπτώσεις μεγάλου υπερπληθυσμού. Όπως και με όλα τα σαλιγκάρια, το άμεσο ηλιακό φως μπορεί να τα σκοτώσει. Το είδος αυτό είναι φυτοφάγο και σαπροφάγο, δηλαδή τρέφεται τόσο με ζωντανή όσο και με νεκρή φυτική ύλη. Τα μικρά τρέφονται κυρίως με νεκρή οργανική ύλη και με μονοκύτταρα φύκη, και από πράσινα φυτά προτιμούν κυρίως μαλακά είδη όπως η μπανάνα, ο αρακάς και το παντζάρι. Θεωρείται ότι στη φάση αυτή λαμβάνουν την απαραίτητη χλωρίδα του εντέρου, η οποία διασπά την κυτταρίνη των φυτών, κι επίσης λαμβάνουν αρκετή πρωτεΐνη από τους μικροοργανισμούς που αποσυνθέτουν την οργανική ύλη. Έχει βρεθεί ότι ένα ποσοστό πρωτεΐνης της τάξεως του 18% της διατροφής είναι το ιδανικό για βέλτιστη ανάπτυξη. Μετά τα 5 εκατοστά, προτιμούν κυρίως πράσινη φυτική ύλη, ενώ στην ενηλικίωση τρώνε τόσο χλωρή όσο και σαπισμένη φυτική ύλη. Τρέφονται με φύλλα, τρυφερούς βλαστούς, φλοιό, άνθη, καρπούς, βολβούς, κονδύλους, σπόρους και σπορόφυτα. Επίσης τρέφονται και με μύκητες, λειχήνες, περιττώματα και πτώματα, ενώ έχουν παρατηρηθεί σπάνια να τρώνε ζωντανά μικρότερα σαλιγκάρια ακόμα και του είδους τους και γυμνοσάλιαγκες, αν και δε θεωρούνται σημαντικός εχθρός άλλων γαστεροπόδων. Ως οστρακοφόραμαλάκια, το ασβέστιο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξή τους. Η ανάγκη ασβεστίου στα μικρά μέχρι τα 5 εκατοστά είναι πολύ υψηλή, ενώ στη συνέχεια φθίνει και στην ενηλικίωση είναι χαμηλή αλλά σταθερή. Για να προσλάβουν ασβέστιο ροκανίζουν ασβεστούχα πετρώματα, οστά και κελύφη νεκρών σαλιγκαριών. Κύριες αισθήσεις τους είναι η όσφρηση, η γεύση και η αφή, με τις οποίες εντοπίζουν την τροφή τους. Η όρασή τους περιορίζεται στηνα ντίληψη φωτός και στην ανίχνευση μεγάλων αντικειμένων, που θα μπορούσαν να είναι απειλές.

Το σαλιγκάρι αυτό χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο ως τροφή, ως ζώο εργαστηρίου, ως κατοικίδιο και ως τροφή άλλων ζώων. Παραδοσιακά συλλεγόταν ως τροφή στην Αφρική. Κατά το 19ο και τον 20ο αι. μεταφέρθηκε, είτε τυχαία, π.χ. μαζί με λαχανικά, χώμα, προσκολλημένο σε οχήματα, σε στρατιωτικό εξοπλισμό κλπ, είτε επιτηδευμένα από κυβερνήσεις τροπικών χωρών ως τροφή, στο μεγαλύτερο μέρος της τροπικής ζώνης και πλέον τρώγεται σχεδόν σε κάθε τόπο όπου βρίσκεται. Είναι το περισσότερο καταναλούμενο είδος στην Κίνα και στην Ταϊβάν, και μεγάλες ποσότητές του εξάγονται προς δυτικες χώρες για να καλυφθεί η ζήτηση που δε μπορεί να καλύψει η εγχώρια παραγωγή. Το σαλιγκάρι αυτό επίσης δίνεται ως τροφή σε πουλερικά και ψάρια ιχθυοκαλλιεργειών. Στα εργαστήρια χρησιμοποιείται λόγω της εύκολης εύρεσης και αναπαραγωγής τους για να μελετηθούν τα χερσαία γαστερόποδα εν γένει, κι επίσης σ’αυτό δοκιμάζονται πειραματικές μέθοδοι καταπολέμησής του. Το μεγάλο και εντυπωσιακό του μέγεθος το έκαναν αγαπητό στους συλλέκτες κοχυλιών, αλλά κι επίσης στο χόμπι των ασπονδύλων. Σε κάποιες από τις χώρες όπου βρίσκεται έχει εισαχθεί για την εξωτική του εμφάνιση, ενώ εκτρέφεται για πολλά χρόνια σε τερράρια ως κατοικίδιο ή ως τροφή άλλων κοχλιοφάγων ζώων.

Η διατήρησή του στην αιχμαλωσία είναι πολύ εύκολη. Ως κατοικίδιο, θεωρείται ιδανικό για μικρά παιδιά αντί για κάποιο ζώο με πιο περίπλοκες ανάγκες, όπως ένα μικρό θηλαστικό. Είναι ένα ζώο που δε μπορεί να βλάψει κανέναν και μέσω αυτού μπορούν τα παιδιά να μάθουν πολλά πράγματα για τον κύκλο ζωής του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ή γενικώς όπου δεν είναι επιθυμητή η αναπαραγωγή, θα χρειαστείτε μόνο ένα άτομο, αλλιώς γρήγορα θα πρέπει συνεχώς να εξοντώνεται αυγά και μικρά. Εάν ωστόσο σκοπός είναι η αναπαραγωγή, τότε θα χρειαστεί πάνω από ένα. Η δική μου αποικία έχει 6 ιδρυτικά άτομα, αλά μπορεί να ξεκινήσει με λιγότερα ή και με περισσότερα. Τα σαλιγκάρια αυτά μπορούν να στεγαστούν οπουδήποτε, αρκεί ο χώρος να είναι ασφαλής για να μη φύγουν και να υπάρχουν τρύπες εξαερισμού. Χρησιμοποιούνται από τερράρια έως μεγάλα πλαστικά κουτιά αποθήκευσης. Το περιβάλλον θα πρέπει να έχει αρκετό χώρο για να κινούνται άνετα όλα, με ιδανικές διαστάσεις μήκος όσο τρεις φορές το μήκος του μεγαλύτερου σαλιγκαριού, και πλάτος και ύψος μεγαλύτερο από το μήκος του μεγαλύτερου. Τα μαλάκια στρεσάρονται με τον έντονο φωτισμό, γι’αυτό θα πρέπει να βρίσκονται σε σημείο με χαμηλό φωτισμό, ή ακόμα και σε μέρος με σχεδόν απόλυτο σκοτάδι, με ελάχιστο φως μόνο την ημέρα για να αντιλαμβάνονται τη φωτοπερίοδο. Μέσα στο κουτί θα πρέπει να υπάρχει υπόστρωμα βάθους 5-10 εκατοστών, στο οποίο θα μπορούν να θάβονται. Η τύρφη χρησιμοποιείται συχνά επειδή είναι μαλακή, αλλά είναι όξινη και χωρίς καθόλου μεταλλικά στοιχεία, κι αυτό μπορεί να επιδράσει αρνητικά στην ανάπτυξη του οστράκου και να εντείνει τις περιπτώσεις κανιβαλισμού. Καλύτερο υπόστρωμα είναι το χώμα, είτε έτοιμο φυτόχωμα χωρίς πρόσθετα λιπάσματα, είτε χώμα από ανακύκλωση από μεταφυτεύσεις γλαστρωμένων φυτών, ή χώμα από τον κήπο ή τη φύση, αρκεί να μην έχει φυτοφάρμακα και ζιζανιοκτόνα. Τα χαλικάκια και τα υπολείμματα ριζών δεν ενοχλούν. Πέρα από το υπόστρωμα, το τι άλλο θα βάλετε στο χώρο τους εξαρτάται καθαρά από τις αισθητικές σας προτιμήσεις, γιατί τα σαλιγκάρια έχουν πολύ απλές ανάγκες. Τα σαλιγκάρια δεν τα νοιάζει αν βρίσκονται σ’ένα ευρύχωρο τερράριο με κατασκευές από ξύλα, πέτρες και φλοιούς να σκαρφαλώνουν και φυτά που δε μπορούν να φάνε όπως ο κισσός (Hedera helix) πάνω τους, αλλά αν θέλετε μπορείτε να φτιάξετε ένα τέτοιο περιβάλλον. Σε πιο απλά περιβάλλοντα, μπορείτε να βάλετε λίγα ξύλα για να σκαρφαλώνουν ή και τίποτα, αφού θα σκαρφαλώνουν στα τοιχώματα του κουτιού τους. Εγώ αρχικά τα είχα στο μικρό πλαστικό κουτάκι που μου τα έδωσαν για τις δύο πρώτες εβδομάδες με χαρτί για υπόστρωμα, όμως επειδή μεγάλωναν τα μετέφερα σ’ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 25χ23χ24, το οποίο έστρωσα με 6 περίπου εκ χώμα. Αρχικά σχεδίαζα να τα μεταφέρω σε μεγαλύτερο κουτί αν μεγάλωναν πολύ, αλλά από ό,τι φαίνεται αυτό δε θα χρειαστεί, αφού ήδη στα 8-10 εκατοστά μερικά αρχίζουν να δημιουργούν το χείλος της ενηλικίωσης. Πέρα από χώμα, μέσα στο κουτί δεν έχω τίποτα. Όλα τα σαλιγκάρια είναι θαμμένα στο χώμα τη μέρα, σπάνια λίγα προσκολλώνται πάνω στα τοιχώματα ή στις γωνίες, και το βράδυ δραστηριοποιούνται και βόσκουν. Τότε είναι η ώρα που σκαρφαλώνουν στα τοιχώματα ή και ανάποδα στο καπάκι.
Δείτε το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται.

Τα σαλιγκάρια αυτά ανέχονται μεγάλο εύρος θερμοκρασιών, αλλά ιδανικές για το μεταβολισμό τους είναι αυτές μεταξύ 18-25 βαθμών Κελσίου, δηλαδή θερμοκρασία δωματίου και λίγο υψηλότερη. Εάν έχετε χαμηλότερες θερμοκρασίες, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μια απλή θερμαντική πλάκα που θα καλύπτει το μισό ή και λιγότερο από τον πυθμένα του χώρου τους. Οι θερμαντικές λάμπες είναι επικίνδυνες, διότι θα θερμάνουν υπερβολικά το χώρο, μπορεί να τα αφυδατώσουν αν τις πλησιάσουν, και σε περίπτωση που δεν είναι κεραμικές και φωτοβολούν θα τα στρεσάρουν, αφού θα πρέπει να φέγγουν για όλο το εικοσιτετράωρο. Σε χαμηλότερες από τις προτιμώμενες θερμοκρασίες θα τρώνε πολύ λιγότερο, και ίσως να προσπαθήσουν να ναρκωθούν. Στη δική μου περίπτωση μέσα στον Ιανουάριο, ένα από τα σαλιγκάρια μου δημιούργησε επίφραγμα, αλά τελικά βγήκε αμέσως από τη νάρκη. Την εποχή εκείνη έτρωγαν λίγο και συγκεντρώνονταν γύρω από τη ζέστη της πλάκας, μέσα στο χώμα. Εάν οι θερμοκρασίες ξεπεράσουν το προτιμώμενο όριο, αρχικά δε θα έχετε πρόβλημα. Έχω παρατηρήσει ότι μέχρι τους 28 βαθμούς τρέφονται κανονικά. Αν όμως οι θερμοκρασίες παραμείνουν ψηλότερα για μεγάλο χρόνο, η πρόσληψη τροφής μειώνεται σημαντικά, και μπορεί ν’αρχίζουν να αδυνατίζουν. Στην περίπτωση αυτήν, αν δε μπορείτε να τα μεταφέρετε σε δροσερότερο σημείο, το καλύτερο είναι να τα βάλετε σε θερινή νάρκη. Για να το κάνετε αυτό, απλώς αντικαθιστάται το χώμα με πολύ ξηρότερο και τα αφήνετε μέσα όπως πριν, αλλά χωρίς τροφή, και μέσα στις επόμενες μέρες θα αδρανοποιηθούν. Εγώ άργησα να το κάνω αυτό, με αποτέλεσμα δύο σαλιγκάρια να χάσουν βάρος. Αυτό φαίνεται από το μικρότερο βάρος τους όταν τα σηκώνεται, αλλά και από το μεγαλύτερο βάθος που μπορούν να φτάσουν όταν αποτραβιούνται στο καβούκι τους. Τελικά στα τέλη του Ιουνίου άλλαξα το χώμα. Μέσα σε τρεις μέρες, ακόμα και τα δύο μεγαλύτερα και πιο δραστήρια σαλιγκάρια κατέβηκαν στο χώμα και όλα ναρκώθηκαν. Τώρα οι θερμοκρασίες ξεπερνούν τους 33 βαθμούς μερικές φορές και αυτά δεν επηρεάζονται καθόλου. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε την κατάσταση της νάρκης.

Το τάισμα είναι το ευκολότερο πράγμα μ’αυτά τα σαλιγκάρια. Μπορούν να φάνε μια μεγάλη γκάμα φυλλωδών λαχανικών, ζιζανίων, φύλλων θάμνων και δέντρων, καρπών και σπόρων. Εγώ επιλέγω τα είδη που θα τα δώσω σύμφωνα με το κατά πόσο τα τρώνε άγρια σαλιγκάρια, κι έτσι έχω μεγάλη επιτυχία. Φυλλώδη λαχανικά όπως το μαρούλι (Lactuca sativa), τα λαχανοειδή [(Brassica oleracea) λάχανο, κουνουπίδι, μπρόκολο, λαχανίδα], η ρόκα (Eruca sativa) και τα φύλλα από το ραπανάκι (Raphanus sativus), αγριόχορτα όπως η πικραλίδα ή ραδίκι (Taraxacum officinale), ο ζοχός (Sonchus oleraceus), η στελλάρια (Stellaria media), το περδικάκι (Parietaria judaica), το λάπατο (Rumex sativus), η μολόχα (Malva silvestris), όλα είναι στόχοι ντόπιων σαλιγκαριών και από τα αγαπημένα της A. Fulica, τα οποία εξαφανίζονται σε λίγες ώρες αφού τα βάλω. Έχω παρατηρήσει ωστόσο ότι τα λεια φεύγουν πιο γρήγορα από τα χνουδωτά αγριόχορτα. Εκτός από τα παραπάνω, τα οποία είναι κατάλληλα και για άλλα φυτοφάγα ζώα, π.χ. κουνέλια, τα δίνω και πιο τοξικά τουλάχιστον για σπονδυλωτά φυτά, τα οποία ωστόσο τρώνε πολύ τα δικά μας σαλιγκάρια, όπως τα φύλλα του βολβού του ιππέαστρου (Hippeastrum), μια ακόμα πολύ καλή και αγαπημένη τροφή, και τα φύλλα του σενεκίου (Senecio angulatum), το οποίο τρώνε αρκετά, αν κι όχι τόσο πολύ όσο τα προηγούμενα. Από λαχανικά δίνω φλούδες κολοκυθιού και αγγουριού (Cucurbita sp και Cucumis sativus), οι οποίες φεύγουν αμέσως, αλλά και κομμάτια καρότου (Daucus carota) και πατάτας (Solanum tuberosum), τα οποία ροκανίζονται αρκετά σε λίγες μέρες. Η πατάτα ιδιαίτερα θεωρείται πολύ θρεπτική τροφή για το συγκεκριμένο είδος. Από φύλλα δέντρων και θάμνων έχω δοκιμάσει πολλά, αλά δεν τα τρώνε όλα με την ίδια όρεξη, επειδή είναι πολύ σκληρότερα από τα φύλλα των χόρτων. Το αμπέλι (Vitis vinifera) και τον ιβίσκο (Hibiscus syriacus) για παράδειγμα μπορεί να τα φάνε, αλλά θα τα ροκανίσουν μέσα σε πολλές μέρες. Τα φύλλα των εσπεριδοειδών (Citrus sp) προτιμώνται περισσότερο, και φροντίζω να τα δίνω συχνά. Αντίθετα, η μουριά φαίνεται να είναι το αγαπημένο τους, και τρώνε τόσο τη μαύρη (Morus nigra), όσο και την άσπρη (Morus alba), με ιδιαίτερη προτίμηση στη δεύτερη, ίσως επειδή έχει μαλακότερα φύλλα. Τα φύλλα της μουριάς περιέχουν αρκετή πρωτεΐνη και ασβέστιο, άρα είναι ωφέλιμα. Τα μαλάκια αυτά επίσης μπορούν να φάνε φρούτα, αλλά η συχνή σίτιση μ’αυτά θα οδηγήσει σε υγρά κόπρανα. Αραιά τα δίνω κομμάτια από αχλάδι, μήλο, ροδάκινο, βερίκοκο και μπανάνα. Τέλος υπάρχουν και φυτά τα οποία είτε είναι πολύ σκληρά είτε τοξικά και δε θα τα φάνε καθόλου, όπως ο κισσός, οι αειθαλείς θάμνοι όπως το ευώνυμο, αλλά και γενικώς ασφαλή είδη για φυτοφάγα όπως η ψευδακακία (Robinia pseudoacacia) και το χωνάκι (Campsis radicans). Σκληρά και ινώδη αγρωστώδη φυτά, όπως η αγριάδες, δε θα τα αγγίξουν καθόλου. Το σπανάκι (Spinacia oleracea) επίσης είναι τροφή που τρώνε, αλλά επειδή δεσμεύει το ασβέστιο στα σπονδυλωτά, δεν τους το δίνω. Φροντίζω να έχω τουλάχιστον δύο είδη φυτών σε κάθε τάισμα. Όταν τα ταΐζω, στρώνω τη μισή ή όλη την επιφάνεια του χώρου τους με τα φύλλα, ή αν είναι φλούδες τα αφήνου σε μια γωνία. Σε μία μέρα, θα έχουν μείνει κυρίως βλαστοί και μίσχοι. Δεν είναι απαραίτητο η τροφή να βρίσκεται σε μπολ, όπως πολλοί κάνουν. Αντίθετα όταν βρίσκεται στο χώμα και αφεθεί λίγο να σαπίσει είναι καλύτερη γι’αυτά. Προσθέτω νέα τροφή καθημερινά εάν έχει φαγωθεί όλη, αλλιώς κάθε 2-3 μέρες, και αφαιρώ τα υπολείμματα της παλιάς κάθε 2-3 μέρες. Εάν έχω παραμελήσει το τάισμά τους, τα σαλιγκάρια γίνονται πιο δραστήρια σκαρφαλώνοντας παντού. Αν έχει ησυχία και στήσω αυτί, μπορώ να τα ακούσω να ροκανίζουν σιγά-σιγά την τροφή όταν βόσκουν. Ορισμένοι κάτοχοι τα δίνουν συμπληρωματικά και γατοτροφή, σκυλοτροφή ή ψαροτροφή για επιπλέον πρωτεΐνη, αν κι εγώ δεν τα έχω δώσει ποτέ έως τώρα, πάντως δε βλάπτει η μικρή ποσότητα. Εκτός από την τροφή, απολύτως απαραίτητο είναι και το ασβέστιο. Μπορείτε να ρίχνετε το ασβέστιο σε σκόνη πάνω από την τροφή, αλλά πιο εύκολος τρόπος είναι να τους το παρέχετε ξεχωριστά, οπότε έτσι θα μπορούν να αυτορρυθμίζουν την πρόσληψή τους. Ένα κόκκαλο σουπιάς ή κάποιο ειδικό τούβλο ασβεστίου θα τους καλύψει όλες τις ανάγκες. Τα μικρά έχουν τεράστια όρεξη για ασβέστιο, και θα το εξαφανίζουν συνεχώς, ενώ όσο μεγαλώνουν θα τρώνε λιγότερο. Τα ενήλικα θα πρέπει να έχουν πάντοτε ασβέστιο, ακόμα κι αν τρώνε ελάχιστο κάθε μέρα. Για τα δικά μου χρησιμοποιούσα αρχικά το ¼ του μικρού κοκκάλου σουπιάς, το οποίο άδειαζαν σε 4 περίπου μέρες. Όσο μεγάλωναν χρειάζονταν το μισό, και τώρα τα δίνω σχεδόν ολόκληρο, το οποίο αλλάζω κάθε εβδομάδα ή 10 μέρες. Το τούβλο του ίδιου μεγέθους κρατά περισσότερο, μπορεί και για δύο βδομάδες. Εάν δεν υπάρχει αρκετό ασβέστιο, το όστρακό τους δε θα μεγαλώσει σωστά, ενώ μπορεί να στραφούν στον κανιβαλισμό. Συνήθως δεν τρώνε το κρέας των άλλων, αν και μπορεί μεγαλύτερα άτομα με έλλειψη ασβεστίου να φάνε ολόκληρα πολύ μικρότερα, αν και το σύνηθες είναι τα μικρότερα να ξύνουν το όστρακο κάποιου μεγαλύτερου, αποδυναμώνοντάς το. Επειδή το τραύμα βρίσκεται στην εξωτερική πλευρά, το σαλιγκάρι δε θα μπορεί να το επιδιορθώσει και έτσι θα μείνει για όλη τη ζωή του. Μια φορά εγώ ξεκόλλησα ένα μικρότερο σαλιγκάρι από ένα μεγαλύτερο, και στο σημείο απ’όπου το έβγαλα υπήρχε ένα μακρόστενο αυλάκι, ίσως ένδειξη κανιβαλισμού. Από τότε βάζω ακόμα περισσότερο ασβέστιο μέσα. Είναι αδύνατο να αφομοιώσουν όλο το ασβέστιο που τρώνε, και γι’αυτό μπορεί να αποβάλλουν άσπρο υλικό στα περιττώματά τους, κάτι φυσιολογικό.
Οι ανάγκες τους σε νερό καλύπτονται από την τροφή τους και την υγρασία του περιβάλλοντος, άρα κανονικά δοχείο νερού δε χρειάζεται. Αρκετοί κάτοχοι βάζουν ένα ρηχό δοχείο νερού, όπου τα σαλιγκάρια πίνουν και ξεπλένονται από χώμα, αλλά αυτό χρειάζεται καθάρισμα κι επίσης μπορεί να πνίξει μικρά σαλιγκαράκια αν γίνει αναπαραγωγή. Εγώ δε βάζω, και δεν έχω κανένα πρόβλημα απ’αυτό. Αν το χώμα τους μένει μόνιμα υγρό κατά την περίοδο δραστηριότητας, δε θα υπάρχει κανένα πρόβλημα. Μπορείτε είτε να τα ψεκάσετε είτε να τα ποτίσετε, με προσοχή όμως γιατί μπορεί να λασπώσετε το χώμα τους. Αν το χώμα τους λασπώσει, δε θα μπορούν να θαφτούν προσωρινά. Μπορείτε να το επαναφέρεται προσθέτοντας νέο ξερό χώμα ή αφήνοντάς το να στεγνώσει για λίγες μέρες. Το χώμα δε θα χρειάζεται κατά τ’άλλα συχνή αντικατάσταση. Τα σαλιγκάρια θα παράγουν συνεχώς μακρόστενα περιττώματα καθώς τρέφονται, αλλά αυτά δε θα πρέπει ν’απομακρύνονται αμέσως, γιατί έχει βρεθεί ότι το υπερβολικά καθαρό περιβάλλον μειώνει την ικανότητα πρόσληψης όλων των θρεπτικών συστατικών, αφού τα σαλιγκάρια αυτά μπορεί να ξαναφάνε τα περιττώματά τους ή την τροφή που σαπίζει για ν’απορροφήσουν αποτελεσματικά όλα τα θρεπτικά συστατικά. Μία μερική αντικατάσταση του επιφανειακού υποστρώματος μια φορά την εβδομάδα είναι αρκετή, αν κι εγώ τα αφήνου και για πάνω από δύο εβδομάδες χωρίς πρόβλημα. Εάν δεν είστε σε θέση να το αντικαταστήσετε άμεσα, μπορείτε απλώς να ρίξετε καινούργιο υπόστρωμα από πάνω, κι έτσι να αραιώσει το παλιό. Πάλι εντούτοις θα χρειαστεί αντικατάσταση στο μέλλον. Τα σαλιγκάρια αυτά, ακόμα κι αν αφεθούν πολύ, δε θα πρέπει να μυρίζουν έντονα. Το περιβάλλον τους θα έχει μια μυρωδιά σαλιγκαριού, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε χώμα, χωνεμένα χόρτα και μυρωδιά μαλακίου που θα την ξέρετε αν έχετε μυρίσει βρασμένα σαλιγκάρια, αλλά όχι κάποια άσχημη μυρωδιά. Αν μυρίζει άσχημα, ελέγξετε μήπως το χώμα είναι πολύ βαθύ και υγρό και έχει αναερόβιες περιοχές, και αν δεν είναι αυτός ο λόγος, ίσως κάποιο σαλιγκάρι σας να έχει ένα ανεπανόρθωτο σοβαρό πρόβλημα.
Εφόσον τα μαλάκια ενηλικιωθούν, η αναπαραγωγή είναι αναπόφευκτη. Εγώ ακόμα δεν είχα αναπαραγωγή, αλά πιστεύω πως από το φθινόπωρο, εφόσον μερικά άρχισαν να ενηλικιώνονται, θα έχω. Το ζευγάρωμα είναι δύσκολο να το παρατηρήσετε, αλλά μπορεί να βρείτε φωλιές ψάχνοντας το υπόστρωμα. Μπορείτε να τις αφήσετε στη θέση τους, όπου διατρέχουν τον κίνδυνο να πατηθούν ή και να φαγωθούν, ή μπορείτε να τις μεταφέρετε σε άλλο μικρό κουτί για επώαση. Ακόμα όμως κι αν δεν τις μεταφέρετε, σίγουρο είναι ότι κάποια αυγά θα εκκολαφθούν. Το κουτί της επώασης θα πρέπει να έχει μικροσκοπικές τρύπες εξαερισμού για να μη φύγουν τα μικρά, και να βρίσκεται σε θερμοκρασίες ιδανικά μεταξύ 20-25 βαθμών. Τα μικρά έχουν όμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, απλώς χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή με την υγρασία, διότι αφυδατώνονται πολύ ευκολότερα. Κι από εδώ ξεκινούν τα βάσανα. Φυσικά, θα είναι αδύνατο να τα κρατήσετε όλα, και σκεφτείτε τι θα γίνει αν όλα αυτά τα μικρά αναπαραχθούν επίσης στο μέλλον. Μπορεί αρχικά να πουλάτε ή να δίνετε τους απογόνους αλλού, αλλά σύντομα ο αριθμός τους θα ξεπεράσει την όποια πενιχρή ζήτηση. Μετά τι κάνετε; Αν δεν έχετε να ταΐσετε κάποιο μαλακιοφάγο ζώο ή να τα δώσετε σε κάποιον που έχει, το μόνο καλό που μπορείτε να κάνετε είναι να τα θανατώνετε όλα. Μπορείτε να σπάσετε τα αυγά και τα μικρά, να τα καταψύξετε για 24 ώρες, να τα εμποτίσετε στη χλωρίνη ή να τα αφήσετε να στεγνώσουν. Μην τα απελευθερώσετε σε καμία περίπτωση. Σε περίπτωση όμως που έχετε κάποιο ζώο που τα τρώει ή πρόκειται να τα δώσετε σε κάποιον που έχει, τότε το είδος αυτό είναι το ιδανικό σαλιγκάρι γι’αυτόν το σκοπό, εξαιτίας της ευκολίας στην αναπαραγωγή του. Αν και τα ενήλικα δε τρώγονται σχεδόν από τίποτα, τα μικρότερα τρώγονται από πολλά ζώα. Εντελώς κοχλιοφάγα είδη, όπως οι καϊμανόσαυρες (Dracaena guianensis) και η μαλαισιανή κοχλιοφάγα νεροχελώνα (Malayemys macrocephala) μπορούν να ζήσουν σχεδόν αποκλειστικά μ’αυτήν την τροφή, αλλά και για λιγότερο σπάνια είδη τα οποία τρώνε σαλιγκάρια, αυτή η τροφή μπορεί να αποτελεί μεγάλο μέρος του διαιτολογίου τους. Μπορούν να τα φάνε ζώα όπως σχεδόν όλα τα είδη νεροχελώνας, κάποια χερσαία είδη όπως αυτές των γενών Terapene και Kinixis, οι κυανόγλωσσοι σκίγκοι της Αυστραλίας του γένους Tiliqua, οι κερασφόροι βάτραχοι του γένους Ceratophrys, ο αφρικανικός ταυροβάτραχος (Pyxicephalus adspersus), διάφορες μεγάλες σαλαμάνδρες, μικροί βαράνοι όπως ο βαράνος της σαβάνας (Varanus exanthematicus), οι σαύρες τεγκού του γένους Tupinambis, μεγάλα σαρκοφάγα ψάρια, σκαντζόχοιροι κ.ά. Πιο εντομοφάγα είδη όπως οι περισσότερες σαύρες, π.χ. γκέκο και δράκοι, καθώς και εντομοφάγοι βάτραχοι μπορεί να μην τα φάνε εύκολα, αλλά θα σας ενημερώσω γι’αυτό όταν το δοκιμάσω. Προς το παρόν πάντως, ο γενειοφόρος μου δράκος (Pogona vitticeps) σπάνια τρώει άγρια σαλιγκάρια (Helix aspersa), και συνήθως τα μικρά, τα οποία δεν τρώει ολόκληρα. Αν δεν τα τρώει σχεδόν κανείς, πάλι θα έχω τον κερασφόρο βάτραχο (Ceratophrys cranwelli) να τα δίνω, κι επίσης θα μπορώ να τα δίνω σε άτομα που ξέρω που έχουν νεροχελώνες. Ξέρω έναν χομπίστα για παράδειγμα που έχει μια σχετικά σπάνια κινέζικη μαλακοχέλυα νεροχελώνα (Pelodiscus sinensis), η οποία θα μπορεί να τα φάει. Τα σαλιγκάρια είναι πλούσια σε πρωτεΐνη και ασβέστιο, ακόμα και χωρίς το κέλυφός τους. Για ζώα που τα τρώνε ολόκληρα, αυτό είναι ωφέλιμο, αφού λαμβάνουν μεγάλη ποσότητα ασβεστίου. Το φαινομενικά σκληρό κέλυφος διαλύεται σταδιακά στο όξινο περιβάλλον του στομαχιού και αφομοιώνεται. Ο γενειοφόρος δράκος κάθε φορά εξαφάνιζε κάθε ίχνος κελύφους εντελώς, ενώ όταν μια φορά φέτος είχα δώσει στον κερασφόρο μου βάτραχο 5 μεσαίου μεγέθους κοινά σαλιγκάρια H. Aspersa με το όστρακό τους, μέσα σε 9 μέρες κάθε ίχνος τους είχε εξαφανιστεί. Αντίθετα, μικρά εντομοφάγα αμφίβια με πιο αδύναμο στομάχι μπορεί να μη μπορούν να χωνέψουν όλο το κέλυφος και να το κάνουν εμετό. Θεωρητικά θα μπορούσατε να τα εκτρέφεται και για δική σας κατανάλωση, αλλά με ένα ή δύο μικρά κουτιά μην περιμένετε να βγάζετε τίποτα περισσότερο από μια ντουζίνα κάθε εξάμηνο για να τα τρώτε σαν γκουρμέ.
Παρά διάφορα που λέγονται σε ιστοσελίδες λιγότερο επιστημονικού προσανατολισμού, τα σαλιγκάρια αυτά είναι κυρίως ζώα παρατήρησης κι όχι χειρισμού. Δεν πρόκειται να σας μάθουν ποτέ δηλαδή αν τα σηκώνετε ή τα πειράζεται. Πιθανόν το μόνο που θα καταφέρετε με παρατεταμένο χειρισμό είναι να τα στρεσάρεται. Είναι ωστόσο σημαντικό να ξέρετε πώς θα τα σηκώσετε για να μην τα τραυματίσετε, γιατί αυτό θα χρειαστεί όταν τα μετακινείτε, ελέγχετε το βάρος τους κλπ. Εάν είναι κολλημένα κάπου, μην τα τραβήξετε ποτέ απότομα, γιατί μπορεί να τα τραυματίσετε. Πρώτα σύρετέ τα πάνω στην επιφάνεια και μετά τραβήξτε τα απαλά. Τα αναπτυσσόμενα σαλιγκάρια έχουν εύθραυστο άνοιγμα κελύφους, και γι’αυτό θα πρέπει να προσέχετε περισσότερο με αυτά. Όταν το σαλιγκάρι είναι έξω, το σώμα του προστατεύει αυτήν την περιοχή, αλά όταν μαζεύεται μέσα, η περιοχή είναι απροστάτευτη και σπάει εύκολα. Σε περίπτωση που την σπάσετε κατά λάθος, μην ανησυχείτε, γιατί το μαλάκιο θα επιδιορθώσει αμέσως τη βλάβη. Έχω παρατηρήσει ότι σε μια βδομάδα κάθε ίχνος του σπασίματος θα έχει εξαφανιστεί. Μπορεί το ζώο, κατά την έναρξη της επιδιόρθωσης, πρώτα να λειάνει το άνοιγμα ροκανίζοντάς το, κι αυτό είναι φυσιολογικό. Χειρότερα μπορεί να συμβούν αν το σαλιγκάρι σας πέσει απ’το χέρι. Εγώ το είχα πάθει μια μόνο φορά, όταν μου είχε πέσει το μικρότερο κατά τη μεταφορά από το μικρότερο στο μεγαλύτερο κουτί. Έσπασε ένα εκατοστό περίπου νέας ανάπτυξης, η οποία όμως αναπληρώθηκε. Μια μικρή πτώση σε μαλακό υλικό μπορεί να μην τα βλάψει, αλλά κάθε πτώση σαλιγκαριού είναι επικίνδυνη και θα πρέπει να την αποφύγετε. Επίσης κάθε φορά που θα σηκώνετε ένα σαλιγκάρι, αυτό θα αποσύρετε μέσα στο καβούκι του κάνοντας έναν υγρό ήχο. Δεν έχουν φωνή, μην ανησυχείτε. Έπειτα, αν το βάλετε πα΄νω στην παλάμη σας, μπορεί σύντομα να βγει και ν’αρχίζει να κινείται. Μπορεί επίσης να σας ξύσει με το ξύστρο, όπως κάνει σε όλες τις επιφάνειες για να διαπιστώσει αν τρώγονται. Μην ανησυχείτε πάλι, δε θα σας φάει! Εμένα ωστόσο δε με έχουν ξύσει ποτέ, αλλά κι εγώ δεν τα έχω κρατήσει ποτέ για πολύ ώρα. Πιστεύω πως το χέρι μας είναι πολύ ζεστό και αφυδατωτικό γι’αυτά τα μαλάκια του χώματος και της βροχής. Η βλέννα τους είναι αραιή και ξεπλένεται εύκολα, οπότε πάλι μην ανησυχείτε.

Η σκοτεινή πλευρά

Το κομμάτι αυτό το άφησα για το τέλος. Όπως ανέφερα στην αρχή, το σαλιγκάρι αυτό έχει πολύ υψηλό αναπαραγωγικό ρυθμό, ανθεκτικότητα σε διάφορες ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες, μεγάλο εύρος διατροφικών φυτών, και το με΄γάλο του μέγεθος κατά την ενηλικίωση το προστατεύει από τους περισσότερους εχθρούς, ενώ η κρυπτική του συμπεριφορά και η γρήγορή του ανάπτυξη το κάνουν λιγότερο ευάλωτο ακόμα και σε νεαρή ηλικία. Με λίγα λόγια είναι από τα χειρότερα επεκτατικά είδη στον κόσμο. Έχει επεκταθεί με τη βοήθεια του ανθρώπου στο μεγαλύτερο μέρος της τροπικής ζώνης, καθώς και σε πιο υποτροπικά κλίματα, ακόμα και σε μέρη με λίγο χιόνι το χειμώνα. Όπως προανέφερα, μεταφέρθηκε είτε σκόπιμα ως τροφή ή για την εμφάνισή του, είτε κατά λάθος μαζί με γεωργικά προϊόντα, φυτά, χώμα, οχήματα, δομικά υλικά, στρατιωτικό εξοπλισμό κλπ, ή από άτομα στην αιχμαλωσία που ξέφυγαν. Σήμερα μπορεί να βρεθεί σε αρκετές χώρες εκτός από την Ανατολική Αφρική, όπως στην Ακτή Ελεφαντοστού στα δυτικά, στη Μαδαγασκάρη, στην Ινδία, στο Νεπάλ, στη νότια Κίνα, στην Ταϊλάνδη και σε άλλες χώρες της ΝΑ Ασίας, στη νότια Ιαπωνία, Στα περισσότερα νησιά του Ινδικού (συμπλέγματα της Ινδονησίας, Μαυρίκιος, Φιλιππίνες, Ανταμάν και Νικομπάρ, Σρι Λάνκα, Χονγκ Κόνγκ, Ταϊβάν, Γκουάμ κλπ), μέχρι και στη Νέα Γουινέα, στα περισσότερα νησιά του Ειρηνικού (Γαλλική Πολυνησία, Σαμόα, Τόγκα, Νέα Καληδονία, Βόρειες Μαριάνες κλπ), μέχρι τη Χαβάη, στη Βραζιλία, στη Βενεζουέλα, στα νησιά της Καραϊβικής, ίσως και σε λίγες εστίες των νότιων ΗΠΑ. Η ικανότητά του να τρώει πολλά είδη φυτών σε συνδυασμό με το μειωμένο αριθμό ή και την παντελή απουσία εχθρών σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγούν σε πληθυσμιακή έκρηξη. Σε ιδανικές συνθήκες με άφθονη τροφή, η πυκνότητα του σαλιγκαριού αυτού μπορεί να φτάσει έως και τα 150 άτομα ανά τετραγωνικό μέτρο. Μπορεί να φάει περίπου 500 είδη φυτών χρήσιμα στη γεωργία, με την οικογένεια του λάχανου (Brassicaceae), του φασολιού (Fabaceae) και του κολοκυθιού (Cucurbitaceae) τα πλέον ευάλωτα. Τρώει επίσης μαρούλι, σπανάκι, και σε νεαρή φάση σολανοειδή φυτά όπως ντομάτα, μελιτζάνα κλπ. Η φάση των σπορόφυτων είναι η πιο ευάλωτη, με ποσοστό απώλειας μετά τη μεταφύτευση που μπορεί να φτάσει και στο 100%. Μπορεί επίσης να φάει τροπικά φυτά όπως μπανανιά, νεαρούς κοκοφοίνικες, γκουάβα, παπάγια, καφέ, μουριά, γιαμ, κολοκάσι κλπ. Μερικές φορές επιτίθεται ακόμα και στο ρύζι. Κάποια είδη τα αποφυλώνει εντελώς, ενώ σε άλλα προκαλεί τοπικές βλάβες στους βλαστούς, στα άνθη ή στους καρπούς. Μπορεί επίσης να μεταφέρει ασθένειες από το ε΄να φυτό στο άλλο καθώς τρέφεται. Εκτός από την άμεση δράση του, ζημιώνει επίσης τους αγρότες των περιοχών αναγκάζοντάς τους να δαπανούν ποσά για την καταπολέμησή του ή περιορίζοντάς τους σε καλλιέργεια ανθεκτικών στο σαλιγκάρι φυτών. Το σαλιγκάρι αυτό επίσης προξενεί μεγάλες καταστροφές σε κήπους και πάρκα. Ο αντίκτυπός του στα άγρια φυτά δεν έχει μελετηθεί τόσο πολύ, αλά είναι αναμενόμενο νησιωτικά φυτά με λιγότερες άμυνες να είναι πιο ευάλωτα. Η A. fulica μπορεί επίσης να εκτοπίσει διάφορα ιθαγενή είδη σαλιγκαριών. Συχνά προκαλεί αισθητικά προβλήματα αφήνοντας γραμμές από σάλιο στους τοίχους ή ροκανίζοντας το τσιμέντο για να λάβει ασβέστιο. Μπορεί να δισχεράνει την πορεία τον αυτοκινήτων στους δρόμους σε μεγάλους πληθυσμούς, όταν πολλά σαλιγκάρια σπάνε και ο δρόμος γλιστράει, και σπάνια το κέλυφός τους μπορεί να σκάσει λάστιχα. Μπορεί να μεταδώσει το παρασιτικό σκουλήκι του αρουραίου Angiostrongylus cantonensis εάν καταναλωθεί ωμό ή ανεπαρκώς μαγειρεμένο, και σπανιότερα με τη βλέννα του. Το παράσιτο αυτό, που παρασιτεί στον πνεύμονα του αρουραίου, έχει σύνθετο κύκλο ζωής. Τα αυγά του φεύγουν με τα περιττώματα του αρουραίου, τα τρώει το σαλιγκάρι, έπειτα το σαλιγκάρι τρώγεται από τον αρουραίο, το παράσιτο μεταναστεύει στο νευρικό σύστημα και μετά στον πνεύμονα, όπου ωριμάζει και αναπαράγεται. Σπάνια μπορεί να μολυνθεί ο άνθρωπος με συμπτώματα εοσινοφιλικής μηνιγγίτιδας. Η A. fulica δεν είναι πιο πιθανό να φέρρει αυτό το παράσιτο από άλλα σαλιγκάρια της περιοχής, απλώς ως μεγαλύτερη, μπορεί να φιλοξενήσει περισσότερα. Το παράσιτο είναι σπάνιο σε εύκρατες περιοχές. Οι πληθυσμοί στην αιχμαλωσία, έχοντας αποκοπεί από τον κύκλο μετάδοσης του παρασίτου, δεν το έχουν, αλλά και τα πιασμένα άτομα από τη φύση μετά από δύο μήνες το χάνουν. Τα άδεια μεγάλα όστρακά τους μπορούν επίσης να γεμίσουν με νερό και να φιλοξενήσουν προνύμφες κουνουπιών, ενώ πολ΄λα όστρακα σε περιορισμένο χώρο μπορούν να αλκαλοποιήσουν το χώμα, επηρεάζοντας την τοπική χλωρίδα. Οι μέθοδοι καταπολέμησης επίσης πολλές φορές οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα. Η εισαγωγή του κοχλιοφάγου σαλιγκαριού Euglandina rosea και του κοχλιοφάγου πλατυέλμινθα Platydemus manokwari σε πολλά νησιά έχει οδηγήσει στην εξαφάνιση πολλών ενδημικών ειδών, χωρίς μεγάλες επιπτώσεις στην A. fulica. Επίσης τα δηλητήρια που χρησιμοποιούνται κατά της A. fulica δηλητηριάζουν και τα ζώα που την τρώνε πριν πεθάνει, και οι μαζικοί της θάνατοι προκαλούν δυσωδία.
Παρόλο που το σαλιγκάρι αυτό θεωρείται επιζήμιο και επεκτατικό είδος, η πραγματικότητα δεν είναι τόσο ζοφερή όπως φαίνεται. Πολλά από τα παραπάνω έχουν δεχτεί κριτική, αφού στην πραγματικότητα οι επιπτώσεις της εισαγωγής του σαλιγκαριού μειώνονται με το χρόνο, όπως και με άλλα επεκτατικά είδη. Πράγματι το σαλιγκάρι αυτό μπορεί να φάει ευρεία ποικιλία φυτών, και σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην Ινδονησία, οι αγρότες σταμάτησαν την καλλιέργεια κάποιων σοδειών για μερικά χρόνια μετά την εισαγωγή του είδους, αλλά η κατάσταση αυτή δε διαρκεί για πάντα. Η πληθυσμιακή έκρηξη σύντομα ακολουθείται από κατάπτωση, η οποία ίσως να οφείλεται στη μετάδοση ασθενειών μεταξύ των μαλακίων. Για παράδειγμα, το βακτήριο Aeromonas liquefaciens προςβάλλει και θανατώνει A. fulica στη Χαβάη. Μετά από 20-60 χρόνια από την εισαγωγή, οι πληθυσμοί του σταθεροποιούνται. Το είδος παραμένει επιζήμιο για τη γεωργία και για τους κήπους, όπως κάθε άλλο σαλιγκάρι. Δεύτερον το είδος έχει εχθρούς στο μεγαλύτερο μέρος της εισαγόμενης εξάπλωσής του, όπως πουλιά, βαράνους, αγριόχοιρους, αρουραίους, καβούρια κλπ. Σε πολλά νησιά η εξάπλωσή του εμποδίστηκε από τους ερημίτες και τους χερσαίους κάβουρες που ενδημούσαν εκεί, όπως στο Νησί των Χριστουγέννων, όπου το χερσαίο καβούρι Gecarcoidae natalis κρατούσε τον πληθυσμό του είδους σε χαμηλά επίπεδα, αν και σήμερα απειλείται από εισαγόμενα μυρμήγκια. Επίσης, αν και πράγματι το είδος έχει εκτοπίσει πολλά ιθαγενή σαλιγκάρια στις περιοχές όπου εισήχθη και λίγα έχουν εξαφανιστεί εντελώς, δεν έχει αποδειχθεί ως ο μόνος παράγοντας εξαφάνισής τους. Αντίθετα, οι θηρευτές που εισήχθησαν για την καταπολέμησή του όπως το κοχλιοφάγο σαλιγκάρι Euglandina rosea και ο κοχλιοφάγος πλατυέλμινθας Platydemus Manokwari οδήγησαν πολλά νησιώτικά είδη στην εξαφάνιση, με πιο λυπηρή περίπτωση αυτήν της Γαλλικής Πολυνησίας, όπου η E. rosea εξαφάνισε τα περισσότερα δενδρόβια σαλιγκάρια του γένους Partula του συμπλέγματος. Συχνά τα ευάλωτα νησιωτικά σαλιγκάρια ήταν δενδρόβια, οπότε δεν ανταγωνίζονταν άμεσα με την A. fulica. Επίσης το σαλιγκάρι αυτό αποτελεί θρεπτική τροφή πλούσια σε πρωτεΐνη για πολλά εκατομμύρια ανθρώπων στις περιοχές όπου εισήχθη και τα περιστατικά με το παρασιτικό σκουλήκι του αρουραίου A. cantonensis δε σημείωσαν αύξηση, παραμένοντας σπάνια. Απλώς οι χώρες οι οποίες προσπαθούν να αποτρέψουν την είσοδο του αφρικανικού σαλιγκαριού αποθαρρύνουν τον κόσμο να τα τρώει, για΄τί έπειτα δε θα επιθυμούν την εξαφάνισή του, όπως οι ΗΠΑ που άλλωστε δεν έχει σπουδαία κοχλιοφαγική παράδοση. Τέλος, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις στις ΗΠΑ, όπου οι εισβολές αντιμετωπίστηκαν εν τη γενέσει τους σε μικ΄ρες περιοχές στη Φλόριντα, η πλήρης εκρίζωση της A. fulica από ένα τόπο όπου έχει εγκαθιδρύσει πληθυσμό χωρίς να επηρεαστούν τα τοπικά γαστερόποδα θεωρείται αδύνατη με σημερινά μέσα. Η συλλογή με το χέρι πάντως είναι καθαρά προσωρινή λύση, αφού πολύ περισσότερα μικρά σαλιγκάρια παραμένουν κρυμμένα κι επίσης τα αυγά τους βρίσκονται στο χώμα. Για την αντιμετώπιση μεγαλύτερων εκτάσεων, χρησιμοποιούνται δηλητήρια, αν και πρόσφατα διερευνώνται λιγότερο τοξικοί τρόποι αντιμετώπισής τους, όπως με απωθητικά φυτά. Για το λόγο των παραπάνω, η εισαγωγή και η κατοχή A. fulica και συγγενικών ειδών στις ΗΠΑ και στον Καναδά, αλλά και σε μερικές ακόμα χώρες, είναι παράνομη. Κάποιος που έχει τέτοια σαλιγκάρια μπορεί να μπλέξει άσχημα με το νόμο, και τακτικά οι αποσκευές Αφρικανών που καταφθάνουν σ’αυτές τις χώρες ελέγχονται εξονυχιστικά γι’αυτόν τον οστρακοφόρο τρομοκράτη. Εάν σ’αυτό το σημείο αναρωτηθήκατε γιατί ο Καναδάς απαγορεύει αυτό το σαλιγκάρι μιας και δε θα μπορούσε ποτέ να ευδοκιμήσει εκεί, δε μπορώ να σας δώσω καμία απάντηση. Απαγορεύει επίσης και τις εξωτικές κατσαρίδες και σχεδόν κάθε άλλο τροπικό έντομο. Ίσως να προνοεί για την Υπερθέρμανση του Πλανήτη. Αντίθετα στην Ευρώπη η εμπορία του είδους δεν υπόκειται σε περιορισμούς.

Αν και η προσαρμογή και εξάπλωση του είδους στην Ελλάδα είναι αρκετά απίθανη – αν μπορούσε να προσαρμοστεί σε παρόμοια κλιματική ζώνη θα το είχε κάνει εδώ και δεκαετίες -, Το καλύτερο είναι να μην το διακινδυνεύσουμε. Οπότε μην απελευθερώσετε σε καμία περίπτωση αυτό το σαλιγκάρι σε καμία φάση της ζωής του στο ελληνικό φυσικό περιβάλλον.

Πηγές:
Achatina fulica – Wikipedia,/a>
A. fulica το adw
A. fulica στο Gisd
Pet Snails
Η μεγαλύτερη παγκοσμίως σελίδα για τα κατοικίδια σαλιγκάρια διάφορων ειδών.
οδηγός φροντίδας για γιγάντια αφρικανικά σαλιγκάρια

Advertisements