Από:
εδώ.

ΜΩΣΑΪΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

ΕΝΟΤΗΤΑ 7- ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΟΣ

ΖΩΑ ΚΑΘΑΡΑ ΚΑΙ ΑΚΑΘΑΡΤΑ

ΤΑ ΚΑΘΑΡΑ ΚΑΙ ΑΚΑΘΑΡΤΑ ΖΩΑ

(Έξοδος 22,30. Λευιτικόν 11,1-47. 17,15-16. Δευτερονόμιο 14,3-21)

– Ο Κύριος είπε στο Μωυσή και στον Ααρών να πουν στους Ισραηλίτες: Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός που σας έβγαλα από την Αίγυπτο. Επειδή εγώ είμαι άγιος, πρέπει λοιπόν και σεις να είστε άγιοι. Να μη γίνεστε ακάθαρτοι εξαιτίας κανενός ζώου. Αυτός είναι ο νόμος σχετικά με τα ζώα, τα πουλιά και τα ζωντανά που κινούνται μέσα στα νερά και με τα ζωντανά που σέρνονται στο έδαφος. Πρέπει να διακρίνετε το ακάθαρτο από το καθαρό, τα ζώα που τρώγονται από εκείνα που δεν τρώγονται (Λευιτικόν 11,44-47). Έτσι λοιπόν:

– Οι Ισραηλίτες μπορούσαν να φάνε απ’ όλα τα τετράποδα ζώα της γης, που έχουν σχισμένη την οπλή, εντελώς χωρισμένη σε δύο νύχια, και είναι μηρυκαστικά. Τα ζώα που είναι καθαρά και επιτρέπεται να φαγωθούνε είναι το βόδι, το πρόβατο, το κατσίκι, το ελάφι, το ζαρκάδι, τον πύγαργο (είδος ζαρκαδιού), τον όρυγα (είδος αιγάγρου), το αγριοκάτσικο, την αντιλόπη, τη γαζέλα και την καμηλοπάρδαλη.

Απ’ αυτά όμως, θεωρούνται ακάθαρτα και δεν επιτρεπόταν να φάνε είναι η καμήλα, η οποία είναι μεν μηρυκαστικό αλλά δεν έχει διχαλωτή οπλή. Ακάθαρτα ζώα θεωρούνται ακόμη το κουνέλι, ο λαγός και ο σκαντζόχοιρος, τα οποία δεν είναι μηρυκαστικά και δεν έχουν διχαλωτή οπλή. Επίσης θεωρείται ακάθαρτο το γουρούνι, που έχει διχαλωτή οπλή, αλλά δεν είναι μηρυκαστικό. Κάθε ζώο που έχει διχαλωτή οπλή, αλλά δεν είναι μηρυκαστικό θεωρείται ακάθαρτο. Από αυτά τα ζώα δεν επιτρεπόταν να φάνε το κρέας τους, ούτε να αγγίξουν το πτώμα τους. Όποιος άγγιζε το πτώμα τους, θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Από τα υδρόβια ζώα θεωρούνται καθαρά και επιτρεπόταν να φάνε, όλα όσα έχουν πτερύγια και λέπια και ζουν είτε στη θάλασσα είτε στα ποτάμια. Απ’ αυτά όμως, όσα δεν έχουν πτερύγια και λέπια, θεωρούνται ακάθαρτα και βδελυρά. Από αυτά τα ζώα δεν επιτρεπόταν να φάνε το κρέας τους, ούτε να αγγίξουν το πτώμα τους.

– Από τα πτηνά θεωρούνται ακάθαρτα και βδελυρά και δεν επιτρεπόταν να φαγωθούνε ήταν ο αετός, ο γυπαετός, ο θαλασσαετός, ο γύπας, ο ικτίνος και όλα τα όμοια προς αυτόν, το γεράκι και όλα τα είδη του, η στρουθοκάμηλος, η κουκουβάγια, ο γκιώνης, ο γλάρος και όλα τα όμοια προς αυτόν, ο κόρακας και όλα τα είδη του, ο νυχτοκόρακας, ο φαλακροκόρακας (καταρράκτης), η Ίβι, ο πορφυρίωνας, ο πελαργός, ο πελεκάνος, ο κύκνος, ο ερωδιός, ο χαραδριός και τα όμοια προς αυτός, ο τσαλαπετεινός, η κίσσα και η νυχτερίδα.

– Όλα τα πτερωτά ζωύφια που βαδίζουν με τα τέσσερα θεωρούνται ακάθαρτα και βδελυρά και δεν επιτρεπόταν να φαγωθούνε, εκτός από εκείνα που έχουν πάνω απ’ τα πόδια τους σκέλη, για να πηδάνε πάνω στο έδαφος. Από αυτά θεωρούνται καθαρά και μπορούν να φαγωθούν τα εξής: όλα τα είδη της κοινής ακρίδας, της καταστρεπτικής ακρίδας, της ακρίδας που πετάει και της ακρίδας που πηδάει.

– Κάθε άγριο ζώο που βαδίζει με τα τέσσερα και χρησιμοποιεί τα μπροστινά του πόδια ως χέρια θεωρείται ακάθαρτο και όποιος άγγιζε το πτώμα τους, θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Από τα ζώα που περπατούν στο έδαφος και θεωρούνται ακάθαρτα είναι η γάτα, ο ποντικός, ο αρουραίος, ο χερσαίος κροκόδειλος, ο χαμαιλέων, η σαύρα, η παρδαλή σαύρα, το σαμιαμίδι και ο τυφλοπόντικας. Αυτά θεωρούνται ακάθαρτα και όποιος άγγιζε το πτώμα τους, θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Κάθε ερπετό, κάθε ζώο που σέρνεται στο έδαφος με την κοιλιά ή βαδίζει με τέσσερα ή περισσότερα πόδια, δεν επιτρεπόταν να φαγωθεί, γιατί θεωρούνταν βδελυρό και ακάθαρτο (Λευιτικόν 11,1-30. Δευτερονόμιο 14,3-20).

– Από τα ακάθαρτα ζώα δεν επιτρεπόταν να φαγωθεί το κρέας τους, ούτε ν’ αγγίξουν το πτώμα τους, γιατί μολύνεται ο άνθρωπος και γίνεται ακάθαρτος ενώπιον του Κυρίου. Όποιος άγγιζε το πτώμα τους, θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ. Και όποιος βρισκόταν σε ανάγκη και μετέφερε το πτώμα από κάποιο ακάθαρτο ζώο, θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Κάθε πράγμα, είτε είναι ξύλινο, είτε ρούχο, είτε δέρμα, είτε σακί, το οποίο θα ερχόταν σε επαφή ή πάνω στο οποίο θα έπεφτε το πτώμα ενός από τα ακάθαρτα αυτά ζώα, θεωρούνταν ακάθαρτο. Τότε το πράγμα αυτό θα έπρεπε να πλυθεί με νερό και να παραμείνει ακάθαρτο ως το βράδυ, μετά θα είναι καθαρό. Εάν κάποιο απ’ αυτά τα πτώματα πέσει μέσα σε πήλινο δοχείο, το περιεχόμενο του δοχείου είναι ακάθαρτο και το δοχείο πρέπει να καταστραφεί. Κάθε τροφή που θα βραχεί με το νερό ενός τέτοιου δοχείου, θεωρείται ακάθαρτη. Το ίδιο και κάθε ποτό, που θα πέσει μέσα του νερό από ένα τέτοιο ακάθαρτο δοχείο.

– Κάθε αντικείμενο, το οποίο θα ερχόταν σε επαφή ή πάνω στο οποίο θα έπεφτε το πτώμα ενός από τα ακάθαρτα αυτά ζώα, θεωρείται επομένως ακάθαρτο. Εάν επρόκειτο για φούρνο είτε για χύτρα με πόδια, θα έπρεπε να γκρεμιστούν γιατί είναι ακάθαρτα.

– Εάν όμως σε πηγή, ή σε πηγάδι, ή σε δεξαμενή νερού, έπεφτε το πτώμα ενός ακάθαρτου ζώου, αυτά τα νερά θεωρούνταν καθαρά, αλλά οποιοσδήποτε όμως άγγιζε το πτώμα των ζώων αυτών που έπεσαν μέσα στα νερά, θεωρούνταν ακάθαρτος.

– Εάν το πτώμα κάποιου ακάθαρτου ζώου πέσει στο σπόρο που προορίζεται για σπορά, ο σπόρος αυτός θεωρείται καθαρός. Εάν όμως ο σπόρος έχει βραχεί με νερό και πέσει πάνω του το πτώμα ενός ακάθαρτου ζώου, ο σπόρος αυτός θεωρείται ακάθαρτος.

– Εάν ένα από τα καθαρά ζώα, το οποίο επιτρεπόταν να φαγωθεί, ψοφήσει, όποιος άγγιζε το πτώμα του θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ. Όποιος έτρωγε το πτώμα ενός ζώου, έστω κι αν ήταν καθαρό, θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του, να καθαριστεί ο ίδιος με νερό και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ (Λευιτικόν 11,31-43).

– Δεν έπρεπε οι Ισραηλίτες να τρώνε ζώο που βρέθηκε κατασπαραγμένο από θηρίο. Αυτό το κρέας θα έπρεπε να το ρίχνουν στα σκυλιά (Έξοδος 22,30).

– Εάν κάποιος έτρωγε ζώο σκοτωμένο ή κατασπαραγμένο από θηρίο, είτε αυτός είναι Ισραηλίτης είτε ξένος, ήταν ένοχος και θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του, να καθαριστεί με νερό και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ κι έπειτα ήταν καθαρός. Εάν όμως δεν έπλυνε τα ρούχα του και δεν καθαριζόταν με νερό, θα έφερνε πάνω του το βάρος της ανομίας του και έπρεπε να τιμωρηθεί (Λευιτικόν 17,15-16).

– Τα ακάθαρτα ζώα μπορούσαν οι Ισραηλίτες να τα δώσουν στους ξένους που φιλοξενούσαν στις πόλεις τους για να φάνε ή να τα πουλήσουν γενικά σε ξένους (Δευτερονόμιο 14,21).

Η ΒΡΩΣΗ ΑΙΜΑΤΟΣ

Η ΒΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ

(Λευιτικόν 17,10-14)

– Εάν κάποιος Ισραηλίτης ή ξένος που ζούσε ανάμεσα τους, έτρωγε το κρέας με το αίμα του ή έπινε το αίμα του ζώου, ο Κύριος στρεφόταν εναντίον του ανθρώπου αυτού και θα έπρεπε να εξοντωθεί και να τιμωρηθεί με θάνατο. Και αυτό γιατί στο αίμα βρίσκεται η ζωή κάθε ζωντανού πλάσματος. Γι’ αυτό ο Κύριος έδωσε εντολή το αίμα να χύνετε πάνω στο θυσιαστήριο, ώστε να χρησιμεύει για την εξιλέωση και τη συγχώρηση των αμαρτιών του ανθρώπου. Κι αυτός ήταν ο λόγος που ο Κύριος απαγόρευσε τη βρώση του αίματος.

– Εάν κάποιος Ισραηλίτης ή ξένος που ζούσε ανάμεσά τους, έπιανε στο κυνήγι ένα ζώο ή ένα πουλί, από εκείνα που επιτρεπόταν να τρώγονται, θα έπρεπε να χύσει το αίμα του στη γη και να το σκεπάσει με χώμα, διότι στο αίμα βρίσκεται η ζωή κάθε ζωντανού πλάσματος, και όποιος το έτρωγε θα έπρεπε να εξοντωθεί και να τιμωρηθεί με θάνατο(Λευιτικόν 17,10-14).

Η ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΝΕΚΡΟΥ

Η ΣΤΑΧΤΗ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΔΑΜΑΛΙΟΥ

ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΕΥΕ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΟΥ ΕΞΑΓΝΙΣΜΟΥ

(Αριθμοί 19,1-10)

Ο Κύριος έδωσε στο Μωυσή και στον Ααρών την περιγραφή του τυπικού που ακολουθεί: Οι Ισραηλίτες θα τους έφερναν ένα κόκκινο δαμάλι χωρίς κανένα σωματικό ελάττωμα και που δεν είχε ακόμη ζευτεί. Αυτό το δαμάλι θα το παραδώσουν στον Ελεάζαρ, τον ιερέα, και μερικού άντρες θα το οδηγούσαν έξω από το στρατόπεδο και θα το έσφαζαν μπροστά του. Ο Ελεάζαρ θα έπαιρνε από το αίμα του δαμαλιού με το δάχτυλό του και μ’ αυτό θα ράντιζε εφτά φορές το μπροστινό μέρος της Σκηνής του Μαρτυρίου. Μετά θα έκαιγαν όλο το δαμάλι μπροστά του, δηλαδή το δέρμα του, το κρέας του και το αίμα του, μαζί με την κοπριά του. Κατόπιν ο ιερέας έπαιρνε ένα ξύλο κέδρου, ένα κλωναράκι ύσσωπο και κόκκινη κλωστή και τα έριχνε μέσα στη φωτιά όπου καιγόταν το δαμάλι. Στο τέλος ο ιερέας έπλυνε τα ρούχα του, καθάριζε το σώμα του με νερό κι έπειτα έμπαινε στο στρατόπεδο και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

Παρόμοια κι εκείνος που είχε κάψει το δαμάλι. Έπλενε κι αυτός τα ρούχα του με νερό, καθάριζε το σώμα του με νερό και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ. Έπειτα κάποιος που ήταν καθαρός, μάζευε τη στάχτη από το δαμάλι και την πήγαινε έξω από το στρατόπεδο σε τόπο καθαρό. Η στάχτη θα φυλασσόταν εκεί από τον ισραηλιτική κοινότητα, για να ετοιμάσουν μ’ αυτήν το νερό του καθαρισμού και του εξαγνισμού. Ο άνθρωπος που θα μάζευε τη στάχτη, στο τέλος έπλενε κι αυτός τα ρούχα του, καθάριζε το σώμα του με νερό και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

Αυτό ήταν νόμος αιώνιος για τους Ισραηλίτες και για τους ξένους που κατοικούσαν ανάμεσά τους (Αριθμοί 19,1-10).

Η ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΝΕΚΡΟΥ

(Αριθμοί 19,11-22)

– Όποιος άγγιζε νεκρό, θεωρούνταν ακάθαρτος για εφτά μέρες. Θα έπρεπε να καθαριστεί με το νερό του εξαγνισμού την τρίτη μέρα και την έβδομη, και τότε θεωρούνταν καθαρός. Αν όμως δεν καθαριζόταν την τρίτη μέρα και την έβδομη μέρα, παρέμενε ακάθαρτος. Όποιος άγγιζε το νεκρό σώμα οποιουδήποτε ανθρώπου και δεν καθαριζόταν, αυτός βεβήλωνε τη Σκηνή του Μαρτυρίου του Κυρίου. Αυτός θα έπρεπε να αποκόπτεται από την ισραηλιτική κοινότητα, διότι δεν καθαρίστηκε με το νερό του εξαγνισμού και ήταν ακάθαρτος.

– Εάν ένας άνθρωπος πεθάνει μέσα σ’ ένα σπίτι ή σε μια σκηνή, ο καθένας που θα έμπαινε ή που βρισκόταν μέσα σ’ αυτό θεωρούνταν ακάθαρτος για εφτά μέρες. Κάθε ανοιχτό δοχείο, που δεν ήταν σκεπασμένο με το κάλυμμά του θεωρούνταν ακάθαρτο.

– Όποιος άγγιζε στην ύπαιθρο έναν σκοτωμένο από κάποιον άλλο ή έναν πεθαμένο από φυσικό θάνατο ή άγγιζε ανθρώπινα κόκκαλα ή έναν τάφο, θεωρούνταν ακάθαρτος για εφτά μέρες.

– Καθετί που άγγιζε ο ακάθαρτος θεωρούνταν ακάθαρτο, και όποιος άγγιζε τον ακάθαρτο, θεωρούνταν κι αυτός ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Για οποιοδήποτε ακάθαρτο άνθρωπο από επαφή με νεκρό, έπαιρναν από τη στάχτη του δαμαλιού που είχε καεί, και τη έβαζαν σ’ ένα δοχείο, που περιείχε πηγαίο νερό. Κάποιος που ήταν καθαρός έπαιρνε ένα κλαδάκι από ύσσωπο, το βουτούσε στο νερό και μ’ αυτό ράντιζε το σπίτι και όλα τα σκεύη, καθώς και όλους όσους υπήρχαν εκεί. Ακόμη ράντιζε κι εκείνον που άγγιξε τα κόκκαλα ή τον σκοτωμένο ή τον πεθαμένο ή τον τάφο. Κάποιος που ήταν καθαρός ράντιζε τον ακάθαρτο την τρίτη μέρα και την έβδομη μέρα. Την έβδομη μέρα ο ακάθαρτος έπλυνε τα ρούχα του, καθάριζε το σώμα του με νερό και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Και εκείνος ο οποίος ράντιζε τον ακάθαρτο με το νερό του εξαγνισμού, θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του. Κι όποιος ερχόταν σε επαφή με το νερό του εξαγνισμού, θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Ο άνθρωπος ο οποίος θα μολυνθεί από επαφή με νεκρό και δεν θα θελήσει να εξαγνιστεί, θα έπρεπε να εξολοθρευτεί, γιατί ήταν ακάθαρτος και δε ραντίστηκε με το νερό του εξαγνισμού, μολύνοντας μ’ αυτό τον τρόπο το άγιο κατοικητήριο του Θεού. Αυτός ήταν νόμος αιώνιος για όλες τις επερχόμενες γενιές

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΛΕΧΩΝΕΣ

Ο ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΛΕΧΩΝΩΝ

(Λευιτικόν 12,1-8)

Ο Κύριος είπε στο Μωυσή, ποιες θα έπρεπε να είναι οι διατάξεις για τον καθαρισμό των λεχώνων.

– Εάν μια γυναίκα έμεινε έγκυος και γεννούσε αγόρι, θεωρούνταν ακάθαρτη για εφτά μέρες, όσες είναι και οι μέρες της περιόδου της. Την όγδοη μέρα γινόταν η περιτομή του παιδιού και αυτή παρέμεινε στο σπίτι της 33 ακόμη μέρες για τον καθαρισμό της από το αίμα. Δεν επιτρεπόταν ν’ αγγίξει τίποτε άγιο, ούτε να μπει στο ναό, ωσότου συμπληρωθούν οι μέρες του καθαρισμού της.

– Εάν γεννούσε κορίτσι, θεωρούνταν ακάθαρτη για δύο βδομάδες, όπως και κατά το χρόνο της περιόδου της, και παρέμεινε στο σπίτι 66 ακόμη μέρες για τον καθαρισμό της από το αίμα.

– Όταν συμπληρωνόταν ο χρόνος, που απαιτούνταν για τον καθαρισμό της, είτε πρόκειται για γιο είτε για κόρη, έπρεπε να προσφέρει στον ιερέα στην είσοδο της Σκηνής του Μαρτυρίου ή στο Ναό αργότερα, ως θυσία ολοκαυτώματος, ένα αρνί ενός έτους χωρίς κανένα ελάττωμα, και ένα νεοσσό περιστεριού (πιτσούνι) ή τρυγόνι ως θυσία εξιλέωσης από την αμαρτία. Ο ιερέας τα πρόσφερε αυτά ως θυσία ενώπιον του Κυρίου, για την εξιλέωση της γυναίκας και τον καθαρισμό από τη ροή του αίματός της.

Εάν δεν είχε τη δυνατότητα να προσφέρει αρνί, τότε έπρεπε να προσφέρει δύο τρυγόνια ή δύο νεοσσούς περιστεριών, το ένα για τη θυσία του ολοκαυτώματος και το άλλο για τη θυσία εξιλέωσης. Ο ιερέας θα έκανε κανονικά την τελετουργία του εξιλασμού γι’ αυτή και η γυναίκα θα καθαριζόταν (Λευιτικόν 12,1-8).

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΠΡΑ

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΛΕΠΡΑ

(Λευιτικόν 13,1-46)

Ο Κύριος είπε στο Μωυσή, ποιες θα έπρεπε να είναι οι διατάξεις που αφορούν τη λέπρα.

– Εάν κάποιος παρουσίαζε στο δέρμα του πληγή, εξάνθημα ή κηλίδα, που θα μπορούσε να εξελισσόταν σε προσβολή λέπρας, αυτός έπρεπε να οδηγηθεί στον ιερέα κι αυτός θα εξέταζε την πληγή στο δέρμα. Εάν οι τρίχες στο σημείο της πληγής ήταν λευκές και η επιφάνεια της πληγής ήταν βαθύτερη από την επιφάνεια του γύρω δέρματος, τότε πρόκειται για πληγή λέπρας και ο ιερέας θα έπρεπε να τον χαρακτηρίσει ακάθαρτο.

Εάν όμως οι τρίχες στο σημείο της πληγής παραμένουν μαύρες και η επιφάνεια της πληγής δεν ήταν βαθύτερη από την επιφάνεια του γύρω δέρματος, τότε ο ιερέας έπρεπε να απομονώσει τον άρρωστο για εφτά μέρες.

Την έβδομη μέρα θα τον εξέταζε ξανά κι εάν διαπίστωνε ότι η πληγή έμεινε στάσιμη και δεν απλώθηκε στο δέρμα, τότε έπρεπε να τον απομονώσει για άλλες εφτά μέρες. Την έβδομη μέρα, ο ιερέας θα τον εξέταζε για δεύτερη φορά κι εάν η πληγή ξεράθηκε και δεν απλώθηκε στο δέρμα, τότε θα τον κρίνει καθαρό, διότι τα σημεία πείθουν ότι δεν πρόκειται για λέπρα. Τότε αυτός όφειλε να πλύνει τα ρούχα του και θεωρούνταν καθαρός.

Εάν όμως η πληγή έχει απλωθεί πάνω στο δέρμα, τότε ο ασθενής θα επισκεφτεί τον ιερέα. Ο ιερέας θα τον εξέταζε και εάν διαπίστωνε ότι η πληγή είχε απλωθεί στο δέρμα, τότε έπρεπε να τον θεωρήσει ακάθαρτο, διότι πρόκειται για λέπρα.

– Εάν σε κάποιον άνθρωπο παρουσιαστεί πληγή λέπρας, αυτός θα έπρεπε να παρουσιαστεί στον ιερέα. Ο ιερέας θα έπρεπε να τον εξετάσει με προσοχή και εάν διαπίστωνε ότι η πληγή στο δέρμα είναι λευκή και έχει μεταβάλλει και τις τρίχες λευκές, και ότι υπάρχουν κάποια σημεία υγιής σάρκας στην πληγή, τότε η λέπρα είναι παλιά στο δέρμα του. Ο ιερέας τότε θα έπρεπε να τον κρίνει ακάθαρτο και να τον απομονώσει από το λαό.

– Εάν όμως η λέπρα είναι απλωμένη πάνω σ’ όλη την επιφάνεια του δέρματος απ’ το κεφάλι ως τα πόδια, και ο ιερέας διαπίστωνε ότι η λέπρα κάλυψε όλο του το σώμα, θα έπρεπε τον κρίνει καθαρό, γιατί είχε γίνει πια ολόκληρος άσπρος και πρόκειται για λευκοπλασία. Την ημέρα όμως που θα εμφανιστεί στο λευκό του δέρμα, υγιής σάρκα όμοια με το προηγούμενο φυσικό της χρώμα, τότε ο άνθρωπος αυτός θεωρούνταν ακάθαρτος και ο ιερέας αφού εξέταζε την πληγή, τον έκρινε ακάθαρτο, διότι πρόκειται για λέπρα.

Εάν όμως το υγιές μέρος του δέρματος ξαναγινόταν λευκό, τότε ο ασθενής έπρεπε να πάει πάλι στον ιερέα. Εκείνος θα τον εξέταζε και εάν διαπίστωνε ότι η πληγή έγινε πάλι λευκή, τότε έκρινε τον άρρωστο καθαρό.

– Εάν κάποιος άνθρωπος είχε στο δέρμα του ένα έλκος, το οποίο θεραπεύτηκε και έπειτα στην περιοχή του έλκους παρουσιαζόταν λευκή πληγή ή ασπροκόκκινη ή ξανθή, τότε αυτός θα έπρεπε να παρουσιαστεί στον ιερέα. Εκείνος θα τον εξέταζε και εάν διαπίστωνε ότι η επιφάνεια της πληγής είναι βαθύτερη από το άλλο δέρμα και ότι οι τρίχες έγιναν λευκές, τότε αυτός θεωρούνταν ακάθαρτος, διότι πρόκειται για λέπρα, που εκδηλώθηκε στην ουλή του έλκους.

Εάν όμως ο ιερέας διαπίστωνε ότι οι τρίχες στο σημείο του έλκους παραμένουν μαύρες και η επιφάνεια της πληγής δεν ήταν βαθύτερη από την επιφάνεια του γύρω δέρματος, τότε ο ιερέας έπρεπε να τον απομονώσει για εφτά μέρες.

Εάν όμως η πληγή απλώθηκε πολύ πάνω στο δέρμα, τότε ο ιερέας τον έκρινε ακάθαρτο, διότι πρόκειται για λέπρα η οποία βγήκε από το έλκος. Εάν όμως η πληγή παρέμεινε στάσιμη και δεν απλωνόταν, τότε είναι έλκος και ο ιερέας τον έκρινε καθαρό.

– Εάν κάποιος άνθρωπος είχε στο δέρμα του έγκαυμα από φωτιά, το έγκαυμα θεραπευτεί και πάνω στο θεραπευμένο έγκαυμα παρουσιαζόταν γυαλιστερό λευκό σημείο ή ασπροκόκκινο, θα έπρεπε να πάει στον ιερέα να τον εξετάσει. Εάν ο ιερέας διαπίστωνε ότι οι τρίχες στο σημείο αυτό έγιναν λευκές και ότι η επιφάνεια της πληγής ήταν βαθύτερη από την επιφάνεια του γύρω δέρματος, τότε πρόκειται για λέπρα που εκδηλώθηκε στο έγκαυμα. Τότε ο ιερέας έκρινε τον ασθενή ακάθαρτο, διότι πρόκειται για λέπρα.

Εάν όμως ο ιερέας διαπίστωνε ότι στο σημείο της πληγής δεν υπάρχουν λευκές τρίχες και ότι η επιφάνεια της πληγής δεν ήταν βαθύτερη από την επιφάνεια του γύρω δέρματος, και το χρώμα ήταν θαμπό, τότε έπρεπε να τον απομονώσει για εφτά μέρες.

Την έβδομη μέρα θα τον εξέταζε ξανά κι εάν διαπίστωνε ότι η πληγή απλώθηκε και στο άλλο δέρμα, τότε τον έκρινε ακάθαρτο, διότι πρόκειται για λέπρα. Εάν όμως η πληγή παρέμεινε στάσιμη και δεν είχε απλωθεί στο δέρμα, αλλά το χρώμα της ήταν θαμπό, τότε η πληγή αυτή ήταν από το έγκαυμα και ο ιερέας τον έκρινε καθαρό.

– Εάν κάποιος άντρας ή μια γυναίκα παρουσιάσει κάποια πληγή στο κεφάλι ή στο σαγόνι, ο ιερέας θα έπρεπε να εξετάσει την πληγή. Εάν διαπίστωνε ότι ή επιφάνεια της πληγής είναι βαθύτερη από το γύρω δέρμα και ότι έχει ξανθές και λεπτές τρίχες, τότε έκρινε τον άρρωστο ακάθαρτο, διότι πρόκειται για λέπρα στο κεφάλι ή στο σαγόνι.

Εάν ο ιερέας διαπίστωνε ότι η επιφάνεια της πληγής δεν ήταν βαθύτερη από το γύρω δέρμα και δεν υπάρχουν ξανθές τρίχες σ’ αυτή, θα έπρεπε να απομονώσει τον ασθενή για εφτά μέρες.

Την έβδομη μέρα θα εξέταζε πάλι τον ασθενή και διαπίστωνε ότι η πληγή δεν είχε εξαπλωθεί και δεν υπάρχουν σ’ αυτή ξανθές τρίχες και η επιφάνεια της δεν ήταν βαθύτερη από το γύρω δέρμα, τότε ο ιερέας έδινε εντολή να ξυριστεί το υγιές δέρμα, χωρίς όμως να ξυριστεί το σημείο που ήταν η πληγή, και ο ιερέας έπρεπε να τον απομονώσει για άλλες εφτά μέρες.

Την έβδομη μέρα ο ιερέας θα εξέταζε εκ νέου την πληγή και εάν διαπίστωνε ότι δεν είχε απλωθεί πάνω στο δέρμα μετά το ξύρισμα και δεν ήταν βαθύτερη από το γύρω δέρμα, τότε τον έκρινε καθαρό. Ο άρρωστος θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του και κατόπιν ήταν καθαρός.

Εάν όμως η πληγή απλωθεί πάνω στο δέρμα, αφού κρίθηκε καθαρός, ο ιερέας διαπίστωνε ότι αυτή απλώθηκε πάνω στο δέρμα, τότε δεν χρειαζόταν να ψάξει για ξανθές τρίχες, διότι ο ασθενής ήταν λεπρός και ακάθαρτος. Εάν όμως διαπίστωνε ότι η πληγή παρέμεινε στάσιμη και ότι βγαίνουν σ’ αυτή τρίχες μαύρες, τότε η ασθένεια θεραπεύτηκε και ο άνθρωπος θεωρούνταν καθαρός.

– Εάν κάποιος άντρας ή μια γυναίκα παρουσίαζε φανερά νοσηρά συμπτώματα στο δέρμα του, γυαλιστερά και υπόλευκα, τότε ο ιερέας θα έπρεπε να εξετάσει την πληγή. Εάν διαπίστωνε ότι υπήρχαν στο δέρμα του γυαλιστερά και υπόλευκα συμπτώματα, και ο ασθενής ήταν υπόλευκος, τότε πρόκειται για λευκή, μη μεταδοτική λέπρα, που εκδηλώθηκε στο δέρμα, και ο ασθενής ήταν καθαρός.

– Εάν κάποιος άνθρωπος χάσει τα μαλλιά του, πρόκειται για φαλάκρα και ήταν καθαρός. Ακόμη και εάν πέσουν τα μαλλιά του στο μπροστινό μέρος του κεφαλιού, πρόκειται για φαλάκρα στο σημείο εκείνο και ήταν καθαρός.

Εάν όμως στη φαλάκρα του μπροστινού ή του πίσω μέρους του κεφαλιού παρουσιαζόταν λευκή ή ασπροκόκκινη πληγή, πρόκειται για λέπρα, που εκδηλώθηκε στο πίσω ή στο μπροστινό φαλακρό μέρος του κεφαλιού. Ο ιερέας θα έπρεπε να εξετάσει την πληγή κι αν διαπίστωνε ότι υπήρχε λευκή ή ασπροκόκκινη πληγή στο πίσω ή στο μπροστινό φαλακρό μέρος του κεφαλιού, που έμοιαζε με τη λέπρα του δέρματος, τότε ο άνθρωπος αυτός ήταν λεπρός και ο ιερέας τον έκρινε ακάθαρτο, που η λέπρα εκδηλώθηκε στο κεφάλι.

– Κάθε λεπρός έπρεπε να φοράει σχισμένα ρούχα, να μην έχει κάλυμμα στο κεφάλι, να είχε λυμένα τα μαλλιά του, να σκέπαζε το κάτω μέρος του προσώπου του γύρω από το στόμα, για να αναγνωρίζεται και έπρεπε να φωνάζει «ακάθαρτος, ακάθαρτος!» Για όλο το διάστημα που διαρκούσε η αρρώστια του, θεωρούνταν ακάθαρτος και ζούσε απομονωμένος από τους άλλους ή έξω από το στρατόπεδο (Λευιτικόν 13,1-46).

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ

(Λευιτικόν 14,1-32)

Ο Κύριος είπε στο Μωυσή, ποιες θα έπρεπε να είναι οι διατάξεις για τους λεπρούς, οι οποίοι θεραπεύτηκαν από τη λέπρα.

– Την ημέρα που κάποιος λεπρός είχε θεραπευτεί από τη λέπρα, αυτός έπρεπε να οδηγηθεί μπροστά στον ιερέα, ο οποίος έβγαινε έξω από το στρατόπεδο ή έξω από την πόλη για να τον εξετάσει. Ο ιερέας τον εξέταζε και εάν ο ασθενής είχε θεραπευτεί από τη λέπρα, τότε ο ιερέας έδινε εντολή να φέρουν γι’ αυτόν δύο μικρά ζωντανά και καθαρά πουλιά, ένα ξύλο από κέδρο, κόκκινη κλωστή και ένα κλωναράκι από ύσσωπο.

Έπειτα ο ιερέας έδινε εντολή να σφάξουν το ένα πουλί πάνω σ’ ένα πήλινο δοχείο που περιέχει νερό πηγής. Μετά έπαιρνε το ζωντανό πουλί, το ξύλο του κέδρου, την κόκκινη κλωστή και τον ύσσωπο, και τα βουτούσε μαζί με το ζωντανό πουλί στο αίμα του πουλιού που σφάχτηκε πάνω από το νερό της πηγής. Μ’ αυτό ράντιζε το θεραπευθέντα λεπρό εφτά φορές και τότε αυτός θεωρούνταν καθαρός. Κατόπιν ο ιερέας άφηνε ελεύθερο το ζωντανό πουλί να πετάξει στους αγρούς.

Ο θεραπευμένος λεπρός θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του, να ξυρίσει όλες τις τρίχες του σώματός του και να πλυθεί με νερό. Κατόπιν μπορούσε να μπει στο στρατόπεδο, αλλά έπρεπε να μείνει για εφτά μέρες έξω από το σπίτι του. Την έβδομη μέρα θα έπρεπε πάλι να ξυρίσει το κεφάλι του, τα γένια του, τα φρύδια του και όλες τις τρίχες του σώματός του, να πλύνει τα ρούχα του, να καθαρίσει το σώμα του με νερό και τότε θεωρούνταν καθαρός ενώπιον όλων με το δικαίωμα της ελεύθερης πλέον επικοινωνίας.

Την όγδοη μέρα ο θεραπευμένος λεπρός θα έπρεπε να πάρει δύο αρσενικά αρνιά ενός έτους χωρίς ελάττωμα, μία προβατίνα ενός έτους χωρίς ελάττωμα και τρία δέκατα του εφά (περίπου 6 κιλά) σιμιγδάλι ζυμωμένο με λάδι, ως αναίμακτη προσφορά, και μία κοτύλη (περίπου 280 γραμμάρια) λάδι. Ο ιερέας, που έκανε τον νομικό καθαρισμό, θα έπρεπε να οδηγήσει τον άνθρωπο αυτό και τις προσφορές του ενώπιον του Κυρίου στην είσοδο της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Ο ιερέας θα έπρεπε να πάρει το ένα αρνί και να το προσφέρει μαζί με τη μια κοτύλη με το λάδι ως θυσία επανόρθωσης για την εξάλειψη της αμαρτίας και τα πρόσφερε ενώπιον του Κυρίου. Έπειτα έσφαζαν το αρνί στον τόπο όπου σφάζονταν όλα τα προς θυσία ζώα. Ότι απόμεινε από τη θυσία, ανήκε στον ιερέα. Έπειτα ο ιερέας θα έπρεπε να πάρει λίγο από το αίμα του ζώου της θυσίας επανόρθωσης και ν’ αλείψει το λοβό του δεξιού αυτιού του καθαριζόμενου, το δεξιό του αντίχειρα και το μεγάλο δάκτυλο του δεξιού του ποδιού. Μετά έπαιρνε με τη χούφτα του αριστερού του χεριού από το λάδι της κοτύλης και βουτούσε με το δεξί του δάχτυλο στο λάδι και ράντιζε εφτά φορές ενώπιον του Κυρίου. Με το υπόλοιπο λάδι που βρίσκεται στη χούφτα του, θ’ αλείψει το λοβό του δεξιού αυτιού εκείνου που καθαρίζεται, το δεξιό του αντίχειρα και το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού, πάνω από το σημείο που είχε αλείψει με το αίμα του ζώου. Το υπόλοιπο λάδι που είχε μείνει στη χούφτα του, ο ιερέας θα το έχυνε στο κεφάλι του ανθρώπου που καθαριζόταν και έτσι τον εξιλέωνε ενώπιον του Κυρίου.

Έπειτα ο ιερέας έπρεπε να προσφέρει τη θυσία εξιλέωσης για τις αμαρτίες του καθαριζόμενου. Κατόπιν έσφαζαν το ζώο που προοριζόταν για τη θυσία του ολοκαυτώματος και ο ιερέας πρόσφερε το ολοκαύτωμα πάνω στο θυσιαστήριο κι έτσι ολοκληρωνόταν γι’ αυτόν τον άνθρωπο η εξιλέωση από τις αμαρτίες του.

– Εάν όμως αυτός ο άνθρωπος ήταν φτωχός και δεν μπορούσε να προσφέρει τόσα πολλά, θα έπαιρνε μόνο ένα αρνί και θα το θυσίαζε ενώπιον του Κυρίου, έτσι ώστε να εξιλεωθεί από τις αμαρτίες του. Ακόμη θα έπρεπε να προσφέρει κι ένα δέκατο του εφά (περίπου 4 χιλιόγραμμα) σιμιγδάλι ζυμωμένο με λάδι ως αναίμακτη προσφορά και επιπλέον μία κοτύλη (περίπου 280 γραμμάρια) λάδι. Μαζί μ’ αυτά θα έπρεπε να προσφέρει και δύο τρυγόνια ή δύο νεοσσούς περιστεριών (πιτσούνια), ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα, το ένα για θυσία εξιλέωσης και το άλλο για θυσία ολοκαυτώματος.

Την όγδοη μέρα τα έφερνε αυτά για τον καθαρισμό του στον ιερέα, στην είσοδο της Σκηνής του Μαρτυρίου, ενώπιον του Κυρίου. Ο ιερέας θα έπαιρνε το αρνί, που προσφερόταν ως θυσία επανόρθωσης, και την κοτύλη με το λάδι και τα πρόσφερε με ειδική τελετουργική κίνηση, που λεγόταν επίθεμα ενώπιον του Κυρίου. Μετά έσφαζαν το αρνί της θυσίας επανόρθωσης, και ο ιερέας έπαιρνε από το αίμα του ζώου και μ’ αυτό άλειφε το λοβό του δεξιού αυτιού του ανθρώπου που καθαριζόταν, το δεξιό του αντίχειρα και το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού. Έπειτα ο ιερέας έπαιρνε με τη χούφτα του αριστερού του χεριού από το λάδι και βουτούσε με το δεξί του δάχτυλο στο λάδι και ράντιζε εφτά φορές ενώπιον του Κυρίου. Με το υπόλοιπο λάδι που βρίσκεται στη χούφτα του, άλειφε το λοβό του δεξιού αυτιού εκείνου που καθαριζόταν, το δεξιό του αντίχειρα και το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού, πάνω από το σημείο που είχε αλείψει με το αίμα του ζώου. Το υπόλοιπο λάδι που είχε μείνει στη χούφτα του, ο ιερέας θα το έχυνε στο κεφάλι του ανθρώπου που καθαριζόταν και έτσι τον εξιλέωνε ενώπιον του Κυρίου.

Κατόπιν αυτός που καθαριζόταν θα έπρεπε να προσφέρει το ένα από τα τρυγόνια ή το ένα από τα περιστέρια, κατά την οικονομική του δυνατότητα. Το ένα προσφερόταν ως θυσία εξιλέωσης από την αμαρτία του και το άλλο ως θυσία ολοκαυτώματος μαζί με την αναίμακτη προσφορά, κι έτσι ο ιερέας τον εξιλέωνε ενώπιον του Κυρίου (Λευιτικόν 14,1-32).

ΑΛΛΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΠΡΑ

(Δευτερονόμιο 24,8-9)

Οι Ισραηλίτες θα έπρεπε να προσέχουν τις πληγές της λέπρας και να φροντίζουν να τηρούν με σχολαστικότητα όλες τις οδηγίες που είχε δώσει ο Κύριος στους ιερείς Λευίτες (Δευτερονόμιο 24,8-9).

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΧΛΑ

ΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΧΛΑ

ΣΤΑ ΕΝΔΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΥΦΑΣΜΑΤΑ

(Λευιτικόν 13,47-59)

Ο Κύριος είπε στο Μωυσή, ποιες θα έπρεπε να είναι οι διατάξεις που αφορούν τη μούχλα στα ενδύματα ή στα υφάσματα ή στους τοίχους. Σύμφωνα με το κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης η μούχλα που εμφανίζεται στα ρούχα, στα υφάσματα ή στα σπίτια, χαρακτηρίζεται ως λέπρα που εμφανίζεται στα ρούχα ή στα σπίτια.

– Εάν εμφανιζόταν κηλίδα μούχλας σ’ ένα ρούχο, μάλλινο ή λινό, ή σ’ ένα ύφασμα λινό ή μάλλινο, υφαντό ή πλεχτό, ή σε δέρμα ακατέργαστο ή κατεργασμένο, το οποίο χρησιμοποιείται ως ένδυμα, και η κηλίδα ήταν πρασινωπή ή κοκκινωπή, πρόκειται για κηλίδα μούχλας και έπρεπε να τη δει ο ιερέας. Εκείνος θα εξέταζε την κηλίδα και θα απομόνωνε το ρούχο ή το ύφασμα ή το δέρμα που είχε προσβληθεί από αυτήν για εφτά μέρες.

Την έβδομη μέρα θα εξέταζε πάλι την κηλίδα και εάν αυτή είχε απλωθεί πάνω στο το ρούχο ή το ύφασμα ή το δέρμα, τότε πρόκειται για χρόνια μούχλα. Το αντικείμενο θεωρούνταν ακάθαρτο και έπρεπε να καεί στη φωτιά.

Εάν όμως ο ιερέας διαπίστωνε ότι η κηλίδα δεν απλώθηκε πάνω το ρούχο ή το ύφασμα ή το δέρμα, τότε έδινε εντολή να πλύνουν το αντικείμενο που είχε προσβληθεί και το απομόνωνε άλλες εφτά μέρες.

Κατόπιν ο ιερέας εξέταζε πάλι την κηλίδα μετά το πλύσιμο και εάν αυτή δεν βελτιωνόταν και άλλαζε προς το καλύτερο, έστω κι αν δεν είχε επεκταθεί, τότε το αντικείμενο θεωρούνταν ακάθαρτο και έπρεπε να καεί στη φωτιά, γιατί η κηλίδα πάνω στο αντικείμενο είναι μόνιμη.

Εάν όμως ο ιερέας διαπίστωνε ότι η κηλίδα μετά το πλύσιμο, πήρε σκούρο χρώμα, τότε έδινε εντολή ν’ αποκοπεί το κομμάτι αυτό από το ρούχο ή από το δέρμα, από το υφαντό ή από το πλεκτό.

Εάν όμως η μούχλα εμφανιζόταν ξανά στο ίδιο το ρούχο ή το ύφασμα ή το δέρμα, τότε πρόκειται για μούχλα που αναπτύσσεται και το αντικείμενο που προσβλήθηκε, έπρεπε να καεί στη φωτιά.

Το ρούχο ή το υφαντό ή το πλεκτό ή το δέρμα, το οποίο πλύθηκε και μετά το πλύσιμο η κηλίδα εξαφανίστηκε, αυτό έπρεπε να ξαναπλυθεί και δεύτερη φορά και τότε θεωρούνταν καθαρό (Λευιτικόν 13,47-59).

ΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΧΛΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ

(Λευιτικόν 14,33-57)

Ο Κύριος είπε στο Μωυσή και στον Ααρών, ποιες θα έπρεπε να είναι οι διατάξεις που αφορούν τη μούχλα στους τοίχους, όταν αυτοί θα έμπαιναν στη Χαναάν.

– Όταν θα εμφανιζόταν κηλίδα μούχλας σε κάποιο σπίτι, θα έπρεπε ο ιδιοκτήτης του να πάει στον ιερέα και να του πει, ότι παρουσιάστηκε κάποια κηλίδα μούχλας στο σπίτι του. Τότε ο ιερέας έδινε εντολή, ν’ αδειάσουν το σπίτι απ’ όλα τα σκεύη και τα έπιπλα, προτού πάει να εξετάσει την κηλίδα, για να μη μολυνθούν τα αντικείμενα που βρίσκονται στο σπίτι. Έπειτα έμπαινε και εξέταζε το σπίτι και εάν διαπίστωνε ότι τα συμπτώματα στους τοίχους, ήταν πρασινοκίτρινα ή κοκκινωπά, και ότι η επιφάνεια τους ήταν πιο βαθιά από την επιφάνεια του υπόλοιπου τοίχου, τότε έβγαινε από το σπίτι και το απομόνωνε για εφτά μέρες. Την έβδομη μέρα ο ιερέας το εξέταζε και πάλι και εάν η κηλίδα είχε απλωθεί στους τοίχους του σπιτιού, τότε έδινε εντολή να βγάλουν τις πέτρες που είχαν προσβληθεί από τη μούχλα και τις πετούσαν σε τόπο ακάθαρτο, έξω από την πόλη.

Έπειτα έδινε εντολή να ξύσουν το εσωτερικό του σπιτιού ολόγυρα από το προσβληθέν μέρος, και τα χώματα από τα ξυσίματα τα έριχναν σε τόπο ακάθαρτο, έξω από την πόλη. Κατόπιν έβαζαν άλλες πέτρες στη θέση που ήταν οι προηγούμενες και άλλη λάσπη και σοβάτιζαν το σπίτι.

Εάν ξαναπαρουσιαζόταν η κηλίδα της μούχλας στο σπίτι, αφού είχαν βάλει τις καινούριες πέτρες και το είχαν ξανασοβατίσει, τότε πήγαινε πάλι ο ιερέας και το εξέταζε. Και εάν διαπίστωνε ότι η κηλίδα είχε απλωθεί στο σπίτι, τότε πρόκειται για χρόνια μούχλα στο σπίτι, και αυτό θεωρούνταν ακάθαρτο. Τότε έδινε εντολή να γκρεμίσουν το σπίτι και να μεταφέρουν τις πέτρες του, τα ξύλα του και τους σοβάδες του, όλα έξω από την πόλη σε τόπο ακάθαρτο.

Εκείνος που θα έμπαινε στο σπίτι κατά το διάστημα που αυτό ήταν κλειστό και απομονωμένο, θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ. Εκείνος που θα έτρωγε ή θα κοιμόταν στο σπίτι, θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

Εάν όμως ο ιερέας πήγαινε και διαπίστωνε ότι η κηλίδα δεν απλώθηκε στο σπίτι μετά το σοβάτισμα, χαρακτήριζε το σπίτι καθαρό, γιατί η μούχλα είχε εξαφανιστεί. Κατόπιν για τον εξαγνισμό του σπιτιού, ο ιερέας έπαιρνε δύο πουλιά καθαρά, ένα ξύλο κέδρου, κόκκινη κλωστή και ένα κλωναράκι ύσσωπο. Το ένα πουλί το έσφαζε σε πήλινο δοχείο που περιείχε νερό πηγής. Έπειτα έπαιρνε το ξύλο του κέδρου, τον ύσσωπο, την κόκκινη κλωστή και το άλλο πουλί, το ζωντανό, και τα βουτούσε στο αίμα του σφαγμένου πουλιού και στο νερό της πηγής, και ράντιζε το σπίτι εφτά φορές. Έτσι το σπίτι εξαγνιζόταν και μετά άφηνε το ζωντανό πουλί να πετάξει έξω από την πόλη, στους αγρούς. Το σπίτι εξιλεωνόταν και θεωρούνταν πλέον καθαρό (Λευιτικόν 14,33-57).

Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ

Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ

(Δευτερονόμιο 23,10-15)

Επειδή ο Κύριος πηγαινοέρχεται μέσα στο στρατόπεδο, γι’ αυτό πρέπει το στρατόπεδο να ήταν τόπος καθαρός για να μη βλέπει ο Κύριος τις ακαθαρσίες των Ισραηλιτών.

– Όταν οι Ισραηλίτες βρισκόντουσαν σε εκστρατεία εναντίον των εχθρών τους και μένανε σε στρατόπεδο, θα έπρεπε να φυλάγονται από οτιδήποτε μπορούσε να τους καταστήσει ακάθαρτους. Εάν υπήρχε ανάμεσά τους κάποιος που δεν ήταν καθαρός, επειδή έπαθε ονείρωξη, αυτός θα έπρεπε να βγει έξω από το στρατόπεδο και δεν θα έμπαινε μέσα για όλη την ημέρα. Το δειλινό, θα έπρεπε να πλυθεί με νερό και με τη δύση του ήλιου τότε έμπαινε στο στρατόπεδο.

– Ακόμη θα έπρεπε να ορίζουν έναν τόπο έξω από το στρατόπεδο, όπου εκεί θα πηγαίνανε για τις φυσικές τους ανάγκες. Καθένας θα έπρεπε να έχει μαζί με τον εξοπλισμό του ένα τσαπί και όταν πήγαινε στον τόπο εκείνο, έσκαβε μ’ αυτό και μετά σκέπαζε τα κόπρανά του (Δευτερονόμιο 23,10-15).

Βλέπουμε ότι οι θεόδοτες διατάξεις περί καθαρού και ακάθαρτου αφορούν ως επί το πλείστον προϊόντα, λειτουργίες και εκκρίσεις βιολογικής προέλευσης. Πιθανότατα ήταν ένας πρωτόγονος τρόπος ελέγχου και πρόληψης ασθενειών, αναμεμιγμένος με αρχέγονους ανθρώπινους φόβους, διάφορες μαγικές δοξασίες, και ανθρωπομορφικές αντιλήψεις περί του Θεού. Ο Θεός ήταν τέλειος, οπότε τα ζώα που θυσιάζονταν σ’αυτόν θά’πρεπε να είναι τέλεια, χωρίς κανένα ψεγάδι. Το ίδιο ίσχυε και για τους ανθρώπους, δηλαδή όσοι εισέρχονταν στο ναό και έδιναν τις προσφορές τους στο Θεό/ιερείς, αλλά και οι ιερείς, θά’πρεπε να είναι σωματικά τέλειοι, χωρίς κανένα ψεγάδι. Έτσι ο Ιεχωβάς απέκλειε τους λεπρούς, τους ευνούχους ή τους άντρες με τραύμα στα γεννητικά όργανα και τα άτομα με αναπηρία από τη βασιλεία του. Παρόλα αυτά, όποιος έμπαινε στο ναό έπρεπε να είναι περιτετμημένος, για να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα έθνη ως Εβραίος ενώπιον του Θεού. Δηλαδή ο θεός από΄το πέος ξεχώριζε τους ανθρώπους;
Ο διαχωρισμός μεταξύ καθαρού και ακάθαρτου γινόταν με βάση συναισθηματικές κρίσεις από αισθητηριακές εντυπώσεις. Ό,τι δηλαδή φαινόταν όμορφο, υγιές, μη απειλητικό και μύριζε ωραία ήταν καθαρό – ως οσμή ευωδίας στον κύριο περιγράφεται η οσμή του ψημένου κρέατος των θυσιών, την οποία μύριζε ο Θεός και ευφραινόταν -, ενώ ό,τι ήταν άσχημο, τουλάχιστον κατά τους νομοθέτες της Τορά, άρρωστο, λιγότερο απ’ό,τι θα μπορούσε να είναι, δύσοσμο, υγρό, κολλώδες κλπ ήταν ακάθαρτο. Έτσι καθαρά ήταν τα ζώα τα οποία έτρωγαν χόρτο και εξέτρεφαν παραδοσιακά οι Ισραηλίτες, οπότε τα γνώριζαν καλά, όπως τα γιδοπρόβατα, ενώ ακάθαρτα ήταν αυτά τα οποία δεν μπορούσαν να ταξινομήσουν εύκολα – μυρηκαστικά χωρίς δίχηλο οπλή ή το αντίστροφο -, τα σαρκοφάγα, τα αρπακτικά πουλιά και τα θαλασσοπούλια, όσα ζούσαν κοντά στο έδαφος, ψάρια χωρίς λέπια και πτερύγια, που συχνά είχαν περίεργη εμφάνιση κλπ. Από την ταξινόμηση αυτήν απουσιάζουν εμφανώς οι τροφές φυτικής προέλευσης, οπότε δεν πρόκειται απλώς για σύστημα πρόληψης ασθενειών, αφού και φυτικά τρόφιμα μπορούν κι αυτά να μολυνθούν με μικρόβια, ενώ πολλά φυτά και μανιτάρια μπορεί να έχουν πανίσχυρες και θανατηφόρες τοξίνες, και όμως κανένα δηλητηριώδες είδος δεν έγινε ακάθαρτο. Ο λόγος ήταν μαγικός. Εκτός του ότι τα ζώα φανέρωναν περισσότερο τη ζωή τους, αφού κινούνταν, είχαν το αίμα.
Το αίμα διαδραμάτιζε κεντρικό ρόλο στην πρωτόγονη εβραϊκή θρησκεία. Άλλες φορές μόλυνε, άλλες καθαγίαζε. Πιστευόταν ότι περιείχε την ψυχή, γι’αυτό ήταν ταμπού η κατανάλωσή του. Ήταν η μόνη τροφή, για την οποία η κατανάλωση από Εβραίο ή και ξένο που ζούσε στο Αρχαίο Ισραήλ επιφύλασσε τη θανατική καταδίκη. Το αίμα έρεε σε περίπτωση τραυματισμού ή ασθένειας, σε περιπτώσεις δηλαδή που έφερναν τον άνθρωπο ή το ζώο προς την πλέον ακάθαρτη κατάσταση, προς το θάνατο. Ο θάνατος ήταν ακάθαρτος, οπότε ό,τι τον πλησιάζε ήταν ακάθαρτο. Μόνο ορισμένα ζώα σφαγιασμένα με συγκεκριμένο τρόπο ήταν καθαρά, ό,τι άλλο νεκρό ήταν ακάθαρτο, και πιο ακάθαρτο απ’όλα ο νεκρός άνθρωπος. Αυτός ο φόβος του πτώματος και της επακόλουθης αποσύνθεσης απαντάται σε πολλούς πρωτόγονους και αρχαίους πολιτισμούς, από την Αρχαία Ελλάδα μέχρι τη Νέα Γουινέα. Πιθανότατα είναι ένα μίγμα της φυσικής αποστροφής του ανθρώπου για το αποσυντιθέμενο κρέας, το οποίο μπορεί να τον δηλητηριάσει, σε συνδυασμό με το φόβο του θανάτου και του απόκοσμου της αποσύνθεσης. Οι άνθρωποι δεν άντεχαν να βλέπουν αγαπημένα τους πρόσωπα να σαπίζουν και να χάνονται, έπρεπε κάπως να το κρύψουν αυτό για να μην το σκέφτονται. Είτε με ταφή, είτε με καύση, είτε με αποφυγή του νεκρού, με διάφορους τρόπους. Ούτε εδώ η πρόληψη ασθενειών παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Το σαπισμένο κρέας μπορεί να δηλητηριάσει τον άνθρωπο, αλά μο΄νο αν φαγωθεί, και συνήθως ο άνθρωπος δεν έτρωγε κρέας συνανθρώπων του. Επίσης, οι κίνδυνοι ασθενειών από πτώματα έχουν υπερεκτιμηθεί, και στις περισσότερες περιπτώσεις ένα πτώμα που σαπίζει έξω στα χόρτα δεν απειλεί κανέναν, αναστατώνει όμως σίγουρα συναισθηματικά τους ανθρώπους. Αυτός ο φόβος της αποσύνθεσης έχει οδηγήσει σε περίεργα ταμπού και τελετουργίες ανά τον κόσμο, όπως στην έκθεση των πτωμάτων σε μέρη ψηλά, επειδή μπορούν να μολύνουν το νερό, το χώμα και τη φωτιά, αλλά όχι τον αέρα στο ζωροαστρισμό, ή το παράλογο και μαγικό τελετουργικό του κόκκινου δαμαλίου στην περίπτωσή μας.
Υπάρχει όμως και μία συγκεκριμένη περίπτωση, όπου το αίμα δε σχετίζεται ούτε με αρρώστια ούτε και με θάνατο. Όλες οι γυναίκες γόνιμης ηλικίας αιμορραγούν κάθε μήνα, χωρίς να αρρωσταίνουν. Αυτό σίγουρα ενόχλησε πολύ τους ήδη μισογύνεις νομοθέτες της Τορά, οι οποίοι δεν παρέλειψαν να κάνουν την περίοδο ακάθαρτη. Μία γυναίκα είναι ακάθαρτη για το διάστημα της περιόδου της και για επτά μέρες μετά, οπότε στο τέλος βαπτίζεται σε τελετουργικό λουτρό και καθαρίζεται. Στο διάστημα από την έναρξη της περιόδου μέχρι το βάπτισμα, θεωρείται ακάθαρτη (νιντά) και μολύνει ότι κι όποιον αγγίζει. Η σεξουαλική επαφή άντρα με τέτοια γυναίκα αποτελεί βαρύ αμάρτημα, κι αν γίνεται εν γνω΄σει του τιμωρείται με θάνατο. Το ταμπού της περιόδου παρατηρείται επίσης σε πολλούς πρωτόγονους πολιτισμούς, κυρίως της Αφρικής και της Ασίας. Επίσης οι Εβραίοι δεν παρέλειψαν να κάνουν βρώμικη τη διαδικασία του τοκετού, και μάλιστα η περίοδος ακαθαρσίας ήταν διπλή σε περίπτωση γέννησης κοριτσιού, σαν να τιμωρούσαν τη γυναίκα, η οποία υποτίθεται οδήγηησε στην πτώση του Αδάμ. Σκεφτείτε πόση ντροπή και κατωτερότητα ένιωθε εκίνη η γυναίκα, που έπρεπε να απομονώνεται συνεχώς, νιώθοντας έτσι διαφορετική απ’τους άλλους, και εκ΄τος αυτού, στο πέρας της περιόδου ακαθαρσίας από τη γέννα, έπρεπε να πληρώσει και τον ιερέα! Γιατί τα ζώα που θυσιάζονταν, εκτός απ’αυτά πουκαίγονταν ολόκληρα ως ολοκαυτώματα, κατέληγαν στο στομάχι του ιερέα και της οικογένειάς του. Αλλά και από αυτά που σφάζονταν για κατανάλωση από το λαό σε όλο το Ισραήλ, ο ιερέας έπρεπε πάλι να λάβει το μερίδιό του, συνήθως ένα μάγουλο, ένα μπροστινό πόδι και το στομάχι. Για να μην αναφέρουμε το νο΄μο της δεκάτης, όπου το δέκατο της σοδειάς έπρεπε να δοθεί στην ιερατική κάστα, αφού οι ιερείς δεν είχαν γη, και ο λαός έπρεπε να τους συντηρεί.
Οι διακρίσεις που απέρεαν από τις διατάξεις αυτές είχαν ανυπολόγιστες συνέπειες προς ανθρώπους με δερματικές παθήσεις και άλλες δυσμορφίες ή αναπηρίες, τους οποίους υποβίβαζαν σε βδελυρούς υπανθρώπους που θα πρέπει ν’αποφεύγονται. Οι λεπροί ήταν μιάσματα, τα οποία δε θα έπρεπε να έχουν καμία επαφή με την υπόλοιπη εβραϊκή κοινωνία, και όχι μο΄νο αυτό, αλλά θά’πρεπε να ξεχωρίζουν από τους άλλους φορώντας σχισμένα ρούχα και διακοινώνοντας ότι είναι ακάθαρτη. Δε μπορούμε να αντιληφθούμε σήμερα το μέγεθος της ενοχής που ένιωθαν αυτοί οι δύστυχοι άνθρωποι, οι οποίοι έπρεπε να νιώθουν καταραμένοι για κάτι που δεν έφταιγαν. Η λέπρα της Παλαιάς Διαθήκης πιθανότατα ήταν μια ομάδα δερματικών παθήσεων, μολυσματικών και μη, τις οποίες οι Εβραίοι θεωρούσαν αποκρουστικές, τρομακτικές, και ίσως απειλητικές προς τη συνοχή της κοινωνίας. Εκτός από τους λεπρούς, παρόμοια αντιμετώπιση βρήκα ότι είχαν και οι γονορροϊκοί, οι οποίοι πιθανόν έπασχαν από κάποιας μορφής σεξουαλικώς μεταδιδόμενου νοσήματος. Οπότε η ενοχή που βάραινε αυτούς τους ανθρώπους ήταν διπλή, και για την κατώτερη θέση τους και για τον τρόπο με τον οποίον έφτασαν σ’αυτήν.
Όσο για τα άτομα με άλλες αναπηρίες, η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη. Μπορεί να μην χρειαζόταν ν’απομονωθούν όπως οι λεπροί, πάραυτα παρέμεναν στιγματισμένοι και δακτυλοδεικτούμενοι για όλη τη ζωή τους, γιατί κάθε Εβραίος υποχρεούταν να παρουσιαστεί στο Ναό και να προσφέρει θυσία μερικές φορές το χρόνο τουλάχιστον, όμως σ’αυτούς δεν επιτρεπόταν. Αυτή είναι η ανώτατη ηθική της Τορά. Μια ηθική που βασίζεται στη σιχασιά, στο μισογυνισμό, στο φόβο του διαφορετικού, της αρρώστιας και της μόλυνσης, μια ηθική εν τέλει πρωτόγονη και τοτεμική, όπως ακριβώς και η θρησκεία που την γέννησε.

Αν νομίζετε ότι όλα αυτά είναι περασμένα και ξεχασμένα, κάνετε μεγάλο λάθος. Ο ιουδαϊσμός ακόμα και σήμερα θεωρεί την Τορά θεόπνευστη, και τις διατάξεις της θείες εντολές. Αν και κάποια πράγματα άλαξαν, επειδή ο Ναός πλέον δεν υπάρχει, η τελετή του κόκκινου δαμαλίου δε μπορέι να γίνει, και οι Εβραίοι δε ζουν υπό την απολιταρχική εξουσία που προτείνει η θρησκεία τους, οι διατάξεις για το καθαρό και το ακάθαρτο τηρούνται σχεδόν στην ολότητά τους από τα πιο ορθόδοξα ρεύματα του ιουδαϊσμού. Ορισμένοι προσπάθησαν να τις δικαιολογήσουν ώστε να συμφωνούν με τη σημερινή εποχή, με αστείες δικαιολογήσεις όπως ότι αποσκοπούν στην πρόληψη ασθενειών, προωθούν το σεβασμό προς τη γυναίκα στην περίπτωση του ταμπού της περιόδου, προστατεύουν τη λεχώνα στην περίπτωση των διατάξεων για τη λεχώνα, κλπ. Φυσικά, η σκληρή γλώσσα των πρωτοτύπων κειμένων δεν αφήνει περιθώρια για ερμηνεία. Η Τορά θεωρείται επίσης θεόπνευστη από το χριστιανισμό, αλλά υποτίθεται ότι η θυσία του Χριστού κατέστησε το Μωσαϊκό νόμο άχρηστο. Ο ίδιος ο Χριστός ωστόσο μέσα από τα ευαγγέλια καθαρά έλεγε ότι δεν ήρθε για να καταργήσει το νόμο, αλλά για να τον συμπληρώσει, αφήνοντας πολύ χώρο για διαφορετικές ερμηνείες κατά το δοκούν. Άλλοτε οι νόμοι θεωρούνταν απαρχαιωμένοι και δε λαμβάνονταν υπόψη, όπως στην περίπτωση της τροφής ή των νόμων για τους νεκρούς, άλλοτε όμως χρησιμοποιήθηκαν ορισμένοι για να δικαιολογήσουν τη δολοφονική στάση της Εκκλησίας προς τους ειδωλολάτρες, τους αιρετικούς, τους ομοφυλόφιλους κλπ.

Αλλά θα πείτε πως δε μας νοιάζει αν λίγοι υπερορθόδοξοι Εβραίοι τα πιστεύουν αυτά και μαστιγώνονται ή λιθοβολούνται μεταξύ τους για μια κηλίδα αίματος στο κιλοτάκι μιας γυναίκας. Άλλωστε όλοι είναι καλοβολεμένοι σε δημοκρατικές και πλούσιες χώρες, κι αν αυτό τόσο τους ενοχλεί, μπορούν να φύγουν από την κοινότητα. Κάνετε μεγάλο λάθος. Τα μολυσματικά κατάλοιπα αυτών των διατάξεων δηλητιριάζουν τη σκέψη όλων μας έως σήμερα, και θα σας δώσω ορισμένα παραδείγματα τέτοιων καταλοίπων:

Ο στιγματισμός των λειτουργιών του γυναικείου γεννητικού συστήματος. Μέχρι και σήμερα, η λειτουργία του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος περιβάλλεται με περισσότερη ντροπή από την αντρική. Πολλές γυναίκες ντρέπονται για την περίοδό τους. Στο παρελθόν στις περισσότερες χριστιανικές περιοχές η εμμηνόρροια θεωρούταν επίσης ακάθαρτη, αν κι όχι στο βαθμό που την θεωρούσαν οι Εβραίοι. Ακόμα και σήμερα, πολλέ ςγυναίκες δεν ανάβουν καντήλια όταν έχουν περίοδο.
Ο στιγματισμός των ατόμων με αναπηρίες, χρόνιες παραμορφωτικές ασθένειες, σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, κλπ, ακόμα και στη σύγχρονη κοινωνία. Ακόμα και σήμερα, πολλοί κατά τα’άλλα λογικοί άνθρωποι τρέφουν αρνητικα συναισθήματα προς τέτοια άτομα, ή και δεν τα θεωρούν πλήρεις ανθρώπους σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις. Επίσης μέχρι αρκετά πρόσφατα, η μεταχείρηση των Λεπρών δε διέφερε πολύ απ’αυτήν στο Αρχαίο Ισραήλ (βλ. Σπιναλόνγκα στην Ελλάδα) , αν και στην πραγματικότητα η μετάδοση της νόσου είναι δύσκολη και οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν φυσική ανθεκτικότητα.
Η μη κατανάλωση αίματος, ιδίως εδώ στην Ελλάδα και στη Μεσόγειο. Ανέκαθεν το αίμα αναγνωριζόταν ως θρεπτικό και μαγειρεύονταν σε διάφορα φαγητά. Ακόμα και σήμερα,βορειότερα στην Ευρώπη, όπου ο χριστιανισμός δεν αλλοίωσε σημαντικα τα παραδοσιακά ήθη και έθιμα, το αίμα καταναλώνεται σε πολλά φαγητά και αλαντικά. Η αποστροφή εμάς των Νοτιών για το αίμα δεν είναι έμφυτη, αλλά πολιτισμικό κατασκεύασμα, το οποίο ίσως προέρχεται από αρχαίους ιουδαΪκούς νόμους που μας επηρέασαν με την εξάπλωση του χριστιανισμού. Σιγά-σιγά η κατανάλωση αίματος συνδέθηκε με τον πρωτογονισμό, ή με υπερφυσικά κακόβουλα τέρατα, όπως οι βρυκόλακες. Εντωμεταξύ, η άρνηση κατανάλωση σώματος και αίματος του Χριστού καθιστούσε αίρεση, και συχνά τιμωρούταν με θάνατο.
Η μη κατανάλωση μη χορτοφάγων ζώων, ασπονδύλων, ερπετών, μικρών θηλαστικών κλπ, ιδίως στους Μεσογειακούς και ευρωπαϊκούς πολιτισμούς. Ακόμα κι όταν αυτά καταναλώνονται, συνήθως τέτοια τρόφιμα θεωρούνται ειδικά τρόφιμα (οστρακοειδή, βατραχοπόδαρα κλπ) ή αντιμετωπίζονται με αμφιθυμία (οστρακοειδή, ψάρια χωρίς λέπια ή πτερύγια κλπ). Το χοιρινό είναι εξαίρεση. Επίσης, τα ζώα που θεωρούνται ακάθαρτα από τον ιουδαϊσμό, ακόμα κι όταν δεν αντιμετωπίζονται με έκδηλη αηδία, θεωρούνται κάπως πιο ύποπτα από τα εγκεκριμένα ζώα.
Ο στιγματισμός επαγγελμάτων που σχετίζονται με το θάνατο – εργολάβος κηδειών, φερετροποιός, νεκροθάφτης -, αλλά κι αυτών που σχετίζονται με την κατεργασία νεκρών ζώων – σφαγέας, χασάπης, βυρσοδέψης -, ως βρώμικων. Πολλοί θεωρούν τέτοια επαγγέλματα βρώμικα και αηδιαστικά, και τους εμπλεκόμενους σ’αυτά, ιδίως τους εργολάβους κηδειών, υποκινούμενους μόνο από το χρήμα, αναγνωρίζοντας παράλληλα την ανάγκη ύπαρξης τέτοιων επαγγελμάτων. Ας τις κάνουν οι ίδιοι που παραπονιούνται αυτές τις δουλειές, προτείνω εγώ. Παλαιότερα η κατάσταση ήταν ωστόσο ακόμα χειρότερη, οπότε συχνά άνθρωποι που ασχολούνταν με τέτοια επαγγέλματα ορίζονταν να κατοικούν σε συγκεκριμένες συνοικίες, μακριά από το κέντρο της πόλης ή του χωριού.

Σίγουρα οι τοξικές επιδράσεις αυτών των αρχαίων τοτεμικών νόμων θα επενεργούν και σε πολλούς άλλους τομείς της ζωής μας. Καιρός ήρθε όμως να αποτινάξουμε όλον αυτόν τον εβραιοχριστιανικό παραλογισμό.

Advertisements