Το Σινά ανέκαθεν ήταν τόπος δοκιμασίας για τους ανθρώπους. Από τους αρχαίους βιβλικούς ήρωες μέχρι τους εμπόρους των πιο πρόσφατων εποχών, η Έρημος του Σινά ήταν το πιο δύσκολο μέρος που χρειάστηκε να περάσουν. Ουδέποτε κατοικήθηκε μόνιμα, αν και η αρχαιολογική έρευνα έχει βρει αποδείξεις για περιορισμένη ποιμενική δραστηριότητα κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και την πρώιμη σύγχρονη εποχή. Ποιμένες θα υπήρχαν και στην εποχή του Μωυσή, όπως άλλωστε μαρτυρούν οι Γραφές, αλλά θα ήταν ακόμα λιγότεροι, και δε θα άφησαν κανένα ίχνος. Εκτός από την κτηνοτροφία λοιπόν, που εξασκούταν σπάνια και σε μικρές περιοχές της όλης έκτασης, συχνά περνούσαν από εκεί τα καραβάνια των εμπόρων. Κατά τα άλλα ο τόπος έμενε ακατοίκητος και σχεδόν εξολοκλήρου ανεξερεύνητος για αιώνες. Δεν ήταν μόνο οι αστρονομικά υψηλές θερμοκρασίες και η λειψυδρία του τόπου που πτοούσαν τους ανθρώπους, αλλά και οι συχνές επαφές με μυστηριώδη φαινόμενα, τα οποία τους παρενοχλούσαν ή τους απέτρεπαν εξολοκλήρου τα ταξίδια.

Από αρχαιοτάτων χρόνων υπάρχουν αναφορές, κυρίως σε πιο απόκρυφα κείμενα, για την παρουσία μυστηριωδών όντων της φωτιάς στην Έρημο του Σινά. Τα όντα αυτά μαρτυρούνται σε πλείστα αιγυπτιακά, φοινικικά και λιγότερο μεσοποταμιακά και απόκρυφα ιουδαϊκά κείμενα. Περιγράφονται συνήθως ως γίγαντες με μορφή ερπετού, συνήθως μεγάλης σαύρας, αλά σύμφωνα με ορισμένες περιγραφές και φιδιού. Άλλοι ωστόσο τα περιγράφουν ως γύπες, ενώ ένας μεταγενέστερος συγγραφέας του Ταλμούδ τα περιγράφει ως ακάθαρτους αγριόχοιρους, αν κι αυτό πιθανότατα αντανακλα την άγνοια του συγγραφέα, παρά την πραγματικότητα. Ίσως όμως να έχει και κάποια ψύγματα αλήθειας, αφού σε μια ακόμα κοπτική αναφορά περιγράφονται ως γουρουνόφιδα, οπότε ίσως να είχαν την ικανότητα να παίρνουν και την εμφάνιση χοίρου. Το εξέχον χαρακτηριστικό τους ωστόσο, στο οποίο συμφωνούν όλοι οι συγγραφείς, είναι η ικανότητά τους να εκπνέουν φωτιά. Αυτό τους ταυτίζει με τους δράκους πολλών ιστοριών, των οποίων ίσως να είναι η πραγματική βάση. Οι περιγραφές αντικρούονται, γιατί ελάχιστοι κατόρθωσαν να δουν τους δράκους για πάνω από λίγα δευτερόλεπτα και να διατηρήσουν την ψυχική τους ισορροπία. Εκτός από τους πολύ φωτισμένους άγιους ανθρώπους, ο καθένας που έβλεπε τέτοιον δράκο για λίγη παραπάνω ώρα ή τον κοίταζε στα μάτια δεχόταν ευθύς ένα κύμα πυρός, το οποίο συνήθως τον εξάχνωνε επί τόπου. Ορισμένες φορές ωστόσο το κύμα ήταν ασθενές, ώστε ο άνθρωπος να υφίσταται σοβαρά εγκαύματα και βαριές βλάβες στο κεντρικό νευρικό σύστημα, οι οποίες των τρέλαιναν, κι έτσι δε μπορούσε να συγκροτήσει τη σκέψη του και να μαρτυρήσει την αλήθεια για τα γεγονότα. Πιθανολογείται ότι εσκεμμένα οι δράκοι άφηναν ελάχιστους μη φωτισμένους ανθρώπους να ζήσουν, αλλά τους τρέλαιναν, ώστε να μην αποκαλύψουν στοιχέια γι’αυτούς, ή τουλάχιστον κι αν αποκάλυπταν, να μην τους πίστευε κανείς. Παραδόξως τα μικρά παιδιά δεν βλάπτονταν από τους δράκους, ίσως επειδή έχουν αγνή ψυχή ακόμα, διότι δεν έχουν προλάβει να κάνουν κακές σκέψεις ή πράξεις.

Οι συναντήσεις των ανθρώπων με τους δράκους στο Σινά ξεκίνησαν από τότε που ο άνθρωπος πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στον τόπο εκείνο. Από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν γνωστό ότι το μέρος αυτό είναι επικίνδυνο, με αφύσικα υψηλές θερμοκρασίες, αυταναφλέξεις και σεισμούς, οι οποίοι σημειώνονται ως σήμερα και δε μπορούν να εξηγηθούν ικανοποιητικά με το μοντέλο των λιθοσφαιρικών πλακών. Υπάρχει δηλα΄δη η υπόνοια ότι είναι τεχνητοί. Σύμφωνα με απόκρυφα εβραϊκά κείμενα λοιπόν, ο Θεός φαίνεται να τιθάσευσε ορισμένους από τους δράκους για να σώσουν τον Ισραήλ κατά την Έξοδο, κι αυτό επιβεβαιώνεται από πολλα βιβλικά γεγονότα. Η αυτόματα φλεγόμενη βάτος, από την οποία μίλησε ο Θεός στον Μωυσή, ίσως να προκλήθηκε από τις πυρογόνες ιδιότητες ενός τέτοιου δράκου που βρισκόταν στην υπηρεσία του Θεού. Ομοίως και η νεφέλη την ημέρα και η στήλη πυρός τη νύκτα, η οποία οδηγούσε τους Ισραηλίτες στο σωστό δρόμο, ήταν πιθανότατα ένας τέτοιος δράκος κι όχι ο ίδιος ο Θεός όπως συγκαλύπτουν τα μεταγενέστερα κείμενα, επειδή ο Θεός είναι πανταχού παρών και μη αντιληπτός. Η διάνοιξη της ερυθράς θάλασσας επίσης πιθανότατα οφείλετο στη δράση πολλών δράκων, οι οποίοι εξάτμισαν το νερό με τη θερμότητά τους. Κι άλλα θαύματα στην έρημο ωστόσο, όπως το μάννα εξ ουρανού, πιθανότατα ήταν το αποτέλεσμα της αγαθοεργού δράσης των δράκων αυτών. Το μάννα ήταν λευκό κι έστρωνε τη γη σαν πάχνη, περιγραφή που ταιριάζει πλήρως με το ουρικό απέκρημα των ερπετών, το οποίο είναι στερεό ουρικό οξύ, και είναι γνωστό ότι οι δράκοι είναι ερπετόμορφα όντα. Παρόλα αυτά, όταν οι Ισραηλίτες παράκουαν τις εντολές του Θεού, τότε τους κατέτρεχαν πύρινα ιπτάμενα φίδια.

Αν και τα απόκρυφα εβραϊκά κείμενα είναι τα πλέον προσβάσιμα σήμερα, στην πραγματικότητα ο μεγαλύτερος όγκος δεδομένων για την ύπαρξη και τη δραστηριότητα αυτών των δράκων καταγράφηκε από τους Αιγυπτίους σε μυστικιστικούς παπύρους, σχεδόν όλοι εκ των οποίων είτε καταστράφηκαν είτε κλειδώθηκαν σε απρόσιτες πτέρυγες μεγάλων βιβλιοθηκών όπως αυτής του Βατικανού ή αυτής της Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο Όρος Σινά. Πιθανολογείται επίσης ότι η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας περιείχε πολλά σχετικά χειρόγραφα, τα οποία καταστράφηκαν από τη φωτιά που την έπληξε, η οποία προκλήθηκε ακριβώς γι’αυτό, για να σβηστέι η απόκρυφη αυτή αλήθεια για πάντα από τα αρχεία του ανθρώπινου γένους. Υπαίτιος για τη συγκάλυψη των γεγονότων θεωρείται η Νέα Τάξη Πραγμάτων, η οποία οργανώνεται από την πανάρχαια κλειστή ομάδα των πεφωτισμένων κι έχει ιστορία άνω των 2.500 ετών. Αν και πολλοί πεπλανημένοι ισχυρίζονται ότι η επάνοδός της στην εξουσία ξεκίνησε τους τελευταίους αιώνες, στην πραγματικότητα το πρώτο βήμα προς την σημερινή ασφυκτική κατάσταση συντελέστηκε πριν περίπου δύο χιλιετίες, όταν τέθηκαν οι βάσεις για τις τρεις τυραννικές σημερινές μονοθεϊστικές θρησκείες του ιουδαϊσμού, του χριστιανισμού και του ισλάμ, των οποίων η σημερινή μορφή αποκλίνει σημαντικά από τη γνήσια τους, ορθή μορφή.

Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν επίσης επαφές μ’αυτά τα υπερκόσμια όντα, οι οποίες είτε έχουν χαθεί εσκεμμένα είτε φυλάσσονται σε απόκρυφες βιβλιοθήκες. Ήδη από προελληνικές εποχές στη Μινωική Κρήτη μαρτυρείτε η επαφή με το Σινά και τους υπερκόσμιούς του κατοίκους, μια ςκι έχουν ανευρεθεί τοιχογραφίες σε ανάκτορα που παρουσιάζουν ασαφούς εμφάνισης όντα να περνούν μέσα από τη φωτιά – οι τοιχογραφίες αυτές φυλάσσονται αυστηρά, με τη δικαιολογία ότι οι επισκέπτες θα τις βλάψουν -, αλλά και λατρευτικά σκεύη από κράματα άγνωστων υλικών, τα οποία ψήθηκαν σε θερμοκρασίες που ήταν αδύνατο να παραγάγει άνθρωπος τότε. Οι συναντήσεις με τους Έλληνες θα πρέπει να ξεκίνησαν από πολύ παλιά, κατά τη Μυκηναϊκή ή ακόμα παλαιότερη εποχή, αφού αναφέρονται ήδη από τα ομηρικά έπη, οι στίχοι όμως των οποίων έχουν αφαιρεθεί από τις ευρέως κυκλοφορούσες εκδόσεις τους. Ο Πυθαγόρας επίσης είχε επαφές μ’αυτά τα όντα, τα οποία αναφέρονται ως τράπελοι, και λέγεται ότι του έδωσαν ανεκτίμητες πληροφορίες για την κατάσταση και την πορεία του ανθρώπινου είδους επί γης. Ο Ηρόδοτος, ο οποίος επισκέφθηκε την Αίγυπτο, πιθανότατα επίσης να επισκέφθηκε και τον τόπο του Σινά, αλλά δε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, μια ςκαι οι σχετικές πληροφορίες θα μπορούσαν να είχαν σβηστεί από τους αλεξανδρινούς φιλολόγους, οι οποίοι έδωσαν τη σημερινή, κατά τα πρότυπα της Νέας Τάξης, μορφή σε όλα τα αρχαιοελληνικά κείμενα. Μεταγενέστερα, κατά την ελληνιστική εποχή, οι αναφορές σπανίζουν, πιθανότατα επειδή οι άνθρωποι δεν ττολμούσαν καν να πατήσουν το πόδι τους στο Σινά. Ο Ιωάννης ωστόσο πιθανότατα να το επισκέφθηκε, εξού και τα οράματα με τη φωτιά του Θεού που κατακαίει τους πάντες στην Αποκάλυψή του. Οδηγός του για την φώτιση ήταν ο προφήτης Ιεζεκιήλ, ο οποίος επίσης τους είχε επισκεφθεί αιώνες πριν. Οι γνωστικοί επίσης τα γνώριζαν, και λέγεται ότι οι πιο μυημένοι μπορούσαν να έρχονται σε άμεση επαφή με τα όντα χωρίς να παθαίνουν κάτι κακό. Συχνά κατάπιναν το πυρ που εξέπνεαν, γι’αυτό και οι αμύητοι τους αποκαλούσαν πυροφάγους από άκρατο θαυμασμό. Επικοινωνούσαν επίσης μαζί τους απευθείας με την σκέψη, χωρίς να μεσολαβέι ο ταπεινός και ανεπαρκής λόγος.

Οι περιγραφές για τη μορφή και τις ενέργειες των δράκων είναι όσες και οι παρατηρητές. Οι περισσότερες των παρατηρήσεων συμφωνούν ωστόσο ότι τα όντα αυτά είναι αρκετά μεγάλου μεγέθους, αν και μπορούν ν’αλλάξουν μορφή ή να μικρύνουν αν υπάρχει η ανάγκη. Μπορούν να κινούνται ταχύτατα μέσο αέρος αλλά και πετρώματος, ενώ σπάνια έχουν παρατηρηθεί να κινούνται στην επιφάνεια της γης σαν άνθρωποι, και ίσως κι αυτές οι αναφόρες να ήταν λανθασμένες, με τους δράκους να επέπλεαν λίγο πάνω από την επιφάνεια της γης. Η ικανότητά τους να διακτινίζονται ήταν επίσης γνωστή, αφού συχνά αναφέρονται να βρίσκονται αρχικά σ’έναν τόπο και μετά να μεταπηδούν σε άλλον σε χρόνο λιγότερο απ’όσο χρειάζεται για έναν άνθρωπο να γυρίσιε το κεφάλι του. Συχνά εμφαίζονταν από πύλες, οι οποίες επικοινωνούσαν με τα έγκατα της γης. Οι πύλες μπορούσαν να είναι πολύ μικρές, όσο και τα μέζεα του ασπάλακος σύμφωνα με τον πάπυρο ενός ανώνυμου αιγύπτιου συγγραφέα, του οποίου το πρωτότυπο χάθηκε, αλλά μεταφράστηκε στα ελληνικά και φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη της Μονής της Αγ. Αικατερίνης του Σινά. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι οι περισσότερες αναφορές είναι ανώνυμες, υποδηλώνοντας ίσως προτροπή εκ των ίδιων των όντων να μην γραφεί το όνομα του φωτισμένου, το οποίο ίσως να οδηγούσε σε θεοποίησή του από τις μάζες και σε επακόλουθη αποπλάνησή τους, αλλά και τυχόν έπαρση στον φωτισμένο από το γεγονο΄ς ότι τον έχουν σαν θεό, το οποίο σίγουρα θα του στερούσε τα προνόμια συνεργασίας με τα όντα. Η επικοινωνία τους και ο συντονισμός τους ήταν υπερανθρώπινα, αφού μόλις ένας δράκος εμφανιζόταν για να ελέγξει τους ανθρώπινους εισβολείς, σε ανύποπτο χρόνο σχημάτιζε ομάδα κρούσης με πολλούς ακόμα. Απ’ό,τι φαίνεται, μετακινούνταν με ιπτάμενα οχήματα, τα οποία ένας αιγύπτιος συγγραφέας, του οποίου ο αρχικός πάπυρος χάθηκε, αλά μεταφράστηκε στα ελληνικά και σώζεται στη Μονή της Αγ. Αικατερίνης, ήταν ωσάν ιπτάμενα πλακούντια. Υπάρχουν τέλος και κάποιες ενδείξεις ότι είχαν την ικανότητα να βρίσκονται σε δύο μέρη συγχρόνως, αν κι αυτό δε μπορεί να εξακριβωθεί, δεδομένου του απρόσιτου των περισσότερων πηγών.

Με την ίδρυση της Μονής της Αγ. Αικατερίνης του Σινά τον 4ο αι., τα πράγματα άλλαξαν. Αρχικά οι κτίστες του μοναστηριού αντιμετώπιζαν σοβαρότατα προβλήματα από τους εκεί διαμένοντες δράκους, οι οποίοι τους συνέχεαν προφανώς με αρνητικά ενεργειακά πεδία προκαλούμενα από την υπερτεχνολογία που χρησιμοποιούσαν. Υπήρχαν ωστόσο και περιπτώσεις όπου οι δράκοι αντεπιτίθεντο με το υπέρτατο υπερόπλο τους, το πυρ, το οποίο κατέκαιε ολόκληρες στρατιές εργατών που έχτιζαν το μοναστήρι. Τελικά μεσολάβησαν οι πιο άγιοι των ασκητών, και ζήτησαν από τους δράκους να τους παραχωρήσουν εκείνο το κομμάτι γης, το οποίο εν τέλει θα ήταν προς όφελός τους, αφού το μοναστήρι αυτό θα περιόριζε την περισσότερη ανθρώπινη δραστηριότητα γύρω του και θα άφηνε το υπόλοιπο Σινά ήσυχο. Κι έτσι τελικά οι άνθρωποι ήλθαν σε συμφωνία με τους δράκους, και το μοναστήρι χτίστηκε. Το χρονικό των καταστροφών και των όλων διαπραγματεύσεων μαρτυρείται σε κείμενα που φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού.

Εντούτοις, οι επιθέσεις, ή καλύτερα οι αντεπιθέσεις, από δράκους δε σταμάτησαν. Όσοι ξέφευγαν από μια νοητή γραμμή γύρω από το μοναστήρι, η ακτίνα της οποίας άλλαζε απροειδοποίητα από χρόνο σε χρόνο, αλλά και όσα καραβάνια παρεξέκλιναν από την πορεία τους, έβρισκαν φρικτό θάνατο. Σε σχέση με παλαιότερες εποχές, οι επιζόντες από τέτοιες συναντήσεις ήταν ελάχιστοι. Οι λίγοι οδηγοί καραβανιών που επέζησαν αναφέρουν την ύπαρξη γαλάζιων τεράτων, με κεφάλι όσο τρεις φορές το φορτίο της μεγαλύτερης αρσενικής καμήλας, τα οποία αποκαλούσαν Αμπού Σάιχα (πατέρες του μπλε), και μας πληροφορούν ότι όσοι λοξοδρομούσαν λούζονταν από ένα εκτυφλωτικό γαλάζιο φως και εξαϋλώνονταν. Οι θεάσεις δράκων σχεδόν σταμάτησαν μετάτ ον 10ο αιώνα, αν και ως σήμερα σημειώνονται ανεξήγητες εξαφανίσεις ανθρώπων που επισκέπτονται έρημα μέρη του Σινά, αλλά και ανεξήγητοι σεισμοί. Εκτός αυτού, στο έδαφος του Σινά συχνά ανευρίσκονται δισκοειδείς, υπέρσκληρες δομές με λεία και λαμπερή όψη. Η ανάλυση έχει δείξει ότι αποτελούν κράμα άγνωστων ως τώρα χημικών στοιχείων και αμινοξέων που δεν ευρίσκονται σε γήινους οργανισμούς, οπότε πιθανότατα είναι προϊόντα βιολογικής προέλευσης από τα όντα αυτά, ίσως οι φολίδες που σκεπάζουν το σώμα τους. Επίσης έχουν βρεθεί και μικρές μεταλλικές στήλες με παλλώμενη κορυφή, η οποία θερμαίνεται και φωτοβολεί όταν κάποιος δοκιμάσει να την αγγίξει, ενώ σε κάποιες εστίες η ραδιενέργεια είναι ανεξήγητα υψηλή, τόσο ώστε ν’αποτελεί κίνδυνο για τους ερευνητές. Γύρω από τέτια ευρήματα αφθονούν μικροί, φωτεινοί, αναπηδώντες και παλλώμενοι δείκτες, οι οποίοι αποκαλούνται έτσι διότι σκοπός τους είναι πιθανότατα να αποτρέψουν την ανθρώπινη προσέγγιση στα μέρη αυτά. Τι άραγε κρύβεται πίσω απ’αυτά τα φαινόμενα;

Από όλες τις παραπάνω περιγραφές, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι «δράκοι» αυτοί είναι στην πραγματικότητα μια εξωγήινη φυλή με ανώτερη τεχνολογία, η οποία χρησιμοποιεί το Σινά ως γήινη βάση της. Η επιλογή του Σινά σίγουρα δεν είναι τυχαία, αλλά τον λόγο δε μπορούμε να τον γνωρίζουμε εμείς οι άνθρωποι με τις περιορισμένες μας πνευματικές ικανότητες. Τα όντα αυτά έχουν αναπτύξει υπερτεχνολογίες, με τις οποίες μπορούν να πραγματοποιούν μεγάλων αποστάσεων ταξίδια, και ίσως να εκμεταλλεύονται και τις διαστημικές σκουληκότρυπες για να μεταβαίνουν από το ένα μέρος του σύμπαντος στο άλλο σε σχεδόν μηδενικό χρόνο, αν συμπεράνουμε από την ικανότητά τους να διακτινίζονται. Το πλέον ανησυχητικό για την ανθρωπότητα συμπέρασμα που βγαίνει από τα παραπάνω είναι ωστόσο ότι τα όντα αυτά συνειδητά μας αποφεύγουν. Δε φαίνεται να είναι εσκεμμένα εχθρικά προς το ανθρώπινο είδος, προτιμώντας να το αποφύγουν όσο γίνεται, αλλα όταν η συνάντηση είναι αναπόφευκτη, αναγκάζονται να επιστρατεύσουν τα υπερόπλα τους. Το γεγονός ότι δέχονται μόνο μικρά παιδιά και φωτισμένους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν έλθει σε ισορροπία με τον εαυτό τους και όλο το σύμπαν, υποδηλώνει ότι απεχθάνονται τον τρόπο ζωής του ανθρώπινου είδους. Για να αποφύγουν λοιπόν τη διαφθείρουσα επίδραση του ανθρώπου, κάνουν τις βάσεις τους στις πλέον ακατοίκητες περιοχές. Εκτός από το Σινά, παρόμοια φαινόμενα έχουν καταγραφεί στη Σιβηρία, στην Έρημο Ατακάμα, στην Ανταρκτική, καθώς και σε ένα μικρό, απροσδιόριστο σημείο της Κεντρικής Αυστραλίας, το οποίο οι Αβορίγινες αποκαλούσαν Μπουμπιλίρι, δηλαδή ξερή πεδιάδα των οστών. Για το τελευταίο έχουμε λίγα επιπλέον στοιχεία. Ήταν ένα πλατύ μέρος, όπου ούτε ένας κόκκος άμμου δεν εξείχε από την επιφάνεια, οι θερμοκρασίες μπορούσαν να εξαχνώσουν το νερό σε έξι δευτερόλεπτα, και όποιος πήγαινε εκεί, δεν ξαναγύριζε. Συνήθως τα οστά των παραβατών τοποθετούνταν από τα όντα γύρω από τη βάση, ώστε να μην πλησιάσει κανένας άλλος. Επίσης, σύμφωνα με κάποιους απόκρυφους μύθους, εκέι δεν έβρεχε ποτέ. Παρόλα αυτά ίσως οι παραπάνω περιοχές να είναι ελάσσονες βάσεις, αφού η μεγαλύτερη δραστηριότητα έχει διαχρονικά παρατηρηθεί στο Σινά. Επίσης σπάνια παρατηρούνται όντα που συμφωνούν μετις παραπάνω περιγραφές να περιπλανώνται σε διάφορα μέρη του κόσμου, τα οποία ίσως να έδωσαν την έμπνευση για τους διαπολιτισμικούς μυθικούς δράκους που ξερνούν φωτιά. Ίσως να επρόκειτο για ανιχνευτές ή και τους αποστάτες του είδους, οι οποίοι μπορεί να πήγαν να πάρουν μια γεύση της αμαρτωλής ζωής του ξεπεσμένου ανθρώπου. Τους τελευταίους θα τους περίμενε σίγουρα σκληρή τιμωρία στη βάση, ακόμα και η θανατική καταδίκη, αν και πιθανότατα τα όντα αυτά να έχουν ξεπεράσει το στάδιο όπου έχουν δολοφονικές τάσεις αναμεταξύ τους. Τα διάφορα ιπτάμενα οχήματα που παρατηρούνται ωστόσο σε διάφορες περιοχές του πλανήτη δεν είναι απαραίτητο να ανήκουν σε μία και μόνο εξωγήινη φυλή. Το βέβαιο είναι ότι η γη αποτελεί σταθμό δεκάδων, αν όχι εκατοντάδων, ξεχωριστών εξωγήινων ειδών και πολιτισμών.

Αν με παρακολουθείτε ακόμα, σημαίνει ότι περιμένετε με ορθάνοιχτα τα μάτια και το στόμα για περισσότερες αποκαλύψεις. Συγχαρητήρια! Η μωροπιστία σας δε γνωρίζει όρια! Αφού πιστέψατε το παραπάνω, είστε ικανοί να πιστέψετε κάθε θρησκευτικό μύθο, κάθε δήθεν υπερφυσικό φαινόμενο και κάθε θεωρία συνομωσίας. Λίγη κριτική σκέψη δε βλάπτει. Η αλήθεια είναι ότι το Σινά πλέον δεν είναι ανεξερεύνητο, είναι πράγματι σεισμογενές, αλά βρίσκεται στα όρια δύο λιθοσφαιρικών πλακών, πράγματι τα μόνα αρχαιολογικά ευρήματα κτηνοτροφίας χρονολογούνται στις συγκεκριμένες εποχές. Δεν είναι απίθανο να υπήρξαν βοσκοί και στην εποχή του Μωυσή, αλά να ήταν ελάχιστοι ή τα ίχνη τους να μην βρέθηκαν, αλλά η ιστορία του Μωυσή είναι μύθος. Την εποχή της υποτιθέμενης εξόδου η Χαναάν ανήκε στην Αίγυπτο, πολλοί χαναναίοι ταξίδευαν στην Αίγυπτο για να δουλέψουν, όπου εγκαθίδρυαν προσωρινές παροικίες και έπειτα ξαναέφευγαν, κι επίσης η παραμονή τόσων χιλιάδων κόσμου για 40 χρόνια στο Σινά χωρίς να αφήσουν κανένα ίχνος είναι αδύνατη. Τα ιπτάμενα φίδια που περιγράφουν οι Εβραίοι ίσως να βασίζονται στις κόμπρες, οι οποίες ενδημούν στην Αίγυπτο, αλλ’όχι στο Ισραήλ, και οι φουσκωμένη τους κουκούλα ίσως να δίνει την εντύπωση ότι μ’αυτήν μπορούν να πετάξουν. Όλα τα γραπτά του Ηροδότου για την Αίγυπτο σώζονται, και δε διαστρεβλώθηκε ούτε διαγράφηκε εσκεμμένα τίποτα, ενώ γενικώς δεν πιστεύεται ότι άλλαξαν πολλά στοιχεία στα ομηρικά έπη. Είναι γνωστό ότι οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι επιμελήθηκαν τα αρχαία κείμενα και τους έδωσαν την σημερινή μορφή, αλά δεν τα άλλαξαν. Ίσως με τις αντιγραφές να έγιναν κάποια μικρολάθη, αλλά φυσικά δεν υπήρχε καμία συνομωσία για να κρύψουν κάτι. Τέλος δεν υπήρχε κάποια διαχρονική παράδοση σχετική με επαφές με υπερκόσμια όντα στο Σινά, αλλά, όπως και με όλες τις ακατοίκητες ξερές περιοχές, οι άνθρωποι πίστευαν ότι εκεί κατοικούσαν δαίμονες που έβαζαν πειρασμούς στους ανθρώπους, γι’αυτό και οι ασκητές ασκούνταν στην έρημο. Παρόλα αυτά, δράκοι στο Σινά υπάρχουν.

Φυσικά δεν πρόκειται για μυθικά τέρατα που βγάζουν φωτιά, ούτε για ειρηνιστές εξωγήινους που κάνουν ό,τι μπορούν για να μας αποφύγουν, αλλά για μικρές σαύρες. Ο δράκος ή αγαμίδης του Σινά (Pseudotrapelus sinaitus) είναι μέλος της οικογένειας των αγαμιδών (Agamidae), της οποίας τα μέλη αποκαλούνται και δράκοι. Ο δράκος του Σινά με δυσκολία ξεπερνά τα 18 εκατοστά, από τα οποία τα δύο τρία περίπου αποτελεί η λεπτή ουρά. Ζει σε βραχώδεις περιοχές, όπου συχνά λιάζεται στους βράχους, στους οποίους μετακινείται με μεγάλη ευκολία. Τα άκρα του είναι λεπτά και μακριά, ως προσαρμογή για το τρέξιμο, ενώ συνήθως σηκώνει την ουρά του από το έδαφος όταν βαδίζει, για να κερδίζει ταχύτητα. Όπως όλοι οι αγαμίδες, έχει τριγωνικό κεφάλι με αρκετά κοντό ρύγχος, γι’αυτό και τα μάτια βρίσκονται αρκετά μπροστά. Οι ακουστικοί πόροι βρίσκονται πιο πίσω. Οι φολίδες είναι όλες επάλληλες, με ελαφρώς μεγαλύτερες αυτές της ράχης, και ακόμα μεγαλύτερες αυτές τις ουράς. Οι σιναΐτες δράκοι είναι συνήθως καφέ, αλλά τα αρσενικά κατά την περίοδο αναπαραγωγής αποκτούν μπλε κεφάλι και λαιμό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορέι όλο το σώμα να γίνει μπλε, δίνοντάς τους το βεδουινικό αραβικό όνομα αμπού σάιχα, δηλαδή πατέρας του μπλε. Τα θηλυκά μπορεί να εμφανίσουν απλώς μια ερυθρή κηλίδα πίσω από τη μασχάλη. Η περίοδος αναπαραγωγής είναι την άνοιξη και το καλοκαίρι, οπότε και τα δύο φύλα προστατεύουν περιοχές. Τα αρσενικά κατακτούν τα ψηλότερα σημεία, όπου με κινήσεις του κεφαλιού, των ματιών και του μπροστινού μέρους του σώματος επικοινωνούν σε θηλυκά και ανταγωνιστές. Το θηλυκό γεννά έπειτα 5-9 αυγά. Το είδος τρέφεται με διάφορα αρθρόποδα, κυρίως μυρμήγκια, αλλά περιλαμβάνει και λίγη φυτική ύλη στη διατροφή του. Εκτίθεται πολλές ώρες της ημέρας στον καυτό ήλιο. Μία αιγυπτιακή μελέτη που έγινε στο νότιο Σινά, η οποία συνέκρινε το δράκο του Σινά με τον συμπατρικό αστερωτό δράκο (Stellagama stellio), βρήκε ότι ο πρώτος είναι πιο ηλιοθερμικός από τον τελευταίο. Στην Ελλάδα, ο αστερωτός δράκος είναι από τις πιο ηλιοθερμικές σαύρες, παραμένοντας έξω στον ήλιο ακόμα και το μεσημέρι. Γι ανα μη μπορεί να αντέξει τη ζέστη του Σινά, σκεφτείτε πόση ζέστη θα κάνει εκεί! Παρόλ’αυτά, και ο δράκος του Σινά αποσύρεται σε σκιερά μέρη αν η θερμοκρασία ανεβεί υπερβολικά.

Παρά το όνομά του όμως, ο δράκος του «Σινά δε ζει μόνο στο Σινά. Απαντά σε μεγάλη περιοχή της βορειοανατολικής Αφρικής και της Μέσης Ανατολής:Λιβύη, Σουδάν, Αίγυπτος, Αιθιωπία, Ερυθραία, Τζιμπουτί, Σαουδική Αραβία, Ομάν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Παλαιστίνη, Ισραήλ, Ιορδανία, και Συρία. Η σαύρα είναι γνωστή εξαιτίας του μπλε χρώματος του αρσενικού. Επειδή εκτίθεται σε φωτεινές επιφάνειες, φωτογραφίζεται εύκολα. Σπάνια ωστόσο διατηρείται στην αιχμαλωσία, με τα περισσότερα άτομα πιασμένα από τη φύση. Προφανώς δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση, ίσως επειδή δεν προώθησε κανείς το είδος, και η χαμηλή τιμή των πιασμένων ατόμων δεν κινητοποιεί κάποιον εκτροφέα.

Η συνάντηση ωστόσο ενός δράκου στην Έρημο του Σινά είναι αρκετά εύκολη, αφού το είδος βρίσκεται σε υπεραφθονία. Στην πραγματικότητα, τα πιο πολυάριθμα ζώα του Σινά είναι τα ερπετά, και φίδια και σαύρες. Τα ερπετά και τα πουλιά – τα δεύτερα είναι ουσιαστικά υποομάδα των πρώτων – ουρούν στερεό ουρικό οξύ κι έχουν ελάχιστους δερματικούς αδένες, οπότε μπορούν να εξοικονομήσουν πολύ περισσότερο νερό από τα θηλαστικά, και γι’αυτό έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις ξερές περιοχές. Στο Σινά τα κοινότερα θηλαστικά είναι μικρά τρωκτικά, τα οποία είναι προσαρμοσμένα να εξοικονομούν όσο νερό γίνεται. Σπανιότερα, και μόνο σε περιοχές με ικανή βλάστηση, είναι τα μεγάλα οπληφόρα ξερών περιοχών, όπως γαζέλες, όρυγες και αίγαγροι, ενώ στο παρελθόν στο νότιο Σινά υπήρχαν λεοπαρδάλεις, που τώρα ίσως να έχουν εξαφανιστεί εντελώς. Οι αλεπούδες είναι τα μεγαλύτερα χερσαία θηλαστικά στις περισσότερες περιοχές, οι οποίες ωστόσο δε ζουν παντού. Βασικοί εδαφόβιοι θηρευτές είναι τα φίδια, και εναέριοι τα αρπακτικά πουλιά, όπως οι αετοί και τα γεράκια, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν και κορυφαίοι θηρευτές.

Advertisements