Υποτίθεται ότι τα ερπετά δε μπορούν ν’ανταγωνιστούν με τα θηλαστικά. Υποτίθεται ότι μετά την εξαφάνιση των δεινοσαύρων πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια, ο κόσμος παραδόθηκε στα θηλαστικά, τα οποία γρήγορα εξελίχθηκαν σε πολλά και διάφορα είδη με πολύ εξελιγμένες προσαρμογές για το περιβάλλον τους. Ο μεγάλος τους εγκέφαλος, η ικανότητά τους να φροντίζουν τα μικρά τους, η κοινωνική τους συμπεριφορά, η ενδοθερμία τους ή ό,τι άλλο τα έκανε τα ανώτερα ζώα του πλανήτη. Μέσα απ’αυτά τα ανώτερα ζώα, προήλθαμε κάποτε κι εμείς. Τα πουλιά έχουν κι αυτά μια παράπλευρη θέση στο ανελικτικό, κι όχι εξελικτικό, αυτό έπος. Φούμαρα. Εκτός του ότι η ιστορία αυτή έχει ως κέντρο του κόσμου τα αμνιωτά τετράποδα σπονδυλωτά ζώα, γιατί εκεί ανήκουμε κι εμίς και θεωρεί τους δεινοσαύρους σαν τα σημερινά εκτόθερμα ερπετά, που δεν ήταν, παρουσιάζει εντελώς λανθασμένα την πορεία των θηλαστικών. Για το μεγαλ΄΄υτερο μέρος της εξελικτικής τους πορείας, τα θηλαστικά ήταν μικρά, και δεν είχαν και τόσο μεγάλο εγκέφαλο και εξαιρετικές ικανότητες, και μεγάλη πλειονότητά τους ακόμα έτσι είναι σήμερα. Τα σημερινού τύπου, ας πούμε εξελιγμένα θηλαστικά, που μπορούν να επιβιώσουν σε πολλά περιβάλλοντα, έχουν μεγάλο εγκέφαλο και ανταγωνίζονται σχεδόν οτιδήποτε του με΄γεθους τους άρχιζαν να εξελίσσονται μόνο κατά τη σταδιακή ψύχρανση του πλανήτη και τις επακόλουθες δύσκολες κι ευμετάβλητες συνθήκες, περίπου πριν 30 εκατομμύρια χρόνια, αλλά περισσότερο πριν 20 εκατομμύρια χρόνια. Προτύτερα, οι θώκοι των μεγάλων ζώων στο οικοσύστημα μοιράζονταν σχεδόν εξίσου σε μεγάλα θηλαστικά, μεγάλα ερπετά και μεγάλα πουλιά (ουσιαστικά υποομάδα των ερπετών), αν και σε βορειότερα γεωγραφικά πλάτη τα εκτόθερμα ερπετά έφθιναν, αφού είχαν πρόβλημα διατήρησης σταθερής θερμοκρασίας. Σε θερμότερες όμως περιοχές, όπου τα ερπετά μπορούν να διατηρούν σχετικά σταθερή θερμοκρασία για μεγάλο μέρος της ημέρας, η παρουσιά τους ήταν έντονη. Το ίδιο συνεχίστηκε και σε περιοχές απομονωμένες μέχρι πρόσφατα , όπως η Αυστραλία ή η Νότια Αμερική, όπου επικρατούσαν γιγάντια πουλιά κι ερπετά. Με την έλευση ανταγωνιστικότερων βόρειων θηλαστικών ή του ανθρώπου όμως, πολλά από τα ζώα αυτά εξαφανίζονταν. Στα απομονωμένα νησία επίσης με λίγα ή και καθόλου θηλαστικά, ερπετά, πουλιά ή και αρθρόποδα έπαιρναν τη θέση τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν αυτά τα νησιά τα επισκεπτόταν ο άνθρωπος και πιο ανταγωνιστικά θηλαστικά, πολλά απ’αυτά τα νησιωτικά ζώα εξαφανίζονταν, όχι λόγω ταξινομικής θέσης, αλλ’επειδή είχαν εξελιχθεί σε περιβάλλον χωρίς πολλούς εχθρούς, οπότε και οι άμυνές τους είχαν ατονήσει.
Δηλαδή αυτό σημαίνει ότι στις περισσότερες περιοχές του κόσμου επικρατεί σκληροπυρηνική τυραννία θηλαστικών, που μυρίζουν τα κρυμμε΄να μικρά μέσα από τις τρύπες τους, τις ανοίγουν και τα τρώνε; Όχι, φυσικά. Τα ερπετά διατηρούσαν ισχυρή παρουσία σ’όλες τις θερμές περιοχές από τότε που εμφανίστηκαν. Απλώς εμείς δεν το αντιλαμβανόμαστε αυτό, επειδή ζούμε στην εύκρατη ζώνη, η οποία εξαιτίας της ψύχρανσης του πλανήτη στην εποχή που ζούμε είναι πολύ μεγάλη, και τα εκτόθερμα εδώ είναι αρκετά μικρά. Στην τροπική ζώνη ωστόσο, όπως και σε ορισμένες θερμές εύκρατες περιοχές, τα εκτόθερμα έχουν περισσότερο χρόνο δραστηριότητας, μπορούν να διατηρούν ευκολότερα υψηλές θερμοκρασίες, κι έτσι να φτάνουν ευκολότερα σε μεγαλύτερο μέγεθος. Τα μεγάλα ερπετά δεν έλειψαν ποτέ από τις τροπικέςπεριοχές. Τα κροκοδείλια ήταν ανέκαθεν οι θηρευτές των γλυκών νερών και των όχθεων, και στην ξηρά μεγάλοι συσφυγκτήρες αποτελούσαν από παλιά υπολογίσιμη δύναμη. Μεγάλες παμφάγες και σαρκοφάγες σαύρες ήταν και είναι κυρίαρχο μέρος της πανίδας, και μέχρι πρότινος, σε όλες τις ηπείρους υπήρχαν γιγάντιες χερσαίες χορτοφάγες χελώνες, οι οποίες δεν είχαν πολλούς εχθρούς στην ενήλικη ζωή τους, όμως η εξαφάνισή τους συμπίπτει με την έλευση του ανθρώπου, και σήμερα επιβιώνουν λιγα είδη είτε σε άγονα είτε σε απομονωμένα μέρη, όπου δηλαδή ο άνθρωπος δεν έφτασε για να τις φάει όλες. Από τα σαρκοφάγα, οι βαράνοι είναι η πιο εξέχουσα περίπτωση. Είναι σαύρες μεγάλου μεγέθους, με προσαρμογές παρόμοιες μ’αυτές των θηλαστικών για υψηλό μεταβολισμό. Είναι πολύ δραστήριοι, με οξυμένες αισθήσεις και ψάχνουν τροφή με διάφορους τρόπους και σε διάφορα περιβάλλοντα, π.χ. μπορούν εύκολα να ξετρυπώνουν τροφή σαν το παράδειγμα των θηλαστικών παραπάνω. Η νοημοσύνη τους ξεπερνά αυτή των περισσότερων μικρών θηλαστικών, και ίσως κι αρκετών μεγαλύτερων. Είναι πολύ επιτυχημένοι και υπάρχουν παντού όπου ζουν. Μ’αυτούς ασχολήθηκε η παρακάτω μελέτη που βρήκα, η οποία εξετάζει τη βιογεωγραφία τους και προτείνει μια εξήγηση για την απουσία μικρών βαράνων εκτός της αυστραλιανής βιογεωγραφικής περιοχής.

Η μελέτη αυτή, με τίτλο Βαράνοι, θηλαστικά και η Γραμμή του Ουάλας, που έγινε από τους SAMUEL S. SWEET & ERIC R. PIANKA ΔΙΕΡΕΥΝΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ, ΤΗΝ ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΜΙΚΡΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ ΕΚ΄ΤΟΣ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΝΗΣ ΒΙΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΔΙΔΕΤΑΙ ΣΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ, ΠΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ Μ’ΑΥΤΑ. ΠΑΡΟΛΑ ΑΥΤΑ, ΟΙ ΒΑΡΑΝΟΙ ΣΥΝΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΜΑΡΣΥΠΟΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ:

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
ΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΡΑΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙ ΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ ΜΕ ΤΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ ΣΕ ΠΟΛΛΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΝΤΑΙ ΠΟΛΥ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥΣ, ΚΑΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΟΥΝ ΩΣ ΣΥΓΚΛΙΝΟΝΤΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ ΜΙΚΡΩΝ ΣΑΡΚΟΦΑΓΩΝ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ. ΣΕ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ, ΜΙΚΡΟΙ ΒΑΡΑΝΟΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΘΩΚΟΥΣ ΠΟΥΣΕ ΑΛΛΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΟΙ ΓΑΤΕΣ, ΤΑ ΚΟΥΝΑΒΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΙΒΕΤΕΣ. Η ΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΙΔΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ (>1,3 Μ ΟΛΙΚΟ ΜΗΚΟΣ) ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΟΥΑΛΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ ΟΡΙΟ ΤΗΣ ΕΞΑΠΛΩΣΗΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ, ΣΑΡΚΟΦΑΓΩΝ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΩΝ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ, ΑΛΛΑ Η ΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΕΙΔΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ (<1,2 Μ ΟΜ) ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ ΑΠΟΤΟΜΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΑΥΤΗΣ. ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΕΙΔΗ ΒΑΡΑΝΩΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΜΕ ΤΑ ΔΑΣΙΟΥΡΟΕΙΔΗ ΜΑΡΣΥΠΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ, ΑΛΛΑ ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΟΧΙ ΜΕ ΤΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ (ΑΥΤΟ ΤΩΡΑ ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΗ ΤΩΝ ΗΜΙΑΓΡΙΩΝ ΓΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ). ΕΠΕΙΔΗ ΤΑ ΝΕΑΡΑ ΑΤΟΜΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΙΔΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΣΕ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΜΕ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΤΟΥ ΟΥΑΛΑΣ, ΥΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΟΤΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΠΑΡΑ Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ ΕΧΕΙ ΕΠΗΡΕΑΣΕΙ ΤΟ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΜΕΝΟ ΣΧΗΜΑ. ΕΙΔΗ ΜΕΓΑΛΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ ΚΑΝΟΥΝ ΜΕΓΑΛΕΣ ΓΕΝΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΟΜΑ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΞΕΠΕΡΝΟΥΝ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΑΛΩΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ, ΕΝΩ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΕΙΔΗ ΒΑΡΑΝΩΝ, ΠΑΡΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΓΟΝΙΜΑ, ΟΤΑΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΜΕΓΕΘΟΣ, ΠΑΡΑΓΟΥΝ ΛΙΓΟΤΕΡΑ ΑΥΓΑ, ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΩΝ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΟΛΗ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥΣ, ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΣΤΟΝ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟ ΜΕ ΤΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ.

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ:

Abstract
Although varanid lizards have achieved parity with mammals in many parts of the world, they exploit very different metabolic strategies and sensory mechanisms, and are properly regarded as convergent on the lifestyle of small predatory mammals. In parts of island southeast Asia and in Australia small monitors appear to fill ecological niches occupied by cats, mustelids and viverrids in other parts of the world. Species diversity of large monitor species (>i.3 m TL) does not change across Wallace’s Line, which is the distributional boundary for nearly all small, carnivorous pla¬cental mammals, but the diversity of small monitor species (<i.2 m TL) increases abruptly from this line east. Small monitor species can coexist with dasyurid marsupial carnivores, but appar¬ently not with placental carnivores (this is being tested now with the establishment of feral cats in Australia). Because juveniles of large monitor species can survive in communities with placental carnivores to the west of Wallace's Line, we speculate that predation rather than resource compe¬tition has influenced the observed pattern. Large monitors produce large clutches and their ju¬veniles soon grow out of the vulnerable size range, whereas small monitor species (despite being more fecund, when body size is factored out) produce fewer eggs, are always subject to mamma¬lian predation, and may not be able to coexist over evolutionary time with placental carnivores.

Στην εισαγωγή τους, οι επιστήμονες κάνουν λόγο για τη συνεξέλιξη και των αγώνα δρόμου μεταξύ θηρευτών και θηραμάτων. Οι θηρευτές, τρώγοντας τα λιγότερο ικανά θηράματα, επιλέγουν εμμέσως για ζώα τα οποία μπορούν να τους αντιλαμβάνονται γρηγορότερα και να ξεφεύγουν αποτελεσματικότερα. Μετά οι θηρευτές εξελίσσονται να προλαβαίνουν τα θηράματά τους, και γι’αυτό είναι συνήθως εξυπνότεροι από τα θηράματα, αν κι αυτό μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τις αισθήσεις που χρησιμοποιούν, τον τρόπο κυνηγιού – αν είναι κυνηγοί ενέδρας ή μετακινούμενοι -, το αν κυνηγούν ομαδικα ή όχι, κλπ, δίνοντας ως οικείο παράδειγμα τους σκύλους και τις γάτες – οι σκύλοι σίγουρα είναι πιο έξυπνοι από τις γάτες, ακόμα κι αν πολλοί γατόφιλοι διαφωνούν. Έπειτα διερωτώνται αν θα μπορούσαν μικροί σαρκοφάγοι δεινόσαυροι να συνυπάρξουν με σημερινά θηλαστικά, ή γενικώς αν σαρκοφάγα μη θηλαστικά θα μπορούσαν να συνυπάρξουν με σαρκοφάγα θηλαστικά χωρίς πρόβλημα.
Η απάντηση είναι ναι, αφού οι βαράνοι συνυπάρχουν με σαρκοφάγα θηλαστικά. Αν και θεωρούνται κοινώς παρόμοιοι με τα θηλαστικά, οι επιστήμονες τονίζουν ότι οι ικανότητές τους εξελίχθηκαν ανεξάρτητα, και ότι ο κοινός τους πρόγονος σίγουρα δεν τις είχε. Είναι ημερόβιοι, δραστήριοι και ευκίνητοι κυνηγοί, με καρδιοαναπνευστικές προσαρμογές για υψηλό μεταβολισμό, καλή όραση και όσφρηση. Έχουν ωστόσο ορισμένες διαφορές από τα θηλαστικά, για παράδειγμα η όσφρησή τους είναι ινιδορινική, όπως αυτή των φιδιών, ενώ στα θηλαστικα είναι ρινική κυρίως, με το ινιδορινικό όργανο, σε όσα είδη υπάρχει, κυρίως υπεύθυνο για την ανίχνευση φερομονών. Ένα μεγάλο πλεονέκτημα που έχουν οι βαράνοι έναντι των θηλαστικων είναι ότι είναι ποικιλόθερμοι, οπότε δε χρειάζεται να δαπανούν σχεδόν όλη τους την ενέργεια για τη διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας. Στα κλίματα όπου ζουν η ποικιλοθερμία δεν είναι άλλωστε πρόβλημα, αφού στις ώρες δραστηριότητάς τους διατηρούν θερμοκρασίες όμοιες ή υψηλότερες απ’αυτές των θηλαστικών. Ίσως σε περιόδους ασυνήθιστα χαμηλών θερμοκρασιών να έχουν προβλήματα, αλλά αυτά είναι σπάνια γεγονότα στην τροπική ζώνη, κι ακόμα και τότε οι βαράνοι έχουν πλεονέκτημα, αφού μπορούν απλώς να κατεβάσουν το μεταβολισμό τους και να περιμένουν για καλύτερες συνθήκες. Ένα θηλαστικό δε θα μπορούσε να επιβιώσει σε τόσο μακροχρόνια στέρηση τροφής. Χάρη σ’αυτές τις προσαρμογές, οι βαράνοι έχουν γίνει αντάξιοι ανταγωνιστές των θηλαστικών. Οι πρόγονοί τους ίσως ανταγωνίζονταν επιτυχώς σαρκοφάγα θηλαστικά από το μέσο Κρητιδικό.

Στη συνέχεια οι επιστήμονες μελετούν τη βιογεωγραφία των βαράνων. Έχουν εξάπλωση σε όλα τα μέρη χαμηλού γεωγραφικού πλάτους του Παλαιού Κόσμου, και μολονότι συνυπάρχουν με τα σαρκοφάγα θηλαστικά, ο αριθμός των ειδών είναι μικρός στις μεγάλες ηπείρους. Όταν γράφτηκε η εργασία αυτή, αναγνωρίζονταν 60 είδη βαράνων, σήμερα όμως αναγνωρίζονται 78, και οι ίδιοι επιστήμονες υπέθεταν ότι πολλά νέα είδη πρόκειται να περιγραφούν στην αυστραλιανή περιοχή, αφού οι πληθυσμοί εκεί δεν ήταν τόσο γνωστοί, και πράγματι σχεδόν όλα τα νέα είδη περιγράφηκαν από εκεί, και αναμένεται η ανακάλυψη νέων. Έτσι,έχουμε 5 είδη στην Αφρική, με το βαράνο της ερήμου (Varanus griseus) να φτάνει ως την κεντρική Ασία, 7 είδη στη νότια ασιατική ενδοχώρα, 15 είδη στη νησιωτική ΝΑ Ασία, συμπεριλαμβανομένων των Φιλιππινών και των Ανατολικών Ινδιών, εκ των οποίων 4 είδη είναι κοινά με την ασιατική ενδοχώρα, 15 είδη στη Νέα Γουινέα, στο Αρχιπέλαγος Μπίσμαρκ και στα νησιά του Σολομώντα, και 29 είδη στην Αυστραλία, με 5 κοινά με τη Ν. Γουινέα. Τα μισά περίπου από τα αυστραλιανά είδη είναι μικρόσωμα, κι έχουν μεγάλη πυκνότητα. Στη βόρεια Αυστραλία για παράδειγμα, μπορεί να υπάρχουν συμπατρικά 8-9 είδη βαράνων, σε εξαιρετικές περιπτώσεις 10-11, διαφορετικού μεγέθους, μικροπεριβάλλοντος και συνηθειών.

Μεταξύ ασιατικής και αυστραλιανής βιογεωγραφικής περιοχής, υπάρχει η διαχωριστική Γραμμή του Ουάλας. Η γραμμή αυτή, που πήρε το όνομά της από το γνωστό βιογεωγράφο και σύγχρονο του Δαρβίνου Άλφρεντ Ράσελ Ουάλας, ο οποίος επίσης ανέπτυξε εξελικτική θεωρία παρόμοια μ’αυτήν του Δαρβίνου, δεν είναι εντελώς νοητή. Είναι μια ζώνη βαθέος νερού, η οποία βρίσκεται στο μεταίχμιο της ασιατικής πλάκας ανατολικά, και της αυστραλιανής και ειρηνικής πλάκας δυτικά. Το σημείο αυτό ποτέ δε γεφυρώθηκε με στεριά, οπότε δρα ως όριο της εξάπλωσης πολλών χερσαίων αρθροπόδων και σπονδυλωτών, διαχωρίζοντας τις κοινότητες της ασίας με βόρεια λαυρασιατικ΄προέλευση απ’αυτές της Αυστραλίας με νότια γκοντβανική προέλευση, και είναι γεωλογικά ενεργή. Μικρά θραύσματα φλοιού και λιθοσφαιρικών πλακών μετακινύνται, στρέφονται και υπάγονται το ένα κάτω απ’το άλλο ή κάτω από τις μεγαλύτερες πλάκες, δημιουργώντας ένα ασταθές γεωλογικό περιβάλλον με δημιουργία κι εξαφάνιση νησιών, αυξομειώσεις της έκτασης ξηράς, ανυψώσεις θαλάσσιου πυθμένα κλπ. Η γεωλογική δραστηριότητα άρχισε πριν από 50 και η δημιουργία νησιών πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια, οπότε πολλά συμπυκνώθηκαν και δημιουργηθηκε η βόρεια Νέα Γουινέα, ενώ επίσης περίπου εκείνη την εποχή ανυψώθηκε η κεντρική οροσειρά της, και με δυτική μετατόπιση θραυσμάτων πλακών της Αυστραλίας, σχηματίστηκε η Χαλμαχέρα, το Όμπι, το Αρχιπέλαγος Σούλα και το ανατολικό άκρος του Σουλαουέσι. Τα νησιά της περιοχής προέρχονται είτε από ηπειρωτικά θραύσματα, είτε αππό ανυψώσεις βυθού είτε από ηφαιστειακά νησιωτικά τόξα. Οι βαράνοι μπορεί να μετακινήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο σ’αυτό΄το περιβάλλον, είτε με μετακίνηση διά ξηράς, είτε με άλματα μεταξύ νησιών, ή και με βικαριανισμό (διαχωρισμός πληθυσμών σε διαφορετικά είδη αφού έχει διασπαστεί ένα ενιαίο τμήμα ξηράς). Για τα μικρά σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά, η διάβαση της ζώνης ήταν πιο δύσκολη, αλλά έχει γίνει. Η ζώνη αυτή ωστόσο δεν είναι απόλυτος φραγμός, αφού πολλές φορές έχουν περάσει είδη και προς τις δύο κατευθύνσεις.

Οι βαράνοι, και γενικώς τα βαρανόμορφα, έχουν λαυρασιατική προέλευση, οι πρόγονοί τους δηλαδή ζούσαν στη μεσοζωική βόρεια υπερήπειρο Λαυρασία, η οποία περιελάμβανε την Ευρασία και τη Βόρεια Αμερική. Τα πρώτα βαρανόμορφα χρονολογούνται από το ιουρασσικό της Ασίας, ενώ τα πρώτα απολιθώματα μελών του γένους Varanus χρονολογούνται στα 45 εκατομμύρια χρόνια πριν και προέρχονται από την κεντρικη Ασία. Τα απολιθώματα των συγγενών των βαράνων, των ηλοδερμάτων ή τεράτων του Τζίλα, έχουν επίσης λαυρασιατική κατανομή, ενώ το μόνο απολίθωμα λανθανωτοειδούς είναι από το Κρητιδικό της Ασίας. Σύμφωνα με την επικρατέστερη φυλογενετική θεωρία για τους σημερινούς βαράνους, η ομάδα προήλθε απ’την Ασία, κι έπειτα διασπάστηκε στους σημερινούς κλάδους. Ο ένας είναι αυτός που περιλαμβάνει όλα τα αφρικανικά είδη, μαζί με τον V. griseus που φτάνει μέχρι την κεντρική Ασία. Οι επόμενοι είναι αυστραλασιατικοί, με τον πρώτο να περιέχει τα είδη της ασιατικής ενδοχώρας, καθώς κι αυτά των νησιών Σούντα, αν και ο V. salvator πέρασε τη Γραμμή δύο φορές, και αυτά των Φιλιππινών, και το δεύτερο να περιέχει άλλους δύο: Ο ένας περιλαμβάνει το φιλιππινέζικο είδος V. olivaceus και τον κλάδο Euprepiosaurus (ευπρεπιόσαυρος), ο οποίος περιλαμβάνει τα συμπλέγματα των ειδών V. indicus και V. prasinus ενώ ο άλλος αποτελείται από τη μία από τα μεγάλα είδη V. salvadorii, V. komodoensis, V. varius και τον κλάδο Odatria των μικρόσωμων αυστραλιανών ειδών, κι από την άλλη από τα μεγαλύτερα αυστραλιανά είδη βαράνου. Οι βαράνοι δε θα είχαν περάσει τη γραμμή πριν από 50 εκάτ. Χρόνια, αφού τότε η Αυστραλία ήταν πολύ νοτιότερα της Ασίας και δεν υπήρχε ξηρά ανά μεταξύ τους. Πριν 50 εκάτ. Χρόνια, η Αυστραλιανή πλάκα συνάντησε τη ΝΑ Ασία στην περιοχή των σημερινών Φιλιππινών, και δημιουργήθηκε η γεωλογικά ενεργή γραμμή του Ουάλας. Ίσως είχαν δημιουργηθεί νησιωτικά τόξα τότε, τα οποία όμως έπειτα εξαφανίστηκαν ή αφομοιώθηκαν με μεταγενέστερα. Τα σημερινά νησιωτικά συμπλέγματ άρχισαν να σχηματίζονται πριν από 30 εκάτ. Χρόνια, και πιθανόν τότε άρχισαν οι βαράνοι να μετακινούνται προς την Αυστραλία, αφού τα πρώτα απολιθώματα βαράνων στην Αυστραλία χρονολογούνται μεταξύ Ολιγόκαινου και Μειόκαινου, πριν από 24 εκατομμύρια χρόνια. Μέσα σ’αυτά τα 24 εκατομμύρια χρόνια δηλαδή, οι βαρανοί εξελίχθηκαν σε μεγάλη κλίμακα μεγεθών, φτάνοντας στα ακραία μεγέθη του γένους, με ακραίο μικρότερο το V. sparnus στα 20 εκ και ακραίο μεγαλύτερο τον εξαφανισμένο πια (ίσως ευθύνεται και ο άνθρωπος) V. priscus στα 5 μ, και ίσως να υπήρχαν άτομα των 7 μ. Έτσι από τις Φιλιππίνες πρώτα πέρασε ο κλάδος ο οποίος εξελίχθηκε στο δράκο του Κόμοντο στα Σούντα – αυτό πλέον έχει αποδειχθεί λάθος, αφού ο δράκος του Κόμοντο προήλθε από την Αυστραλία και στους μικρόσωμους βαράνους οδάτρια και στους μεγαλόσωμους της Αυστραλίας, κι αργότερα οι ευπρεπιόσαυροι από τις Φιλιππίνες. Υποείδη του V. salvator πέρασαν πολύ πιο πρόσφατα. Το είδος αυτό΄είναι καλός κολυμβητής, και ίσως πέρασε μέσο θαλάσσης. Μια εναλλακτική θεωρία, ότι δηλαδή οι αυστραλιανοί βαράνοι, καθώς και οι δράκοι (αγαμίδες) προϋπήρχαν στη Γκοντβάνα και είχαν ήδη διασπαστεί από τους ασιατικούς από το Μεσοζωικό, την οποία υποστηρίζει ένας μόνο ερευνητής, χρησιμοποιώντας πιθανόν λανθασμένες μεθόδους μοριακού ρολογιού στο μιτοχονδριακό dna, δεν υποστηρίζεται από τα απολιθωματικα και τα μοριακά δεδομένα. Αν άλλωστε οι βαράνοι προϋπήρχαν στη νότια υπερείπηρο, θά’πρεπε να βρίσκονται και στη Νότια Αμερική, η οποία ήταν κι αυτή μέρος της, απ’όπου απουσιάζουν εντελως ως απολιθώματα. Σήμερα εκεί οι σαυρες τεγκού αντικαθιστούν οικολογικά τους βαράνους.

Ανατολικά λοιπόν της Γραμμής του Ουάλας, υπάρχουν αρκετοί μικροί βαράνοι, ενώ δυτικά σχεδόν κανένας, και οι επιστήμονες κάνουν διάφορες υποθέσεις γι’αυτό το φαινόμενο, τις οποίες μία-μία τις αποκλείουν. Ίσως οι μικροί βαράνοι να μη μπόρεσαν να περάσουν εξαιτίας μειωμένων ικανοτήτων εξάπλωσης, ίσως λόγω αλληλεπίδρασης με τα θηλαστικά. Αν και δε γίνεται ν’αποκλειστεί εντελώς το πρώτο ενδεχόμενο, οι μικρόσωμοι βαράνοι πολλάκις έχουν περάσει από την Αυστραλία σε απομακρυσμένα νησιά, οπότε ίσως να μην είναι και τόσο δύσκολη η μεταφορά τους μακριά. Πιθανόν η αλληλεπίδραση με τα θηλαστικά να περιόρισε την εξάπλωσή τους. Ο ανταγωνισμός με τα μικρά σαρκοφάγα θηλαστικα είναι απίθανος, αφού οι μικροί βαράνοι τρέφονται κυρίως με έντομα και μικρές σαύρες, τροφές που υπάρχουν παντού στο περιβάλλον και σε τεράστιους αριθμούς. Η ύπαρξη πολλών ειδών σαυρών στην Αυστραλία ίσως να είναι ένας ακόμα λόγος που εξελίχθηκαν τόσο πολλοί μικροί βαράνοι εκεί. Από την άλλη, ίσως το κυνήγι των μικρών βαράνων από τα μικρά σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά να εξηγεί την απώλεια μικρών βαράνων δυτικά της γραμμής Ουάλας, ή και ανατολικά όπου υπάρχουν μικρά σαρκοφάγα θηλαστικά. Στο Σουλαουέσι για παράδειγμα, όπου έφτασε ένα είδος σιβέτας, δεν υπάρχει κανένας μικρός βαράνος. Η υπόθεση αυτή δοκιμάζεται με την ανθρώπινη εισαγωγή μικρών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών στην Αυστραλία και σε πολλά γειτονικά νησιά, για τα οποία ωστόσο δεν είναι γνωστό κατά πόσο τρώνε βαράνους. Στις εύκρατες κι ερημικές περιοχές της Αυστραλίας για παράδειγμα οι γάτες και οι αλεπούδες προτιμούν τα πουλιά και τα θηλαστικά για τροφή, ενώ σε τροπικές περιοχές ίσως οι γάτες να τρέφονται και με μικρούς βαράνους. Σε μία πρόσφατη μελέτη ραδιοϊχνηλάτησης 54 μικρών βαράνων στα βόρεια τροπικά δάση της Αυστραλίας, οι 13 είχαν φαγωθεί από εχθρούς, εκ των οποίων οι 4 πιάστηκαν από ιθαγενή σαρκοφάγα και οι υπόλοιποι 9 από μία μόνο γάτα. Οι γάτες στήνουν ενέδρα στους μικρούς βαράνους όταν κατεβαίνουν από τα δέντρα ακόμα και την ημέρα, ενώ τα ιθαγενή κουόλ, μαρσυποφόρα σαρκοφάγα παρόμοια με τη γάτα, είναι νυκτόβια και δε στήνουν ενέδρες.

Μετά οι επιστήμονες εξηγούν για ποιον λόγο οι μικρότεροι βαράνοι να είναι πιο ευάλωτοι στο κυνήγι από θηλαστικά. Οι μεγάλοι βαράνοι γεννούν πολλά αυγά, τα οποία επωάζονται για περισσότερο χρόνο και πιθανότατα ζουν περισσότερο τα είδη αυτά απ’τους μικρούς, αφήνοντας έτσι πολύ περισσότερους απογόνους για ν’αντισταθμήσουν τις απώλειες. Αντίθετα, οι μικρότεροι βαράνοι γεννούν λιγότερα αυγά, τα οποία εκκολάπτονται σε μικρότερους νεοσσούς, οι οποίοι αναλογικα με το σώμα τους όμως είναι μεγαλύτεροι σε σχέση μ’αυτούς των μεγαλύτερων ειδών. Δηλαδή οι μικροί βαράνοι επενδύουν περισσότεροι ενέργεια σε σχετικα λιγότερα μικρά. Τέτοιες στρατηγικές ακολουθούν συνήθως ζώα σε περιβάλλοντα με λίγους εχθρούς. Υπάρχουν επίσης αυστραλιανά είδη μεγάλων βαράνων με λιγότερα αυγά και μεγαλύτερα μικρά από το σύνηθες, αλλά τα μικρά τους μπορεί να έχουν το μέγεθος ενός ενήλικου μικρόσωμου βαράνου, οπότε δε μπορεί να γίνει σωστή σύγκριση. Έτσι οι μικροί βαράνοι αναγκαστικά γεννούν μικρότερους απογόνους, οπότε δε θα μπορούν να διατηρήσουν τον πληθυσμό τους σταθερό στο ενδεχόμενο μεγάλης πίεσης από σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά. Τα μικρά των μεγάλων βαράνων επιβιώνουν χάρη στους μεγάλους αριθμούς τους, στη γρήγορη ανάπτυξή τους και στην κρυπτική συμπεριφορά τους. Όπως παραστατικά μας λένε οι επιστήμονες, συμπεριφέρονται περισσότερο σαν κρυπτικοί σκίγκοι,παρά σαν βαράνοι. Τα μικρά των περισσότερων ειδών ζουν κρυμμένα σε πολύ πυκνή βλάστηση, και σε πολλά μεγάλα είδη διαφέρουν μορφολογικά και συμπεριφορικα από τα ενήλικα άτομα – παρομοίως διαφέρουν και πολλά μικρά μεγάλων ειδών ερπετών, καθώς και πολλοί δεινόσαυροι. Για παράδειγμα, οι νεαροί δράκοι του Κόμοντο είναι δενδρόβιοι και εντομοφάγοι, μοιάζοντας έτσι με πολλά άλλα δενδρόβια είδη, πιθανότατα για ν’αποφύγουν τους κανιβαλιστικούς ενήλικες. Γι’αυτόν το λόγο η εύρεση μικρών βαράνων στη φύση είναι πολύ δύσκολη. Οι δύο επιστήμονες της εργασίας αυτής για παράδειγμα, κάνοντας απολογισμούς σαυρών στην έρημο Βικτόρια της βόρειας Αυστραλίας για πολλούς μήνες, μόνο μια φορά βρήκε ο καθένας νεογέννητο V. tristis.

Οπότε οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ούτε η αδυναμια εξάπλωσης ούτε ο ανταγωνισμός με τα θηλαστικά εξηγούν επαρκώς την απουσία μικρόσωμων βαράνων δυτικά της Γραμμής του Ουάλας. Το πιο πιθανό είναι ότι τα μικρά σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά πιέζουν έντονα τους πληθυσμούς των μικρόσωμων ειδών, τα οποία εκ φύσεως δε μπορούν να γεννήσουν πολλά μικρά και τελικα εξαφανίζονται. Επίσης η ύπαρξη μεγάλης ποικιλίας μικρών σαυρών στην Αυστραλία ίσως οδήγησε στην ιδιαίτερα μεγάλη ποικιλία μικρών βαράνων στην ήπειρο αυτήν.

Ολόκληρη τη μελέτη μπορείτε να την βρείτε σε pdf εδώ.

Δεν πιστεύω ότι όλοι οι μικρόσωμοι βαράνοι κινδυνεύουν από τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά. Σύμφωνα με τα δεδομένα, τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά σπάνια κυνηγούν βαράνους στις εύκρατες και ερημικές περιοχές της Αυστραλίας, οπότε στα μέρη αυτά η αλληλεπιδράσεις βαράνων και θηλαστικών είναι σπάνιες. Για τις τροπικες περιοχές δεν έχουμε πολλά δεδομένα, αλλά ούτε εκεί πιστέυω τα σαρκοφάγα θηλαστικά να τρέφονται σε μεγάλο βαθμό με βαράνους σ’όλες τις περιπτώσεις. Μπορεί να τους τρώνε συχνά, και σε εξελικτικό χρόνο κάποια είδη ίσως να εξαφανιστούν, αλά σίγουρα όχι όλα. Μετά τα εναπομείναντα ίσως αναπτύξουν αποτελεσματικότερες άμυνες κατά των θηλαστικών. Επίσης, μέσα στην καρδιά της εξάπλωσης των μικρών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών υπάρχει ένας μικρόσωμος βαράνος, που επιβιώνει κανονικότατα. Στην κεντρική Αφρική βρίσκεται ο βαράνος της σαβάνας (V. exanthematicus), ο οποίος συνήθως γίνεται μόνο 80 εκ, τρέφεται με ασπόνδυλα και μικρα σπονδυλωτά, και ζει σ’ένα περιβάλλον γεμάτο με μικρά, δραστήρια σαρκοφάγα θηλαστικά με άγριες διαθέσεις. Αλλά και ο V. griseus δεν είναι μεγαλύτερος, φτάνοντας τα 1,2 μέτρα συνήθως, στο όριο δηλαδή μεταξύ των λεγόμενων μικρόσωμων και μεγαλόσωμων βαράνων, και όχι μόνο δεν επηρεάστηκε αρνητικά από τα θηλαστικά, αλλά έφτασε μέχρι τα ψυχρότερα μέρη της εύκρατης ζώνης στο Καζακστάν, όπου κανένας άλλος βαράνος δεν έχει φτάσει. Αντίθετα ο άνθρωπος τον απειλεί σοβαρά.

Advertisements