Όπως είχα πει και στο προηγούμενό μου άρθρο, ο κόσμος μας βρίθει από μικ΄ρα θηλαστικά, τα οποία, εξαιτίας της κρυπτικής τους φύσης, δε γνωρίζουμε καν. Κάποια απ’αυτά είναι πολύ παράξενα, όπως οι ασπάλακες που ανέλυσα στο προηγούμενο άρθρο. Και λογικό είναι στο μέγεθος αυτό, κάποιο να κατέχει το ρεκόρ του μικρότερου θηλαστικού του κόσμου. Αυτό το θηλαστικό λοιπόν ζει και στην Ελλάδα. Ναι, έχουμε δηλαδή το μικρότερο θηλαστικό όχι της Ευρασίας, ούτε του Βόρειου Ημισφαιρίου, αλλά του κόσμου ολόκληρου και δεν το ξέρει κανείς! Όσοι το μαθαίνουν αυτό εκπλήσσονται. Πόσο μικρό είναι, και πώς γίνεται να μην το ξέρουμε;

Πρόκειται για την ετρουσκομυγαλή, με επιστημονική ονομασίαSuncus etruscus (Σούγκος ο ετρουσκικός). Αν και πολλοί τις συγχέουν με ποντίκια εξαιτίας του παρόμοιου μεγέθους, οι μυγαλές ή μυγαλίδες έχουν τόση σχέση με τα ποντίκια όση έχουν και οι τυφλοπόντικες. Και οι δύο αυτές ομάδες θηλαστικών, καθώς και οι σκαντζόχοιροι, ανήκουν στην τάξη των ευλιπότυφλων, που παλαιότερα ήταν μέρος της μεγάλης τάξης των εντομοφάγων, η οποία όμως έπρεπε να διασπαστεί, επειδή τα μέλη της ανήκαν σε διαφορετικούς κλάδους θηλαστικών. Τα εντομοφάγα είναι πρωτόγονου τύπου μικρά, νυκτόβια και εντομοφάγα, αν και στην πραγματικότητα όλα είναι παμφάγα, πλακουντοφόρα θηλαστικά.

Οι μυγαλές είναι τυπικό παράδειγμα του τύπου αυτού. Είναι μικρόσωμες, με κυλινδρικό σώμα, κοντά πόδια, στενό και μακρύ κεφάλι με λεπτό και μυτερό ρύγχος, μικρά μάτια και αυτιά, ανεπτυγμένα μουστάκια και πρωτόγονη οδοντοστοιχία εντομοφάγου, με κοπτήρες σαν καρφιά, ελαφρώς μεγαλύτερους κυνόδοντες και τραπεζίτες που περισσότερο τρυπούν παρά αλέθουν. Η μύτη τους προεξέχει λίγο από το στόμα, δίνοντας την εντύπωση μικρής προβοσκίδας, όπως και στους ασπάλακες. Η γούνα τους είναι κοντή και απαλή και η ουρά μέτρια σε μήκος. Εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους, έχουν πολύ μεγάλη επιφάνεια ως προς τον όγκο τους, κι έτσι χάνουν πολύ εύκολα θερμότητα. Αυτό, σε συνδυασμό με τον υψηλό τους μεταβολισμό, κάνει αδύνατη την αποταμίευση λίπους, έτσι θα πρέπει μονίμως να ψάχνουν για τροφή. Έστω και λίγες ώρες χωρίς τροφή αποβαίνουν μοιραίες. Ψάχνουν λοιπόν τροφή για όλο το χρόνο, και το χειμώνα σκάβουν κάτω από το χιόνι. Η όρασή τους είναι φτωχή, αλλά η όσφρηση και η αφή είναι πολύ ανεπτυγμένες, και αρκετά είδη μπορούν να ηχοεντοπίζουν σαν τις νυχτερίδες, αν και με μικρότερη ακρίβεια. Η μεγαλύτερη δραστηριότητα παρατηρείται τη νύχτα, αλλλά στην πραγματικότητα δραστηριοποιούνται με διαλείψεις για όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, ψάχνοντας για τροφή ακόμα και την ημέρα. Μυγαλή σημαίνει ποντικοκούναβο στα αρχαία ελληνικά, κι ο χαρακτηρισμός δεν είναι τυχαίος. Αν και κανονικά τρέφονται κυρίως με μικροσκοπικά έντομα, είναι μόνίμως πεινασμένοι και αδίστακτοι κυνηγοί που μπορούν να επιτεθούν σε έντομο ίσο ή και μεγαλύτερο του μεγέθους τους. Για παράδειγμα μια μυγαλή μπορεί να φάει μια ολόκληρη ακρίδα. Ακόμα μεγαλύτερα είδη μπορεί να φάνε ακόμα και ποντίκια! Τα κουναβοειδή είναι μια ακόμα ομάδα θηλαστικών με παρόμοια αδίστακτη συμπεριφορά. Κοινό και των δύο αυτών ομάδων θηλαστικών, των μυγαλών και των κουναβιών, είναι ο ασυνήθιστα υψηλός μεταβολισμός, ο οποίος τα εξαναγκάζει σε υψηλό επίπεδο δραστηριότητας για την εύρεση τροφής,κι έτσι δεν αφήνουν καμία ευκαιρία να πάει χαμένη, ακόμα κι αν το θήραμα είναι μεγαλύτερο από το σώμα τους. Εξαιτίας αυτού του γρήγορου μεταβολισμού, οι μυγαλές ζουν λίγο, συνήθως μόνο ενάμισι ή δύο χρόνια. Στο διάστημα αυτό αναπαράγονται συχνά, συνήθως με 2-10 μικρά τη φορά, τα οποία γεννιούνται τυφλά, γυμνά και υπανάπτυκτα, στην προγονική δηλαδή κατάσταση των νεογνών θηλαστικών, κι ανεξαρτητοποιούνται σε περίπου έναν μήνα. Αξιοσημείωτη συμπεριφορά πολλών μυγαλών είναι η αλυσίδα που σχηματίζουν, όταν πρόκειται η μητέρα να μετακινήσει τα μικρά σε άλλη περιοχή, με τα μικρά να δημιουργούν μια γραμμή πίσω από τη μάνα δαγκώνοντας την ουρά του μπροστινού τους. Ο αναπαραγωγικός τους ρυθμός είναι χαμηλότερος από αυτόν κυρίως φυτοφάγων ζώων όπως των ποντικιών, τα οποία έχουν περισσότερη διαθέσιμη τροφή και πολύ περισσότερους εχθρούς. Οι μυγαλές, αν και μικρές και φαινομενικά ευάλωτες, έχουν οσμογόνους αδένες που εκκρίνουν δύσοσμο υγρό που αποθαρρύνει τα περισσότερα θηλαστικά. Οι γάτες για παράδειγμα μπορεί να τις πιάσουν και μερικές φορές να τις σκοτώσουν, αλλά μετά τις αφήνουν. Παρόλα αυτά τα φ΄δια και οι κουκουβάγιες τις τρώνε χωρίς πρόβλημα. Οι μυγαλές είναι αυστηρά μοναχικά ζώα που μαρκάρουν με οσμή την περιοχή τους και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μόνο για τα της αναπαραγωγής. Αν ένα ζώο αντιληφθεί την παρουσία άλλου στην περιοχή του θα προσπαθήσει να το διώξει με ήχους, και αν συναντηθούν θα μαλώσουν. Τα ζώα αυτά χρειάζονται μεγάλη έκταση για να ψάξουν τη μικρή και σκορπισμένη τροφή τους, και ένα ακόμα ζώο δίπλα τους είναι περισσότερο ανταγωνισμός παρά βοήθεια.

Η ετρουσκομυγαλή ανήκει στην οικογένεια Soricidae, στις λευκόδοντες μυγαλές. Όπως προανέφερα, είναι μικροσκοπικό θηλαστικό. Το μέσο μήκος του σώματός της είναι τα 4 εκατοστά, με εύρος από 3 έως 5,2 εκ, ενώ η ουρά προσθέτει επιπλέον 2,4-3,2 εκ. Το μέσο βάρος της είναι 1,8 γραμμάρια, με εύρος από 1,3 γρ έως 2,5 γρ. Το ζώο έχει τυπικό σχήμα μυγαλής, με λεπτό, προβοσκιδοειδές ρύγχος, μεγάλα μουστάκια, αρκετά έντονα αυτιά και λεπτό σώμα. Η γούνα της είναι χρώματος καφέ στη ράχη και στις πλευρές και γκριζωπού στην κοιλιά. Τα άτομα δεν παρουσιάζουν φυλετικό διμορφισμό. Το είδος προτιμά θερμά και υγρά κλίματα, και μπορεί να βρεθεί σε μια μεγάλη ζώνη μεταξύ του 10ου και του 40ου παραλλήλου βόρειο γεωγραφικό πλάτος στην Ευρασία και στη Βόρεια Αφρική. Στην Ευρώπη μπορεί να βρεθεί σε Ελλάδα, Κύπρο, Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία, Σερβία-Μαυροβούνιο, Κροατία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Σλοβενία, Ιταλία, Μάλτα, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές σε Ανδόρα, Γιβραλτάρ και Μονακό. Στη Βόρεια Αφρική μπορεί να βρεθεί σε Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη, Αίγυπτο, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές νοτιότερα σε Αιθιωπία, Νιγηρία και Γουινέα. Απαντά επίσης και στις Κανάριες Νήσους, όπου πιθανότατα εισήχθη από τον άνθρωπο. Στην Αραβική Χερσόνησο το είδος μπορεί να βρεθεί σε χώρες της περιφέρειας όπως σε Συρία, Λίβανο, Ισραήλ, Ιορδανία, Ομάν, Μπαχρέιν, και Υεμένη συμπεριλαμβανομένου του απομακρυσμένου νησιού Σοκότρα. Στην υπόλοιπη Ασία το είδος μπορεί να βρεθεί σε Τουρκία, Ιράκ, Ιράν, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν, Τατζικιστάν, Τουρκμενιστάν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία, Νεπάλ, Βυρμανία, Μπουτάν, Λάος, Βιετνάμ, Ταϊλάνδη, επαρχία Γκένγκμα της Κίνας, Σρι Λάνκα, Μαλαισιανό τμήμα του Βόρνεο και Φιλιππίνες, με ανεπιβεβαίωτες καταγραφές σε Αρμενία, Ουσμπεκιστάν, Κουβέιτ, Μπρουνέι και Ινδονησία. Το είδος σπάνια συναντάται ψηλότερα από τους πρόποδες των βουνών, αν και σε τροπικές περιοχές μπορεί ενίοτε να βρεθεί μέχρι και τα 3.000 με΄τρα υψόμετρο. Αν και το είδος έχει τεράστια εξάπλωση, θεωρείται σπάνιο σε σχέση με άλλα είδη μυγαλής σε όλους τους τόπους όπου απαντάται. Με τόσο μεγάλη εξάπλωση πάντως, είναι απορίας άξιο γιατί ονομάστηκε ετρουσκκομυγαλή. Ίσως τα πρώτα άτομα που περιγράφηκαν επιστημονικά να προήλθαν από την Ιταλία. Το είδος προτιμά θερμά και υγρά ενδιαιτήματα με θάμνους όπου μπορεί να κρύβεται. Κατοικεί συχνά στον ικότονο μεταξύ λιβαδιού ή θαμνότοπου και δάσους. Αποικίζει επίσης την πυκνή παρυδάτια βλάστηση δίπλα σε ποτάμια και λίμνες, εγκαταλελειμμένους αγρούς ή τα όρια των καλλιεργημένων αγρών, βραχώδεις περιοχές, πετρότοιχους και ερείπια, όπου τρέχει ανάμεσα στις σχισμές και τις τρύπες ψάχνοντας για τροφή. Αποφεύγει τα εντατικά καλλιεργούμενα χωράφια, τους αμμόλοφους και τα πυκνά δάση.

Το είδος δραστηριοποιείται με διαλείμματα καθόλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, παραμένοντας κοντά στη φωλιά την ημέρα και πραγματοποιώντας μεγαλύτερες εξορμήσεις τη νύχτα, με τις μεγαλύτερες κατά την ώρα της αυγής. Οι περίοδοι ανάπαυσης είναι σύντομες, περίπου 30 λεπτά. Όταν το ζώο είναι ξύπνιο, κινείται συνεχώς. Οι κινήσεις του είναι γρήγορες κι έχουν υπολογιστεί στις 722 ανά λεπτό. Ο υπερβολικά υψηλός του μεταβολισμός το αναγκάζει να τρώει 1,5-2 φορές το βάρος του σε τροφή καθημερινά, οπότε το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του καταλαμβάνει η αναζήτηση τροφής. Όταν δεν αναζητά τροφή, καθαρίζει τη γούνα του. Αναζητά την τροφή του με τη βοήθεια της καλής του όσφρησης και της αφής. Αρκεί ένα μόνο άγγιγμα του μουστακιού με ένα μικρό έντομο για να γυρίσει αμέσως και να το πιάσει. Τρώει ό,τι μικρό ασπόνδυλο μπορεί να βρει, αλλά μπορεί να επιτεθεί και σε ζώα όσο το μέγεθός του, όπως μεγάλα έντομα οπως ακρίδες, μικρά βατράχια, σαύρες και μικρά τρωκτικών. Οι ακρίδες αποτελούν αγαπημένη τροφή, κι αν υπάρχουν πολλές στην περιοχή θα φάει αρκετές. Τα μεγάλα έντομα τα σκοτώνει αμέσως μ’ένα δάγκωμα στο κεφάλι και τα τρώει επιτόπου, ενώ τα μικρά συνήθως τα επιστρέφει στη φωλιά. Προτιμά έντομα με μαλακό κι εύκαμπτο εξωσκελετό, κι έτσι αποφεύγει τα μυρμήγκια όσο γίνεται. Σε δύσκολες συνθήκες, το ζώο πέφτει σε κατάσταση βραχύχρονης νάρκης για την εξοικονόμηση ενέργειας, όπου η θερμοκρασία του πέφτει έως και στους 12 βαθμούς. Επανέρχεται τρεμουλιάζοντας τους μυς του, σε ρυθμό 3.500 δονήσεων το λεπτό (58 το δευτερόλεπτο), το οποίο θερμαίνει το ζώο με ρυθμό 0,83 βαθμούς Κελσίου ανά λεπτό, ο οποίος είναι ο ταχύτερος καταγεγραμμένος ρυθμός αναθέρμανσης κάθε θηλαστικού. Ο καρδιακός του ρυθμός αυξάνεται από τους 100 παλμούς το λεπτό στους κανονικούς για το είδος 800-1500 το λεπτό, ενώ ο αναπνευστικός του ρυθμός αυξάνεται από τις 50 στις 600-800 αναπνοές ανά λεπτό. Ανώτερος καταγεγραμμένος καρδιακός ρυθμός είναι οι 1500 παλμοί ανά λεπτό (25 ανά δευτερόλεπτο). Το είδος δεν είναι προσαρμοσμένο να σκάβει φωλιές, έτσι χρησιμοποιεί κοιλότητες σε πέτρες, αλλά και εγκαταλελειμμένα λαγούμια άλλων ζώων. Είναι μοναχικό και κάνει ήχους σαν τερετίσματα για να επισημάνει την περιοχή του. Ζευγαρώνει κυρίως από Μάρτιο μέχρι Οκτώβριο, αν και μπορεί ν’αναπαραχθεί όλο το χρόνο. Το ζευγάρι μπορεί να σχετίζεται για μικρό χρονικό διάστημα γύρω από τη φωλιά και τα μικρά. Μετά από κύηση 27-28 ημερών, γεννιούνται 2-6 υπανάπτυκτα μικρά, βάρους 0,2 γρ. Η μητέρα τους μπορέι να τα μετακινήσει μετά τις 9-10 ημέρες αν ενοχληθεί η φωλιά, οπότε μπορεί να σχηματίσει αλυσίδα. Σχηματίζει αλυσίδα σπανιότερα σχετικά με άλες μυγαλές. Τα μάτια τους ανοίγουν στις 14-16 ημέρες, και απογαλακτίζονται στις 20 ημέρες. Σε τρεις με ΄τέσσερις εβδομάδες, τα μικρά θα έχουν ανεξαρτητοποιηθεί και σύντομα ωριμάζουν γεννητικά. Η διάρκεια ζωής του είδους αυτού υπολογίζεται στα 2 χρόνια, αν και δεν έχουν γίνει ακριβείς μετρήσεις.

Κύριοι εχθροί της μυγαλής αυτής είναι οι κουκουβάγιες. Το είδος σπανιότατα γίνεται αντιληπτό από τον άνθρωπο, οπότε δεν κινδυνεύει άμεσα απ’αυτόν. Έμμεση απειλή είναι η γεωργική ανάπτυξη κατάλληλων για το είδος περιοχών, η οποία καταστρέφει τις περιοχές φωλιάσματος και κυνηγιού. Αντίξοες καιρικές συνθήκες επίσης, όπως ασυνήθιστα βαρείς χειμώνες και παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, επιδρούν δυσμενώς στους πληθυσμούς του είδους. Παρόλα αυτά το είδος δε θεωρείται ακόμα απειλούμενο, αν και είναι σπάνιο σε πολλές περιοχές.

Η θέση αυτή του μικρότερου θηλαστικού δεν είναι χωρίς άλλους διεκδικητές. Η νυχτερίδα μέλισσα (Crasionycteris thonglongyai), ενός απειλούμενου είδους νυχτερίδας που μπορεί να βρεθεί μονο σε ασβεστολιθικά σπήλαια της δυτικής Ταϊλάνδης και της νοτιοανατολικής Βυρμανίας, έχει μήκος 2,5-3 εκ και βάρος 2 γρ. Έχει επίσης το μικρότερο κρανίο κάθε θηλαστικού. Ως προς το μήκος είναι λίγκο κοντότερη από την ετρουσκομυγαλή, αλλά ως προς το βάρος είναι λίγο βαρύτερη. Επειδή οι συγκρίσεις γίνονται συνήθως με βάση τη μάζα, η ετρουσκομυγαλή βγαίνει ως το μικρότερο θηλαστικό παγκοσμίως. Και ζει και στην Ελλάδα!

Το γένος της ετρουσκομυγαλής ωστόσο περιλαμβάνει και μερικούς γίγαντες. Η ποντικομυγαλή (Suncus murinus) είναι ένα μεγάλο είδος της τροπικής Ασίας που έχει εισαχθεί και σ’άλλες περιοχές του Παλαιού Κόσμου από τον άνθρωπο, το οποίο φτάνει τα 15 εκατοστά σε ολικό μήκος μαζί με την ουρά και τα 50-100 γραμμάρια σε βάρος, κάνοντάς την μία από τις μεγαλύτερες μυγαλές του κόσμου. Το είδος αυτό τρέφεται συχνά με τρωκτικά, γι’αυτό θεωρείται ωφέλιμο, ενώ η άσχημη οσμή και γεύση του το προστατεύουν από τα περισσότερα σαρκοφάγα θηλαστικά.

Εξαιτίας της κρυπτικής της συμπεριφοράς και της σπανιότητάς της σε σχέση με άλλες μυγαλές, είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να την εντοπίσετε στο φυσικό της περιβάλλον, ακόμα κι αν ψάξετε με εξειδικευμένο εξοπλισμό. Παρόλα αυτά όποιος την έχει συναντήσει μπορεί να μου το αναφέρει σε σχόλιο. Οπότε θα πρέπει ν’αρκεστείτε σε φωτογραφίες από το Διαδίκτυο ή σε κάποιο διατηρημένο δείγμα σε μουσείο φυσικής ιστορίας, εάν θέλετε να ικανοποιήσετε την περιέργειά σας από κοντά. Αυτό λοιπόν το εκπληκτικό ζώο είναι το μικρότερο θηλαστικό του κόσμου.

Πηγές και σύνδεσμοι:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ετρουσκομυγαλή
ετρουσκομυγαλπή – Nature Bank
Το ζώο της εβδομάδας: ετρουσκομυγαλίδα

Advertisements