Συνήθως τα νέα μου θέματα δεν καθορίζονται από τα αιτήματα των αναζητητών. Κάποιες φορές όμως συγκεκριμένες αναζητήσεις είναι τόσο συχνές, που ενδίδω και κκάνω ένα θέμα για να τους απαντήσω το ερώτημα. Όταν λέω για αιτήματα, συνήθως δεν εννοώ αιτήματα προς εμένα συγκεκριμένα, αλλά αιτήματα προς το Ίντερνετ γενικότερα με τη μορφή των λέξεων κλειδιών των αναζητήσεων. Το Ίντερνετ λοιπόν πρόκειται να σας λύσει την απορία κι αυτήν τη φορά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνω σχεδόν διαχρονικά, δηλαδή από τότε που γράφτηκε η λέξη «Τσιγγάνοι» στο Ιστολόγιο κι έκτοτε, αναζητήσεις για τσιγγάνικες βρισιές. Επειδή ξέρω λίγα τσιγγάνικα, μπορώ να βοηθήσω σ’αυτό. Αν και ατελής, πιστεύω πως θα είναι ο μόνος κατάλογος του είδους του στο ελληνικό Διαδίκτυο. Παρακάτω έχω βάλει όσες βρισιές θυμάμαι. Πρώτα έχω τις λέξεις, και στη συνέχεια ακολουθούν οι φράσεις. Δεν τα έχω τοποθετήσει σε αλφαβητική ή κάποια άλλη σειρά. Πρώτα Η μετάφραση χωρίζεται από τη λέξη με ένα =, και μετά μπορεί να επιπροσθέτω και κάποιο σχόλιο αν χρειάζεται.

Καρ = πέος, πούτσος Δεν υπάρχει διαφορά, επειδή τα τσιγγάνικα, ως μη επίσημη και γραπτή γλώσσα, δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα στο αισχρό και το επιστημονικό. Κατά κάποιον τρόπο είναι πιο ηλικρινής έτσι. Από εδώ προέρχεται και το αλβανικό «κάρι», όπως λέμε «βάρι κάρι,» κρέμασ’το στον πούτσο σου, γράψ’το στα τέτοια σου δηλαδή.
Μιντς = μουνί
Ζαριά = οι τρίχες του εφηβαίου, και για άντρες και για γυναίκες.
Πελέ = αρχίδια
Μπουλ = κώλος
Μπουλιάκο = πούστης. Μια πιο ελληνοποιημένη μορφή είναι «κωλάκος». Σίγουρα θα υπάρχουν και συνώνυμα που δε γνωρίζω.
Λουμνί = πουτάνα, αν και δε χρησιμοποιείται σε όλες τις διαλέκτους
Πιραντί = περπατημένη, πάλι πουτάνα Το π προφέρεται με έντονη εκβολή αέρα, όπως το αρχαίο ελληνικό φ.
Μπουλέ = γαμήσι
Ρατ = αίμα, όταν χρησιμοποιείται ως βρισιά το αίμα της περιόδου
Τσουτσά ή πιτέ = βυζιά Όπως λέει και στο τραγούδι νάς Μπαλαμό, τα κορίτσια όταν χορεύουν κουνάνε τα πιτέ τους.
Κουλά = σκατά Το κ προφέρεται με έντονη εκβολή αέρα, όπως το αρχαίο ελληνικό χ.
Τσοραϊπέ = χύσι, ως βρισιά χρησιμοποιείται κε με την έννοια του στραβοχυμένου ή του μπάσταρδου.
Λουμνό = πούστης, ρουφιάνος, μπαγαπόντης Όπως λέει και το τραγούδι Νας Μπαλαμό, «και το λουμνό το αφεντικό». Βρίζει τους Μπαλαμούς ουσιαστικά, αλλά επειδή κανείς δεν το ξέρει, κανείς δε δίνει σημασία.
Τσορνό = κλέφτης

Παράφ = σκίζω, ξεσκίζω
Χαφ = τρώω
Νταφ μπουλέ = γαμώ, κυριολεκτικά δίνω γαμήσι
Μερέσα = να πεθάνεις Όπως λεέι και στο γνωστό τραγούδι Σοκερντέ, «μαγκάφ του και μεράφ τούκε», δηλαδή σε θέλω και πεθαίνω για σένα.
Νταφ τουτ μπουλέ ή ντάφτου μπουλέ = σε γαμώ, αλλά χρησιμοποιείται και σαν το άντε γαμήσου
Κα νταφ του μπουλέ = θα σε γαμήσω
Κα νταφ τουμέν μπουλέ σαριλέν = θα σας γαμήσω όλους
Κα παραβάφ τουτ κε μιντς/μπουλ = θα σου σκίσω το μουνί/κώλο
Ντάφτου μπουλέ μωρή λουμνί = άι γαμήσου μωρή πουτάνα
Τσοραβάφ τουτ κε μιντς//μπουλ = σου χύνω το μουνί/κώλο
Χάς μο καρ ή χα μο καρ = φάε τον πούτσο μου
Χάς με ζαριά ή χας με πελέ = φάε τα αρχίδια μου
Χας μι ριλιά = φάε την κλανιά μου
Χας μο ρατ = φάε την περίοδό μου Βαριά βρισιά από γυναίκες.
Τε χας πελέ κο πιγκουίνο = να φας τα αρχίδια του πιγκουίνου Δεν νομίζω να χρησιμοποιείται, αλλά το έχω ακούσει να το λένε για πλάκα.
τσούρδε καρ = ρούφα πούτσα
Ο καρ μο στελ = ο πούτσος μου σηκώνεται
Το καρ στέλα; = σηκώνεται ο πούτσος σου;
Ουστιλό μο καρ, μαγκέλ τε τσοραβέλ. = Σηκω΄θηκε ο πούτσος μου και θέλει να χύσει.
Καρ μαγκέσα; = πούτσα θέλεις; Κυριολεκτικά θα ήθελες; Είναι και ευγενικοί.
Μιντς μαγκέ; = μουνί θέλεις;
Θερέλ εκ μιντς τε ντα κε μπουλέ; = έχει κανένα μουνί να γαμήσουμε;
Μαγκάφ τε νταφ μπουλέ = θέλω να γαμήσω.
Μαγκάφ τε νταφ τουτ μπουλέ = θέλω να σε γαμήσω.
Νταφ μπουλέ το κορό το γιακ = γαμώ το τυφλό το μάτι σου.
Νταφ μπουλέ τι μουλένκε γιακά = γαμώ τα μάτια του πεθαμένου σου. Πολλές βρισιές έχουν να κάνουν με πεθαμένους.
Νταφ μπουλέ τι μουλένκε μπουλ = γαμώ τον κώλο του πεθαμένου σου.
Καμερέν μο πελέ ντα καροβέν μο τσαβέ = θα πεθάνουν τ’αρχίδια μου και θα κλαίνε τα παιδιά μου.

Advertisements