Τα αμφισβαίνια είναι μια πολύ ιδιαίτερη ομάδα σαυρών. Έχουν πλήρως προσαρμοστεί για την υπόγεια ζωή, έχοντας το σχήμα του γεωσκώληκα. Λίγα είναι γνωστά για την ανατομία τους, τη ζωή τους στη φύση, και σχεδόν ποτέ δεν έχουν διατηρηθεί στην αιχμαλωσία σε τερράρια. Ψάχνοντας γι’αυτό, βρήκα ένα άρθρο, το οποίο ίσως είναι το μόνο άρθρο τέτοιου περιεχομένου στο Διαδίκτυο. Το βρήκα στο Cyberlizard, και το παραθέτω εδώ. Ορισμένα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε που γράφτηκε, τα οποία γράφω στο τέλος.

Μετάφραση: Bolko

Προστέθηκε το 1998; Τελευταία ενημέρωση στις 1 Φεβρουαρίου του 2003: ενημερώθηκε το κειμενο και προστέθηκαν σύνδεσμοι προς τις σελίδες για τις οικογένειες Amphisbaenidae, Trogonophidae και bipedidae.

Η διατήρηση και συντήρηση των αμβισβαινίων

Τα αμφισβαίνια είναι ίσως τα λιγότερο γνωστά των ερπετών, ακόμα πιο κρυφά και από το τουατάρα. Είναι επίσης γνωστά ως σκουληκόσαυρες, κι αποτελούν μια δική τους υπόταξη μέσα στην τάξη των φολιδωτών (οι σαύρες και τα φίδια), αλλά σε εμφάνιση και δομή στην πραγματικότητα δεν έχουν κοντινή συγγένεια με τις σαύρες. Τα αμφισβαίνια φτάνουν συνήθως το πολύ τα 60 εκατοστά και μοιάζουν με γιγάντιους γεωσκώληκες, με την προφανή διαφορά ότι ως σπονδυλωτά έχουν οστέινη δομή. Σ’αυτό το χαρακτηριστικό μοιάζουν με τα άποδα αμφίβια, τα αντίστοιχά τους στην ομοταξία των αμφιβίων. Ισχύει ότι υπάρχουν άποδες σαύρες, αλλά τα αμφισβαίνια επίσης διαφέρουνς το ότι έχουν αρκετά ατροφικό δεξιό πνεύμονα, πολύ μεγαλύτερο βαθμό οστού στο κρανίο πους παρά χόνδρο, ο οποίος είναι πιο διαδεδομένος στα κρανία των σαυρών, και φολίδες που είναι οργανωμένες σε δακτυλίους (annuli) γύρω από το σώμα (εξού και η εμφάνιση γεωσκώληκα). Όπως και με πολλά σκαπτικά ζώα, τα μάτια έχουν απλοποιηθεί σε υπολειμματικό στάδιο.
Υπάρχουν 130 είδη αμβισβαινίων, χωρισμένα σε τρεις οικογένειες: τους διποδίδες (Bipedidae), τους τρυγονοφίδες (Trogonophidae), και τους αμφισβαινίδες (Amphisbaenidae). Μία τέταρτη οικογένεια, οι ρινουρίδες (Rhinuridae), η οποία περιλαμβάνει ένα είδος, τη Rhinura, γενικώς τώρα θεωρείται μέρος των αμφισβενιδών. Τα τρία είδη της οικογένειας Bipedidae έχουν ένα ζεύγος αρκετά ανεπτυγμένων χεριών στο τέλος κοντών μπροστινών ποδιών κοντά στο κεφάλι, αλλά κατά τ’άλλα τα αμφισβαίνια δεν έχουν ορατά εξωτερικά άκρα. Το όνομα αμφισβαίνια, σε ελεύθερη μετάφραση, σημαίνει κίνηση προς και τις δύο κατευθύνσεις, αναφορά στο γεγονός ότι κάποια από αυτά τα πλάσματα μπορούν στην πραγματικότητα να κινηθούν προς τα πίσω κι επίσης στη δυσκολία προσδιορισμού του μπροστινού μέρους του ζώου με την πρώτη ματιά.
Τα αμφισβαίνια σπάνια κυκλοφορούν στο εμπόριο των κατοικιδίων, ακόμα και μεταξύ των εξωτικών. Στην πραγματικότητα δεν έχω δει κανένα να προσφέρεται προς πώληση, είτε σε κατάστημα κατοικιδίων είτε σε έκθεση. Σκεφτείτε το αυτό, δε θυμάμαι ούτε και να έχω δει κανένα στο Ζωολογικο Κήπο του Λονδίνου ή σε κάποιο άλλο τέτοιο ίδρυμα. Εν μέρει αυτό ίσως να ισχύει εξαιτίας της χαμηλής επιδεικτικής τους αξίας. Στο κάτω κάτω, ένα πλάσμα που περνά όλο το χρόνο του κρυμμένο στο υπόστρωμα (σκάβοντας κυριολεκτικά, σε αντίθεση με το λίγο σκάψιμο μερικών σαυρών) δεν είναι πιθανό ν’αποτελέσει το κέντρο της συζήτησης. Τα αμφισβαίνια επίσης δεν είναι και τόσο κοινά στη φύση. Περιορισμένα σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές της Αμερικής και της Αφρικής, συν των νοτίων της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, ο τρόπος ζωής τους τις κα΄νει δυσεύρετες, πόσο μάλλον να πιαστεί ικανός αριθμός για το εμπόριο κατοικιδίων. Αλλά όπως και στην περίπτωση των άπόδων αμφιβίων, κάποιος μπορεί να το θεωρήσει λυπηρό κατά κάποιον τρόπο. Η μεγάλη έλλειψη πληροφορίών που έχουμε γι’αυτά τα παράξενα ερπετά ίσως να ωθήσει κάποια άτομα να κάνουν περαιτέρω μελέτες.
Σύμφωνα με τον Mattison, η φροντίδα των αιχμάλωτων αμφισβαινίων είναι στην πραγματικότητα αρκετά εύκολη. Η κύρια απαίτηση είναι ένα υπόστρωμα βάθους αρκετών εκατοστών από άμμο, αμμώδες χώμα ή πεσμένα φύλλα, ανάλογα με την περιοχή προέλευσης του ζώου. Μια θερμαντική πλάκα τοποθετείτε στη μία μεριά του τερραρίου για να επιτρέπει περιορισμένη θερμορρύθμιση. Σε κάποιες περιπτώσεις παρέχεται επίσης ένας πλατύς βράχος με μια υγρή περιοχή από κάτω. Η τροφή θα είναι στη μορ΄φη κανονικών ασπονδύλων – γρύλλοι, αλευροσκούληκα, κηροσκούληκα και γεωσκώληκες – που θα ρίχνονται μέσα στο τερράριο. Αυτά μπορούν ν’αφεθούν να τριγυρνούν ελεύθερα, αφού το αμφισβαίνιο θα τα φάει κάτω από την επιφάνεια. Για αυτόν τον λόγο, ο Mattison προειδοποιεί επίσης ότι κανένα άλλο ερπετό δε θα πρέπει να διατηρείται σ’ένα χώρο με ένα αμφισβαίνιο, αφού τα μεγαλύτερα αμφισβαίνια σίγουρα είναι σαρκοφάγα και θα καταναλώσουν νεκρά τρωκτικά ή τροφή κατοικιδίων. Ο Rundquist προτείνει να προσφέρονται κάθε δεύτερη εβδομάδα νεογέννητα ή γουνοφόρα ποντίκια και να συμπληρώνονται μία ή δύο φορές το μήνα με υγρή πολυβιταμίνη στη δόση του 0,1 cc βιταμίνες ανά 440 γραμμάρια ζώου. Επίσης το άπαχο κρέας βοδινού ή αλόγου είναι προφανώς αποδεκτό. Προειδοποιεί επίσης κατά του ταΐσματος κατεψυγμένων ψαριών στα αμφισβαίνια, μια τάση που σημείωσε.
Οι πληροφορίες για μεμονωμένα είδη είναι ελάχιστες. Σε μια προσπάθεια να εξισορροπήσουμε τα πράγματα, και για να κάνουμε τα αμφισβαίνια πιο προσβάσιμα στους ερπετόφιλους και στο ευρύ κοινό, προσφέρουμε ό,τι δεδομε΄να μπορούμε να βρούμε για τις βασικές οικογένειες και γένη αυτής της υπόταξης. Εντούτοις, αυτό θα πάρει κάποιον χρόνο για να ολοκληρωθεί. Εκτός από τη χρήση της ανεκτίμητης βάσης δεδομένων embl για να ελέγξουμε τα ονόματα των ειδών και την προέλευσή τους, Όλα τα υπόλοιπα δεδομένα προέρχονται από οδηγούς υπαίθρου προς ορισμένες περιοχές (έως τώρα, μόνο για την Αφρική και την Ευρώπη).
Για περισσότερες πληροφορίες για τα είδη των αμφισβαινίων, παρακαλούμε πατήστε έναν από τους υνδέσμους των οικογενειών παρακάτω.

Κάποια΄πράγματα έχουν αλλάξει από τη χρονολογία δημοσίευσης του άρθρου. Τα αναγνωρισμένα είδη των αμφισβαινίων πλέον ανέρχονται στα 180, και οι οικογένειες είναι 6: Bipedidae, Amphisbaenidae, Trogonophidae, Rhinuridae, Cadeidae, και Blanidae. Αν και στην εποχή δημοσίευσης του άρθρου η θέση των αμφισβαινίων δεν είχε εξακριβωθεί, μοριακές μέθοδοι έχουν τοποθετήσει τα αμφισβαίνια δίπλα στην οικογένεια των τυπικών σαυρών (Lacertidae), με την οποία είτε μοιράζονται κοινό πρόγονο είτε κάποια εξαφανισμένα μέλη της είναι οι πρόγονοί τους. Οι σαύρες αυτές έχουν εξάπλωση στην Ευρασία και στην Αφρική, και είναι οι κοινές σαύρες που γνωρίζουμε, με το λεπτό σώμα, τη μακριά ουρά και την τεράστια ταχύτητά τους. Φαινομενικά δε μοιάζουν καθόλου με τις σκωληκόμορφες αμφίσβαινες, αλλά σε ορισμένα στοιχεία της ανατομίας τους είναι παρόμοιες, π.χ. στη δομή της γλώσσας. Η σχέση αυτή επιβεβαιώθηκε με ένα απολιθωματικό εύρημα ενδιάμεσου τύπου του Παλαιόκαινου, που ήταν μία σκαπτική σαύρα με μεγάλο, πλατύ και φτιαρόμορφο κεφάλι σαν αμφίσβαινα, αλλά με ατροφικά άκρα. Οι αμφίσβαινες έχουν ιστορία από το Κρητιδικό, πριν 99 εκατομμύρια χρόνια.
Και στην Ελλάδα έχουμε μια αμφίσβαινα, το είδος Blanus strauchi. Το είδος περιβάλλεται με πολλή μυστικοπάθεια και ελάχιστα μπορούν να βρεθούν γι’αυτό στο Διαδίκτυο. Είναι κυρίως μικρασιατικό είδος που στην Ελλάδα φτάνει σε λίγα ανατολικά νησιά (Σάμος, Φούρνοι, Λέρος, Κως, Σύμη, Ρόδος Καστελόριζο. Σκάβει τρύπες σε μαλακό έδαφος, ή κρύβεται σε τρύπες ασπονδύλων ή κάτω από πέτρες. Τρέφεται με ασπόνδυλα και το θηλυκό γεννά 1-2 αυγά. Συνήθως δεν ξεπερνά τα 20 εκατοστά. Επειδή ζει σχεδόν αποκλειστικά υπογείως, πολύ σπάνια παρατηρείται στην επιφάνεια.

Advertisements