ευρωπαϊκός ασπάλακας (talpa europaea), από Wikipedia

Περιτριγυριζόμαστε από αναρίθμητα μικρά θηλαστικά, τα οποία δε γνωρίζουμε καν. Για παράδειγμα στην Ελλάδα ζει το μικρότερο χερσαίο θηλαστικό του κόσμου, η ετρουσκομυγαλή (Suncus etruscus), αλλά πόσοι το ξέρουν; Εκτός από τα είδη που μας επηρεάζουν άμεσα (ποντίκια, αρουραίοι) ή αυτά που φαίνονται λίγο περισσότερο (σκαντζόχοιροι, σκίουροι, νυφίτσες), δε γνωρίζουμε σχεδόν κανένα μικ΄ρο θηλαστικό, και όσα γνωρίζουμε, τα γνωρίζουμε μόνο ονομαστικά. Υπάρχει λόγος γι’αυτό το φαινόμενο, αφού τα περισσότερα από αυτά είναι νυκτόβια και κρυπτικά, διότι έχουν πολλούς εχθρούς. Και όμως το μεγαλύτερο μέρος της ποικιλότητας της ομοταξίας των θηλαστικών θα βρεθεί σ’αυτά τα μεγέθη, παρά στα γνωστότερά μας μεγαλύτερα. Εδώ θα συναντήσουμε από είδη που πλησιάζουν περισσότερο στα προγονικά θηλαστικά, μέχρι είδη με τις πιο εξωπραγματικές προσαρμογές. Θηλαστικά που κοιμούνται για το μισό χρόνο, θηλαστικά που αναπάράγονται μια φορά στη ζωή τους, θηλαστικά ικανά να αναγεννήσουν μέρη του σώματός τους, ποικιλόθερμα, ιπτάμενα, υπερβολικά ανθεκτικά σε τοξίνες, κλπ. Ο μόνος οικότυπος που λείπει είναι αυτός του θαλάσσιου θηλαστικού, γιατί τότε το σώμα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλο για να διατηρεί σταθερή θερμοκρασία. Κατά τα άλλα υπάρχουν χερσαία, αναρριχητικά, δενδρόβια, ημιυδρόβια και υπογειόβια είδη, με τα οποία τελευταία θα ασχοληθώ στο παρόν άρθρο, και συγκεκριμένα με τους τυφλοπόντικες.

Είναι σχεδόν τυφλοί, αλλά δεν είναι καθόλου πόντικες. Στην πραγματικότητα οι τυφλοπόντικες ανήκουν στην τάξη των ευλιπότυφλων, η οποία παλαιότερα ήταν μέρος της τάξης σκουπιδοντενεκέ των εντομοφάγων, η οποία περιελάμβανε μικρόσωμα, πρωτόγονου τύπου πλακουντοφόρα θηλαστικά χωρίς πολλές καινοτομίες. Η μοριακή έρευνα ωστόσο έδειξε ότι δεν ήταν όλα τα εντομοφάγα ιδιαίτερα κοντινοί συγγενής, και γι’αυτό η τάξη έσπασε. Τα ευλιπότυφλα ανήκουν στον κλάδο των λαυρασιοθηρίων, ο οποίος είναι ο κλάδος που περιλαμβάνει τα περισσότερα πλακουντοφόρα θηλαστικά, όπως τα σαρκοφάγα, τα οπληφόρα, τα κήτη και τις νυχτερίδες, όχι όμως τα πρωτεύοντα, τα τρωκτικά και τα λαγόμορφα, τα οποία ανήκουν στον κλάδο των υπερπρωτευόντων. Τα λαυρασιοθήρια και τα υπερπρωτεύοντα εντάσσονται με τη σειρά τους στον κλάδο των βορειοευθήριων, ο οποίος είναι ο πλέον επιτυχημένος κλάδος θηλαστικών σήμερα και ίσως ες αεί. Στα ευλιπότυφλα επίσης ανήκουν οι μυγαλές και οι σκαντζόχοιροι. Οι τυφλοπόντικες αποτελούν σχεδόν όλη την οικογένεια των ασπαλακιδών (Talpidae), και θεωρείται ότι εξελίχθηκαν από μυγαλές, οι οποίες προσαρμόστηκαν για υπόγεια διαβίωση, όπου αυξήθηκαν σε μέγεθος και μείωσαν τον αναπαραγωγικό τους ρυθμό, εξαιτίας των λιγότερων εχθρών. Άλλα μέλη της οικογένειας είναι οι ασπαλακομυγαλές, ζώα ενδιάμεσα στους τυφλοπόντικες και τις κανονικές μυγαλές, τα οποία έχουν μορφολογία μυγαλής, αναζητούν τροφή στην επιφάνεια του εδάφους, αλλά διαμένουν σε στοές στο έδαφος. Επίσης εδώ ανήκουν και οι υδρόβιοι τυφλοπόντικες, οι οποίοι επίσης διαμένουν σε στοές, αλλά αναζητούν τροφή κυρίως στο νερό. Η οικογένεια των ασπαλακιδών περιλαμβάνει 46 είδη, εκ των οποίων περίπου τα 30 είναι οι γνήσιοι ασπάλακες.

Το αρχαίο ελληνικό όνομα του ζώου είναι ασπάλαξ, πιθανότατα μη ινδοευρωπαϊκής προέλευσης. Λεγόταν επίσης και σιφνεύς, από το σιφνός ή σιφλός, ο τυφλός. Στα νεά ελληνικά συνήθως αποκαλείται τυφλοπόντικας, αλλά και ασπάλακας. Άλλες τοπικές ονομασίες του είναι τυφλοσπάλακας, τυφλασπάλακας, σπαλάγγι ή σφαλάγγι. Στα λατινικά λέγεται talpa, ομοίως και στα ιταλικά, ενώ στα γαλλικά η λέξη έχει μετατραπεί σε taupe, εξαιτίας της αλλαγής του λ, το οποίο προφερόταν πιο παχύ πριν από σύμφωνα, σε ήχο w στην παλαιότερη μορφή της γλώσσας. Στα αγγλικά λέγεται mole, σύντμηση του παλαιότερου τύπου moldwarp που αργότερα έγινε mouldywarp, ο οποίος μπορεί να βρεθεί και σε άλλες γερμανικές γλώσσες (γερμανικά maulwurf, σκανδιναβικά – Δανικά, Νορβιγικά, Σουηδικά και Ισλανδικά muldvarp, mullvad, moldvarpa), το οποίο αποδίδεται ως χωματορίχτης. Αυτή η σύντμηση στα αγγλικά έκανε τον τυφλοπόντικα ομόηχο με την κρεατοελιά «mole».

Τα ζώα αυτά είναι πολύ μικρά, συνήθως στα 10 εκατοστά, και πλήρως προσαρμοσμένα για υπόγεια διαβίωση. Έχουν πλατύ κεφάλι, γυμνό, σωληνωτό ρύγχος, υποτελικό στόμα, δηλαδή λίγο πιο πίσω από το άκρο του ρύγχους για να προστατεύεται από το χώμα, ατροφικά μάτια, συνήθως καλυμμένα με δέρμα και συχνά με γούνα, ατροφικά πτερύγια αυτιών σαν μια μικρή γραμμή στο δέρμα, μη εμφανή λαιμό, κυλινδρικό σώμα, μεγάλα και μυώδη μπροστινά άκρα για το σκάψιμο, κοντά πίσω άκρα και ατροφική ουρά. Η μορφολογία των μπροστινών άκρων είναι διαφορετική από άλλα θηλαστικά, με τον αγκώνα να κοιτά προς τα πάνω και την παλάμη να στρέφεται προς τα έξω και προς τα πίσω, σαν φτιάρι. Τα μπροστινά άκρα είναι πολύ στιβαρά, και σε ορισμένα είδη ο βραχίονας έχει μεγαλύτερο πλάτος από μήκος για την πρόσφυση πανίσχυρων μυών! Ο σκελετός τους είναι έντονα οστεοποιημένος και συμπαγής, και η οδοντοστοιχία είναι τυπική ενός εντομοφάγου. Η γούνα τους είναι κοντή και μοναδική στα θηλαστικά, αφού δεν έχει συγκεκριμένη κατεύθυνση και μπορεί να μετακινηθεί προς οπουδήποτε, ώστε να μην εμποδίζεται το ζώο όταν κινείται προς τα πίσω στη σύραγγά του. Το χρώμα τους είναι συνήθως καφετί προς γκρι, αλλά επειδή έχει χαλαρώσει η φυσική επιλογή για καμουφλάζ στο σκοτεινό υπόγειο περιβάλλον, υπάρχουν και ζώα με αποκλίνοντες χρωματισμούς, όπως μαύρο ή ανοιχτότερες αποχρώσεις. Το πέος του αρσενικού γυρίζει προς τα πίσω, ώστε να μην ενοχλείται από το χώμα, ενώ όπως και στα υπόλοιπα ευλιπότυφλα και σε κάποια άλλα πρωτόγονα θηλαστικά, οι όρχεις βρίσκονται μέσα στο σώμα. Τα πόδια τους έχουν 5 δάκτυλα το καθε΄να με μεγάλα νύχια, αλλά στα μπροστινά άκρα υπάρχει ένα ακόμα φαινομενικό δάχτυλο δίπλα στον αντίχειρα, το οποίο είναι ουσιαστικά ένα υπερανεπτυγμένο σησαμοειδές οστό του καρπού, σαν τον αντίχειρα του πάντα, το οποίο βοηθά στο σκάψιμο. Έχουν ταχύ μεταβολισμό, αλλά παράλληλα αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του μειωμένου οξυγόνου και των αυξημένων επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα μέσα στις στοές, γι’αυτό η αιμοσφαιρίνη τους έχει εξελιχθεί να δεσμεύει πολύ αποτελεσματικότερα το οξυγόνο απ’ό,τι στα θηλαστικά της επιφάνειας.

Οι τυφλοπόντικες ζουν εξολοκλήρου υπογείως, αν και σπάνια μπορεί να βγουν στην επιφάνεια, ιδίως σε υγρές νύχτες προς αναζήτηση τροφής, ή όταν μικρά ψάχνουν νέο τόπο για να ιδρύσουν την κατοικία τους. Δημιουργούν συστήματα στοών τα οποία συνεχώς επεκτείνουν σκάβοντας. Μέσα στο σκοτεινο΄αυτό περιβάλλον η όραση δεν τους χρησιμεύει, γι’αυτό τα μάτια τους έχουν ατροφήσει, αν κι εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται το φως, το οποίο αποφεύγουν. Μπορούν επίσης να ξεχωρίσουν δύο σημεία με βάση τη φωτεινότητα όπως αποδείχθηκε σε πειράματα, ενώ ίσως επίσης να μπορούν ν’αντιληφθούν και μεγάλες σκιές, που θα μπορούσαν να είναι εχθροί. Η ακόη τους επίσης περιορίζεται στις χαμηλότερες συχνότητες, γιατί κυρίως χρειάζεται ν’αντιλαμβάνονται τους κραδασμούς του εδάφους. Οξύτερες αισθήσεις τους είναι η όσφρηση και η αφή, στην οποία, εκ΄τος από τα μουστάκια του ρύγχους, βοηθούν και παρόμοιες σκληρές τρίχες διάσπαρτες σε όλη τη γούνα και στην ουρά, καθώς και τα όργανα του Άιμερ, μικροί θηλώδεις επιδερμική αισθητήρες στη μύτη του ζώου, οι οποίοι ανακαλύφθηκαν από το Γερμανό φυσιοδίφη Theodor Eimer το 1871. Ο αμερικανικός αστερόρρινος τυφλοπόντικας (Condylura cristata), ένα ιδιαίτερο είδος που αναζητά τροφή τόσο στο έδαφος όσο και στο νερό, έχει 22 σαρκώδεις προεκτάσεις γύρω από τη μύτη του που μοιάζουν με άστρο, οι οποίες επιστρώνονται από περίπου 25.000 όργανα του Άιμερ κάνοντάς τες υπερευαίσθητες στην αφή. Το αστέρι αυτό καταλαμβάνει δυσανάλογα μεγάλο χώρο στο σωματαισθητικό φλοιό του εγκεφάλου του ζώου, σχεδόν τη μισή επιφάνεια όλου του φλοιού, οπως κι άλλα εξειδικευμένα μέρη του σώματος σε άλλα είδη. Ο ασπάλακας κινεί συνεχώς το αστέρι, το οποίο έχει τόσο μεγάλη ακρίβεια και ανάλυση στην αφή, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως απτική όραση. Όταν αγγίζει κάτι ενδιαφέρον, το εξετάζει αμέσως με τις δύο κατώτερες και μικρότερες ακτίνες, οι οποίες έχουν τη μεγαλύτερη ανάλυση και αντιστοιχούν λειτουργικά στο οξύτερο κέντρο του αμφιβληστροειδούς των πρωτευόντων. Η απτική εξερεύνηση του περιβάλλοντος είναι συνεχής και ταχύτατη, και ο εγκέφαλος μπορεί ν’αποφασίζει μόλις σε 8 χιλιοδευτερόλεπτα αν κάτι τρώγεται ή όχι, αγγίζοντας τα όρια ταχύτητας των νευρώνων. Το είδος αυτό έχει επίσης την ικανότητα να μυρίζει κάτω απ’το νερό, Φυσώντας και αναρροφώντας φυσαλίδες αέρα από τη μύτη του. Η όσφρηση σε όλα τα είδη είναι εξαιρετική, και βρέθηκε τουλάχιστον σε ένα είδος, τον αμερικανικό ανατολικό ασπάλακα (Scalopus aquaticus), ότι έχει τη σπάνια στα θηλαστικά ικανότητα να μυρίζει κατευθυντικά με τα δύο του ρουθούνια, ώστε να βρίσκει γρήγορα την κατεύθυνση της τροφής. Τα φίδδια και άλλα φολιδωτά με διχαλωτή γλώσσα μπορούν εύκολα να μυρίσουν κατευθυντικά, αλλά αυτό θεωρούταν ότι είναι αδύνατο για τη ρινική όσφρηση.

Οι στοές οι οποίες σκάβουν είναι δύο μορφών. οι βαθύτερες, στις οποίες διαμένουν και οι επιφανειακές, στις οποίες αναζητούν τροφή. Οι πρώτες βρίσκονται σε μεγάλο βάθος, περίπου στο ένα μέτρο, συνήθως κοντά στη ρίζα εννός δέντρου, με κεντρικό σημείο ένα θαλαμίσκο που λειτουργεί ως φωλιά, έχει πολλαπλές δαιδαλώδεις εξόδους και συχνά είναι στρωμένος με κλαδάκια και χόρτα από την επιφάνεια. Οι δεύτερες βρίσκονται σχετικά κοντά στην επιφάνεια, και όσες βρίσκονται πολύ κοντά είναι ασταθείς, συχνά καταρρέουν ή καθιστώνται άχρηστες, και ως εκ τούτου το ζώο τις επεκτείνει και τις αναδημιουργεί συνεχώς, τόσο για την εύρεση περισσότερης τροφής όσο και για την επιδιόρθωσή τους. Σκάβει σε πολλά επίπεδα στο χώμα, έως και σε έξι. Η έκταση στην οποία θα σκάψει εξαρτάται από την υγρασία του χώματος και τη διαθεσιμότητα της τροφής. Το σύμπλεγμα των στοών ενός μόνο ζώου μπορεί να καλύψει έκταση έως και 7.000 τετραγωνικών μέτρων, επεκτεινόμενο σε μήκος πολλών εκατοντάδων μέτρων. Καθώς σκάβει, πετά το χώμα προς τα πίσω με τα πίσω πόδια, αφού το διώξει πρώτα από κάτω του με τα μπροστινά, δημιουργώντας μικρά βουναλάκια στην επιφάνεια, τα οποία προδίδουν τη δραστηριότητά του. Αν κάποιος είναι πολύ τυχερός, μπορεί να δει κάποιο από αυτά τα βουναλάκια να κινείται, υποδηλώνοντας την κίνηση του μικρού θηλαστικού ακριβώς από κάτω του. Τα επιφανειακά αυτά λαγούμια λειτουργούν ως παγίδες σκουληκιών, της κύριας τροφής του. Κάθε φορά που ένα σκουλήκι πέφτει από το γύρω χώμα, ο τυφλοπόντικας το εντοπίζει με τον ήχο, καταφθάνει γρήγορα και το συλλαμβάνει. Συχνά το πιέζει πρώτα με τα μπροστινά του άκρα για να καθαρίσει τον πεπτικό του σωλήνα πριν το φάει. Οι τυφλοπόντικες είναι από τα λίγα δηλητηριώδη θηλαστικά, αφού το σάλιο τους έχει μια παραλυτική τοξίνη που ακινητοποιεί τους γεωσκώληκες με ένα δάγκωμα, κι έτσι μπορούν να τους αποθηκεύουν για αργότερα σε υπόγειους θαλάμους χωρίς να σαπίζουν. Υπάρχουν επίσης αρκετές μυγαλές, καθώς και οι σωληνόδοντες της Καραϊβικής που έχουν τοξίνες, και ίσως η ιδιότητα να είναι προγονική για τα ευλιπότυφλα, και να χάθηκε σε αρκετά είδη αργότερα. Οι τοξίνες αυτές δεν επηρεάζουν τον άνθρωπο. Ένας τυφλοπόντικας τρώει το μισό του βάρος σε τροφή την ημέρα. Η ιδέα ότι τρώει όλο του το βάρος δεν ισχύει, αλλά κατά την κύηση και το θηλασμο΄το θηλυκό μπορεί να φάει περίπου τόσο. Επίσης τρώνε ό,τι σκουλήκι βρίσκουν καθώς σκάβουν. Εκτός από γεωσκώληκες, οι ασπάλακες τρώνε και προνύμφες εντόμων του εδάφους, γυμνοσάλιαγκες και σπανιότερα μικρότερα σπονδυλωτά απ’αυτούς, τα οποία δε μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Αυτά ξεκινούν πρώτα να τα τρώνε απ’την κοιλιακή χώρα. Για παράδειγμα η Talpa europaea στην αιχμαλωσία τρώει συκώτι, γεωσκώληκες, αλευροσκούληκα, μικρούς βατράχους, σπουργιτάκια, ποντίκια και μυγαλές. Τρέφονται επίσης και με φυτική ύλη σε μικρές ποσότητες, όπως σπόρους και νεαρή βλάστηση. Η παρουσία ασπαλάκων σε κάποιο μέρος εξαρτάται περισσότερο από τον πληθυσμό των γεωσκωλήκων παρά από τον τύπο του εδάφους, τη βλάστηση ή το υψόμετρο. Η επίπτωσή τους στον πληθυσμό των γεωσκωλήκων δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά, αλά φαίνεται ότι δεν είναι σημαντική. Οι ασπάλακες είναι αυστηρά μοναχικά ζώα που αποφεύγουν το ένα το άλλο, και μειώνουν τις αλληλεπιδράσεις τους μόνο στα απολύτως απαραίτητα, δηλαδή μόνο στα της αναπαραγωγής. Κατά τ’άλλα είναι πολύ επιθετικοί μεταξύ τους. Δύο αρσενικά μπορεί να μαλώσουν άγρια κατά την περίοδο αναπαραγωγής αν τύχει και συναντηθούν, το θηλυκό μπορεί να επιτεθεί στο αρσενικό αν δεν είναι δεκτικό ή και στα μικρά εάν δεν έχουν εγκαταλείψει όλα την περιοχή του εγκαίρως μετά την ανεξαρτητοποίησή τους. Ένα ακόμα ζώο στην ίδια περιοχή είναι περισσότερο ανταγωνισμός παρα΄βοήθεια, αφού η τροφή είναι λίγη και απλωμένη σε μεγάλη έκταση. Τα ζώα συνήθως συναντιούνται τυχαία όταν τα συστήματα των λαγουμιών τους τέμνονται σε κάποιο σημείο, και αντιλαμβάνονται την παρουσία άλλου από ίχνη που αφήνουν οι οσμογόνοι αδένες, των οποίων η θέση και ο αριθμός διαφέρει ανά είδος, αν και γενικά βρίσκονται στην κοιλιά και στο πίσω μέρος του σώματος. Μόνο ο αστερόρρινός τυφλοπόντικας είναι γνωστό ότι μπορεί να μοιραστεί το τούνελ του με άλλο μέλος του είδους του, και ίσως να δημιουργεί αποικίες. Κατά την περίοδο αναπαραγωγής, συνήθως το αρσενικό είναι αυτό που επεκτείνει την επικράτειά του προς αναζήτηση θηλυκών. Ζευγαρώνουν τους μήνες της άνοιξης και γεννούν στις αρχές του καλοκαιριού, συνήθως 2-7 μικρά, τα οποία είναι γυμνά και υπανάπτυκτα. Ξεκινούν να σκάβουν από νωρίς, και τα πρώτα μέρη του σκελετού τους που ισχυροποιούνται είναι τα ακροδάκτυλα των μπροστινων άκρων. Οι τυφλοπόντικες ζουν πολύ για θηλαστικά του μεγέθους τους, συνήθως γύρω στα τέσσερα έτη, σπάνια περισσότερο. Ο σχετικά μειωμένος για μικρό θηλαστικό αναπαραγωγικός τους ρυθμός και η μακροζωία τους είναι προϊόντα της μειωμένης πίεσης από εχθρούς. Αν και έχουν εχθρούς σχεδόν όλα τα σαρκοφάγα ζώα μεγαλύτερα απ’αυτούς, πρώτα πρέπει αυτά να τους βρουν. Μερικές φορές μπορεί τα σκυλιά να τους πιάσουν. Αν πιαστούν από άνθρωπο προσπαθούν να ξεφύγουν, γκρατσουνάνε με τα μπροστινα΄πόδια και τινάζονται. Δύσκολα δαγκώνουν δυνατά με το μακρύ ρύγχος τους και τα λεπτά δόντια τους. Ο Βρετανός βιολόγος Darren Naish μας πληροφορεί ότι είναι ασυνήθιστα δυνατοί για το μέγεθός τους και δύσκολο να περιοριστούν. Μόλις πέσουν από το χέρι, τρέχουν αδέξια παρεκκλίνοντας δεξιά και αριστερά για λίγα μέτρα, και μετά σκάβουν ξανά στο έδαφος. Μας πληροφορεί επίσης ότοι ίσως εξαιτίας των πολλών βακτηρίων από το χώμα όπου ζουν στη γούνα τους, αποσυντίθενται ασυνήθιστα γρήγορα μετά το θάνατό τους. Επειδή ζουν σε προστατευμένο περιβάλλον κάτω από τη γη, είναι πιο πιθανό τα οστά τους να διατηρηθούν μετά το θάνατό τους και ενδεχομένως ν’απολιθωθούν στο μέλλον σε σχέση μ’άλα χερσαία ζώα.

Στην Ελλάδα απαντούν τα είδη Talpa europaea (ευρωπαϊκός ασπάλακας), T. caeca (τυφλός ασπάλακας) και T. stankovici (βαλκανικός ασπάλακας ή ασπάλακας του Στάνκοβιτς). Το πρώτο είναι κοινό στο μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης με σχετικά μικρή εξάπλωση στην Ελλάδα, το δεύτερο μπορεί επίσης να βρεθεί στα υπόλοιπα Βαλκάνια, σε μεγάλο μέρος της Ιταλίας και της Γαλλίας και στην Ελβετία, ενώ το τρίτο βρίσκεται σε μεγάλο μέρος των Βαλκανίων (Αλβανία, ΠΓΔΜ, Βουλγαρία, Σερβία και Μαυροβούνιο και Σλοβενία), και έχει τη μεγαλύτερη εξάπλωση στην Ελλάδα. Τα δύο πρώτα είδη φτάνουν τα 12 εκ, ενώ η T. stankovici φτάνει τα 16 εκ, με μήκος ουράς τα 3 εκ. Η T. caeca έχει μάτια καλυμμένα με γούνα, ενώ τα άλλα δύο είδη με μεμβράνη. Είναι όλα τους τυπικοί τυφλοπόντικες, που σκάβουν εκτεταμένα συστήματα συράγγων, τρέφονται κυρίως με σκουλλήκια, αλά και με αρθρόποδα και γυμνοσάλιαγκες, και είναι μοναχικοί. Η T. europaea είναι το πλέον μελετημένο είδος – γιατί άραγε; Ζευγαρώνει Μάρτιο με Απρίλιο, η κύηση διαρκεί 4-5 εβδομάδες και γεννά τέλη Απριλίου-αρχές Μαΐου 2-7 μικρά, τα οποία θηλάζει για άλλες 4-5 εβδομάδες, και μέχρι τα τέλη Ιουνίου όλα θα έχουν εγκαταλείψει την περιοχή της μητέρας τους. Τον υπόλοιπο χρόνο είναι αναπαραγωγικά ανενεργός. Στην Ελλάδα οι τυφλοπόντικες μπορούν να βρεθούν σε λιβάδια, εγκαταλελειμμένους αγρούς και ξέφωτα δασών, συνήθως σε μέρη με υψηλότερη υγρασία σε μεγαλύτερα υψόμετρα, όπου αφθονεί η τροφή τους, όπου μαρτυρούνται από τα μικρά τους βουναλάκια, μέγιστου πλάτους 30 εκ και ύψους 15 εκ. Αντίθετα σε βορειότερες ευρωπαίκές χώρες με βροχερότερο κλίμα μπορούν να βρεθούν οπουδήποτε υπάρχουν σκουλήκια.

Οι ασπάλακες ενθουσίαζαν την ανθρωπότητα από αρχαιοτάτων χρόνων. Επειδή ακριβώς σπάνια κάποιος τους συναντούσε, αναφέρονταν συχνά ως μυστηριώδη ζώα. Μόλις τον 18ο και τον 19ο αιώνα έγιναν γνωστές οι συνήθειές τους! Έως τότε, για παράδειγμα, πιστευόταν ότι ήταν κυρίως φυτοφάγοι, τρώγοντας τις ρίζες των φυτών. Δεν έχω βρει πολλές πληροφορίες για το ρόλο των ασπαλάκων σε διάφορες θρησκείες. Στο Λεβητικό της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρονται ονομαστικά ως μέλος της ομάδας των οκτώ ακάθαρτων ερπετών, τα οποία βρίσκονταν ένα σκαλί πάνω από το χοιρινό και τα υπόλοιπα ακάθαρτα ζώα που δεν έπρεπε να τρώνε οι Ισραηλίτες. Ίσως όμως να είχε γίνει λάθος στη μετάφραση και η πραγματική έννοια της λέξης να ήταν ασπαλακοαρουραίος, ένα πολύ κοινότερο ζώο στη Μέση Ανατολή. Επίσης η άρχουσα τάξη των Μιξτέκων του Μεξικού επινόησε τον εξής μύθο για να νομιμοποιήσει την τυραννική, δήθεν θεόσταλτη εξουσία της: Υποτίθεται ότι κατά τη δημιουργία της φυλής τους, οι απλοί άνθρωποι προήλθαν από ταπεινούς άσχημους τυφλοπόντικες που βγήκαν μέσα από τη γη, ενώ οι ευγενείς κατέβηκαν από τον ουρανό και τους εκπολίτισαν. Ο ασπάλακας επίσης χρησιμοποιείται μεταφορικά για να δηλώσει τον πνευματικά τυφλό άνθρωπο, σημασία της λέξης που δε γνώριζα πριν την ψάξω αυτές τις μέρες, την οποία θα βρείτε σε ως επί το πλείστον κείμενα αριστεροστρεφούς κοπής, δηλαδή τα περισσότερα αποτελε΄σματα της αναζήτησης με τον όρο «ασπάλακες» στο google.

Η ωφελιμότητα ή η βλαπτικότητα του ασπάλακα για τη γεωργία και την κτηνοτροφία είναι σημείο αμφιλεγόμενο. Από τη μία αερίζει το χώμα με το σκάψιμό του, βοηθώντας τις ρίζες, και τρώει τεράστιες ποσότητες βλαπτικών ασπονδύλων όπως κρεμμυδοφάγων και γυμνοσαλιάγκων. Η φυτική ύλη που καταναλώνει είναι αμελητέα, άρα δεν προξενεί ζημιές μ’αυτόν τον τρόπο. Από την άλλη τρώει και τους ωφέλιμους γεωσκώληκες, μετακινεί νεαρά ή πρόσφατα μεταφυτευμε΄να φυτά, και επιχωματώνει πολύ χαμηλά φυτά. Μπορεί επίσης να επιχωματώσει το κομμένο χορτάρι για τις αγελάδες, αν είναι αποθηκευμένο έξω, το οποίο μετά μπορεί να μουχλιάσει, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις με πολλά βουναλάκια, τα άλογα μπορεί να σκοντάφτουν και να τραυματιστούν. Όπως προανέφερα, η επίπτωσή του στον πληθυσμο΄των γεωσκωλήκων δεν είναι γνωστή. Γενικά σ’έναν βιολογικό κήπο, ο τυφλοπόντικας δεν αποτελεί πρόβλημα. Μπορεί ν’αποτελέσει πρόβλημα σε κάποιον φρεσκοφυτεμένο κήπο ή χωράφι, ή στο γκαζόν, όπου σχηματίζει λοφίσκους φρεσκοσκαμμένου χώματος, ενώ τα επιφανειακά τούνελ του μπορεί να καταρρεύσουν, σχηματίζοντας αυλάκια. Δεν είναι αδύνατη η συνύπαρξη τυφλοπόντικα και γκαζόν, αν κάποιος αφαιρεί τα βουναλάκια που δεν του αρέσουν, αλλά πάλι το χώμα μπορεί να είναι ανώμαλο. Ιστορικά οι τυφλοπόντικες αφαιρούνταν συνήθως με παγίδες, οι οποίες τοποθετούνταν στις στοές που χρησιμοποιούσε το ζώο περισσότερο και το έπιαναν, ή τοποθετούντνα σε με΄ρη όπου θα μπορούσε να περάσει δυνητικά. Οι τυφλοπόντικες είναι αρκετά προσεκτικοί και συχνά αποφεύγουν τις παγίδες, ακόμα κι αυτές με δολώματα. Αρχαία ρωμαϊκά αγγεία, τα οποία γέμιζαν με νερό και έθαβαν στο έδαφος ίσως να ήταν παγίδες για τυφλοπόντικες, οι οποίοι έπεφταν μέσα και πνίγονταν. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν δηλητήρια ή αέρια για τον έλεγχό τους, εντούτοις η χρήση τους σήμερα είναι περιορισμένη εξαιτίας της τοξικότητάς τους. Σήμερα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται δηλητήρια, καθώς και περίπλοκες μηχανικές παγίδες που χτυπούν τον τυφλοπόντικα όταν περνά από κάτω τους, ενώ σπάνια χρησιμοποιείται ως ασφυξιογόνο το καθαρό άζωτο, το οποίο δε βλάπτει το περιβάλλον. Ο τυφλοπόντικας μπορεί με ειδικές παγίδες να πιαστεί ζωντανός και να μετατοπιστεί αλλού, αλλά αυτό δεν εξασφαλίζει την επιβίωσή του, αφού ο νέος τόπος μπορεί να είναι ήδη κατειλημμένος. Εάν αφαιρεθεί ο τυφλοπόντικας, αλλά το σύστημα των στοών παραμείνει άθικτο, είναι πολύ πιθανο΄να το ανακαταλάβει αμέσως κάποιος άλλος από την περιοχή. Η ιδέα ότι θα αναπαραχθούν σε υπερβολικούς ρυθμούςείναι μύθος, αφού είναι αυστηρά μοναχικά ζώα που προστατεύουν περιοχή μεγάλης έκτασης. Η ψευδαίσθηση αυτή δημιουργείται από το γεγονός ότι σκάβουν ακούραστα παντού προς αναζήτηση τροφής, δημιουργώντας πολλά μικρά βουναλάκια. Στην Ελλάδα τα αρνητικά περιστατικά με τυφλοπόντικες είναι σπάνια, επειδή οι πληθυσμί τους είναι χαμηλοί εξαιτίας του ξηρού κλίματος. Σε γενικές γραμμές ωστόσο οι τυφλοπόντικες παραμένουν απαρατήρητοι και δεν ενοχλούν κανέναν. Σημαντικότερη απειλή είναι ο κατακερματισμός του φυσικού τους περιβάλλοντος. Τα περισσότερα είδη δεν απειλούνται με εξαφάνιση, συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών. Παρόλα αυτά εξαφανίσεις ειδών ασπάλακα έχουν σημειωθεί μερικές φορές. Ο ρωμαϊκός ασπάλακας (Talpa romana), είδος που κατοικεί στην Κάτω Ιταλία, εξαφανίστηκε από τη Σικελία το 19ο αιώνα, ενώ ο ασπάλακας της Κορσικής (T. tyrrhenica), εξαφανίστηκε στο τέλος του πλειστόκαινο πριν 10.000 χρόνια.

Οι χρήσεις του τυφλοπόντικα από τον άνθρωπο είναι ελάχιστες. Το κρέας του δεν τρώγεται. Ο Βρετανός παλαιοντολόγος William Buckland (1774-1856), στις εκκεντρικότητες του οποίου συγκαταλλεγόταν και η δοκιμή κάθε τύπου κρέατος, αναφέρει ότι το χειρότερο κρέας που έχει δοκιμάσει είναι του τυφλοπόντικα και της πράσινης μύγας. Οι γούνα του χρησιμοποιήθηκε επίσης για κάποιο χρονικό διάστημα, επίσης στη Βρετανία. Τη μόδα ξεκίνησε η Βασίλισσα Αλεξάνδρα, σύζυγος του Βασιλιά Εδουάρδου του vii του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος βασίλεψε στο σύντομο χρονικό διάστημα 1901-1910. Η βασίλισσα παρήγγειλε ένα φόρεμα από γούνα τυφλοπόντικα, επειδή ήταν βελούδινη και με μοναδική υφή σε σχέση με τις γούνες των χερσαίων ζώων. Έκτοτε άνθισε το επάγγελμα του κυνηγού τυφλοποντίκων (molecatcher), οι οποίοι προσπαθούσαν να πιάσουν όσους περισσότερους τυφλοπόντικες μπορούσαν για τη γούνα τους, αφαιρώντας τους απ’όπου προξενούσαν ζημιές, ιδίως στη Σκοτία εκείνη την εποχή. Το επάγγελμα αυτό ήταν από παλια΄γνωστό στη Βρετανία. Ο ασπαλακοκυνηγός περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο, και τον καλούσε ο αγρότης που είχε πρόβλημα, ο οποίος θα του παρείχε διαμονή και τροφή, και τον πλήρωνε με το κομμάτι. Ο κυνηγός έπειτα θα έβγαζε λίγα περισσότερα χρήματα πουλώντας τις γούνες. Για να γνωστοποιήσουν τα κατορθώματά τους στη γύρω περιοχή, συχνά οι κυνηγοί αυτοί κάρφωναν τα πτώματα των ασπαλάκων σε κάποιο κοντινό συρματόπλεγμα, για να απωθήσουν τους άλλους όπως έλεγαν. Ελάχιστοι τέτοιοι παραδοσιακοί κυνηγοί εξασκούν το επάγγελμά τους ακόμη, αλλά η γούνα του ζώου δεν έχει πλέον εμπορική αξία.

Μπορεί να έχει κανείς τυφλοπόντικα για κατοικίδιο; Το έψαχνα αυτό ένα διάστημα. Απ’ό,τι φαίνεται είναι υπερβολικά δύσκολα ζώα που διατηρούνται στην αιχμαλωσία σπάνια, κυρίως για επιστημονικούς σκοπούς. Δεν είναι αδύνατο, αλλά είναι πολύ δύσκολο. Ο τυφλοπόντικας μπορεί να ζήσει σε ένα τερράριο ή σε κάποιο παρόμοιο δοχείο όπου το περιβάλλον θα πρέπει να διαμορφωθεί με γνώμονα τις εξειδικευμένες ανάγκες του είδους. Τα ζώα αυτά νιώθουν ασφαλή εάν μπορούν να νιώσουν το περιβάλλον τους γύρω τους (θιγμοτακτικά). Δεν είναι απαραίτητο να βρίσκονται σε χώμα, αλά μπορούν να κατοικήσουν και σε έτοιμα τούνελ. Πανικοβάλλονται αν εκτεθούν στην επιφάνεια, και αν παραμείνουν εκτεθημένοι, πεθαίνουν από το στρες μέσα σε 1-3 ημέρες. Επειδή οι θερμοκρασίες κάτω από τη γη είναι σταθερότερες απ’ό,τι έξω, δε θα πρέπει να βιώνουν ακραίες θερμοκρασιακές μεταβολές, ούτε να εκτίθενται στο ηλιακό φως. Χρειάζονται σταθερή παροχή μεγάλης ποσότητας τροφής, η οποία θ’αποτελείται ως επί το πλείστον από γεωσκώληκες και έντομα ο΄πως αλευροσκούληκα, μελοσκούληκα κι άλλες προνύμφες. Έστω και μία μέρα χωρίς τροφή μπορεί να τους σκοτώσει. Επειδή τρώνε πολύ, αφοδεύουν και πολύ, οπότε ο χώρος τους θα χρειάζεται συχνό καθάρισμα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτο΄θα πρέπει να γίνει με τη μικρότερη δυνατή ενόχληση στο ζώο. Οι πληροφορίες που βρήκα αφορούσαν αμερικανικά είδη, τα οποία έχουν στενή σχέση με το νερό, οπότε προαιρετικά μπορεί να κατασκευαστεί περιοχή νερού στο χώρο τους. Αυτό πιθανότατα δεν ισχύει για τα ευρωπαϊκά είδη. Οι ασπάλακες δεν ανέχονται άλλο μέλος του είδους τους στο χώρο τους, και το πιθανότερο είναι ο νεοφερμένος να σκοτωθεί και να κανιβαλιστέι, ή να σκοτωθούν και οι δύο.Τα ενήλικα άτομα που πιάνονται από τη φύση δεν προσαρμόζονται στην αιχμαλωσία σχεδόν ποτέ, αλλά πεθαίνουν αμέσως από στρες. Μεγαλύτερη επιτυχία έχει κανείς με μικρά που μόλις έχουν απογαλακτιστεί. Αυτά σπάνια κυκλοφορούν στην επιφάνεια του εδάφους, ή μπορεί να τα φέρουν γάτες που τα έπιασαν, αν και στη δεύτερη περίπτωση διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο από μόλυνση από το δάγκωμα, και σε συνδυασμο΄με το στρες και το μικρό τους μέγεθος, αυτό σχεδόν σίγουρα θα τα σκοτώσει. Και πάλι το προσδόκιμο ζωής τους, αν δεν πεθάνουν αμέσως, είναι συνήθως λίγοι μήνες. Σε ορισμένες περιπτώσεις ωστόσο, εάν όλες οι συνθήκες είναι οι σωστές και η διατροφή η κατάλληλη, ζουν την πλήρη διάρκεια ζωής τους. Δεν έχω διαβάσει τίποτα σχετικό με την αναπαραγωγή τους στην αιχμαλωσία, η οποία μάλλον θα είναι ακόμα πιο δύσκολη διαδικασία, αλά ίσως να έχει γίνεισ το εργαστήριο και να μην το ξέρω. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι ασπάλακες προστατεύονται και η αιχμαλώτισή τους είναι παράνομη.

Ο οικότυπος του πλήρως υπόγειου και συχνά τυφλού ασπονδυλοφάγου θηλαστικού είναι πολύ επιτυχημένος και διαχρονικός, έχοντας εξελιχθεί ανεξάρτητα σε διάφορους κλάδους θηλαστικών ανά τον κόσμο. Ήδη πριν την εμφάνιση των γνήσιων θηλαστικών, πολλά προθηλαστικά συναψιδωτά είχαν προσαρμογές για την εκσκαφή λαγουμιών. Το πρώτο ασπαλακόμορφο θηλαστικό ήταν ο δοκοσκάπτης (Docofossor brachydactylus), που έζησε πριν 160 εκατομμύρια χρόνια στο Ιουρασικό, και έμοιαζε περισσότερο με τους χρυσούς ασπάλακες της Αφρικής παρά με τους κανονικούς. Ανήκε στην τάξη των δοκόδοντων, η οποία περιελάμβανε επίσης χερσαία, δενδρόβια και ημιυδρόβια είδη, και είναι ακόμα αμφιλεγόμενο αν πρέπει να ταξινομηθεί ως κλάδος των γνήσιων θηλαστικών ή λίγο έξω απ’αυτά. Η οικογένεια των ασπαλακιδών εμφανίστηκε στο ύστερο εόκαινο πριν περίπου 35 εκατομμύρια χρόνια, ενώ το ευρασιατικό γένος Talpa στο μειόκαινο, με τα πρώτα απολιθώματα να χρονολογούνται πριν 23 εκατομμύρια χρόνια. Άλλες δύο ομάδες θηλαστικών, οι χρυσοί ή ξανθοί ασπάλακες (οικογένεια Chrysochloridae) της Νότιας Αφρικής και οι μαρσυποφόροι ασπάλακες (οικογένεια Notoryctidae) της Αυστραλίας έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα σε παρόμοιο οικότυπο. Η πρώτη ομάδα ανήκει στα αφροθήρια, μια ομάδα θηλαστικών που εξελίχθηκε στην Αφρική και περιλαμβάνει τα τένρεκ, τους ύρακες και τους ελέφαντες, ενώ η δεύτερη στον κλάδο των αυστραλιανών μαρσυποφόρων, δηλαδή αρκετά μακριά από τους τυπικούς ασπάλακες. Αυτές οι δύο ομάδες μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους παρά με τους ευρασιατικούς ασπάλακες, επειδή και οι δύο έχουν πλατιά μύτη η οποία βοηθά στο σκάψιμο, ενώ οι μαρσυποφόροι ασπάλακες και οι περισσότεροι χρυσοχλωρίδες ζουν σε ξηρά ενδιαιτήματα, έχοντας την ικανότητα να κολυμπούν μέσα στην άμμο, ικανότητα κοινή σε αρκετά φίδια και μακροστενες σαύρες της ερήμου, αλλά σπανιότατη στα θηλαστικά. Υπάρχουν επίσης και οι ασπαλακοαρουραίοι (οικογένεια Spalacidae) που είναι υπόγεια, συχνά τυφλά τρωκτικά που ξεχωρίζουν από τους μεγάλους, συνεχώς αναπτυσσόμενους κοπτήρες της τάξης τους, και είναι φυτοφάγοι, τρεφόμενοι με ρίζες και κονδύλους. Γνωστότερο είδος είναι ο γυμνός ασπαλακοαρουραίος (Heterocephalus glaber), ο οποίος είναι γυμνό, αποκλειστικά υπογειόβιο ευκοινωνικό θηλαστικό, σχεδόν ποικιλόθερμο με ασυνήθιστη μακροζωία (συχνά ξεπερνά τα 30 χρόνια), μεγάλη ικανότητα επιδιόρθωσης του dna και εξαιρετική ανθεκτικότητα στον καρκίνο. Υποτίθεται ότι μια μέρα θα μας σώσει, αφού μελετάται για πιθανές θεραπείες κατά του γήρατος και του καρκίνου στον άνθρωπο, αλλά αυτό μάλλον θ’αργήσει. Στην Ελλάδα απαντά το μικρό είδος Nanospalax leucodon, το οποίο επίσης είναι ζώο που δεν ξέρει κανείς. Παρόμοιες προσαρμογές για υπόγεια διαβίωση όπως στιβαρό σώμα, χοντρά άκρα προσαρμοσμένα γιατο σκάψιμο κλπ έχουν επίσης εξελιχθεί ανεξάρτητα και σε κλάδους εκτός των θηλαστικών, όπως σε πολλά ερπετά, αμφίβια και αρθρόποδα.

Εγώ ασπάλακα δεν έχω συναντήσει ποτέ. Η μόνη φορά που ήρθα σχετικά κοντά σ’αυτό το μικρό παράξενο θηλαστικό ήταν σε μια εκδρομή στη Βάλια Κάλντα στα Γρεβενά πριν λίγα χρόνια, όπου ο ξεναγός μας εφίστησε την προσοχή σε κάτι μικρά βουναλάκια από χώμα σ’ένα ξέφωτο στο δάσος, τα οποία ήταν τα ίχνη ενός τυφλοπόντικα. Ήταν περίπου 15 εκατοστά σε πλάτος, και μάλλον είχαν σκαφτεί πρόσφατα, γιατί δεν είχαν χόρτα πάνω. Έβρεχε όμως εκείνες τις μέρες και η λάσπη είχε στεγνώσει, έτσι ήταν στέρεα. Ήταν τόσ απολλά που τα πατούσαμε παντού! Εάν έχετε εντοπίσει πουθενά ίχνη ασπάλακα, ή έχετε δει ή και πιάσει τον ίδιο, μπορείτε να το γράψετε στα σχόλια, μαζί με την τοποθεσία όπου τον βρήκατε.

Πηγές και σύνδεσμοι
ασπάλακας – Βικιπαίδεια
ασπάλακας – αγγλική Wikipedia
οικογένεια Talpidae – αγγλική Wikipedia
γένος Talpa – αγγλική Wikipedia
Talpa caeca – αγγλική Wikipedia
Talpa europaea – αγγλική Wikipedia
Talpa stankovici – αγγλική Wikipedia
Talpa romana – αγγλική Wikipedia
αστερόρρινος ασπάλακας – αγγλική Wikipedia
το γένος Talpa – Εγκυκλοπαίδεια της Ζωής
Πόσο μεγάλες στοές μπορεί να σκάψει ο ασπάλακας;
<a href="http://www.fdparnonas.gr/theanimalof-the-week_talpa-stankovici/ασπάλακας του Στάνκοβιτς (Talpa stankovici)
Ο τυφλοπόντικας στο χωράφι – Φτιάχνω μόνος μου
η ιστοσελίδα των Βρετανών ασπαλακοκυνηγών
οι ασπάλακες ως κατοικίδια 1
οι ασπάλακες ως κατοικίδια 2
Τα εκπληκτικά όργανα του αστερόρρινου ασπάλακα
η ιστορία των Μιξτέκων
Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες
αναθεώρηση της οικογένειας Talpidae από απολιθώματα ασπαλάκων από την Πολωνία
Το πρόβλημα της όρασης στην οικολογία της Talpa europaea
Παρατηρήσεις πάνω στις κινήσεις των ασπαλάκων T. europaea μετά τον απογαλακτισμό
στερεοσκοπική και σειριακή όσφρηση προς μία οσμητικήπηγή σε ένα θηλαστικό

Advertisements