Στις 7 Ιουλίου, επιστρέψαμε επιτυχώς από την ανάβασή μας στον Όλυμπο με το πρόγραμμα Όλοι μαζί ν’ανέβουμε λίγο ψηλότερα. Το πρόγραμμα αυτό δίνει την ευκαιρία στα άτομα με αναπηρία να ανέβουν στο υψηλότερο και ιερότερο βουνό της Ελλάδας. Για πολλούς της ομάδας αυτή ήταν η πρώτη εμπειρία ανάβασης σε βουνό, αν και για εμένα και λίγους ακόμα όχι, επειδή είχαμε συμμετάσχει στην πρώτη ανάβαση με το πρόγραμμα το καλοκαίρι του 2014. Τότε όπως και τώρα, το πρόγραμμα οργανώθηκε από την ομάδα των δημοσιογράφων της ΕΡΤ που έκανε την εκπομπή Έκτη Αίσθηση, και η ανάβασή μας είχε γίνει ντοκιμαντέρ. Μετά από λίγο ψάξιμο, το βρήκα σπασμένο στα τρία παρακάτω βίντεο:



Το ντοκιμαντέρ της φετινής μας ανάβασης θα ολοκληρωθεί σε μερικούς μήνες, οπότε τότε θα ενημερώσω το άρθρο.

Αρχικά είχαμε λίγα προβλήματα υποστήριξης, επειδή φέτος δε ζητήσαμε τη στήριξη κάποιου ευρωπαϊκού προγράμματος, αλλά αναζητήσαμε εγχώριες λύσεις. Δυστυχώς όμως, μετά την κατάπτυστη δήλωση του προέδρου της Ορειβατικής Ομοσπονδίας ότι τα βουνά δεν είναι για τα ΑμεΑ, σιγά-σιγά όλοι οι φορείς άρχισαν να υπαναχωρούν, προειδοποιώντας μας για τους κινδύνους. Από το Δήμο Λιτοχώρου μέχρι τα τοπικά ξενοδοχεία οι πόρτες ήταν κλειστές, αλά πάραυτα καταφέραμε να βρούμε κάποια άκρη. Φυσικά όταν επιστρέψαμε όλοι έκαναν στροφή 180 μοιρών και υποσχέθηκαν ότι θα είναι στη διάθεσή μας για ό,τι χρειαστούμε στο μέλλον κλπ κλπ. Φέτος ήταν κανονισμένο να συμμετάσχουν περισσότερα άτομα και με διάφορες αναπηρίες, όπως κινητικές – ακόμα και άτομα σε αμαξίδια, που είχαν προμηθευτεί και ετοιμάσει ειδικό εξοπλισμό, -, ακοής κλπ, κι όχι μόνο άτομα με πρόβλημα όρασης. Δυστυχώς οι περισσότερη κινητικά ανάπηροι ακύρωσαν τη συμμετοχή τους την τελευταία μέρα από φόβο βροχής, η οποία τελικά δεν ήρθε. Κρίμα, γιατί δεν υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για κάποιον σε αμαξίδιο να ανέβει σε βουνό στην Ελλάδα. Ήμασταν μόνο άτομα με πρόβλημα όρασης, ένας με πρόβλημα ακοής και μία με ελαφρύ κινητικό πρόβλημα, οι συνοδοί, η δημοσιογραφική ομάδα, και τέσσερα μέλη της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης, η οποία παρέστη στο πλευρό μας και πρόπερσι, για παν ενδεχόμενο. Συνολικά ήμασταν 38 άτομα.

Συναντηθήκαμε λοιπόν το πρωί της Τρίτης, 5 Ιουλίου, στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης. Γνωριστήκαμε με όλους στην ομάδα και ξεκινήσαμε στα λεωφορειάκια σε μια εύθυμη, αν και λίγο νυσταγμένη ατμόσφαιρα, μέχρι τα πριόνια, τα οποία βρίσκονται στα 1.000 μέτρα υψόμετρο στον Όλυμπο πάνω απ’το Λιτόχωρο. Εκεί τελειώνει ο δρόμος και αρχίζει το μονοπάτι. Αφού ετοιμαστήκαμε, ανεβήκαμε στα πέντε πρώτα πλατιά σκαλιά και μπήκαμε στο γνώριμο πια για μένα, γιατί θυμόμουν αρκετά μέρη του, μονοπάτι. Η διαδρομή μέχρι περίπου τα 2.000 μέτρα ήταν μόλις 6 χιλιόμετρα, αλλά το ανάγλυφο του βουνού, με τις διαφορετικές κλίσεις, τις στροφές, και τα διάφορα εμπόδια όπως πέτρες, ρίζες και κλαδιά, την έκανε να φαίνεται πολύ μεγαλύτερη. Φτάσαμε στον προορισμό μας σε περίπου 5,5 ώρες, λίγο περισσότερο απ’ό,τι υπολογίζαμε, γιατί κάναμε λίγες στάσεις παραπάνω. Όπως και πέρυσι, καταλύσαμε στο καταφύγιο Πετρόστρουγκα, ένα μικρό, οργανωμένο και άνετο καταφύγιο με καλό φαγητό, σόμπα το βράδυ, αναπαυτικά κρεβάτια και σύνδεση στο Διαδίκτυο. Στη θέση που βρίσκεται το καταφύγιο αυτό δεν είναι σχεδόν καθόλου αυτάρκες. Εκτός από κάποια φωτοβολταϊκά που έχει για να καλύπτει μέρος της ανάγκης του σε ηλεκτρισμό και έναν κηπάκο με λίγα μικρά λαχανικά που είναι σαν να ζουν σε αρειανές συνθήκες, λαμβάνει όλα τα εφόδια και αποκομίζει τα απορρίμματα με μουλάρια, τα οποία συναντούσαμε συχνά πυκνά τόσο στην ανάβαση όσο και στην κατάβαση, αλλά και στη στάση μας εκεί. Και επειδή το νερό είναι λιγοστό, επειδή οι πηγές στον Όλυμπο είναι λίγες και άρα χρησιμοποιεί δεξαμενές για να αποθηκεύει το νερό της βροχής, τα ρούχα και τα υφασμάτινα πρέπει να πλένονται κάτω. Για τον ίδιο λόγο, η παροχή νερού στις βρύσες και στα καζανάκια ήταν τεχνητά μειωμένη, και δεν υπήρχε και η άνεση του μπάνιου. Τη μέρα λοιπόν που φτάσαμε, ξεκουραστήκαμε εκεί, χωρίς να προχωρήσουμε ψηλότερα. Άλλωστε το χρειαζόμασταν.

Την επόμενη μέρα επρόκειτο αρχικά να ανέβουμε ακόμα ψηλότερα, αλλά υπήρχε κίνδυνος καταιγίδας και σε εκείνα τα υψόμετρα δεν υπάρχουν και πολλά φυσικά αλεξικέραυνα για να μας σώσουν, οπότε αρκεστήκαμε σε μια μικρότερη διαδρομή, μέχρι τη σπηλιά του Ιθακήσιου. Ο Βασίλης Ιθακήσιος (1889-1977) ήταν μεγάλος Έλληνας ζωγράφος που δυστυχώς στην Ελλάδα δεν τον ξέρει κανείς, παρόλο που τα έργα του είχαν μεγάλη απήχηση στο εξωτερικό. Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και το κανονικό του επίθετο ήταν Γεωργανάς, απλώς πήρε το καλλιτεχνικό του από τον παππού του, που καταγόταν από την Ιθάκη. Η οικογένειά του ήταν ναυπηγοί και ο πατέρας του σκόπευε να τον ωθήσει σ’αυτό το επάγγελμα, αλλά αυτός ασχολούταν από μικρός με την τέχνη, αφού είχε γνωρίσει αρκετούς ζωγράφους της Μυτιλήνης. Ταξίδεψε στη Σμύρνη και στη συνέχεια αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Ο πρόξενος της Ελλάδας στη Σμύρνη, που αργότερα πήρε μετάθεση στην Αμβέρσα του Βελγίου, είχε μαζί του σαν παιδαγωγό την αδερφή του Ιθακήσιου, η οποία του ζήτησε να δώσει μια ευκαιρία στον αδερφό της, έτσι ο πρόξενος τον προσκάλεσε στην Αμβέρσα για να γνωρίσει τη φλαμανδική τέχνη. Μετά επέστρεψε στη Μυτιλήνη, αλλά επειδή δεν υπήρχε πραγματικά καθόλου φιλότεχνο κοινό που θα εκτιμούσε τα έργα του, ξαναεγκαταστάθηκε στη Σμύρνη, όπου έζησε για 22 χρόνια. Εκεί ασχολήθηκε με όλα τα είδη της ζωγραφικής, κάνοντας συχνά εκθέσεις στο Φραγκομαχαλά, στη συνοικία δηλαδή των Δυτικοευρωπαίων, όπου τα έργα του γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, αναγκάστηκε κι αυτος να φύγιε ως πρόσφυγας με τους υπόλοιπους Έλληνες. Από τους 3.000 πίνακες που είχε ζωγραφίσει εκείνο το διάστημα, κατάφερε να σώσει μόνο λίγους. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου επαναδικτυώθηκε με παλιούς του γνωστούς από τα σπουδαστικά του χρόνια. Από τότε άρχισε να του σχηματίζεται η ιδέα να εγκαταλείψει τον κόσμο και να πάει να εγκατασταθεί σε κάποιο βουνό. Τελικά το 1928 ανέβηκε μαζί με τον Χρήστο Κάκαλο στον Όλυμπο, ο οποίος ήταν ο πρώτος που πάτησε την ψηλότερη κορυφή του Μύτικα το 1913. Εκεί ο καλλιτέχνης βρήκε μια μικρή σπηλιά, την οποία ονόμασε Άντρο των Μουσών, όπου διέμενε τα καλοκαίρια από το 1928 έως το 1940. Την σπηλιά εφοδίασε μόνο με τα απαραίτητα, καθώς και με τα σύνεργα της ζωγραφικής. Λάμβανε τα αναλώσιμα με μουλάρια δύο φορές την εβδομάδα, ενώ συχνά δεχόταν επισκέψεις. Στο διάστημα που έμεινε εκεί, παρήγαγε τους πιο γνωστούς πίνακές του. Το 1938 τον κάλεσαν στην Αγγλία, όπου ζωγράφιζε για τη βασιλική αυλή. Ο θάνατός του είναι μια τραγική περίπτωση. Είχε φτάσει σε ηλικία 94 ετών και βρισκόταν έγκλειστος στο γηροκομείο, σε κακή υγεία, και τελευταία του ευχή ήταν να επισκεφθεί τον Όλυμπο. Η διεύθυνση του γηροκομείου επικοινώνησε με το ΓΕΣ, ώστε κάποιο ελικόπτερο που για υπηρεσιακούς λόγους θα περνούσε πάνω απ’τον Όλυμπο, να τον πέρναγε πάνω από τα μέρη του. Όμως ο γιατρός του γηροκομείου ακύρωσε το ταξίδι την τελευταία στιγμή. Το ίδιο βράδυ, ο Ιθακήσιος ντύθηκε τα ορειβατικά του, πήδηξε από το παράθυρο και τραυματίστηκε θανάσιμα, αν και ήταν ισόγειο. Και όπως λένε, το πνεύμα του πέταξε ελεύθερο για το βουνό που αγαπούσε. Οπότε, μην αγνοείται την τελευταία επιθυμία κανενός.

Έτσι λοιπόν κι εμείς, πεζοπορώντας για λίγη σχετική ώρα σ’ένα στενό μονοπάτι, φτάσαμε στη σπηλιά, όπου κάναμε στάση και βγάλαμε αρκετές φωτογραφίες. Η ονομαστή αυτή σπηλιά είναι απλώς ένα ρηχό κοίλωμα στο βράχο, όπου μετά βίας χωράει κάποιος ξαπλωτός. ΟΙ άλλοτε ζωγραφισμένοι με τις Μούσες από τον Ιθακήσιο βράχοι πλέον είναι θαμποί και μαυρισμένοι από τις φωτιές, με λίγες μόνο αχνές γραμμές να υποδηλώνουν την άλλοτε παρουσία του μεγάλου καλλιτέχνη. Μετά την επίσκεψή μας, επιστρέψαμε από ένα λίγο περπατημένο μονοπάτι πάνω από το καταφύγιο στο ελικοδρόμιο, το οποίο βρίσκεται ακριβώς στα 2.000 μέτρα, όπου ελικόπτερα καταφθάνουν σε επείγουσες περιπτώσεις. Εκεί συναντήσαμε και τα δύο δέντρα που μας έλειψαν από το 2014, το ένα, που λέγεται δέντρο του Δία, ψηλό αλλά καμένο από έναν κεραυνό και τώρα σαπισμένο, και το άλλο, που κατ’ευφημισμόν λέγεται δέντρο του Δία, με δύο σχηματισμούς σαν μπαλάκια στον κορμό του και ένα διαγώνιο κλαδί ακριβώς από πάνω. Λέγεται ότι η επίσκεψη σ’αυτό το δέντρο φέρνει τύχη στο γενετήσιο τομέα και όχι μόνο. Πριν φτάσουμε κοντά, μερικοί δεν είχαν αντιληφθεί το ξεκάθαρο σχήμα του δέντρου, ή απλώς δε θέλησαν να το αντιληφθούν. Μία συνοδός έλεγε ότι μοιάζει με δύο χελωνίτσες, μια άλλη με δύο παιδάκια που παίζουν. Τα δέντρα στο υψόμετρο αυτό είναι όλα ρόμπολα, ένα είδος πεύκου με επιστημονική ονομασία Pinus heildrichii, που φτάνει και τα 40 με΄τρα σε ύψος και επιβιώνει μέχρι και τους -50 βαθμούς. Κατά διαστήματα στις άκρες του μονοπατιού το χώμα ήταν σκαμμένο από τα αγριογούρουνα. Τελικά καταιγίδα δεν είχαμε, μόνο μη ενοχλητικό ψιλόβροχο ανά διαστήματα. Το βράδυ της ίδιας μέρας βγήκαμε έξω στο μπαλκονάκι του καταφυγίου να διασκεδάσουμε για την τελευταία μέρα, αλλά τότε μαινόταν καταιγίδα, που ήρθε από χαμηλότερα προς το μέρος μας. Προφανώς ο Δίας διαφωνούσε με τις δραστηριότητές μας.

Η Τρίτη και τελευταία μέρα ήταν και η πιο δύσκολη/κουραστική. Σ’αυτήν έπρεπε να κάνουμε αυτό το λίγο ψηλότερα για το οποίο ανεβήκαμε, και μετά είχαμε κατάβαση. Μια μειοψηφία που κουράστηκε έμεινε πίσω, ενώ όλοι οι υπόλοιποι ανεβήκαμε μέχρι τις απαρχές τις αλπικής ζώνης στα 2.300 μέτρα. Το μονοπάτι δεν ήταν δυσκολότερο απ’ό,τι πριν. Καθώς προχωρούσαμε, τα δέντρα γίνονταν όλο και πιο ταλαιπωρημένα και στο τέλος λιγόστευαν υπερβολικά. Λίγο πιο πάνω από εκεί που σταματήσαμε, εξαφανίζονταν εντελώς, και το τοπίο κυριαρχούταν από βράχους και χαμηλή βλάστηση. Η βλάστηση σ’εκείνο το υψόμετρο και λίγο πιο κάτω είναι εντελώς διαφορετική απ’αυτήν σε χαμηλότερα υψόμετρα στην Ελλάδα, με χαλιά βρύων πάνω στους βράχους και στα δέντρα, μικροσκοπικές αλπικές φτέρες ανάμεσα στις σχισμές των βράχων, διάφορα μικρά αγριολούλουδα και φυσικά αρκετά αγρωστώδη του βουνού. Ζώα δε συναντήσαμε, πέρα από πολλά σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες και λίγα έντομα, ενώ ακούγονταν και λίγα πουλιά. Όπως μας είπαν, υπήρχαν και σαλαμάνδρες στο βουνό, μιας και αγαπούν τη δροσιά και τις χαμηλές θερμοκρασίες, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να τις βρεις, άρα δε συναντήσαμε καμία. Από μεγάλα ζώα, στο υψόμετρο αυτό κυκλοφορούν αγριόχοιροι και αγριοκάτσικα. Ολόκληρος ο Όλυμπος χαρακτηρίζεται εθνικός δρυμός πάνω από το ύψος των 1.000 μέτρων, άρα το κυνήγι και η βόσκηση απαγορεύονται. Η ονομασία του καταφυγίου «Πετρόστρουγκα» είναι κατάλοιπο από την εποχή που οι βοσκοί έφερναν τα ζώα τους να βοσκήσουν στα πράσινα οροπέδια της περιοχής. Μας έλεγαν για έναν μόνο γέρο βοσκό, ο οποίος ακόμα ανεβαίνει μέχρι το ύψος της Πετρόστρουγκας,, αλλά δεν έτυχε να τον συναντήσουμε. Αφού καθίσαμε λοιπόν στα 2.300 μέτρα με το γκρεμό μπροστά μας, αρχίσαμε την επίπονη κατάβαση. Και λέγοντας για γκρεμούς, θα πρέπει να αναφέρω ένα ενδιαφέρον και κάπως τρομακτικό φαινόμενο που μας ακολουθούσε σε όλη τη διαδρομή. Επειδή ο καιρός ήταν συννεφιασμένος και ομιχλώδης, συχνά η ομίχλη γέμιζε τον αέρα και οι γκρεμοί έπαιρναν ένα γαλακτερό γαλάζιο χρώμα, που όμως με λίγο αεράκι μπορεί να διαλυόταν. Τώρα εάν βρισκόταν κάποιος με νοητική ομίχλη – λίγο ζαλισμένος, λίγο μεθυσμένος, λίγο μαστουρωμένος – μπροστά στο γκρεμό εκείνη τη στιγμή μπορεί να νόμιζε πως είναι μια ωραία παραλία και να βουτούσε μέσα. Γενικά ωστόσο, ο κίνδυνος να πέσουμε ήταν μικρός. Ο γκρεμός πάντοτε μας συντρόφευε στην πορεία μας, πότε από πιο κοντά και πότε από πιο μακριά, αλλά όπως λέω εγώ, πρέπει να θέλεις για να πέσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι δε γίνονται ατυχήματα – περίπου 8-9 άτομα πεθαίνουν κάθε χρόνο στον Όλυμπο, όπως μας πληροφόρησαν οι διασώστες, αλλά δεν είναι κάτι το τόσο συχνό. Πολλοί σκοτώνονται επειδή δεν ακολουθούν το μονοπάτι ή πέφτουν στην πολύ επικίνδυνη ρίζα του Μύτικα.

Η κατάβαση, όπως είπα, ήταν δυσκολότερη από την ανάβαση, αφού έπρεπε να λυγίζουμε συνεχώς τα πόδια μας και να προσέχουμε. Εκτός αυτού, προς το τέλος της διαδρομής είχαμε αρκετό ήλιο και ζέστη, ενώ έως τότε ο Δίας προνόησε και είχαμε συννεφιά και ευχάριστες θερμοκρασίες σε όλες τις διαδρομές μας, και όποτε είχε ήλιο, συνήθως κινούμασταν κάτω από τη δροσερή σκιά των δέντρων του δάσους. Ίσως να μην ήθελε να μας αφήσει να φύγουμε, παρόλο που του αποδώσαμε φόρο τιμής στο ιερό του δέντρο. Αφού λοιπόν πήραμε όλα μας τα πράγματα από το καταφύγιο, ξεκινήσαμε την κατάβαση κάνοντας λίγες στάσεις. Φτάσαμε κάτω σε περίπου 6 ώρες, χρόνο αρκετά μεγάλο, Άλλοι το κατεβαίνουν σε 4 ώρες, ενώ στην ίδια διαδρομή γίνονται αγώνες κατάβασης με ποδήλατα βουνού. Γίνονται επίσης και αγώνες πεζοπορίας. Εντωμεταξύ στη μέση της διαδρομής οι δύο από τους διασώστες έπρεπε να φύγουν, γιατί έλαβαν τηλεφώνημα για έναν μόνο γέρο που είχε χαθεί στον Ενιπέα. Τελικά τον βρήκαν να τους περιμένει σε κάτι βράχια, με μικρούς μόνο τραυματισμούς. Στον Ενιπέα είχα πάει πριν αρκετά χρόνια, οπότε στην πραγματικότητα έχω επισκεφθεί τον Όλυμπο τρεις και όχι δύο φορές, αν και δε μπορώ να πω ότι η διαδρομή του Ενιπέα, με το ως επί το πλείστον τεχνητό μονοπάτι, μπορεί να θεωρηθεί ορειβασία. Μετά πήγαμε στο Λιτόχωρο, όπου πήραμε τα μπλουζάκια μας με το όνομα της Συνεταιριστικής Τράπεζας Πιερίας φάτσα κάρτα, ενώ τα κανονικά μπλουζάκια έχουν το χορηγό από πίσω, φάγαμε και αμέσως μετά πήγαμε στο χώρο όπου είχε οργανωθεί εκδήλωση με χορευτικές ομάδες απ’όλη την Ελλάδα για μας. Η εκδλήλωση άνοιξε με τους τυμπανιστές από την Έδεσσα της ομάδας Κάρανος, και στη συνέχεια χόρεψαν ομάδες από το Λιτόχωρο, πελοποννησιακές, ρουμελιώτικες, ποντιακές, καππαδοκικές κλπ. Μείναμε μέχρι αργά, κι έπειτα γυρίσαμε με τα λεωφορειάκια στη Θεσσαλονίκη.

Οι γενικές μου εντυπώσεις ήταν πολύ καλές. Η ομάδα λειτούργησε άψογα, δεν υπήρχαν προβλήματα μεταξύ μας και το πιο σημαντικό, επετεύχθη ο σκοπός μας και πράγματι ανεβήκαμε λίγο ψηλότερα. Τον επόμενο χρόνο σχεδιάσαμε να ανέβουμε μέχρι τα 2.700 μέτρα, ως το επόμενο οργανωμένο καταφύγιο, και σε λίγα χρόνια ευελπιστούμε να πατήσουμε τον ιερό Μύτικα! Ίσως να σηκώσουμε και σημαία της αθλητικής ένωσης τυφλών Πυρσός εκεί. Όπως είπα και στη συνέντευξη, δεν είναι τυχαίο που λέμε κάτι δύσκολο πως είναι βουνό, γιατί αντικειμενικά το βουνό έχει τις δυσκολίες του. Όμως σε σχέση με το 2014, που μετά την ανάβαση πονούσα σε όλο μου το σώμα και δε μπορούσα ούτε να ξαπλώσω, φέτος ήμουν πολύ καλύτερα. Πιάστηκα μόνο λίγο στην κατάβαση, όπως και οι περισσότεροι. Ήμουν επίσης και καλύτερα προετοιμασμένος, με ορειβατικά παπούτσια και συνθετικές μπλούζες και κάλτσες που στεγνώνουν γρήγορα, άρα ακόμα κι αν ίδρωνα, μετά από λίγες ώρες ξεκούρασης ήταν σαν να μην είχα ιδρώσει καν. Παρά τις οδηγίες των οργανωτών, δεν ήταν όμως όλοι προετοιμασμένοι, και γι’αυτό αντιμετώπιζαν μικροπροβλήματα όσοι δεν ήταν. Και όπως λένε και οι ορειβάτες, κάθε φορά που ανεβαίνεις στο βουνό παίρνεις κάτι, κι αυτήν τη φορά μάθαμε όλοι ότι πρέπει να κουβαλάμε λιγότερο βάρος στους σάκους μας. Αν και τον είχα ελαφρύτερο από πρόπερσι, πάλι είχα πράγματα μέσα που δε χρησιμοποίησα και με βάραιναν. Του χρόνου θα πάρω ακόμα λιγότερα. Τέλος θα πρέπει να ευχαριστήσω τη συνοδό μου Μαρία Δάνου, η οποία, παρόλο που δεν είχε ξανανέβει σε βουνό, δε δυσκολεύτηκε καθόλου και επίσης με συνόδευσε άριστα.

Ενημέρωση 28/9/2016: Εδώ είναι και το ντοκιμαντέρ που κάλυψε τη φετινή μας ανάβαση στον Όλυμπο, από την εκπομπή Έκτη Αίσθηση στη διαδικτυακή τηλεόραση της ΕΡΤ.

Advertisements