Teratoscincus roborowskii 1/10/2015

Σας καλωσορίζω το πιο πρόσφατο και πιο ιδιαίτερο μέλος της συλλογής μου, τον τερατοσκίγκο (Teratoscincus roborowskii). Όπως και με όλα τα νέα ζώα, περιμένω πρώτα κάποιο διάστημα μέχρις ότου να βεβαιωθώ ότι είναι υγιή και πράγματι θα ζήσουν, και μετά δημοσιεύω το νέο. Είναι το σπανιότερο είδος που έχω προς το παρόν, και από όλα τα ερπετά μου, όλως τυχαίως το μόνο που κατάγεται από το Βόρειο Ημισφαίριο. Ανήκει σ’ένα γένος αρκετά ιδιότυπων γκέκο που αποτελούν στόχο πολλών συλλεκτών, εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών τους.

Αν και η λέξη τερατοσκίγκος παραπέμπει σε κάπιο μυθικό τέρας της ελληνικής ή της μεσανατολικής μυθολογίας, στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι κάπως πιο ήπια. Το πρώτο συνθετικό της λέξης ίσως του δόθηκε από τα μεγάλα, γουρλωτά του μάτια, με τα οποία βλέπει καλά στο σκοτάδι, όπως και στα περισσότερα γκέκο. Στα είδη του συγκεκριμένου γένους, τα μάτια είναι αρκετά μεγάλα και έντονα, εξού και η αγγλική ονομασία «frog eyed geckos = βατραχομάτικα γκέκο». Υπάρχει και μια ακόμα ονομασία, «wonder geckos», δηλαδή γκέκο θαύματα, εξαιτίας της μοναδικότητάς τους, η οποία χρησιμοποιείται και σε άλλες ευρωπαΪκές γλώσσες, π.χ. «wundergecko» στα γερμανικά. Το δεύτερο συνθετικό του ονόματός τους πιθανότατα το πήρανα πό τις ασυνήθιστες για γκέκο επάλληλες πλατιές φολίδες, που θυμίζουν περισσότερο λέπια ψαριού ή σκίγκου (ομάδα κυρίως ημιυπογειόβιων σαυρών με πλατιά λέπια, οστέινες πλάκες και ατροφικά ή καθόλου πόδια, όπου ανήκει και το λιακόνι (Chalcides ocellatus). Είναι γκέκο που ήρθαν σχετικά πρόσφατα στην αιχμαλωσία και στο χόμπι των ερπετών, και μολονότι δεν είναι δυσκολότερα από άλλα είδη παρόμοιας οικολογίας, ακόμα δεν προχώρησαν τόσο πολύ όπως άλλα είδη. Φυσικά το γένος έχει και τους φανατικούς του συλλέκτες, οι οποίοι προσπαθούν να συλέξουν και να εκθρέψουν όλα τα είδη, αλλά γενικώς δεν διαδόθηκε πλατιά στο εμπόριο. Πολλά είδη παραμένουν δυσεύρετα, και μερικα δεν αναπαράγονται στην αιχμαλωσία πολύ συχνά, αν και δεν είναι δύσκολα. Το δικό μου είδος είναι από τα πιο πρόσφατα του γένους με σχετικα λίγες αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία, οπότε στην Ελλάδα είμαι από τους ελάχιστους που το έχουν. Πιστεύω ότι η σπανιότητα είναι κυρίως θέμα προβληματικού μάρκετινγκ, καθώς κι ανταγωνισμού από τις χαμηλότερες τιμές πιασμένων ατόμων. Επειδή οι εκτροφείς και οι συλλέκτες τα θεωρούν σπάνια είδη που απευθύνουν σε άλλους εκτροφείς και συλλέκτες, διατηρούν τις τιμές υψηλές, ενώ παράλληλα οι τιμές των πιασμένων ζώων είναι αρκετά χαμηλές, τα παίρνει αρκετός κόσμος που δεν ξέρει να τα φροντίσει σωστά και τα χάνει, απογοητεύεται και παύει ν’ασχολείται με τα συγκεκριμένα είδη, κι έτσι δεν αγοράζει εγκυημένα υγιή ζώα από τους εκτροφείς. Αυτό φυσικα΄είναι δική μου υπόθεση, βασισμένη σε όσα έχω διαβάσει για τη διαθεσιμότητα των ειδών του γένους και για παρόμοιες καταστάσεις με άλλα τεχνητώς σπάνια είδη. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο η κατάσταση αλλάζει με ορισμένα κοινότερα είδη όπως Teratoscincus scincus ή T. keyserlingii, τα οποία ανοίγονται στο ευρύ κοινό. Δεν πιστεύω ότι θα γίνουν leopard geckos ποτέ, αλλά σίγουρα θ’ακούγονται όλο και περισσότερο.

Το γένος Teratoscincus λοιπόν μέχρι πρότινος ανήκε στην οικογένεια των Gekkonidae, και λόγω της μοναδικ΄κοτητάς του είχε τοποθετηθεί σε δική του υποοικογένεια, τις Teratoscincinae, η οποία θεωρούταν ότι διαχωρίστηκε από τους υπόλοιπους γκεκονίδες πολύ νωρίς κατά την εξέλιξή τους. Σύμφωνα με πρόσφατες μοριακές αναλύσιις όμως, το γένος αναταξινομείται στη διευρυμένη πλέον οικογένεια Sphaerodactylidae, ως ένας αποκλίνων κλάδος της. Τα γκεκονοειδή γκέκο, δηλαδή τα μέλη της οικογένειας Gekkonidae και των συγγενικών Phyllodactylidae και Sphaerodactylidae, αποκαλούνται και εξελιγμένα γκέκο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα είναι κατώτερα. Τα γκέκο ωστόσο αυτά αποδεικνύονται τα πλέον επιτυχημένα, με το 60% όλων των ειδών γκεέκο ν’ανήκει σ’αυτήν την ομάδα. Σημαντικότερή τους καινοτομία είναι τα σκληρά τους αυγά που μπορούν να προσκοληθούν σε στέρεες εναέριες επιφάνειες ή να αποτεθούν σε ξηρά μέρη, απελευθερώνοντάς ττα από την ανάγκη να τα θάβουν μέσα στο χώμα ή να τα τοποθετούν σε υγρά μέρη όπως οι υπόλοιπες σαύρες. Χάρη σ’αυτά τα αυγά, επεκτάθηκαν σε όλους τους οικολογικούς θώκους που θα μπορούσαν να υπάρχουν γκέκο, πέρασαν μεγάλους ωκεανούς και κατόρθωσαν να επιβιώσουν και σε πλήρως ανθρωπογενή περιβάλλοντα (όλα τα σαμιαμίδια των σπιτιών ανήκουν σ’αυτήν την ομάδα). Αντίθετα, τα γκέκο των υπόλοιπων οικογενειών είτε περιορίστηκαν σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα είτε δεν εξαπλώθηκαν πολύ από τις ηπείρους όπου εξελίχθηκαν. Το γένος Teratoscincus λοιπόν περιλαμβάνει 7 είδη: Teratoscincus bedriagai, T. keyserlingii, T. microlepis, T. perzewalskii, T. roborowskii, T. scincus και T. toksunicus. Μέχρι πρόσφατα το T. keyserlingii θεωρούταν υποείδος του T. scincus, αλλά πλέον έχιε αναβιβαστεί σε είδος. Τα είδη αυτά ενδημούν στις ερήμους και ημιερήμους της Ασίας, όπου συνήθως ζουν σε αμμώδη ενδιαιτήματα με πέτρες ή αμμόλοφους, λίγη ή καθόλου βλάστηση και σκληρό κλίμα με μεγάλες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις μεταξύ μέρας και νύχτας και μεταξύ των εποχών. Απαντούν σχεδόν σε όλη την Ασία από την Αραβική Χερσόνησο, στο Κατάρ, στα Ηνωμένα Αραβικα Εμιράτα και στο Ομάν, ανατολικά έως το Ιράν, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, και βόρεια έως τη Ρωσία, το Καζακστάν, το Τουρκμενιστάν, το Ουσμπεκιστάν και το Τατζικιστάν, έως τη Μογγολία και την Κίνα. Θεωρείται κλάδος γκοντβανικής προέλευσης, δηλαδή προερχόμενος από την αρχαία υπερήπειρο Γκοντβάνα, ο οποίος εισήλθε στην Ασία από την Αραβική Χερσόνησο, που στο παρελθόν αποτελούσε τμήμα της Αφρικής, απ’όπου εξαπλώθηκε. Η μεγάλη ορογένεση των Ιμαλαΐων κατά τη σύγκρουση της ινδικής υποηπείρου με την Ασία ανύψωσε το Τιεν Σαν-Παμίρ στην Κεντρική Ασία πριν από 10 εκατομμύρια χρόνια, το οποίο κατακερμάτισε τους πληθυσμούς ανατολικά και δυτικά. Έτσι τα είδη T. perzewalskii και T. roborowskii αποτελούν τον πιο πρόσφατο ανατολικό κλάδο, ο οποίος ξεχωρίζει γενετικά από τα υπόλοιπα.

Μορφολογικά, τα γκέκο του γένους είναι παρόμοια. Όλα είναι μικρού προς μεσαίου μεγέθους γεροδεμένα γκέκο με μεγάλα μάτια, κκοντή ουρά και τη χαρακτηριστική φολίδωση. Το μεγαλύτερο είναι ο T. keyserlingii έως τα 20 εκ, ενώ το μικρότερο είναι ο T. bedriagai στα 11 εκ. Τα χρώματά τους είναι αποχρώσης του γκρίζου και του καφέ, οι οποίες συνήθως εναλλάσσονται ή διασπώνται από σκουρότερα σχέδια και γραμμές, ώστε να παραλλάσσονται στο περιβάλλον τους, ενώ η κάτω πλευρά του σώματος είναι σχεδόν λευκή. Όπως όλα τα γκέκο, έχουν μεγάλο κεφάλι σε σχέση με το σώμα, με μεγάλα, εξογκωμένα μάτια με κάθετες κόρες ώστε να βλέπουν καλά στο σκοτάδι. Το ρύγχος τους είναι πολύ κοντό, το όλο κεφάλι ογκώδες, και η κάτω γνάθος ισχυρή, για να σπάνε σκληρές τροφές. Το σώμα είναι κυλινδρικό, ώστε να εισχωρούν εύκολα στις τρύπες τους. Τα άκρα είναι σχετικά κοντά, αλλά πιο όρθια σε σχέση μ’αυτά άλων εδαφόβιων γκέκο, ώστε να δίνουν περισσότερη ταχύτητα. Είναι πενταδάκτυλα, με κοντά δάχτυλα και νύχια, και τα δάχτυλα φέρουν κροσσωτές φολίδες, ώστε το ζώο να βαδίζει με εύκολία πάνω στην άμμο. Διάφορες άλλες αμμόβιες σαύρες έχουν εξελίξει ανεξάρτητα παρόμοια κρόσσια στα δάχτυλα για τη βάδιση στην άμμο, όπως οι τυπικές σαύρες του γένους Acanthodactylus και οι δράκοι του γένους Phrynocephalus. Η ουρα είναι κοντότερη από το σώμα, λεπτή και κυρίως χρησιμοποιείται στην άμυνα κατά των εχθρών, παρά στη μετακίνηση, αν και μπορεί να στραφεί σε διάφορες κατευθύνσεις. Οι φολίδες του κεφαλιού είναι μικρές και κοκκώδεις, όπως άλλων γκέκο, αλλά αυτές του σώματος είνι διαφορετικές. Ενώ τα περισσότερα γκέκο έχουν κοκκώδεις φολίδες στη ράχη και πλακώδεις, ελαφρώς επάλληλες στην κοιλιακή χώρα, ολόκληρο το σώμα των τερατοσκίγκων καλύπτεται από κυκλοειδείς, επάλληλες φολίδες, δηλαδή αλληλοεπικαλυπτόμενες, σαν τα λέπια ενός ψαριού. Οι φολίδες αυτές ρίχνουν την άμμο εύκολα από το ζώο, και χρησιμεύουν και στην άμυνα. Στο επάνω μέρος της ουράς γίνονται ακόμα πλατύτερες και με αδρές άκρες που φέρουν μικρά εξογκώματα, τα οποία τριβόμενα με τις γειτονικές παράγουν έναν ήχο που απωθεί τους εχθρούς. Όπως και πολλάάλα γκέκο, φέρουν ένα ζεύγος εξογκωμάτων/σπιρουνιών στη λεκάνη τους. Οι τερατοσκίγκοι διαθέτουν επίσης και κάποια αταβιστικά στοιχεία σε σχέση με άλλα γκέκο στο σκελετό τους: για παράδειγμα τα δύο μετωπιαία οστά του κρανίου δε συνενώνονται πλήρως κατά την ενηλικίωση, αλλά μία ραφή παραμένει (σε όλα τα υπόλοιπα γκέκο είναι συνενωμένα). Όπως όλα τα γκέκο, τα αρσενικα ξεχωρίζουν από τα θηλυκά κυρίως από το ημιπεϊκό φούσκωμα στη βάση της ουράς, αλά και από τους προαμαρικούς πόρους, τους οποίους τα θηλυκά δεν έχουν. Επίσης τα αρσενικά έχουν μεγαλύτερο και πλατύτερο κεφάλι, για να δαγκώνουν δυνατότερα τους αντιπάλους τους, όπως σε πολλές σαύρες.

Στο φυσικό τους περιβάλλον, οι τερατοσκίγκοι σκάβουν βαθιά λαγούμια σε αμμώδες έδαφος, όπου κατοικούν. Κι αυτό είναι ένα ακόμα από τα μοναδικά χαρακτηριστικά τους, αφού είναι από τα ελάχιστα γκέκο που σκάβουν τρύπες. Τα γκέκο δε φημίζονται για τη σκαπτική τους ικανότητα, αφού η κύρια τάση στην εξέλιξή τους ήταν η σμίκρυνσή τους, η ελάφρυνση του σκελετού και η λέπτυνση των άκρων. Μόνο τα μη γκεκονοειδή σκάβουν για να γεννήσουν τα αυγά τους, και πάλι αδέξια και δύσκολα, και όχι όλα. Τα περισσότερα γκεκονοειδή δε σκάβουν καν, ούτε κατασκευάζουν κάποια φωλιά. Όπωςείπε κι ένας φωτογράφος ερπετών όταν πήγε στη Σαουδική Αραβία, τα γκέκο είναι οι μόνες σαύρες στην έρημο εκείνη που δε σκάβουν τις δικές τους τρύπες. Στην πραγματικότητα υπάρχουν σκαπτικά γκέκο, αλλά είναι λίγα και όλα ερημόβια. Οι τερατοσκίγκοι λοιπόν σκάβουν ευθύγραμμα λαγούμια στο αμμώδες έδαφος, όπου η θερμοκρασία είναι σταθερότερη και η υγρασία υψηλότερη απ’έξω, και εκεί περνούν τον περισσότερο χρόνο τους. Ο τρόπος εκσκαφής τους είναι μοναδικός, και δε γνωρίζω άλλο ζώου που σκάβει έτσι. Σκάβουν χρησιμοποιώντας ένα άκρο τη φορά, χιαστί και διαδοχικά. Πρώτα για παράδειγμα σπρώχνουν το χώμα με το μπροστινό δεξιό άκρο, μετά με το πίσω αριστερό, μετά με το μπροστινό αριστερό, μετά με το πίσω δεξιό κ.ο.κ. Στο παρακάτω βίντεο, το οποίο βιντεοσκόπησα στις 2 Νοεμβρίου, επιστρέφω τον τερατοσκίγκο μου στο τερράριό του αφού τον έβγαλα για να το καθαρίσω, και σκάβει με αυτόν κον τρόπο κάτω από την πέτρα για να κρυφτεί καλύτερα.

Θερμορρυθμίζονται μετακινούμενοι από θερμότερα σε δροσερότερα σημεία της τρύπας τους, και, ως νυκτόβια, εξέρχονται το βράδυ προς αναζήτηση τροφής. Συνήθως ξυπνούν πριν δύση πλήρως ο ήλιος, οπότε μπορεί να λιαστούν σε κάποιον βράχο ή ζεσταίνονται από ήδη θερμασμένες επιφάνειες. Το βράδυ όμως στην έρημο οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές, και αναγκαστικά θα πρέπει να κινηθούν σε κρύες συνθήκες. Η αντοχή όλων των ειδών στις χαμηλές θερμοκρασίες είναι μεγάλη, με τον T. perzewalskii για παράδειγμα να βγαίνει εκτός εδάφους και να ψάχνει τροφή σε θερμοκρασίες 15 βαθμών. Για το είδος T. scincus, επειδή σε τέτοιες θερμοκρασίες η ικανότητα αερόβιου μεταβολισμού μειώνεται, έχει βρεθεί ότι αυξάνει τη διάρκεια της δραστηριότητάς του διακόπτοντάς την με παύσεις, ώστε να ξεκουράζεται, και το ίδιο θα ισχύει και για τα υπόλοιπα είδη. Γενικώς ο μεταβολισμός τους είναι προσαρμοσμένος για χαμηλότερες θερμοκρασίες, και δαπανούν πολύ λιγότερη ενέργεια κατά τη μετακίνησή τους σε χαμηλή θερμοκρασία απ’ό,τι θερμόφιλες ημερόβιες σαύρες (χαμηλό κόστος μετακίνησης). Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι είναι πιο δραστήρια τις μέρες που φέγγει περισσότερο το φεγγάρι, όπως κι άλλα γκέκο, ώστε να βλέπουν καλύτερα τα θηράματα, τα οποία ωστόσο τείνουν να κρύβονται περισσότερο σε τέτοιες συνθήκες. Η τροφή τους αποτελείται από έντομα και άλλα αρθρόποδα, τα οποία συλλαμβάνουν με τα σαγόνια τους, όπως όλα τα γκέκο. Θεωρούνται κυνηγοί ενέδρας. Στο σκληρό τους περιβάλλον η τροφή μπορεί να είναι λιγοστή, γι’αυτό τρώνε μεγάλη ποικιλία θηραμάτων. Μπορούν να καταπιούν φαινομενικά μεγάλα θηράματα σε σχέση με το κεφάλι τους, και δε διστάζουν να φάνε σκληρά σκαθάρια ή δηλητηριώδη αρθρόποδα όπως αράχνες και σκορπιούς. Στο παρακάτω βίντεο, ένας Teratoscincus keyserlingii στην αιχμαλωσία τρώει ένα σκορπιό.

Συμπληρωματικά κάποια είδη, και πιθανόν όλα, τρέφονται και με καρπούς. Σε μία μελέτης της διατροφής του T. roborowskii για παράδειγμα, βρέθηκε ότι εκτός από αρθρόποδα τρώει και τους καρπούς της κάππαρης (Capparis spinosa), που είναι το ίδιο είδος που φύεται και στην Ελλάδα. Τα περιττώματα των τερατοσκίγκων συχνά περιέχουν σπόρους, και είναι γνωστό ότι περιστασιακά τρώνε φρούτα στην αιχμαλωσία, οπότε πιθανότατα να τρώνε και στη φύση όποτε τα βρίσκουν. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη μέσα στις βαθιές τρύπες τους, και επανεμφανίζονται την άνοιξη. Όπως τα περισσότερα ερπετά, αναπαράγονται αυτήν την εποχή, ώστε τα μικρά τους να έχουν τις μέγιστες πιθανότητες επιβίωσης τη θερμή περίοδο. Σε μελέτες που έγιναν στο Ιράν στο είδος T. bedriagai, βρέθηκε ότι ο αναπαραγωγικός κύκλος του αρσενικού και του θηλυκού είναι σχετιζόμενοι, δηλαδή η σπερματογένεση και η ωογένεση ξεκινούν και σταματούν τον ίδιο χρόνο, από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο. Αυτό το σύστημα παρατηρείται στα περισσότερα ερπετά προβλέψιμων εποχιακών κλιμάτων. Τα αρσενικά προστατεύουν μια περιοχή, απ’όπου διώχνουν άλλα αρσενικά, και ζευγαρώνουν με τα θηλυκά. Σε μία μελέτη που έγινε για τη διερεύνυση της κοινωνικής συμπεριφορά ςτων ειδών του γένους στα είδη T. scincus και T. keyserlingii, η κοινωνική τους συμπεριφορά ήταν παρόμοια με άλα είδη γκέκο, δηλαδή τα αρσενικά ήταν επιθετικά μεταξύ τους, τα θηλυκά συνήθως ήταν ανεκτικά μεταξύ τους, αρσενικά με θηλυκά προσπάθησαν να ζευγαρώσουν και τα ενήλικα άτομα ανέχονταν τα μικρά στην περιοχή τους. Τα θηλυκά στη συνέχεια εναποθέτουν μέσα στην άμμο 1-4 διάδες αυγών, τα οποία γεννούν το καλοκαίρι σε διάστημα λίγων μηνών. Τα αυγάείναι λευκά, σκληρά και εύθραυστα, και μπορούν να επωαστούν σε πλήρως ξηρό περιβ άλλον. Τα μικρά έχουν μήκος περίπου 3 εκατοστά, με παρόμοια μορφολογία με τα ενήλικα. Όπως και πολλά άλα ερημόβια γκέκο, η αμυντικές τους τακτικές διαφέρουν από τα ενήλικα. Τα μικρά έχουν έντονες ζώνες κίτρινου και μαύρου ή καφέ, μιμούμενα κάποιο δηλητηριώδες αρθρόποδο, και όταν απειλούνται από εχθρό σηκώνουν την ουρά ψηλά, σαν σκορπιοί. όταν όμως μεγαλώνουν, οι άμυνά τους αυτή δεν πιάνει, επειδή δεν υπάρχουν επικίνδυνα αρθρόποδα τέτοιου μεγέθους στην περιοχή τους. Τότε σταδιακά το χρώμα τους αλλάζει ώστε να τα παραλλάσσει στο περιβάλλον τους. Η πρώτη τους άμυνα είναι να τρέξουν ή να χωθούν στην τρύπα τους, αφού η ταχύτητά τους είναι μεγάλη. Αν είναι δύσκολο να ξεφύγουν, επιστρατεύουν τις άλλες ασυνήθιστες άμυνές τους. Το σημείο στο οποίο θα επιστρατεύσουν αυτές τις άμυνες ποικίλει ανάλογα με το μέγεθος του γκέκο. Ο μικρότερος T. scincus για παράδειγμα προτιμά περισσότερο να ξεφεύγει όποτε μπορεί, ενώ ο μεγαλύτερος T. keyserlingii συχνά αντιμετωπίζει τον εχθρό. Αν λοιπόν απειληθούν σοβαρά και δε μπορούν να ξεφύγουν, αρχικά σηκώνουν το κεφάλι και την ουρά τους, ώστε να φανούνμεγαλύτερα. Μπορεί ν’αρχίσουν να δονούν τις πλατιές φολίδες της ουράς τους, οι οποίες παράγουν ήχο σαν συριγμό φιδιού. Αν κυνηγηθούν, τρέχουν δονώντας την ουρά τους και βγάζοντας διάφορους ήχους, που μοιάζουν με γρυλλίσματα και γαυγίσματα. Αν τελικά πιαστούν γερά, φωνούν και κάνουν απότομες συστροφές ώστε ν’αποκολλήσουν τις φολίδες του σώματός τους και να ξεφύγουν. Μπορούν επίσης ν’αυτοτέμουν την ουρά τους σε περίπτωση κινδύνου, η οποία εξακολουθεί να σπαρταρά και να παράγει το συριστικό ήχο, ενώ το γκέκο έχει ξεφύγει. Ουσιαστικα η ουρά χρησιμεύει στην προσέλκυση των εχθρών σ’εκείνο το σημείο αν το γκέκο δε μπορεί να διαφύγει, και γκέκο χωρίς ουρά δεν αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα στη μετακίνηση σε σχέση μ’αυτά που την έχουν. Έχει βρεθεί ότι έχουν κάποια ελλείμματα στη μέγιστη απόδοση, αλλά η μέγιστη απόδοση των σαυρών στο εργαστήριο σπάνια χρειάζεται στη φύση. Τείνουν ωστόσο να κρύβονται περισσότερο, μέχρι ν’αναγεννηθεί η νεά ουρά. Η αποκόλληση του δέρματος δεν είναι μοναδική στο γένος, αλλά υπάρχει σε πολλά άλα γκεκονοειδή γκέκο, και ίσως είναι προγονικό τους χαρακτηριστικό που κάποια έχασαν αργότερα. Στα είδη που το δέρμα αποκολλάται, η επιδερμίδα συνδέεται χαλαρά με τη δερμίδα, και αν αποκοληθεί και η δερμίδα δεν ανοίξει, δεν υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης, και η νέα επιδερμίδα θ’αναγεννηθεί σταδιακά. Χωρίς την επιδερμίδα του όμως, το ζώο χάνει περισσότερο νερό και είναι πιο ευάλωτο στους τραυματισμούς. Η αυτοτομή της ουράς είναι ενεργητική διαδικασία, αλλά η αποκόλληση της επιδερμίδας είναι πλήρως παθητική διαδικασία, ιδιότητά του δέρματός του. Έτσι ανένα τέτοιο γκέκο χωθεί σ’ένα στενό σημείο και δυσκολεύεται να περάσει, μπορεί να σχίσει μερικές φολίδες στην προσπάθειά του να βγει. Στο παρακάτω βίντεο, που βιντεοσκόπησα λίγες μέρες αφότου τον πήρα, πειράζω λίγο τον τερατοσκίγκο μου για να δείτε τις άμυνες που χρησιμοποιεί και ν’ακούσετε τη φωνή του.

Παρά τις εκπληκτικές του άμυνες, ο τερατοσκίγκος έχει πολλούς εχθρούς. Τα περισσότερα είδη δεν απειλούνται από τον άνθρωπο ομως, αφού ζουν σε απομακρυσμένες και αφιλόξενες περιοχές. Ο T. bedriagai ζει για παράδειγμα σε αλατούχα εδάφη με αρμυρίκια, δηλαδή σε με΄ρη ακατάλληλα για καλλιέργεια, ενώ ο T. roborowskii ζει σε μία από τις πιο αφιλόξενες ερήμους του κόσμου. Όταν όμως ένα τέτοιο μέρος αναπτύσσεται, ο πληθυσμός των τερατοσκίγκων ενδέχεται να επηρεαστεί αρνητικά. Συλλέγονται επίσης και για το εμπόριο κατοικιδίων, αν κι αυτό δεν έχει επηρεάσει σημαντικά τους αριθμούς τους ακόμα. Εξαιτίας των απομονωμένων περιοχών όπου ζουν και της κρυπτικής τους συμπεριφοράς, είναι πολύ σπάνιο άνθρωπος να συναντήσει τερατοσκίγκο στη φύση.

Το είδος T. roborowskii είναι το ανατολικότερης εξάπλωσης γκέκο του γένους. Έχει μήκος 12-15 εκ, σπάνια μεγαλύτερο, και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του γένους που προανέφερα. Σκάβει λαγούμια βάθους περί τα 30 εκ. Παλαιότερα συμψηφιζόταν με τον T. scincus, αλλά πλέον αναγνωρίζεται ομόφωνα ως ξεχωριστό είδος. Λανθασμένα στο εμπόριο αποκαλείται και θιβετιανός τερατοσκίγκος (Tibetan frog eyed gecko), αλλά ουδεμία σχέση έχει με το Θιβέτ, όπου δεν υπάρχει κανένα μέλος του γένους. Το είδος είναι ενδηιμικό του Λεκανοπεδίου του Τουρπάν (Turpan depression), ένα ερημώδες λεκανοπέδιο στη βορειοδυτική Κίνα, για το οποίο δεν έχω βρει ούτε καν το όνομά του στο ελληνικό Διαδίκτυο. Ολόκληρο το λεκανοπέδιο βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, με χαμηλότερο σημείο την σχεδόν ξερή λίμνη Άιντιγκ στα 154 μ. Είναι το τέταρτο χαμηλότερο σημείο στον κόσμο, μετά τη Νεκρά Θάλασσα, τη Θάλασσα της Γαλιλαίας και τη λίμνη Άσαλ στο Τζιμπουτί. Υπάρχουν όμως και μερικές οροσειρές που διασχίζουν την περιοχή, με ύψος όχι μεγαλύτερο των 800 μέτρων. Εκτός από τη λίμνη που έχει λίγη βλάστηση γύρω της και τις λίγες περιοχές στα βουνά, όλο το υπόλοιπο λεκανοπέδιο είναι άγονο. Θεωρείται η πιο αφιλόξενη περιοχή όλης της Κίνας, με ελάχιστες ββροχοπτώσεις και ακραίες θερμοκρασίες. Τον Ιούλιο, το θερμότερο μήνα, η μέση θερμοκρασία ενός εικοσιτετραώρου στην πόλη του Τουρπάν είναι 32,2 βαθμοι Κελσίου, ενώ τον Ιανουάριο, τον ψυχρότερο μήνα, η μέση θερμοκρασία είναι -7,6 βαθμοί. Η περιοχή ανήκει στην αυτόνομη επαρχία Σίντζγιανκκ των Ουοιγούρων Τούρκων, και, αφού πέρασε πολλά χέρια και περιόδους ανεξαρτησίας, ενσωματώθηκε στην Κίνα. Παλαιότερα ήταν ένας από τους σταθμούς του Δρόμου του Μεταξιού. Τα αρδευτικά έργα, τα οποία είχαν γίνει από την αρχαιότητα και πρόσφατα ενισχύθηκαν με σύγχρονα συστήματα, επέκτειναν την καλλιεργήσιμη ζώνη, όπου καλλιεργούνται κυρίως φρούτα, επειδή λόγω του θερμού κλίματος τα σάκχαρά τους είναι υψηλά. Το τουρπάν παράγει τα γλυκότερα σταφύλια της Κίνας, και το 80% της παραγωγής επιτραπέζιων σταφυλιών προέρχεται από εκεί. Η πόλη του Τουρπάν στο βόρειο τμήμα του λεκανοπεδίου είναι το κύριο κατοικούμενο μέρος του. Από τα άνυδρα μέρη του Τουρπάν λοιπόν κατάγεται και ο τερατοσκίγκος του Ρομπορόφσκι. Το όνμα το πήρε προς τιμήν του Ρώσου εξερευνητή του 19ου αι. Βσεβολόντ Ρομπορόφσκι, προς τιμήν του οποίου έχουν ονομαστεί και άλλα είδη, όπως το μικρό ερημόβιο χάμστερ του Ρομπορόφσκι (Phodopus roborovskii), το οποίο πρώτος ανακάλυψε, και ζει σε κοντινές περιοχές.

Η φροντίδα όλων των μελών του γένους στην αιχμαλωσία είναι παρόμοια. Όλα διαβιούν σε παρόμοιο φυσικό περιβάλλον, και μολονότι η αντοχή τους σε ακραίες συνθήκες διαφέρει, συνήθως στην αιχμαλωσία δεν τα εκθέτουμε σε ακραίες συνθήκες, οπότε αυτό δεν έχει σημασία. Όπως και με κάθε ζώο, υπάρχουν διάφοροι τρόποι διατήρησής τους, κι εγώ θ’αναφέρω αυτούς που συζητούνται κι εφαρμόζονται περισσότερο. Ως εδαφόβια γκέκο λοιπόν, χρειάζονται περισσότερη επιφάνεια παρά ύψος στο χώρο τους. Οι διαστάσεις του χώρου τους θα πρέπει να είναι στο ελάχιστο μήκος 2,5-3 φορές το ολι΄κο μήκος της σαύρας, και πλάτος 1,5-2 φορές το ολικό μήκος, ο κανόνας δηλαδήγ ια τα εδαφόβια γκέκο, αλλά επειδή είναι μικρόσωμα και δραστήρια, και δεν είναι δύσκολο να τους παράσχουμε περισσότερο χώρο, συνήθως τοποθετούνται σε μεγαλύτερους χώρους. Για κάθενέο γκέκο αυξάνουμε το χώρο κατά 50%. Έτσι ένας χώρος 40χ30 είναι κατάλληλος για ένα γκέκο, 60χ30 για ένα ζευγάρει, 75χ30 για ένα τρίο κ.ο.κ. Το προτιμόμενο δοεχείο γι’αυτά τα γκέκο είναι ένα γυάλινο ή διάφανου πλαστικού τερράριο ή φαουνάριουμ, αν και εκτροφείς με πολλά που θέλουν να εξοικονομήσουν χώρο τα τοποθετούν σε ημιδιαφανή δοχείά σε συστήματα ραφιών (rack systems). Αν και είναι εδαφόβιο, ένα καπάκι θα χρειαστεί, ακόμα κι αν οι περιβαλλοντικές συνθήκες είναι σωστές και δεν υπάρχει απώλεια θερμοκρασίας, γιατί μπορεί κάτι να μπεισ το χώρο τους ή να τρομάξουν από κάτι και να τρέξουν ή να πηδήξουν. Οι T. roborowskii για παράδειγμα μπορούν να πηδήξουν ως τα 30 εκατοστά κατακόρυφα. Ως αμμόβια ζώα, το καλύτερο υπόστρωμα γι’αυτά είναι κάποιο ελαφρύ μίγμα βασισμένο στην άμμο. Το βάθος και η σύσταση του υποστρώματος καθορίζουν κατά πόσο θα μπορούννα σκάψουν μέσα σ’αυτό, χωρίς να καταρρεύσει το όρυγμα. Αν έχει βάθος μόλις 3-5 εκ, δύσκολα μπορούν να κάνουν τρύπα. Επίσης αν είναι σκέτη άμμος ή άμμος αναμεμειγμένη με λίγο χώμα, πάλι θα είναι δύσκολη η δημιουργία τρύπας, γιατί το υλικό είναι πολύ ελαφρύ και θα καταρρέει συνεχώς. Γι’αυτό σε τέτοιες περιπτώσεις τοποθετούνται κρυψώνες από πλαστικούς σωλήνες, πέτρα κλπ, όπου τα γκέκο μπορούν να χωθούν από κάτω και να δημιουργήσουν το δικό τους τούνελ. Στην περίπτωση αυτήν, όλες οι βαριές πέτρες θα πρέπει να τοποθετούνται στο τερράριο πριν το υπόστρωμα, και όσα αντικείμενα πρόκειται να υποσκάψει το ζώο θα πρέπει να είναι ελαφριά, για να μην το καταπλακώσουν αν πέσουν. Εναλλακτικά, ορισμένοι κάτοχοι έχουν χρησιμοποιήσιε ένα σκληρότερο μίγμα με άμμο και αρκετή άργιλο, το οποίο κρατά κάπως καλύτερα το σχήμα του λαγουμιού, αλλά σκάβεται δυσκολότερα και πάλι όταν στεγνώνει διαλύεται. Τα γκέκο αυτά μπορούν επίσης να ζήσουν σε χώρο χωρίς καθόλου σωματιδιακό υπόστρωμα, απλώς με στρωμένα χαρτιά και κρυψώνες, το οποίο μπορεί να καθαρίζεται ευκολότερα. Παρόλα αυτά και το σύστημα με την άμμο δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο στο καθάρισμα, αφού τείνουν ν’αφοδεύουν σε μία μόνο γωνία, πάντοτε έξω από τις τρύπες τους. Ο τρόπος θέρμανσης εξαρτάται από το βάθος του υποστρώματος. Σε τερράρια με χαρτί ή με ρηχό υπόστρωμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μία θερμαντική πλάκα στη μία πλευρά, η οποία θα δημιουργεί ένα θερμότερο σημείο την ημέρα. Σε τερράρια με πολύ βαθύτερο υπόστρωμα, ιδίως αν τα γκέκο δεν έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στον πυθμένα, ο χώρος θα πρέπει να θερμανθεί με μία θερμαντική λάμπα, η οποία θα ανεβάζει τη θερμοκρασία ενός σημείου στους 35-36 βαθμούς, η οποία θα φθίνει σε ανεκτά για τα γκέκο επίπεδα μέσα στο υπόστρωμα. Τα γκέκο επίσιης μπορεί να λιάζονται περιστασιακά κάτω από τη λάμπα το απόγευμα, πριν σβήσει. Αν και προτείνεται συχνά η θερμοκρασία της θερμαντικής πλάκας να είναι γύρω στους 35 βαθμούς, στην πραγματικότητα τα γκέκο αυτά αποφεύγουν τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες στο φυσικ΄κό τους περιβάλλον, οπότε μια θερμοκρασία 31-33 βαθμών στο θερμό σημείο είναι η κατάλληλη, και πάλι δε θα περνούν όλο τους το χρόνο σε τόσο υψηλή θερμοκρασία. Είναι απαραίτητο τα γκέκο να έχουν τρόπο να θερμορρυθμίζονται ενώ είναι κρυμμένα, χωρίς να χρειάζεται να βγαίνουν στην επιφάνεια, ώστε να νιώθουν ασφαλή. Το βράδυ η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στη θερμοκρασία του δωματίου (17-25 βαθμοί), αν και υπάρχουν κάτοχοι που διατηρούν τη θερμαντική πλάκα μονίμως αναμμένη, και αφήνουν το γκέκο να επιλέξει τη θερμοκρασία μόνο του. Εκτός από την κατάλληλη θερμοκρασία, θα πρέπει επίσης και να υπάρχει κατάλληλη υγρασία. Αν και τα είδη αυτά κατάγονται από ξηρά κλίματα, βαθιά στις τρύπες τους η υγρασία είναι υψηλότερη, κι αν ζουν μονίμως σε ξηρό περιβάλλον, ενδέχεται ν’αφυδατωθούν ή να έχουν προβλήματα στην έκδυση. Παλιό δέρμα για παράδειγμα μπορεί να παραμείνεισ τις άκρες των δακτύλων και της ουράς, το οποίο αν συσσωρεύεται θα τα περισφίξει, κόβοντας την κυκλοφορία και προκαλώντας τελικά τη νέκρωση και την πτώση τους. Γι’αυτό ένα μέρος του χώρου τους θα πρέπει να έχει υψηλότερη υγρασία. Σε τερράρια χωρίς ή με ρηχό υπόστρωμα,μπορεί να τοποθετηθεί ένα δοχείο όπως ένα μικρό τάπερ γεμισμένο με υγρά βρύα ή τύρφη και με μία είσοδο κομμένη στο πλάι, όπου θα μπορεί να μπαίνει το γκέκο. Σε περιβάλλοντα με βαθύτερο υπόστρωμα, μπορεί αν βρέχεται μία γωνία ή να τοποθετηθεί ένας λεπτός σωλήνας σε μια γωνία, με τον οποίο θα προστίθεται νερό στον πυθμένα, στην οποία περίπτωση η υγρασία του εδάφους είναι πιθανότερο να κρατήσει το σχήμα του τούνελ. Τα γκέκο αυτά σπάνια πίνουν ερό, και το μπολ είναι παντελώς άχρηστο, αφού θα το γεμίσουν με άμμο εύκολα. Ένας ελαφρύς ψεκασμός στο χώρο και στις διακοσμήσεις του τερραρίου κάθε λίγες μέρες θα καλύψει τις ανάγκες τους σε νερό. Τα γκέκο συνήθως φοβούνται το νερό και κρύβονται αν έρθει νερό πάνω τους, αλλά αν διψούν θα πιούν από τις βρεγμένες επιφάνειες με τη γλώσσα τους. Το περισσότερο νερό ωστόσο το λαμβάνουν από τη διατροφή, η οποία είναι τα συνήθη έντομα που ταΐζονται στις σαύρες: γρύλλοι, κατσαρίδες κόκκινοι δρομείς, Αργεντινής κι άλλα είδη, μικρές ακρίδες, αλευροσκούληκα, μελοσκούληκα (σπάνια επειδή είναι παχυντικά), γιγάντια αλευροσκούληκα κλπ. Τα γρήγορα έντομα μπορούν ν’αφεθούν στο χώρο του ζώου, το οποίο στη συνέχεια θα τα πιάσει. Ως αμμόβια ζώα, δεν έχουν πρόβλημα αν καταπιούν και λίγη άμμο κατά το κυνήγι. Οι προνύμφες και όσα γενικώς τείνουν να θάβονται στο χώμα μπορούν να τοποθετηθούν σ’ένα μπολ, το οποίο θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά αν έχει γεμίσει με άμμο ή υπονομευθεί, γιατί τότε μπορεί να πέσει και τα έντομα να σκορπίσουν. Τα γκέκο αυτά μπορούν να φάνε σκληρά σκαθάρια όπως αυτά των αλευροσκούληκων (Tenebrio molitor), και ορισμένα είδη τρώνε και μικρούς σκορπιούς. Θα πρέπει ωστόσο πρώτα να ψάξετε ποια είδη τους τρώνε αν πρόκειται να τα δώσετε κάποιο πιο επικίνδυνο θήραμα. Για να είναι θρεπτικότερα και ενυδατωμένα, τα έντομα θα πρέπει να έχουν φάει καλά πριν ταΐστουν στα γκέκο, και όπως με όλα τα ερπετά, θα πρέπει να πασπαλίζονται με την ειδική σκόνη ασβεστίου, το οποίο θα πρέπει να γίνεται σε κάθε τάισμα για τα αναπτυσσόμενα μικρά και τα αναπαραγόμενα θηλυκά, και κάθε λίγα ταΐσματα για τα αρσενικά και τα μη αναπαραγόμενα θηλυκά. Λίγο ασβέστιο μπορεί επίσης να τοποθετηθεί μέσα στοτ ερράριο, με τη μορφή σκόνης ή τριμμένου κόκκαλου σουπιάς σε μια γωνία, από το οποίο θα τρώνε όποτε χρειάζονται. Η συμπλήρωση με βιταμίνες, ιδίως με d3είναι επίσης απαραίτητη, γιατί χωρίς αυτήν δε μπορούν ν’απορροφήσουν το ασβέστιο. Η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας δεν είναι απαραίτητη, μια και είναι νυκτόβια ζώα και σπάνια εκτίθενται στον ήλιο, αλλά μία χαμηλής έντασης σ’ένα μεγάλο τερράριο, αν θέλετε να την βάλετε, δε βλάπτει.

Το χειμώνα μπορούν να πέσουν σε χειμερία νάρκη για 2-3 μήνες, κάτι που αν και δεν εφαρμόζεται απ’όλους τους κατόχους, είναι μέρος του φυσικού τους κύκλου και σίγουρα ωφέλιμο. Επίσης η φάση αυτή είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή των ζώων αυτών. Κατά τη νάρκη, τα γκέκο διατηρούνται στους 5-15 βαθμούς, οπότε μένουν κρυμμένα και δεν τρώνε. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχεται την κατάστασή τους και να τα δίνεται λίγες σταγόνες νερό στη μύτη, ώστε να πιουν αν θέλουν. Μετά τη νάρκη, οι θερμοκρασίες επιστρέφονται στα κανονικά επίπεδα και τα γκέκο θα ξαναδραστηριοποιηθούν. Στην περίπτωση της αναπαραγωγής, τότε συναντιούνται τα αρσενικα με τα θηλυκά και γίνεται το ζευγάρωμα. Το θηλυκό, όπως σε όλα τα ερπετά, θα πρέπει να έχει συσσωρεύσει αρκετό λίπος για να γεννήσει υγιή αυγά. Κατά την εποχή του ζευγαρώματος τα γκέκο μπορεί να μαλώσουν και κάποιες φολίδες να αποκοληθούν, αλλά όλα τα τραύματα θα επουλωθούν στη συνέχεια. Αν οι καυγάδες ωστόσο είναι πολύ έντονοι, καλό είναι να τα χωρίσετε. Το θηλυκό γεννά τα αυγά μέσα στην άμμο, γι’αυτό είναι δύσκολο να βρεθούν. Μερικές φορές δε βρίσκονται, και τότε μπορεί τα ζώα κατά λάθος να τα σπάσουν ή να εκκολαφθούν, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες. Τα αυγά είναι πολύ εύθραυστα και θα πρέπει να μετακινούνται με προσοχή. Μετά από επώαση 90 περίπου ημερών σε ξηρή άμμο ή και σκέτο χαρτί, εκκολάπτονται τα μικρά, τα οποία έχουν παρόμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, απλώς επειδή λόγω μεγέθους αφυδατώνονται πιο εύκολα, η υγρή περιοχή είναι απαραίτητη. Φτάνουν στο πλήρες τους μέγεθος και ωριμάζουν αναπαραγωγικά στα 1,5-2 χρόνια. Επειδή ως ομάδα δεν έχουν μεγάλο ιστορικό στην αιχμαλωσία, δεν γνωρίζουμε πλήρως τη διάρκεια ζωής τους, αλά υπολογίζεται πως ζουν πάνω από 15 χρόνια.

Οι τερατοσκίγκοι είναι γκέκο δραστήρια, που τις νύχτες απασχολούνται με την κατασκευή των λαγουμιών τους. Μετά από ένα διάστημα, αφού έχουν φτιάξει το τερράριο όπως τα βολεύει καλύτερα, μπορεί να σταματήσουν τις πολλές χωματουργικές εργασίες, αλλά παραμένουν δραστήρια. Το βράδυ θα βγαίνουν έξω από την κρυψώνα τους και θα περιμένουν για τροφή. Μπορεί ακομα και να πλησιάζουν προς τον κάτοχό τους, περιμένοντας τροφή. Μερικά τρώνε και από το χέρι. Είναι άγριοι κυνηγοί που τρέχουν κι αρπάζουν ό,τι κινείται. Είναι επίσης περίεργα και παρατηρητικά, προσέχοντας κάθε κίνηση και θόρυβο. Γι’αυτόν το λόγο είναι και νευρικά, και τρομάζουν εύκολα από κάτι που μπορεί να το εκλάβουν ως απειλητικό. Στο παρακάτω βίντεο, το οποίο βιντεοσκόπησα στα τέλη του Οκτωβρίου, φαίνεται ακριβώς αυτό. Μετέφερα το τερράριο του τερατοσκίγκου σε πιο φωτεινό σημείο το βράδυ για να το βιντεοσκοπήσω, κι αυτός αμέσως το κατάλαβε, άρχισε να παρατηρεί το μέρος, σταματώντας κάθε φορά που κινούμουν ή ακουγόταν θόρυβος από αυτοκίνητα απ’έξω. Τελικά φοβήθηκε αρκετά και χώθηκε στην τρύπα του, όπου καθάρισε το λίγο χώμα που είχε μείνει.

Επειδή φοβούνται εύκολα και το δέρμα τους σχίζεται, δεν προτείνονται για χειρισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αδύνατος. Αρχικά πορεί να σας ξεφεύγουν, να βγάζουν φωνούλες ή να δαγκώνουν (δεν πονάει), αλλά στην πορεία θα συνηθίσουν και θα μπορείτε να τα κρατάτε για λίγο άφοβα. Το δέρμα τους δε διαλύεται με το παραμικρό. Αρχικά θα πρέπει να τα σηκώνετε πάνω από το χώρο τους ή πάνω από κάποιο άλλο δοχείο, ώστε αν σας ξεφύγουν να πέσουν εκεί, γιατί αλλιώς, αν πέσουν κάτω, θα εξαφανιστούν, και μετά η ανεύρεσή τους είναι πολύ δύσκολη, ιδίως αν υπάρχουν πολλά πράγματα στο δωμάτιο. Ακόμα όμως κι αν δε μπορείτε να τα πιάνετε πολύ, παραμένουν μοναδικά ζώα. Είναι πολύ ευπροσάρμοστα, και ακόμα και τα πιασμένα από τη φύση άτομα δε δυσκολεύονται να αποδεχτούν τη νέα κατάσταση, και μετά από σχετικά μικρό χρονικό διάστημα τρέφονται κανονικά και δε διαφέρουν απ’αυτά που γεννήθηκαν στην αιχμαλωσία.

Ο δικός μου τερατοσκίγκος περιήλθε στην κατοχή μου στη μία Οκτωβρίου του 2015. Τον αγόρασα απότ ο feeders.gr, ένα κατάστημα εξειδικευμένο στα ερπετά, όπου μπορείτε να βρείτε ζώα, καθώς και ό,τι χρειάζεστε γι’αυτά. Είναι πιασμένο (το μόνο πιασμένο ζώο που έχω) και είχε και το Feeders ‘όλη την ιστορία του, οπότε ηλικία δε μπορώ να γνωρίζω, αλλ’εφόσον τα περισσότερα ζώα ζουν λιγότερο στη φύση, υποθέτω ότι ακόμα δεν έκλεισε τα 10 χρόνια. Και ήμουν πολύ τυχερός που ήταν θηλυκό, επειδή συνήθως τα θηλυκά σπάνιων ειδών κοστίζουν πολύ περισσότερο από τα αρσενικά, επειδή μπορούν να αποφέρουν κέρδη με την αναπαραγωγή τους. Από την αρχή φάνηκε ότι το γκέκο αυτό είναι διαφορετικό από ό,τι άλλο είχα, αφού έτρεχε και δυσκολεύτηκαν να το πιάσουν στο feeders.gr. Στο σπίτι ίχε έτοιμο το χώρο του, ένα φαουνάριουμ μήκους 46 εκ, πλάτους 30 εκ και ύψους 17 εκ, κι αυτό από το Feeders, το οποίο μέσα είχα γεμίσει σχεδόνμέχρι πάνω με υπόστρωμα, γιατί νόμιζα πως θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει πολύ χώμα για καλύτερα, με μίγμα κατά 70% περίπου άμμο και 30% αργιλώδους χώματος. Νόμιζα ότι θα κρατά τις τρύπες, αλλά μόλις στέγνωσε κατέρρεε. Για να μη ρίχνει έξω χώμα όταν σκάβει, είχα κολλήσει στις σειρές των οπών που είχε σε δύο πλευρές το κουτί κολλητικές ταινίες, απ’όπου όμως ανέβαιναν τα έντομα στο καπάκι και δυσκολευόταν να τα πιάσει. Έτσι, με΄τα από λίγες μέρες, μείωσα τη στάθμη του χώματος, αφαίρεσα τις ταινίες, καιτοποθέτησα τις βασικές πέτρες προς τα πίσω, εκεί που ήταν η θερμαντική πλάκα. Έχω τρεις πλατιές πέτρες, μία πίσω στη μέση, στο θερμότερο σημείο, μια πίσω πίσω δεξιά στη γωνία, όπου επίσης περνά αρκετό χρόνο, και μια δεξιά πιο μπροστά, την οποία είχε υποσκάψει παλιά, ξέχασε στη συνέχεια και πρόσφατα ξαναάνοιξε δίοδο προς τα εκεί. Μεταξύ των πετρών υπάρχουν μικρότερες στρογγυλεμένες πέτρες οι οποίες στηρίζονται στον πυθμένα και τις κρατούν. Στην αριστερή πλευρά υπάρχουν επίσης δύο μικρές πέτρες στην επιφάνεια, τις οποίες δεν πειράζει, και πίσω αριστερά βρίσκεται η υγρή γωνία, την οποία περιοδικά βρέχω. Ίσως όμως κι εκεί να βάλω μία ακόμα πλατιά πέτρα για να σκάβεια πό κάτω. Η θερμαντική πλάκα ανεβάζει τη θερμοκρασία στο θερμότερο σημείο στους 33-34 βαθμούς.

Μόλις έφερα λοιπόν τον τερατοσκίγκο σπίτι, άνοιξα το πλαστικό κουτάκι του για να δω πώς είναι από περιέργεια, κι αμέσως το έκλεισα, γιατί θα μου έφευγε. Ήταν πακεταρισμένος με χαρτιά για να προστατεύεταισ το δρόμο, αλλά ήταν πολύ ενεργητικός και ταχύτατος. Οι φολίδες του ήταν πράγματι όπως περιγράφονται. Μετά τον έβαλα στο χώρο του, αλλ’επειδή δεν έσκαψε αμέσως, φοβήθηκα μήπώς δε σκάψει ποτέ, λες και πρέπει ένα μικρό φοβισμένο γκέκο να ξεκινά να σκάβει αμέσως αφού βρέθηκε στο νέο του περιβάλλον σαν να μη συνέβη τίποτα. Το βράδυ όχι μόνο έσκαψε, αλλά είχε υπονομεύσει και ρίξει τις δύο πλατιές πέτρες. Τις επόμενες ημέρες συνέχιζε να ανακατεύει το χώρο του, σηκώνοντας πολύ χώμα στη μια πλευρά και δημιουργώντας μικρές τρύπες κάτω από τις πέτρες, όπου μπορεί να έμενε για λίγες μέρες. Δεν έτρωγε τίποτα, αν και μία μέρα έφαγε δύο αλευροσκούληκα. Και στις 10 Οκτωβρίου συνέβη το ατύχημα. Ήταν η μέρα που έβγαλα τις ταινίες, έβγαλα το μισό χώμα και άλαξα τη διάταξη των πετρών σε πιο μόνιμο σχήμα. Έπιασα λιπόν τον τερατοσκίγκο, και πριν να τον βάλω δίπλα σ’ένα άλλο κουτί, έτρεξε και μού’φυγε. Άλλες φορές τον έβαζα στο κουτί αμέσως, αλλά τώρα επαναπαύθηκα και τον κράτησα στο χέρι μου για λίγο. Μετά τον έψαξα, και μόλις πήγα να τον πιάσω δυο φορές, έφευγε αλλού. Έτρεχε σαν σαμιαμίδι δικό μας, όχι σαν το αργοκίνητο λοφιοφόρο γκέκο που είχα συνηθίσει. Τελικά, αφού βεβαιώθηκα ότι δεν υπήρχαν έξοδοι προς τα έξω, έφυγα, επειδή έπρεπε να τρέξω στον Ημιμαραθώνειο. Μετά αργά το βράδυ πήγα να τον ψάξω, αλλά πάλι μουξέφυγε. Την επομένη κάλεσα ενισχύσεις, τον πατέρα μου και το μικρό μου αδελφό, αλλάπάλι δε μπορούσαμε να τον πιάσουμε. Ο αδελφός μου αποδείχθηκε εντελώς άχρηστος για τη δουλειά, γιατί ενώ του λέγαμε να κοιτάζει πού ακριβώς βρίσκεται, κοίταζε το ταβάνι σαν χαζός. Τελικά το βρήκα την άλλη μέρα, στις 12 του μηνός ολομόναχος χωρίς καμία βοήθεια. Τον κυνήγησα από εκεί που κριβόταν σε μία γωνία, και μετά απότομα με το χέρι μου τον έπιασα, χωρίς να χάσει ούτε μία φολίδα, και τον επέστρεψα στο χώρο του, όπου του έδωσα λίγο νερό που το ήπιε. Τις επόμενες μέρες ξαναανακαίνιζε τη νέα διάταξη πετρών, αλλά πήγε και πίσω. Μετά από το στρεσογόνο αυτό γεγονός, σταμάτησε να τρώει και δεν τον είδα ποτέ έξω από τις τρύπες του. Από φόβο άρχισα να τον ταΐζω με τη μέθοδο της επιβεβλημένης σίτισης (forced feeding), δηλαδή του άνοιγα το στόμα και του έβαζα μέσα το έντομο για να το φάει, κάτι δύσκολο, αφού συνήθως έφευγε. Αν και δεν τον πεντύχαινα έξω από τις τρύπες του, μπορούσα να καταλάβω ότι έβγαινε από τα αποτελέσματα της δράσης του. Λίγο χώμα μπορεί να είχε μετακινηθεί,ενώ στη γωνία μπροστά αριστερά, μπορεί να έβρισκα κανένα περίττωμα. Αυτή είναι η κύρια γωνία αφόδευσής του, κι έχει ακκομα μία μπροστά και προς τη μέση, οπου πηγαίνει αν κρύβεται στη δεξιά τρύπα. Ποτέ δεν έχει αφοδεύσςι μέσα στις τρύπες του. Τα περιττώματα είναι σχετικά ξηρά και απομακρύνονται εύκολα. Στις 5 Νοεμβρίου λοιπόν, κάνοντας ένα βίντεο για το γενειοφόρο μου δράκο, στο τέλος άνοιξα και τοτ ερράριο του τερατοσκίγκου για να δω τι κάνει, και τον βρήκα σε φάση πριν την έκδυση. Το χρώμα του είχε γίνει ανοιχτό γκρι, σαν φάντασμα, και το δέρμα του είχε γίνει σαν χαρτί. Ήδηα πό τις προηγούμενες μέρες άρχισε να γίνεται σαν χαρτί, αλλά νόμιζα πως είχε κάποιο πρόβλημα. Το βράδυ της ίδιας μέρας άλλαξε το δέρμα, και ήταν η χειρότερη έκδυση που έχω δει. Είχε αφαιρέσει μόνο το δέρμα του κορμού, το οποίο βρισκότανα πό κάτω του, χωρίς καν να το έχει φάει. Δεν έβαζε δηλαδή τίποτα στο στόμα του, ούταν καν το ίδιο του το δέρμα. Όπως όλα τα γκέκο, οι τερατοσκίγκοι τρώνε το εκδεδυμένο δέρμα, ώστε να εξαφανίσουν τα ίχνη τους από τους τυχόν εχθρούς. Το περισσότερο λοιπόν δέρμα του κεφαλιού, τωνάκρων και της ουράς ήταν πάνω του. Με προσεκτικές κινήσεις το αφαίρεσα όλο, εκτός από λίγο στα δάχτυλα, το οποίο με παίδεψε λίγο περισσότερο. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε πώς αλλάζει δέρμα ένας T. roborowskii:

Μετά το άφησα χωρίς τροφή για μια βδομάδα και κάτι. Επιτέλους, μετά από τόσο καιρό, τώρα άρχισε να τρώει. Ήδη προχθές έφαγε μια αρσενική κατσαρίδα κόκκινο δρομέα, και μάλλον θα φάει κι άλλο αφού αλλάξει ξανά δέρμα, γιατί από τις 23 Νοεμβρίου ήταν σχεδόν έτοιμος για έκδυση πάλι. Τώρα που έχει φτιάξει τις τρύπες όπως θεέλι αυτός δε σκάβει πάρα πολύ, κι επίσης κάθεται πολύ περισσότερο αν τον χειριστώ, ενώ παλιά κινδύνευα να τον χάσω μόλις τον έπιανα. Επειδή κάνει κρύο το βράδυ και το γκέκο έχει αδυνατίσει λίγο και θέλω να βάλει βάρος για τη χειμερία νάρκη, του έχω αναμμένη τη θερμαντική πλάκα μονίμως, ώστε ν’ανέβει ο μεταβολισμός του. Κανονικά δε χρειάζεται αυτό. Έχω προσέξιε ότι ακομα και στους 15 βαθμούς τρέχει κανονικά. Όταν ζεσταίνεται, συνήθως επιλέγει το θερμότερο σημείο των 33 βαθμών όταν χωνεύει τροφή ή για λίγες ώρες την ημέρα, αλλιώς συχνάζει στη γωνιακή πέτρα, όπου η θερμοκρασία κυμαίνεται στους 27-29 βαθμούς.

Περιμένω τώρα να βάλει λίγο βάρος. Αν δε βάλει, δε θα το βάλω σε νάρκη, αλά αν βάλει, θα το κρυώσω το πολύ 3-4 εβδομάδες, τόσο όσο να καταλάβει την αλλαγή των εποχών. Πιστεύωότι μέρος της υποδραστηριότητάς του οφείλεται στον επερχόμενο χειμώνα. Αφού ξυπνήσει, πιστεύω η όρεξή του θα αυξηθεί απότομα. Επειδή είναι υπερανθεκτικό είδος, δε φοβάμαι ότι θα πάθει κάτι σοβαρό. Απότερος σκοπός είναι η εύρεση ενός αρσενικού και η αναπαραγωγή του σπάνιου αυτού είδους. Αν γίνει αυτό, θα είμαι ο μόνος που έχει αναπαραγάγει το είδος στην Ελλάδα.

Το μόνο δύσκολο ζήτημα που μένει είναι αυτό του ονόματος. Θέλω να του δώσω ένα αρχαίο ελληνικό όνομα. Προς το παρόν λέγεται Περσεφόνη, επειδή έχει σχέση και με τον Πάνω και με τον Κάτω Κόσμο. Το όνομα ωστόσο είναι προσωρινό, και δέχομαι κι άλλες προτάσεις στα σχόλια. Αν δε μου έρθει κάποιο καλύτερο όμως θα κρατήσω αυτό.

Πηγές και σύνδεσμοι:β
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το γένος Teratoscincus
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για το Λεκανοπέδιο του Τουρπάν
οδηγός φροντίδας του T. roborowskii στο feeders.gr
το γένος Teratoscincus στο Gecko Time
οδηγός φροντίδας για T. perzewalskii
οδηγός φροντίδας για T. scincus
η βιοποικιλότητα των ερήμων
Επιστημονικές μελέτες:
μελέτες πάνω στον ημερήσιο ρυθμό δραστηριοότητας, στη διατροφή, στην οικεία ζώνη, στην επιλογή μικροενδιαιτημάτων και στον τρόπο κυνηγιού στο είδος T. roborowskii
βικαριανικά πρότυπα κατακερματισμού στο γένος Teratoscincus προκαλούμενα από την ινδική σύγκρουση, μία μοριακή φυλογενετική ανάλυση
πειραματική εκτίμηση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων σε δύο είδη του γένους Teratoscincus
φυλετικός διμορφισμός και διατροφικές συνήθειες στις δάφορες εποχές στο είδος T. roborowskii
ανάλυση της κινητικής δραστηριότητας της νυκτόβιας σαύρας T. scincus υπό διάφορες εντάσεις σεληνόφωτος
τρισδιάστατη κινηματική των πίσω άκρων σε δύο είδη χερσαίων γκέκο
χαρακτηριστικά της οδοντοστοιχίας στις σαύρες του γένους Teratoscincus και σε άλλα γκέκο
κάποια στοιχεία της οικολογίας και της φυσικής ιστορίας του γκέκο T. keyserlingii
η αυτοτομή της ουράς δεν επηρεάζει σημαντικά την κινητικότητα και τη συμπεριφορά κατά των εχθρών σ’ένα δρομεϊκό γκέκο, το είδος T. scincus
το χαμηλό κόστος μετακίνησης αυξάνει την επίδοση σε χαμηλές θερμοκρασίες σε ένα νυκτόβιο γκέκο, στο είδος T. perzewalskii
μορφολογία και λειτουργία των ηχοπαραγωγών φολίδων στην ουρά του T. scincus

Advertisements