Cupressus sempervirenφυσικό μπονσάι 6/5/2016

Δε θυμάμαι πόσο καιρό βρισκόταν το δεντράκι αυτό σ’αυτήν τη γλάστρα. Μπορεί να είναι εδώ για 3, 4 ή και 5 χρόνια. Τα φυτά της γλάστρας είναι ίριδες, της οποίες είχα φέρει εγώ στον πατέρα μου πριν 8 χρόνια περίπου. Πλέον έχουν γεμίσει όλη τη γλάστρα με ένα σύμπλεγμα κονδύλων και ριζών, και χρειάζονται μεταφύτευση ή διαίρεση οπωσδήποτε. Το κυπαρισσάκι αυτό σίγουρα θα φύτρωσε από σπόρο από τα μεγαλύτερα κυπαρίσσια που υπάρχουν στο μπαλκόνι. Θυμάμαι κι άλλες φορές νεαρά σπορόφυτα με ένα λεπτό βλαστό και λίγα βελονοειδή φύλλα, που μπορεί να ήταν οι κοτυληδόνες τους, που στα κωνοφόρα είναι συχνα΄πάνω από 2, ή τα πρώτα τους φύλλα, τα οποία στα κυπαρίσσια έχουν το προγονι΄κο βελονοειδές σχήμα. Ίσως να ήταν όμως από το κυπαρίσσι Αριζόνας (Cupressus arizonensis), το οποίο τώρα έχει ξεραθεί, κι όχι από τα κανονικά κυπαρίσσια (Cupressus sempervirens), που είναι και το συγκεκριμένο, γιατί φύτρωναν πάντα κάτω από το κυπαρίσσι Αριζόνας. Αν τα τότε σπορόφυτα ήταν από το πρώτο είδος, τότε αυτό είναι το πρώτο σπορόφυτο κυπαρισσιού sempervirens που φύτρωσε, παρά τους εκατοντάδες σπόρους που κάνουν κάθε χρόνο. Γιατί δε φύτρωσαν κι άλλα;

Και παρόλο λοιπόν που είναι το πρώτο τυχερό που επιβίωσε, βρέθηκε αμέσως στην πιο άτυχη θέση· μέσα σ’ένα δάσος από ρίζες και κονδύλους, οι οποίες του έπαιρναν όλα τα θρεπτικά συστατικά και του περιόριζαν ασφυκτικά το χώρο, δυσκολεύτηκε υπερβολικά να μεγαλώσει. Για λίγα χρόνια ήταν κάτω από τη σκιά των φύλλων της ίριδας, και ήταν σαν να μην υπάρχει. Φέτος όμως πρόσεξα κάτι το απροσδόκητο. Αν και σε ύψος λιγότερο των 20 εκατοστών κι ακόμα δισδιάστατο στην ανάπτυξη, έβγαλε λίγους κώνους προς τις κορυφές των κλαδιών! Δηλαδή αν και δεν είχε χώρο να ψηλώσει, ωρίμασε αναπαραγωγικά σε τόσο μικρό ύψος. Ουσιαστικά έγινε ένα φυσικό μπονσάι. Τα κυπαρίσσια αυτά μπορεί να κωνοφορήσουν ακόμα κι από το δεύτερο έτος της ζωής τους μερικές φορές, και οι πρώτοι κώνοι που βγαίνουν είναι συνήθως θηλυκοί, οπότε αυτό ήταν φυσιολογικό. Όμως τα δέντρα του συγκεκριμένου είδους βάζουν 30-60 εκατοστά το χρόνο, οπότε κανονικά τώρα αυτό θα έπρεπε να είναι ψηλότερο του μέτρου.

Το φυτό αυτό είναι άριστο υλικό για μπονσάι και θα ήθελα να το μεταφυτεύσω από το μέρος όπου βρίσκεται σε άλλη γλάστρα γι’αυτόν το σκοπό. Το πρόβλημα είναι ότοι σίγουρα οι ρίζες του θα είναι μπλεγμένες μ’αυτές της ίριδας, άρα θα είναι δύσκολη η απεμπλοκή τους, κι επίσης, ως κωνοφόρο, δυστυχώς στρεσάρεται πολύ ευκολότερα και φοβάμαι μη μου ξεραθεί επειδή θα έχει σίγουρα χάσει αρκετά ριζίδια από τη διαδικασία. Γι’αυτό, για να ελαχιστοποιήσω τις πιθανότητες προβλημάτων, θα το ξεριζώσω το φθινόπωρο ή το χειμώνα. Μετά σκοπεύω να το αφήσω να μεγαλώσει μέχρι να γίνει 30 εκατοστά περίπου και μετά να ξεκινήσω τη διαμόρφωσή του σε μπονσάι. Θα δουλέψω πάνω στον κεντρικό κορμό, ο οποίος δυστυχώς έχει γείρει ελαφρώς. Με τη μεγάλη διακλάδωση που έχει περίπου στη μέση του δεν ξέρω τι θα κάνω. Ίσως θα πρέπει να σιάξω τον κορμό με σύρμα, αλλά απ’ό,τι μου φαίνεται μια ελαφριά κλίση θα την έχει για πάντα. Πληροφορίες για μπονσάι υπάρχουν άλλωστε σε πολλές ιστοσελίδες της Ελλάδας και του εξωτερικού, όπως για παράδειγμα στο tsamisaquarium.gr, με το οποίο πλέον συνεργάζομαι στην αρθρογραφία. Εκεί υπάρχει κι ένα φόρουμ για μπονσάι όπου θα εγγραφώ για να λύσω περαιτέρω απορίες. Από την άλλη, αν το σχέδιο δεν πάει καλά ή αλλάξω γνώμη κατά την ανάπτυξή του, μπορεί να το αφήσω σε μια μεγαλύτερη γλάστρα για να μεγαλώσει περισσότερο. Φυσικά κατά τη διαδικασία της δημιουργίας ή της συντήρησης του μπονσάι υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος θανάτου του φυτού. Μπορεί τελικά να μου ξεραθεί αμέσως. Το είδος ωστόσο αυτό είναι εξαιρετικά μακρόβιο, και μπορεί να ζήσει έως και 1000 χρόνια ή και περισσότερο. Οπότε όσο πιο πολύς καιρός περνά τόσο θα μεγαλώνει η αξία του. Στην Ιαπωνία υπάρχουν μπονσάι αιώνων που κληρονομούνται από γενιά σε γενιά.

Και τι είναι αυτό το αιθόφυλλο, και πού κολλάει στην όλη ιστορία, η οποία είναι κυρίως οι ανησυχίες σου αν ζήσει τελικά ή όχι; Κάτι τέτοιο μπορεί να αναρωτιέστε τώρα. Είναι μακρινή ιστορία. Πριν περίπου 250 εκατομμύρια χρόνια, μια πολύ μεγάλη καταστροφή έπλληξε τη γη, οδηγώντας στην εξαφάνιση περίπου το 95% της ζωής του Πλανήτη. Η εξαφάνιση δεν έγινε σε μια φάση, αλλά σε αρκετές, οι οποίες διαχωρίζονταν με χιλιάδες χρόνια σταθερότητας. Κύριος υπαίτιος ίσως να ήταν η έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα, αλλά ίσως και να συνέπραξε και πτώση αστεροειδούς. Ο σχιματισμός των ηπείρων ήταν επίσης αρκετά άτυχος, επειδή όλες ήταν συνενωμένες στην υπερήπειρο Παγγαία, η οποία είχε μικρή ακτογραμμή, με σχετικά λίγους κόλπους και κλειςτές θάλασσες όπου θα μπορούσε να καταφύγει η θαλάσσια ζωή από τις καταστροφές, και το εσωτερικό της ήταν έρημος. Έτσι οι περιοχές με μεγάλη συγκέντρωσης ζωής χτυπήθηκαν πολύ ευκολότερα. Η εξαφάνιση αυτή δεν άφησε ένα απόλυτο κενό μετά, όπως πολλοί νομίζουν. Απλώς υπερπολλαπλασιάστηκαν λίγα ανθεκτικά είδη, τα οποία κάλυψαν το κενό. Στην ξηρά κυριάρχησαν λίγα είδη αγριόχορτων, τα οποία ήταν ανθεκτικά σε μεταβαλόμενες συνθήκες, όπως σήμερα γίνεται σε μολυσμένα περιβάλλοντα ή σε κάποιο μικρό οικόπεδο σε μια πόλη, όπου το χώρο πρασινίζουν ελάχιστα, αλά πολύ ανθεκτι΄κα αγριόχορτα. Ανθοφόρα φυτά δεν υπήρχαν όμως τότε – οι πρόγονοί τους φυσικά υπήρχαν -, οπότε τα αγριόχορτα ήταν λίγο διαφορετικά: φτέρες, πολυκόμπια, λυκόφυτα – η τελευταία φορά που τα λυκόφυτα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα -, λίγα θαμνώδη πτεριδοσπερματόφυτα και το ποώδες κωνοφόρο αιθόφυλλο (Aithophyllum stipulare). Αν και όλα τα γυμνόσπερμα τότε και τώρα ήταν ξυλώδη, το συγκεκριμένο κωνοφόρο εξελίχθηκε στη μορφή του ζιζανίου, για να εκμεταλλευτεί το ευμετάβλητο αυτό περιβάλλον. Ανήκε στην τάξη Voltziales, η οποία ήταν και η πρώτη τάξη κωνοφόρων, και είχε δέντρα με τη μορφή της αραουκάριας, αλλά χωρίς ρητίνη και με αρκετά διαφορετικούς, απλούστερους κώνους. Η οικογένεια αυτή είχε πληγεί σοβάρα από την καταστροφή, αλ΄λα σύμφωνα με πρόσφατα ευρήματα, μέλη της επιβίωσαν και μέχρι το Κρητιδικό, 120 εκατομμύρια χρόνια μετά ή και αργότερα. Το αιθόφυλλο λοιπόν είχε λεπτό, πλήρως ποώδη βλαςτό με ινώδη φλοιό και κοίλο εσωτερικό, κάπως σαν καλάμι. Έφτανε σε μέγιστο ύψος τα 2 μέτρα, και ανά διαστήματα στον κορμό είχε ψευδοσπονδύλους κλαδιών, σαν την αραουκάρια, τα οποία διακλαδίζονταν πτεροειδώς σε πλευρικά κλαδάκια. Τα φύλλα του ήταν μικ΄ρα και ταινιοειδή. Τα φυτά ήταν μόνοικα, δηλαδή παρήγαγαν τους αρσενικούς και τους θηλυκούς κώνους στο ίδιο φυτό, οι οποίοι φύονταν στις άκρες όλων των κλαδιών. Το φυτό ήταν μονοκαρπικό, και μετά την κωνοφορία και την ανάπτυξη των σπόρων ξεραινόταν. Δεν ξέρουμε σε πόσα χρόνια ωρίμαζε, αλλά θα μπορούσε να τελειώνει την ανάπτυξή μέσα σ’ένα χρόνο, κάνοντάς το έτσι το μόνο γνωστό μονοετές κωνοφόρο. Και όπως και τα σημερινά ζιζάνια, τα οποία ανθίζουν και αναπαράγονται ακόμα κι αν έχουν φυτρώσει ανάμεσα σε΄δύο πλάκες τσιμέντου και έχουν γίνει μόνο 5 εκατοστά, έτσι κι εκείνο το κωνοφόρο αναπαραγόταν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Έχει βρεθεί ταλαιπωρημένο αιθόφυλλο, το οποίο αποτελούταν μόνο από δύο όρθιους βλαστούς των 30 εκατοστών που έβγαιναν από τη ρίζα, ο κάθένας μ’έναν κώνο στην κορυφή. Έτσι, όπως κι εκείνο το κωνοφόρο μπορούσε να κωνοφορήσει σε πολύ δύσκολες συνθήκες, έτσι και το συγκεκριμένο κυπαρισσάκι ωρίμασε σε αυτό το περιοριστικό περιβάλλον.

Αν και λιγότερο γνωστά, παρόμοια ποώδη κωνοφόρα είχαν επίσης εξελιχθεί στη Λιθανθρακοφόρο, πριν 300-350 εκατ. Χρόναι πριν, τα οποία κάλυπταν ξηρότερες περιοχές. Πώς να ΄ήταν άραγε τότε;

Advertisements