Από το ιστολόγιο
Πόντος εν’, άστρον φωτεινόν.

Ποντιακές φράσεις και εκφράσεις
Ξηρανθήτω ημίν ο λάρυγξ, εάν επιλαθώμεθά σου ω Πάτριος Ποντία γη. (Λεωνίδας Ιασονίδης)

Να ξεραίνεται η γούλα μ’ αν ανασπάλλω την πατρίδα μ’, τον Πόντον. (Κώστας Π. Μαυρόπουλος)

Αγνά κι αγνάρα εφάϊσε μας.

Αγνά και εκλεκτά μας τάϊσε.

Μας φιλοξένησε εξαιρετικά.

Αλείφκεται απάν’ ιμ’.

Αλείβεται επάνω μου.

Με περιποιείται για να αποκτήσει την εύνοιά μου.

Άμον αζούλιγον γαρκόν.

Σαν αζούλιχτο μοσχάρι. (Αζούλιχτο = που δεν το έχουν ευνουχίσει.

Για νέο ατίθασο.

Άμον αλεπός.

Σαν αλεπού (αρσενικιά).

Για πανούργο.

Άμον άναλον χαλβάν.

Σαν ανάλατος (άγευστος) χαλβάς.

Για άνθρωπο που δεν έχει χάρη στις εκφράσεις του.

Άμον άρκος.

Σαν αρκούδα.

Για άνθρωπο μεγαλόσωμο και ρωμαλέο ή αγροίκο ή βάρβαρο.

Άμον εγάπεσα να τρώω στύπα.

Σαν να αγάπησα να φάω τουρσί.

Επιθύμησα να φάω τουρσί.

Άμον ζου άλειμμαν έρται απαγκέσ’.

Σαν ζωικό λίπος έρχεται επάνω.

Επιπλέει σαν ζωικό λίπος, για ένοχο που προσποιείται τον αθώο.

Άμον τίζα εκολλίε με.

Σαν τσιμπούρι μου κόλλησε.

Για άνθρωπο ενοχλητικό που δεν απομακρύνεται.

Άμον αστράτευτον μωρόν.

Σαν μωρό που δεν περπάτησε ακόμα.

Για τον άπειρο του κόσμου, τον ανίδεο.

Απάν’ ’ς σ’ αχάντα κάθουμαι.

Επάνω σ’ αγκάθια κάθομαι.

Ανησυχώ πολύ.

Αποζούλ’ το γαρκόν.

Ξεζούλιξε το μοσχάρι.

Η φράση προέρχεται από ενέργεια κατά την οποία αγαθή κοπέλα βλέποντας τους γείτονες να προσκομίζουν τα μοσχάρια στον ειδικό για ζούλιγμα (στρίψιμο των όρχεων για πάχυνση) πήγε και το δικό τους μοσχάρι, μη γνωρίζοντας ότι η δουλειά αυτή έπρεπε να πληρωθεί. Όταν της είπε η μητέρα της ότι δεν είχε λεφτά και κακώς πήγε το μοσχάρι τους για ζούλιγμα, αυτή το πήγε πάλι στον ζουλιχτή και του είπε: Αποζούλ’ το γαρκόν, η μάνα μ’ παράδες ’κ’ έχ’. Δηλαδή ξέστριψε τους όρχεις του μοσχαριού η μάνα μου λεφτά δεν έχει. Βέβαια η κατάσταση δεν ήταν αναστρέψιμη.

Αποσκεπάουμαι και καταρούμαι.

Βγάζω το καπέλο μου και καταριέμαι.

Όταν καταριέται κάποιος ασκεπής η κατάρα είναι αποτελεσματικότερη.

Αργώς επέμ’νες.

Αργά έμεινες.

Ειρωνικά άργησες να το κάνεις

Άρ’ ’κ’ έχ’ ’ς σο κατζίν ατ’.

Φιλότιμο δεν έχει στο μέτωπό του.

Άσκεμα κρέατα.

Άσχημα κρέατα.

Το αιδοίο. (Γυναικεία γεννητικά όργανα)

Άσκεμον χέριν.

Άσχημο χέρι.

Το αριστερό.

Ας σο στούδι μ’ έν’ το ’κι αγαπίουμε.

Απ’ το κόκαλό μου είναι το ότι δεν αγαπιέμαι.

Απ’ τη φύση μου είναι να μην αγαπιέμαι.

Ατζούπωτο τσουκάλι.

Ανοιχτό τσουκάλι.

Άνθρωπος που δεν κρατά μυστικό.

Αφκά ’ς σα πλάκας-ι-μ’ γράφτ’ ατον.

Κάτω στις πλάκες μου τον γράφω.

Τον γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια.

Αφορισμένον αλεύριν.

Αφορισμένο αλεύρι.

Εκείνο που αλέστηκε την Κυριακή, την ώρα της εκκλησίας

Αψύν οξίδιν έν’.

Δυνατό ξύδι είναι.

Είναι οξύθυμος.

Γουρπάν-ι-σ’ να ‘ίνουμε

Θυσία να γίνω για σένα.

Εέντον ανεμοκαλίτζα κι εχάθεν.

Έγινε ανεμοστρόβιλος και χάθηκε

Εκεί ’ς σ’ οσπίτ’ αγουρέαν ’κι μυρίζ’.

Εκείνο το σπίτι αντρίλα δεν μυρίζει.

Σ’ εκείνο το σπίτι δεν υπάρχει κανένας άντρας.

Εμαρέθαν τα ’μάραντα ’τ’.

Μαράθηκαν τα αμάραντά του.

Μελαγχόλησε.

Ενέλτσεν το χτήνον.

Μούσκεψε η αγελάδα.

Είναι ετοιμόγεννη η αγελάδα κάτι που φαίνεται από τα υγρά που προηγούνται του τοκετού.

Ενέλτσεν το δόντ’ν ατ’.

Μούσκεψε το δόντι του.

Αισθάνεται επιθυμία απολαύσεως, από μεταφορά της έκκρισης περισσοτέρου σάλιου όταν γεννηθεί η επιθυμία για κάτι φαγώσιμο.

Ενέλτσεν να έρται μετ’ εμέν.

Επιθύμησε να έρθει μαζί μου.

Ενέλτσεν ο κώλος ατ’.

Βράχηκε ο κώλος του.

Kατουρήθηκε στον ύπνο του.

Ενοίγαν τα ’μάραντα ’τ’.

Άνθισαν τα αμάραντά του. Αμάραντα = Άνθη του Πόντου.

Συνήλθε από ασθένεια, έγινε εύθυμος.

Επαίρεν άψιμον η τεπέ ατ’.

Πήρε φωτιά η κορυφή του.

Έγινε έξαλλος από θυμό.

Επεκρεμάγα ’ς σην γούλαν ατ’.

Κρεμάστηκα στο λαιμό του.

Στήριξα σ’ αυτόν τις ελπίδες μου.

Επεξέγκα το φαίν ντο έφαγα.

Ξεπλήρωσα το φαΐ που έφαγα.

Ξεπλήρωσα το φαΐ που έφαγα προσφέροντας υπηρεσία.

Επεστάθε με το φαίν.

Μου στάθηκε το φαΐ (στο λαιμό).

Επέφυγέ με.

Μου ξέφυγε.

1. Μικρή ποσότητα φαγητού ή ποτού παρεξέκλινε προς τον λάρυγγα και μου προκαλεί βήχα.

2. Μου ξέφυγε χωρίς να το καταλάβω κάποια κουβέντα.

Έρθεν κι επέμνεν.

Ήρθε κι απόμεινε.

Έμεινε άφωνος από έκπληξη.

Έρται τ’ αχούλ’ ’ς σο κιφάλι μ’.

Έρχεται το μυαλό στο κεφάλι μου.

Συνέρχομαι διανοητικώς, παύω να είμαι κατάπληκτος, ή παύω να παρεκτρέπομαι.

Εσέγκεν τον νερόν σ’ αυλάκ’.

Έβαλε το νερό στο αυλάκι.

Πέτυχε αυτό που ήθελε.

Εσπάλτσεν τ’ οσπίτ’ν ατ’.

Έκλεισε το σπίτι του.

Κατάστρεψε την οικογένειά του.

Ευτάει αλεπέσα.

Κάνει πονηριές αλεπούς.

Εφέκε μας χρόνα.

Μας άφησε χρόνια.

Πέθανε.

Έφαεν α κι εκάτσεν κα.

Το έφαγε κι έκατσε κάτω.

Δέχτηκε σιωπηρά και αδιαμαρτύρητα την βρισιά ή την προσβολή που του έγινε.

Έφυγαν τα τοχούμα ’τ’.

Έφυγαν τα σπέρματά του.

Τρομοκρατήθηκε και χλόμιασε.

Εχπαράα κι εχάθα.

Τρόμαξα και χάθηκα.

Τρόμαξα πολύ.

Θα παίρω σε και στέκω αποπαγκαικά.

Θα σε πάρω και θα σταθώ από πάνω προς τα κάτω.

Θα σε δείρω από το κεφάλι μέχρι τα πόδια ή θα σου τα ψάλλω από πάνω μέχρι κάτω.

Κάθ’κα ’ς σον ακάθιστον.

Κάτσε στον ακάθιστο.

Στον ανεπιθύμητο που ψάχνει και δεν βρίσκει να κάτσει

Καλανταρί αγγούρα ψαλαφά.

Πρωτοχρονιάτικα, αγγούρια αναζητά.

Γι αυτόν που ζητά κάτι παράκαιρα.

Κολί’ αχνίδ’.

Αχνίδι (ψαροκόκκαλο) του κώλου.

Ο κόκκυγας της σπονδυλικής στήλης.

Κρούει καλόν τοξάρ’.

Χτυπάει καλό δοξάρι.

Παίζει ωραία λύρα.

Κρούω το χέρι μ’ ’ς σο βαγγέλεν.

Χτυπάω το χέρι μου στο Ευαγγέλιο.

Ορκίζομαι στο Ευαγγέλιο.

Να λελεύω σε.

Να σε χαρώ

Να ποδεδίζω σε.

Να πάρω εγώ το κακό σου, να είσαι εσύ καλά.

Να σε χαίρομαι.

Να τρώω τα κάκκαλα σ’.

Να φάω τα αρχίδια σου.

Συνήθως τη φράση αυτή λένε οι γιαγιάδες στα εγγόνια.

Ντο είπαμε να γίν’τανε άλας και νερόν.

Αυτά που είπαμε να γίνουν αλάτι και νερό.

Να ξεχαστούν αυτά που είπαμε όπως διαλύεται το αλάτι στο νερό.

Παρέξ’ τη τραπεζί’.

Μακρυά του τραπεζιού.

Έκφραση ευγενείας κατα την ώρα του φαγητού, όταν πρόκειται να ειπωθεί από κάποιον λέξη ή φράση αισχρή ή άσεμνη.

Πολλά που νουνίζει, πολλά παθάνει.

Αυτός που σκέφτεται πολύ, παθαίνει πολλά.

Τα λόγια ’τ’ επεκρύωσανε με.

Τα λόγια του με κρύωσαν.

Με απογοήτευσε, με αποθάρρυνε.

Τζιρνίαν ’κ’ εβγάλλ’.

Δεν βγάζει τσιμουδιά.

Σιωπά τελείως.

Το κατσί μ’ άσπρον έν’.

Το μέτωπό μου άσπρο (καθαρό) είναι.

Είμαι τίμιος.

Τρανόν αξιναρέαν εδώκεν ατον ο θεός.

Μεγάλη αξιναριά του έδωσε ο θεός.

Τον τιμώρησε σκληρά.

Τρανόν γούλαν έχει.

Μεγάλο λαιμό έχει.

Είναι λαίμαργος.

Τρώγω την καρδία μ’.

Τρώγω την καρδιά μου.

Λυπάμαι κατάκαρδα.

Τσούρωσον την λαλία σ’.

Κλείσε τη λαλιά σου.

Πάψε να μιλάς.

Τ’ ωτία μ’ στέκ’νε τίκια.

Τ’ αυτιά μου στέκουν όρθια.

Εντείνω την ακοή μου για να ακούσω καλά και να μη μου ξεφύγει τίποτα.

Ψέματα ’κι λέει, ’ς σην αλήθειαν ’κ’ ευρίεται.

Ψέματα δεν λέει στην αλήθεια δεν βρίσκεται.

Ειρωνική αντίφαση.

Advertisements