Ασιατικός βαράνος του νερού (Varanus salvator salvator), από Wikipedia.

Οι βαράνοι ή βαρανοί αποκαλούνται συχνά οι βασιλιάδες των σαυρών. Είναι συνήθως μεγαλόσωμες, σαρκοφάγες σαύρες με μεγάλη εξάπλωση στην Αφρική, στην Ασία, στα νησιά του Ινδικού και στην Αυστραλία. Τα 78 είδη τους αποτελούν το γένος Varanus της μονοτυπικής οικογένειας Varanidae, αλλά ο αριθμός των ειδών συνεχώς αυξάνεται από τη διάσπαση πληθυσμών σε νεά είδη ή και την ανακάλυψη νέων. Η οικογένεια των βαρανιδών έχει ιστορία από το ύστερο Κρητιδικό, και στο παρελθόν είχε περισσότερα γένη, αν και σήμερα μόνο οι βαράνοι απομένουν, οι οποίοι είναι πολύ επιτυχημένοι. Συγγενείς και ίσως πρόγονοί τους είναι οι νεκρόσαυροι, και λίγο μακρινότεροι οι θαλάσσιοι μοσάσαυροι του Κρητιδικού. Ακόμα μακρινότεροι συγγενείς είναι οι άωτοι βαράνοι (οικογένεια Lanthanotidae), τα τέρατα του Τζίλα (οικογένεια Helodermatidae), τα αγκουοειδή όπως το κονάκι (οικογένεια Anguidae), και τα φίδια. Το γένος είναι μοναδικό στο ότι, παρά τις τεράστιες διαφορές στο μέγεθος (από 20 εκ [πρόσφατα ανακαλυμμένος V. sparnus της Αυστραλίας] μέχρι 3 μ [ο δράκος του Κόμοντο V. Comodoensis], αν κι ακόμα μεγαλύτερος ήταν ο εξαφανισμένος αυστραλιανός V. priscus στα 5 ή και 7 μ), τα είδη δε διαφέρουν σημαντικά στη μορφολογία. Γενικώς είναι σαύρες μακρόστενες αλλά γεροδεμένες, με μακρύ λαιμό, μικρό κεφάλι, αρκετά ανεπτυγμένα άκρα και δυνατή, μη αυτοτομήσιμη ουρά. Η γλώσσα τους είναι λεπτή και διχαλωτή όπως αυτή των φιδιών, και χρησιμεύει μόνο στην όσφρηση, όπως και στα φίδια. Όταν δεν την χρησιμοποιούν, παραμένει προστατευμένη μέσα σ’ένα κάλυμμα ιστού. Τα δόντια τους είναι μεγάλα, κωνικά και αιχμηρά, και το κρανίο τους ελαφρώς κινητικό για να μπορούν να καταπίνουν μεγάλα θηράματα, αν και σε περίπτωση που είναι πολύ μεγάλα, συχνά τα τεμαχίζουν με το κεφάλι και τα μπροστινά τους άκρα. Έχουν το τρίτο μάτι (βρεγματικός οφθαλμός) στην κορυφή του κεφαλιού, όπως οι περισσότερες ημερόβιες σαύρες, και στις φολίδες τους φέρουν αισθητήρια βοθρία για την αφή. Στην κοιλιά τους έχουν σκωληκόμορφες οστέινες πλάκες.
Είναι δραστήρια ζώα, που συχνά καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις για εξεύρεση τροφής, και πολλές φορές καταδιώκουν ενεργά τα θηράματά τους. Αυτό απαιτεί υψηλό μεταβολισμό, και σύμφωνα με τις μελέτες που το διερεύνησαν αυτό, οι βαράνοι είναι τα σημερινά ερπετά με τον υψηλότερο μεταβολισμό και αερόβια ικανότητα. Η καρδιά τους είναι λειτουργικά τετράχωρη κατά τη συστολή, διαχωρίζοντας έτσι πλήρως τη συστημική από την πνευμονική κυκλοφορία, ώστε να μπορούν να έχουν υψηλή συστημική πίεση για να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε οξυγόνο χωρίς αυτό να βλάπτει τους πνεύμονες, όμοια με τα πτηνά και τα θηλαστικά. Ο αέρας στους πνεύμονές τους κινείται μονόδρομα, ένα σύστημα που έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα και στους αρχόσαυρους (κροκοδείλια, πουλιά και εξαφανισμένοι συγγενείς), και είναι αποτελεσματικότερο απ’αυτό των θηλαστικών. Διατηρούν επίσης υψηλές θερμοκρασίες την ημέρα, όμοιες ή υψηλότερες απ’αυτές των θηλαστικών. Τα χαρακτηριστικά αυτά τους έχουν κάνει αντάξιους ανταγωνιστές των σαρκοφάγων θηλαστικών μεσαίου μεγέθους στις περιοχές όπου ζουν. Σε μικρότερα μεγέθη κινδυνεύουν να φαγωθούν από μικρά σαρκοφάγα θηλαστικά, γι’αυτό ελάχιστοι μικροί Βαρανοί υπάρχουν στην Αφρική και την Ασία, αν και στην Αυστραλία, ελλείψει πολλών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών, πολλοί βαράνοι έχουν εξελίξει μικρότερο μέγεθος και τα αντικαθιστούν οικολογικά. Σχεδόν όλα τα μέλη του γένους είναι σαρκοφάγα, τρώγοντας εύρος τροφών από αυγά, έντομα και σκουλήκια μέχρι ψάρια, τρωκτικά, άλλα ερπετά, μεγάλα ζώα όσο κι ένα βουβάλι και πτώματα. Κάποια δενδρόβια είδη μπορεί να τρώνε και φρούτα συμπληρωματικά, ενώ 3 ασιατικά είδη είναι φρουτοφάγα. Η όρασή τους είναι καλή, αλλά ακόμα καλύτερη είναι η όσφρησή τους, χάρη στην οποία εύκολα βρίσκουν κρυμμένη ή θαμμένη τροφή. Τα περισσότερα είδη κινούνται στο περιβάλλον όπου εξελίχθηκαν, αλλά μπορεί να κυνηγήσουν και σε διαφορετικά περιβάλλοντα, π.χ. πολλά χερσαία είδη μπορεί να ψάξουν τροφή στο νερό. Είναι ημερόβιοι, αλλά μπορούν να δραστηριοποιηθούν και τη νύχτα κάποιες φορές.
Είναι από τα εξυπνότερα ερπετά, με νοημοσύνη που ξεπερνά αυτήν πολλών θηλαστικών. Διάφορα είδη έχουν βρεθεί ότι λύνουν περίπλοκα προβλήματα για να φτάσουν στην τροφή, έχουν υποτυπώδεις αριθμητικές ικανότητες, παίζουν με αντικείμενα όπως πολλά θηλαστικά κλπ. Ορισμένα είδη εξαπατούν τους γονείς για να κλέψουν τα αυγά τους, όπως ο Varanus albigularis στην Αφρική, όπου ο ένας διώχνει τον κροκόδειλο απ’τη φωλιά κι ο άλλος τρώει τα αυγά, και μετά επιστρέφει και ο πρώτος για να φάει – από τα λίγα ερπετά που κυνηγούν συνεργατικά. Πολλοί δενδρόβιοι βαράνοι χρησιμοποιούν τα μπροστινά τους άκρα για να βγάλουν έντομα από τρύπες, συμπεριφορά σπάνια στις σαύρες. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι βαράνοι είναι μοναχικοί, αποφεύγοντας την επαφή με άλλα μέλη του είδους τους. Εκτός από το συγκεκριμένο Αφρικανικό είδος, κυνηγούν μόνοι τους, αν και μπορεί να συγκεντρωθούν σε περίπτωση πολλής τροφής, π.χ. αν υπάρχει μεγάλο πτώμα, οπότε τρώνε ανάλογα με το μέγεθός τους, με τους μεγαλύτερους πρώτους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μεγαλόσωμοι βαράνοι μπορεί να μαλώσουν, όπως επίσης μαλώνουν αρσενικά κατά την περίοδο αναπαραγωγής για τις περιοχές τους. Όταν μαλώνουν σηκώνονται στα δύο πόδια και σπρώχνονται. Τα θηλυκά σε πολλά είδη σκάβουν περίπλοκες φωλιές, τις οποίες φυλάγουν από εχθρούς, αλλά τα μικρά είναι ανεξάρτητα μόλις γεννηθούν, μένοντας κρυμμένα για τον περισσότερο καιρό μέχρι να μεγαλώσουν, για΄τι έχουν πολλούς εχθρούς, συμπεριλαμβανομένων και μεγαλύτερων μελών του είδους τους. Παρομοίως σηκώνονται στα δύο πόδια και την ουρά για να παρακολουθήσουν το περιβάλλον τους, δίνοντάς τους το αγγλικό όνομα “monitor lizards (σαύρες που παρακολουθούν)». Το όνομα «βαράνος» προέρχεται από το αραβικό «ουαράν» ή «ουαράλ», που προέρχεται από τη σημιτική ρίζα “wrl” αναφερόμενοι σε μεγάλη σαύρα ή δράκο.

Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο ότι τέτοια ζώα συγκέντρωσαν αρκετό μύθο και παράδοση γύρω τους σε διάφορους πολιτισμούς. Εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών τους, οι άνθρωποι από αρχαιοτάτων χρόνων τους ξεχώριζαν από όλες τις υπόλοιπες σαύρες, αντιμετωπίζοντάς τους περισσότερο ως μυθικούς δράκους παρά ως σαύρες. Αλλού σκοτώνονταν ως επικίνδυνα ζώα, αλλού θεωρούνταν κακά πνεύματα και φορείς κακοτυχίας, αλλού λατρεύονταν ή θεοποιούνταν, αλλού ήταν ανεκτοί, χρησιμοποιούνταν στην ιατρική, στη μαγεία και κυνηγούνταν για το κρέας τους. Σήμερα πολλά είδη απειλούνται από την απώλεια του ενδιαιτήματός τους εξαιτίας της ανθρώπινης ανάπτυξης, αλλά κι από την ανθρώπινη εκμετάλλευση, κυρίως για το δέρμα τους. Άλλα είδη ωστόσο εξακολουθούν ν’ακμάζουν παρά τις πιέσεις, αποδεικνύοντας πόσο επιτυχημένα είναι. Όπως και τα περισσότερα ερπετά, οι μύθοι που τους περιβάλλουν τους συνδέουν κυρίως με το κακό, καθιστώντας/όντας έτσι σοβαρά εμπόδια για τις προσπάθειες προστασίας τους. Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα βιβλίου, το οποίο βρήκα στη σελίδα του Mampam, ενός περιβαλλοντικού ιδρύματος που ασχολείται με την προστασία λιγότερο γνωστών ζώων, όπως είναι οι βαράνοι, αλλά και με την υποστήριξη παραμελημένων κοινοτήτων. Αρχικά ήταν σπασμένο σε πρώτο και δεύτερο μέρος, αλλά εγώ τα συνένωσα.

Μετάφραση: Bolko

Βαράνοι και ανθρωπότητα

Σελίδα 1 από 2

Απόσπασμα από το Ένα Μικρό Βιβλίο για τους Βαράνους © D. Bennett 1995. Viper Press, UK

Η σχέση μας με τους βαράνους φτάνει μέχρι 90.000.000 χρόνια πριν. Για σχεδόν όλο αυτό το διάστημα, αυτοί ήταν οι θηρευτές κι εμείς τα θηράματα. Οι πρώτες καταγεγραμμένες περιπτώσεις θήρευσης βαράνων από τον άνθρωπο χρονολογούνται περίπου στα 40.000 χρόνια πριν (King 1962). Σήμερα η σχέση της ανθρωπότητας με τους βαράνους είναι περίπλοκη. Είναι αναμφίβολα οι σημαντικότερες από τις σαύρες για την ανθρώπινη φυλή.

Ο βαράνος στην παράδοση και την τέχνη

Οι βαράνοι συχνά λέγεται ότι έδωσαν την έμπνευση για τους μυθικούς δράκους, αλλά πολλά άλλα ζώα διεκδικούν εξίσου την ίδια θέση. Η περιγραφή των μεγάλων όφεων του Καραζάν από το Μάρκο Πόλο εύκολα θα μπορούσε ν’αναφέρεται σε ένα δράκο του Κόμοντο:

«Εδώ υπάρχουν τεράστια φίδια δέκα βήματα σε μήκος και 10 πιθαμές στο πλάτος του σώματος. Στο μπροστινό μέρος δίπλα στο κεφάλι έχουν δύο κοντά πόδια, το καθένα με τρία νύχια σαν αυτά μίας τίγρεως, με μάτια μεγαλύτερα από ένα καρβέλι τεσσάρων πεννών και πολύ λαμπερά. Τα σαγόνια είναι αρκετά πλατιά ώστε να καταπιούν έναν άνθρωπο, τα δόντια είναι μεγάλα και αιχμηρά και η όλη τους εμφάνιση είναι τόσο φοβερή που ούτε άνθρωπος ούτε κανένα άλλο ζώο δε μπορεί να τα πλησιάσει χωρίς τρόμο.»

Οι πρώτες γνωστές απεικονίσεις βαράνων προέρχονται από σπηλαιογραφίες κοντά στο Μπόπαλ που έγιναν πριν από περίπου 10.000 χρόνια (Das 1989). Συχνά εμφανίζονται στην αρχαία και στη σύγχρονη αυστραλιανή τέχνη, αλλά απουσιάζουν εμφανώς από την τέχνη των αρχαίων αιγυπτιακών πολιτισμών. Σύμφωνα με τον Rose (1962) οι βαράνοι συχνά απεικονίζονταν και ταριχεύονταν από τους Αρχαίους Αιγυπτίους. Πάραυτα οι Αιγύπτιοι δεν άρχισαν να ταριχεύουν ερπετά μέχρι τις μεταγενέστερες δυναστείες (πριν περίπου 4.000 χρόνια), όταν σχετίστηκαν με τον ηλιακό θεό Ατούμ, και μια έρευνα για τα μουμιοποιημε΄να ερπετά στο Βρετανικό Μουσειο και σ’αυτό του Καΐρου δεν έχει αποκαλύψει ούτε ένα δείγμα βαράνου (Bennett & Akonnor ms). Ο πιθανότατος λόγος για τον οποίον οι βαρανίδες αποκλείονταν από τη μεταθάνατον ζωή είναι ότι τρώνε τα αυγά και τα μικρά των κροκοδείλων, οι οποίοι, αν και περιφρονούνταν, θεωρούνταν πολύ ιεροί από τους Αρχαίους Αιγυπτίους.

Η παράδοση βρίθει από δεισιδαιμονίες και ανέκδοτα που αφορούν τους βαράνους. Σε κάποια μέρη αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση ή και με φόβο, αλλά πολλοί πολιτισμοί εκτιμούν τις σαύρες και ορισμένοι τις αντιμετωπίζουν με υψηλή ευλάβεια.

Ιστορίες ότι οι βαράνοι είναι ιοβόλοι ή και δηλητηριώδεις αφθονούν στην πρώιμη βιβλιογραφία. Το σάλιο τους θεωρείται δηλητηριώδες στη Βεγγάλη και σε μέρη του Βόρνεο πάντοτε μαγειρεύονται με πιπερόριζα ως προληπτικό μέτρο, διότι αν έχει επιλεγεί για την κατσαρόλα ένα δηλητηριώδες άτομο, το μίγμα θα μαυρίσει (Saha 1983; Auffenberg 1982). Οι Mason & Theobald (στο Gaddow 1901) έχουν ισχυριστεί ότι οι Βυρμανέζοι Καρέν έτρωγαν βαράνους, αλλά πετούσαν τα κεφάλια επειδή τα θεωρούσαν δηλητηριώδη. Ο κρυπτικός τραχύλαιμος βαράνος πιστευόταν ότι είχε τόσο δυνατό δηλητήριο, που μπορούσε να σκοτώσει έναν ελέφαντα (Lekagul 1969). Στη Σρι Λάνκα οι βαράνοι του νερού συνήθως θεωρούνται άνοστοι, ενώ οι βαράνοι της Βεγγάλης τρώγονται με ευχαρίστηση (Deraniyagala 1953). Εντούτοις αν πατήσεις τα περιττώματα των σαυρών μπορεί να βγάλεις εξανθήματα με έλκη στα πόδια σου (de Silva, προσ.επικ.). Η ικανότητα των σαυρών να τρώνε ιοβόλα φίδια αναγνωρίζεται σε πολλούς πολιτισμούς και στην Αυστραλία, στην Αίγυπτο και στην Αλγερία η ανοσία τους συχνά αποδίδεται στη συνήθειά τους να αναζητούν φαρμακευτικά φυτά μόλις δαγκωθούν (Reed 1987, Anderson 1898, Mamir, προς. επικ.).

Οι βαράνοι μπορούν να φέρουν κακή τύχη στους ανθρώπους με διάφορους τρόπους. Στο Βόρνεο μερικές φορές απεικονίζονται στις ασπίδες των πολεμιστών για να σκορπίσουν τον τρόμο στις καρδίες των αντιπάλων τους. Εάν ένας βαράνος περάσει μπροστά από έναν προελαύνοντα στρατό, μπορεί να επέλθει ανταρσία, εκτός κι αν η μάχη αναβληθεί. Εάν ένας ειδωθεί σ’ένα γάμο, η ένωση θεωρείται αποτυχημένη από την αρχή (Auffenberg 1982). Σε μέρη του Πακιστάν θεωρούταν απαραίτητο να κρατήσεις το στόμα σου καλά κλειστό μπροστά σ’ένα βαράνο· με μια φευγαλέα ματιά των δοντιών σου θα μπορούσε το πνεύμα του ερπετού να μολύνει την ψυχή σου (Minton 1966). Εάν ένας βαράνος έτρεχε ανάμεσα στα πόδια σου στο Καζακστάν, η πιθανότητά σου να κάνεις παιδιά στο μέλλον θεωρούταν μηδενική (Nickolskii 1915). Σε κάποια μέρη της Ταϊλάνδης κάποιοι άνθρωποι δεν τολμούν καν να προφέρουν το όνομα του βαράνου, ενώ άλλοι το χρησιμοποιούν ως προσβολή (Nutphand undated). Στα νοτιότερα, όταν το φεγγάρι είναι γεμάτο, κάποιοι δύστυχοι άνθρωποι βγάζουν λέπια και βγάζουν μια μακριά, διχαλωτή γλώσσα. Αυτοί οι «βαρανάνθρωποι» περιπλανώνται ψάχνοντας όχι για κάμπιες και σκαθάρια, αλλά για ζεστή ανθρώπινη σάρκα (Auffenberg 1982).

Πολλοί πολιτισμοί ξεχωρίζουν σαφώς τους καλούς από τους κακούς βαράνους. Γύρω από τους λόφους Γκάρο στην Ινδία, οι βαράνοι του νερού με νεφελώδη σημάδια θεωρούνταν κακά πλάσματα που τραβούσαν τους ανθρώπους κάτω απ’το νερό και τους έπιναν το αίμα. Αυτοί με φωτεινά σχέδια (γνωστοί ως Αρίνγκα) υποτίθεται ότι ήταν φιλικοί και απεικονίζονταν στις θύρες των σπιτιών των εργένηδων των φυλών Άτονγκ και Γκάντσινγκ. Ένα άλλο σόι του Γκάρο, οι Ντάουα, έχουν την ακόλουθη ιστορία για τον ιδρυτή τους.

Όταν κάποτε ο Ντάουα ήταν νεαρός, συνάντησε ένα μωρό αρίνγκα που έτρωγε φύλλα πεπονιάς σ’ένα από τα χωράφια του χωριού. Το έπιασε και το έβαλε σ’ένα κλουβί, ταΐζοντάς το με φρούτα. Κάθε μέρα οι γονείς του βαράνου έρχονταν και επισκέπτονταν το φυλακισμένο παιδί τους, κι όταν ο Ντάουα είδε τα τεράστια αρίνγκα τρομοκρατήθηκε σε περίπτωση που αποφάσιζαν να τον εκδικηθούν αυτόν ή τους ανθρώπους του όταν περνούσαν το ποτάμι. Έτσι έντυσε το νεαρό βαρανό μ’ένα κίτρινο πανωφόρι, έβαλε σκουλαρίκια στα αυτιά του, τον απελευθέρωσε και υποσχέθηκε στους γονείς του ότι δε θα ξαναπιάσει βαράνους ποτέ, και τους ζήτησε ως αντάλλαγμα να μη φάνε κανέναν από το σόι του αν διαβεβαίωναν την ταυτότητά τους πριν μπουν στο νερό. Το νεαρό αρίνγκα έγινε ο φίλος του Ντάουα, κι όταν μεγάλωσε συνήθιζε να τον περνάει απέναντι απ’το ποτάμι στην πλάτη του. Μέχρι σήμερα οι Γκάρο ποτέ δε σκοτώνουν αρίνγκα, και πάντοτε φωνάζουν «Είμαι γιος του Ντάουα» πριν μπουν στο ποτάμι. Εάν κάποιος πιαστεί κατά λάθος, του δίνονται λίγα σκουλαρίκια ως απολογία κι απελευθερώνεται (Parry 1932).

Σύμφωνα με το θρύλο, τα κανό από φλοιό πρωτοεφευρέθηκαν από τους βαράνους του Μέρτενς, οι οποίοι έπρεπε να μάθουν πώς να σκαρφαλώνουν για να προμηθεύονται τις πρώτες ύλες για τις τέχνες τους (McConnel 1957). Οι εργατικοί και εφευρετικοί βαράνοι έγιναν τεμπέληδες όταν έφτασαν στη νότια Αυστραλία. Εγκατέλειψαν τη γεωργία και επιδόθηκαν στο κυνήγι μικρών κι ανυπεράσπιστων ζώων, καταλήγοντας τελικά να κλέβουν τροφή από τους ακανθόχοιρους αφού τους νάρκωναν με μέλι (Reed 1987).

Στη Μαλάγια πιστευόταν ότι οι βαράνοι του νερού εκκολάπτονταν από αυγά κροκοδείλου, αλλά έμεναν στην ξηρά, ενώ κάποια απ’τα αδέρφια τους έτρεχαν αμέσως στο νερό κι έτσι γίνονταν γνήσιοι κροκόδειλοι (Ridley 1899). Παραδόξως μια παρόμοια πίστη επικρατούσε στην Αίγυπτο, όπου ο βαράνος του Νείλου πιστευόταν ότι ήταν το πρώτο στάδιο στη ζωή ενός κροκοδείλου, και ο Ηρόδοτος (περίπου στο 450 π.Χ. στον Anderson 1898) περιέγραψε τους βαράνους της ερήμου που είδε στη Λιβύη ως χερσαίους κροκοδείλους.

Χρήσεις των βαράνων από τον άνθρωπο

Η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί τους βαράνους με διάφορους τρόπους· για τροφή, ως εξολοθρευτές επιζήμιων ζώων και για την Παρασκευή φαρμάκων και κατεργασμένου δέρματος. Σε κάποια μέρη του κόσμου είναι τεράστιας οικονομικής σημασίας, αλλά σε λίγα μέρη θεωρούνται μάστιγα και γίνονται προσπάθειες αφανισμού τους.

Οι διατροφή πολλών βαράνων τους κάνει ιδανικούς εξολοθρευτές επιζήμιων ζώων, και η χρήση τους γι’αυτό είναι αναμφίβολα η πιο πολύτιμη ιδιότητά τους. Τρώνε αυγά κροκοδείλου και δηλητηριώδη φίδια, όπως επίσης και τεράστιες ποσότητες επιζήμιων για τις καλλιέργειες καβουριών, σαλιγκαριών, σκαθαριών και ορθόπτερων. Σε πολλά μέρη της Αφρικής και της Ασίας ενθαρρύνονται να κατοικήσουν σε ορυζώνες, άλση κοκοφοινίκων κι άλλες αγροτικές εκτάσεις για να μειώσουν τις βλάβες στη σοδειά (π.χ. Deraniyagala 1931). Ο βαράνος του Ρόζενμπεργκ ίσως να έχει εισαχθεί σε πολλά νησιά της νότιας Αυστραλίας για να μειώσει τον αριθμό των ιοβόλων φιδιών (Κεφάλαιο 5) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εξέταζε την εισαγωγή του βαράνου των μαγκροβίων σε νησιά του Ειρηνικού γεμάτα με αρουραίους, μέχρι που έγινε προφανής η βέβαιή του προτίμηση για τα καβούρια (Uchida 1967). Οι λίγες μελέτες που διεξήχθησαν σε βαράνους που ζούσαν σε αγροτικές περιοχές έχουν όλες καταδείξει ότι η διατροφή τους αποτελείται ως επί το πλήστον από ζώα που είναι επιζήμια για τις καλλιέργειες (Auffenberg και αλ 1991, Traeholt 1993, Bennett & Akonnor 1995) και σε πολλές περιοχές η συνήθειά τους να καταναλώνουν πτώματα επιδοκιμάζεται. Όπου οι βαράνοι δεν καταδιώκονται, ζουν κοντά ή και μέσα σε κατοικημένες περιοχές, ψάχνοντας τροφή γύρω από σκουπιδότοπους και τρώγοντας κάθε είδους σκουπίδι. Είναι κοινό θέαμα σε κάποιες από τις μεγαλύτερες πόλεις της Αφρικής, της Ασίας και της Αυστραλίας και πιθανόν είναι ανεκτοί επειδή βοηθούν στη μείωση της τροφής των αρουραίων, των μυγών και άλλων αστικών παρασίτων.

Η χυμώδης σάρκα των βαράνων έχει εκτιμηθεί εδώ και πολύ καιρό. Είναι πλούσια σε λίπος και μπορεί να ψηθεί στο φούρνο, στη σχάρα, να καπνιστεί και να γίνει σούπα, να μαγειρευτεί σε κάρι ή να τηγανιστεί. Εάν μαγειρευτεί προσεκτικά, είναι τρυφερή και ούτε στο ελάχιστο ινώδης ή σκληρή. Τα καλύτερα κομμάτια είναι το συκώτι, η βάση της ουράς και τα αυγά. Ο Cochran (1930) αναφέρει ότι τα αυγά των βαράνων του νερού θεωρούνταν κατάλληλα για προσφορά στο βασιλιά της Ταϊλάνδης. Οι ακόλουθοι του ισλάμ στην Ασία δεν τρώνε βαράνους, αλλά πολλοί ευσεβείς μουσουλμάνοι στη Δυτική Αφρική τους θεωρούν μεγάλη νοστιμιά. Σε κάποια μέρη των νησιών των Φιλιππίνων, οι βαράνοι είναι σημαντικό στοιχείο της διατροφής και σε πολλά μέρη του κόσμου χρησιμοποιούνται για να επαυξήσουν αξιολύπητα χαμηλά σε πρωτεΐνη γεύματα. Η χρήση τους ως τροφή στην Αφρική, στην Ασία και στην Αυστραλία φαίνεται να είναι πλατιά διαδεδομένη (π.χ. Irvine 1969). Ο βαράνος των μαγκροβίωνέχει εισαχθεί σε πολλά νησιά του Ειρηνικού πολύ πρόσφατα, πιθανόν ως πηγή τροφής (Κεφάλαιο 6).

Μια εκπληκτική σειρά τονωτικών, φαρμάκων και φίλτρων φτιάχνονται από διάφορα μέρη του σώματος του βαράνου (π.χ. Gaddow 1901, Auffenberg 1982, Das 1989 και οι παραπομπές που αναφέρονται εκεί). Το λίπος χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της επιδεινούμενης όρασης και για ποικιλία άλλων παθήσεων (ιδίως της αρθρίτιδας, των ρευματισμών, των αιμορροΐδων και των μυικών πόνων). Χρησιμοποιείται επίσης ως σεξουαλικό λιπαντικό (Saxena 1993). Οι αποξηραμένες χοληδόχοι κύστεις είναι ιδιαίτερα θεραπευτικές, αφού θεραπεύουν τα καρδιακά προβλήματα, την ανικανότητα και την ηπατική ανεπάρκεια, όπως επίσης και πλήθος σοβαρότερων παθήσεων. Στη Βόρεια Αφρική, αποξηραμένα κεφάλια βαράνων πωλούνται για να κονιορτοποιηθούν και να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία πλήθους εξωτερικών και εσωτερικών βασάνων (Linley, προσ.επικ.). Οι αμνησιακοί στη Σρι Λάνκα κάποιες φορές παρασκευάζουν ένα γεύμα από γλώσσες βαράνων, το οποίο λέγεται ότι επαναφέρει τη μνήμη στην πλήρη της ισχύ (de Silva, προσ.επικ.). Ο Krishnan (1992) αναφέρει ότι ένας άντρας που υπέστη μια σοβαρή πληγή στο μηρό ως αποτέλεσμα της αναμέτρησής του μ’έναν αγριόχοιρο γιατροπορεύτηκε απ’τους φίλους του με τον ακόλουθο τρόπο: Λεπτές φέτες φρέσκιας σάρκας βαράνου της Βεγγάλης τοποθετήθηκαν μέσα στη βαθιά πληγή, η οποία έπειτα δέθηκε με επιδέσμους. Ο άντρας ισχυρίστηκε αργότερα ότι η πληγή είχε επουλωθεί εντελώς σε δέκα μέρες κι άφησε μόνο μια εκπληκτικά μικρή ουλή. Απ’ό,τι γνωρίζω, καμία από τις θεραπευτικές ιδιότητες των βαρανών δεν έχει τεθεί ακόμα υπό σοβαρή επιστημονική εξέταση. Στη Σρι Λάνκα επίσης πιστευόταν ότι ένα μίγμα λίπους και σάρκας του βαράνου του νερού και ανθρώπινου αίματος και τριχών γίνεται πολύ ισχυρό δηλητήριο αν βραστεί, κι ότι μια σταγόνα είναι αρκετή για να σκοτώσει αμέσως έναν εχθρό (Auffenberg 1982). Οι βαράνοι του νερού λεγόταν επίσης ότι συντελούσαν στην Παρασκευή του πλέον προτιμώμενου δηλητηρίου των Σινγκαλέζων ασασίνων, το καμπάρα-τελ. Τα υλικά (φρέσκο δηλητήριο φιδιού, αρσενικό και διάφορα βότανα) ανακατεύονταν με νερό σ’ένα ανθρώπινο κρανίο και τοποθετούνταν σε μια φωτιά, σε τρεις γωνίες της οποίας δεμένοι βαράνοι του νερού τοποθετούνταν στρατηγικά και χτυπούνταν, ώστε οι συριγμοί τους να επιταχύνουν τη διαδικασία του βρασμού και να επαυξήσουν τη δύναμη του αφεψήματος. Ο αφρός από τα χείλη των σαυρών προστιθέταν στο τελευταίο λεπτό, κι όταν στην επιφάνεια εμφανιζόταν ένα ελαιώδες απόβρασμα, το τρομερό φίλτρο ήταν έτοιμο (Morris στο Gaddow 1901).

Σελίδα 2 από 2

Σύμφωνα με τον Das (1988), η φόνευση βαράνων με τσουγκράνες είναι μια μορφή αθλήματος σε μέρη της βορειοανατολικής Ινδίας. Παρομοίως, τα παιδιά σε μέρη της ερήμου Κάρα-Χουμ αντλούν μεγάλη χαρά κυνηγώντας τους βαράνους της Κασπίας και χτυπώντας τους μέχρι θανάτου με τα ρόπαλα. Επειδή οι σαύρες πιστεύεται ότι είναι δηλητηριώδεις, η συμμετοχή και η επιτυχία σ’αυτό το άθλημα θεωρείται πράξη μεγάλης γενναιότητας (προσ. επικ.).

Ο πολυμήχανος και ξακουστός Μαράθι πολεμιστής Κάρνα Σινγκ πέρασε τα τείχη του Φρουρίου του Κέλνα δένοντας ένα σχοινί σ’ένα βαράνο, αφήνοντάς τον να σκαρφαλώσει το τείχος κι ακολουθώντας τον μέχρι πάνω όταν είχε ασφαλιστεί σε μια στενή σχισμή. Από τότε η φυλή του ήταν γνωστή ως Γκορπάντε (από το μαράθι όνομα του βαράνου της Βεγγάλης, γκορπάντ), και κάθε στρατιώτης στο στρατό εκπαιδευόταν στη χρήση τους (Ramakrishna 1983). Λιγότερο ηρωικα άτομα χρησιμοποιούσαν τις σαύρες για να σκαρφαλώσουν τους τοίχους σπιτιών που διαρρήγνυαν (Robinson στο Gaddow 1901).

Ορισμένοι πολιτισμοί λεγόταν ότι άφηναν τους βαράνους να φάνε τους νεκρούς συγγενείς τους κι έτσι κατήργησαν την ανάγκη αποκομιδής των πτωμάτων με ταφή ή καύση. Στο Αρχιπέλαγος Μέργκου, τα πτώματα αφήνονταν σε εκτεθημένες εξέδρες στο δάσος, ενώ στο Μπαλί τα σώματα καλύπτονταν με καλάθια λυγαριάς, τα οποία απέτρεπαν τους σκύλους και τα μαϊμούνια, αλλά άφηναν τους βαράνους να φάνε με την ησυχία τους (Anderson 1889, Auffenberg 1982). Τέτοια δωρεάν και θρεπτικά γεύματα προσέλκυαν μεγάλους αριθμούς βαράνων του νερού, ο Άντερσον αναφέρει ότι ως και 15 άτομα είχαν παρατηρηθεί «να επιδίδονται σ’ένα μακάβριο γεύμα τέτοιου είδους».

Μακράν η πλέον εξέχουσα χρήση των βαράνων είναι για το δέρμα τους. Τα δέρματα των βαράνων παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή μεμβρανών τυμπάνων και ασπίδων, αλλά σήμερα έχουν μεγάλη ζήτηση στα πλουσιότερα μέρη του κόσμου για να γίνουν λουριά ρολογιών χειρός, παπούτσια, πορτοφόλια, τσάντες κι άλλα δερμάτινα αγαθά. Τα πανέμορφα σχέδια στις σαύρες σε συνδυασμό με την ανθεκτικότητα των τομαριών τους τις κάνουν την πλέον δημοφιλή οικογένεια σαυρών στην αγορά του δέρματος. Οι περισσότερες πιάνονται στις φτωχότερες χώρες της κεντρικής Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας και πωλούνται στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Ιαπωνία. Απ’όσο γνωρίζω δεν υπάρχει ζήτηση για κρέας βαράνου στην Ευρώπη, ούτε οι χοληδόχοι κύστεις πωλούνται ευρέως, έτσι η ζήτηση για τα ζώα προέρχεται μόνο από την αγορά της μόδας. Ο αριθμός των ζώων που εμπλέκονται στο εμπόριο είναι τεράστιος και οι αναφερόμενοι αριθμοί μπορεί να αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό ποσοστό του πραγματικού εμπορίου. Μέχρι το 1975, δεν υπήρχε κάποια διεθνής προσπάθεια για την παρακολούθηση του αριθμού των δερμάτων σαυρών που αποστέλλονταν από χώρα σε χώρα, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε πολλές περιοχές μια ανθηρή εξαγωγική αγορά υπήρχε για σίγουρα πάνω από εκατό χρόνια. Ο Mertens (1942a) εισηγήθηκε ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ωφέλησε τους βαράνους, δίνοντάς τους λίγη ξεκούραση από την εντατική εκμετάλλευση.

Το 1973-74 η μπαγκλαντεσιανή κυβέρνηση εκτίμησε ότι οι εξαγωγές δερμάτων σαύρας άξιζαν πάνω από US$1.300.000 (Gilmour 1984). Το αναφερόμενο εμπόριο σε δέρματα σαύρας από την Ινδία μεταξύ του 1964 και του 1973 ήταν πάνω από 2,5 εκατομμύρια κιλά, υππολογιζόμενης αξίας σχεδόν 15 εκατομμυρίων ρουπιών (Anon 1978). Εντούτοις το εμπόριο που αναφέρθηκε στο CITES κατά το 1975 αντιστοιχούσε σε μόνο 51.239 δέρματα, εκ των οποίων τα 38.478 προέρχονταν από την ινδική υποήπειρο. Το ελάχιστο συνολικό εμπόριο σε δέρματα βαράνων μεταξύ 1975-199* καταδεικνύεται παρακάτω. Η μεγάλη αύξηση στους αριθμούς μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του 1970 και της αρχής της δεκαετίας του 1980 αντανακλά πιθανότερα βελτιώσεις στην αποτελεσματικότητα του συστήματος αναφοράς παρά μια πραγματική ένδειξη αύξησης της ζήτησης.

Δεν κυνηγούνται όλοι οι βαράνοι για το δέρμα τους, στην πραγματικότητα το βάρος του εμπορίου πλήττει μόνο πέντε ή έξι είδη. Ο βαράνος του νερού (V. salvator) είναι το περισσότερο συλλεγόμενο είδος, με αναφορά εμπορίου σχεδόν 2,5 εκατομμυρίων δερμάτων μόνο το 1990. Οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς δερμάτων βαράνων είναι η Ινδονησία, οι Φιλιππίνες και η ταϊλάνδη. Τα περισσότερα δέρματα αποστέλλονται μέσω της Σιγκαπούρης και βρίσκουν αγορές σ’όλη την υπόλοιπη ανατολική Ασία, την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Στην Αφρική ο βαράνος του Νείλου είναι το βαρύτερα εκμεταλλευόμενο είδος με μέσο αναφερόμενο εμπόριο άνω των 400.000 δερμάτων μεταξύ 1980 και 1985. Τα περισσότερα δέρματα εξάγονται από τη Νιγηρία, το Σουδάν, το Μάλι και το Καμερούν και πωλούνται στη Γαλλία, στην Ιταλία και στης Η.Π.Α. Αναφέρεται επίσης εμπόριο μεγάλης κλίμακας του V. exanthematicus (δηλ. V.albigularis και V.exanthematicus) με μέσο όρο τα 88.000 δέρματα ν’αποστέλλονται ετησίως μεταξύ του 1980 και του 1985. Τα περισσότερα απ’αυτά τα ζώα προέρχονταν από τη Νιγηρία (V. exanthematicus) και, σε μικρότερο βαθμό, το Μάλι (V. exanthematicus), το Σουδάν (;) και τη Νότια Αφρική (V. albigularis). Η περισσότερη ζήτηση έρχεται από τη Γαλλία, άλλα ευρωπαϊκά κράτη και τις ΗΠΑ. Το εμπόριο σε δέρματα βαράνων της ερήμου, V. griseus, αναφέρεται συχνά, αλλά σύμφωνα με τον Auffenberg (1982) το δέρμα του είναι πολύ λεπτό για να γίνει καλό προϊόν και θεωρείται πολύ υποδεέστερο υποκατάστατο δερμάτων άλλων βαράνων. Τα περισσότερα δέρματα ζώων που πωλούνται ως V. griseus, πιθανόν ανήκουν στα δύο πλήρως προστατευόμενα είδη V. bengalensis και V. flavescens. Το εμπόριο σ’αυτά τα είδη έχει κηρυχθεί εκτός νόμου από το 1975, αλλά πολλές χώρες, ιδιαίτερα η Ιαπωνία, αγνόησαν την απαγόρευση και συνέχισαν να εισάγουν μεγάλες ποσότητες από τα δέρματά τους μέχρι πολύ πρόσφατα. Μεταξύ του 1983 και του 1986 πωλήθηκαν πάνω από ένα εκατομμύριο δέρματα V. bengalensis, κυρίως από την Ινδία, το Μπαγκλαντές και την ταϊλάνδη και σχεδόν όλα εξείχθησαν στην Ιαπωνία. Το εμπόριο σε δέρματα του V. flavescens αριθμούσε σε μέσο όρο σχεδόν 120.000 δέρματα ετησίως μεταξύ του 1983 και του 1986. Σχεδόν όλα τα δέρματα προέρχονταν από την Ινδία και το Μπαγκλαντές και πάλι η Ιαπωνία ήταν μακράν ο μεγαλύτερος καταναλωτής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι αριθμοί που αναφέρθηκαν παραπάνω αφορούν μόνο ολόκληρα δέρματα, και δεν περιλαμβάνουν προϊόντα κατασκευασμένα από βαράνους ή συναλλαγές που αναφέρονται με το βάρος (που συχνά ανέρχονται στις χιλιάδες κιλά το χρόνο). Ούτε περιλαμβάνουν τα πάνω από 1,5 εκατομμύρια δέρματα που κατέγραψαν τα ιαπωνικά τελωνεία μεταξύ του 1983 και του 1987, αλλά δε δηλώθηκαν στο CITES. Επιπλέον τα δέρματα των βαράνων συχνά ταυτοποιούνται λανθασμένα στις επίσημες δηλώσεις, με ασιατικά είδη να εξάγονται από αφρικανικές χώρες και το αντίστροφο. Οι εξαγωγείς θα πρέπει να το βρίσκουν πολύ εύκολο να εξαπατούν τους υπαλλήλους των τελωνείων και του CITES. Κατά τις διερευνήσεις μου, αρκετά τελωνειακά γραφεία σε αρκετές χώρες ζητούσαν φωτογραφίες που απεικόνιζαν τα διάφορα είδη, παραδεχόμενα ότι δε μπορούσαν να τα ξεχωρίσουν. Η πιο πρόσφατη αναφορά του παγκοσμίου εμπορίου δερμάτων ερπετών (Jenkins & Broad 1994) περιλαμβάνει μια μόνο φωτογραφία του V. salvator, του συχνότερα απαντώμενου βαράνου στο εμπόριο δερμάτων, ο οποίος είναι σαφώς λάθος ταυτοποιημένος και θά’πρεπε να ταυτοποιηθεί ως V. dumerilii, ένα είδος για το οποίο το εμπόριο δέρματος είναι άγνωστο.

Η εκμετάλλευση των βαράνων έχει παραβλεφθεί σε μεγάλο βαθμό από τους Δυτικούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δε θεωρούν τους βαράνους χαδιάρικα ζώα, και ίσως είναι εξαιτίας της απουσίας γούνας που η σφαγή τους δεν προκαλεί τη συμπόνια που επεκτείνεται σε άλλα θύματα του εμπορίου δερμάτινων. Απ’ό,τι είναι γνωστό, ούτε ένας βαράνος δεν έχει εκτραφεί εμπορικά, κι έτσι το εμπόριο βασίζεται εξολοκλήρου σε ζώα πιασμένα από τη φύση. Αναλογιζόμενοι τους τεράστιους αριθμούς των εμπλεκόμενων ζώων και το γεγονός ότι μόνο τα δέρματα των ενηλίκων ή των ημιενηλικών ατόμων είναι κατάλληλα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το εμπόριο τελικα θα εξαντλήσει τους αριθμούς τους στο σημείο που θα εξαφανιστούν σε πολλές περιοχές. Πρόσφατες εξαφανίσεις μεγάλης κλίμακας έχουν πιθανολογηθεί για αρκετούς βαράνους στο Πακιστάν, την Ινδία και το Μπαγκλαντές, αλλά δεν είναι σαφές αν η εξαφάνισή τους οφείλεται περισσότερο στο άμεσο ανθρώπινο κυνήγι ή στην απώλεια του ενδιαιτήματός τους. Μελέτες σε βαρέως εκμεταλλευόμενους πληθυσμούς στη Σουμάτρα κατέδειξαν μία από τις υψηλότερες καταγεγραμμένες βιομάζες κάθε σαύρας στον κόσμο (Erdelen 1988, 1991) και δεν υπάρχουν σαφώς επιβεβαιωμένες περιπτώσεις πληθυσμών βαράνων που αποδεκατίστηκαν οπουδήποτε στην Νοτιοανατολική Ασία ή στην Αφρική από τις δραστηριότητες του εμπορίου δέρματος (π.χ. Buffrenil et al 1994, Shine et al. 1996). Η απώλεια του ενδιαιτήματος, από την άλλη, μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για μειώσεις στους αριθμούς των βαράνων σε κάθε χώρα όπου βρίσκονται. Είναι δύσκολο να σκεφτούμε το εμπόριο δέρματος χωρίς αποστροφή, αλλά η φτώχεια στην Αφρική και στη Νοτιοανατολική Ασία είναι πολύ πιο ανυπόφορη. Το ενδεχόμενο οι βαράνοι να γίνουν ένας πολύ προσοδοφόρος και βιώσιμος πόρος θα έχει περάσει απ’το μυαλό πολλών, αλλά δε φαίνεται να έχει γίνει καμία προσπάθεια εκτροφής τους σε εμπορική κλίμακα. Αυτό μπορεί να μη γίνεται εξαιτίας του γεγονότος ότι ακόμα αφθονούν σε πολλές περιοχές, αλλλά αν η ανθρωπότητα πρόκειται να συνεχίζει να ωφελείται από τους βαράνους στο μακροπρόθεσμο μέλλον, η αναπαραγωγή μεγάλης κλίμακας στην αιχμαλωσια θα είναι υποχρεωτική.

Πολλοί καλοπροαίρετοι αλλά παραπληροφορημένοι άνθρωποι καταδικάζουν την κατανάλωση των βαράνων όχι με γνώμονα τη γεύση, αλλά την ηθική. Θεωρούν ότι η χρήση τους για τροφή ή πράγματι για κάθε σκοπό συμβάλλει στην εξαφάνισή τους, αλλά αδυνατούν να καταλάβουν ότι σχεδόν όλες οι χώρες όπου υπάρχουν βαράνοι είναι αφάνταστα φτωχότερες από οπουδήποτε στη Βόρεια Αμερική ή στην Ευρώπη. Επειδή οι άνθρωποι έχουν πολύ λίγα χρήματα, έχουν πολύ υψηλή βρεφική θνησιμότητα και πολύ μικρό προσδόκιμο ζωής. Αυτό τους εξαναγκάζει να υιοθετούν μη βιώσιμες οικονομικές πρακτικές που οδηγούν στην καταστροφή των τοπικών οικοσυστημάτων, στην εξαφάνιση πολλών ζώων και φυτών και σε γη ακατάλληλη για τίποτα εκ΄τος από παραγκουπόλεις και στρατόπεδα προσφύγων. Απ’όλα τα άγρια ζώα, οι βαράνοι είναι μεταξύ των πλέον κατάλληλων για βιώσιμη χρήση. Αναπαράγονται κι αναπτύσσονται πολύ γρήγορα, και πολλοί είναι το ίδιο ευχαριστημένοι ζώντας σ’ένα παρθένο δάσος, σ’ένα χωράφι καλαμποκιού ή σ’ένα σκουπιδότοπο. Γρήγορα δημιουργούν μεγάλους πληθυσμούς οπουδήποτε υπάρχει επαρκής τροφή και δεν είναι εκλεκτικοί στη διατροφή τους. Το κρέας τους είναι πολύ θρεπτικό και το σημαντικότερο, το δέρμα τους είναι πολύ ακριβό. Η τιμή ενός ζευγαριού παπουτσιών βαράνου στην Ιταλία ή στην Ιαπωνία θα τάιζε μια οικογένεια για ένα χρόνο στα περισσότερα μέρη του κόσμου. Οι Δυτικοί που αντιλέγουν στη χρήση κάθε δέρματος ζώου εκτος από αγελάδες και πρόβατα συχνά αδυνατούν να καταλάβουν ότι το δικαίωμα στην ύπαρξη ζώων χωρίς οικονομική αξία είναι πιθανό να αμφισβητηθεί όλο και περισσότερο όσο οι πληθυσμοί των φτωχότερων χωρών αυξάνονται.

Χρήσεις του ανθρώπου από τους βαράνους

Η ανθρωπότητα προσφέρει τροφή και στέγη στους βαράνους. Λίγοι μεγάλοι βαράνοι θα φάνε ανθρώπους αν τους δοθεί η ευκαιρία, αλλά οι περισσότεροι πρέπει να αρκεστούν στα θαμμένα πτώματα που εντοπίζουν με την όσφρηση και τα ξεθάβουν. Σε πολλά μέρη του κόσμου είναι αναγκαίο τα νεκροταφεία να προστατεύονται καλά από τους βαράνους, με τη συμπίεση του εδάφους με άργιλο ή κοράλι, ή με την περιβολή της περιοχής με ισχυρό φράκτη (π.χ. Taylor 1963). Μόνο λίγοι, πολύ μεγάλοι δράκοι του Κόμοντο μπορούν να πιάσουν και να φάνε έναν υγιή ενήλικα, αλλά τα μικρά παιδιά δυνητικά θα μπορούσαν να γίνουν θήραμα αριθμού ειδών. Οι βαράνοι έχουν την κακή φήμη ότι κλέβουν ζώα (συνήθως νεαρά κοτόπουλα) από τον άνθρωπο στα περισσότερα μέρη του κόσμου και γι’αυτό συχνά θανατώνονται όταν συναντιούνται από τους αγρότες. Σε κάποιους πολιτισμούς, οι βαράνοι αντιμετωπίζονται περισσότερο με ανοχή παρά ενθαρρύνονται. Τοπικά έθιμα συχνά απαγορεύουν τη θανάτωση των βαράνων για οποιονδήποτε λόγο, αλά η αντικοινωνική τους συμπεριφορά δε μένει απαραίτητα ατιμώρητη. Ο Cisse (1971) θυμάται ότι ένας Σενεγαλέζος που βρήκε ένα βαράνο του Νείλου στο σπίτι του να γευματίζει από τα αυγά του πρωινού του δεν είχε τη δύναμη να σκοτώσει τον εισβολέα, αλλά εκτόνωσε το θυμό του δένοντας το ζώο και δίνοντάς του ένα καλό ξύλο με τη ζώνη πριν το απελευθερώσει, μελανιασμένο αλλά κατά τα’άλλα αβλαβές. Παρέμεινε στην περιοχή, αλά δεν ξαναμπήκε στο σπίτι του ποτέ.

Οι βαράνοι αγαπούν τους βρώμικους κατασκηνωτές και καθαρίζουν μεγάλο μέρος της βρωμιάς τους, όπως αποφάγια, περιττώματα, και, δυστυχώς, πλαστικές σακούλες και άλλα μη φαγώσιμα σκουπίδια που μυρίζουν φαγητό. Σε πολλές περιοχές, φαίνεται να γνωρίζουν τις συνήθειες των παραθεριστών, κι εμφανίζονται σταθερά λίγα λεπτά αφού έχει αναχωρήσει και το τελευταίο τουριστικό λεωφορείο. Λιγότερο ντροπαλά άτομα μπορεί να ζητούν φανερά τροφή από τους ανθρώπους και μπορεί ακόμα και να παρακαλούν για τροφή σαν σκυλιά.

Από τότε που γράφτηκαν τα παραπάνω, κάποια πράγματα έχουν αλλάξει. Η πιο σημαντική ανακάλυψη είναι ότι πράγματι οι βαράνοι έχουν δηλητήριο, ανακάλυψη που έγινε το 2004. Μαζί με τα δηλητηριώδη λανθανωτοειδή και τέρατα του Τζίλα, τα φίδια, τους ανγκουίδες και τα ιγκουάνια αποτελούν τον κλάδο των τοξικοφόρων, ο μεσοζωικός πρόγονος των οποίων είχε εξελίξει δηλητήριο, οι απόγονοι σχεδόν το έχασαν, και αργότερα κάποιοι κλάδοι το επανεξέλιξαν και το ισχυροποίησαν. Όπως και τα τέρατα του Τζίλα, οι βαράνοι έχουν τους δηλητηριώδεις αδένες στην κάτω γνάθο, και ο μηχανισμός έγχυσης είναι υποτυπώδης. Το δηλητήριό τους δεν είναι πολύ ισχυρό, αλά μπορεί να αποδυναμώσει ή και να σκοτώσει αργά μικρά ζώα που δαγκώθηκαν και ξέφυγαν, οπότε ο βαράνος μπορεί να τα βρει. Το δηλητήριο του δράκου του Κόμοντο μπορεί να σκοτώσει μέσα σε διάστημα ημερών μεγάλα ζώα όπως βουβάλια, οπότε ίσως είναι ισχυρότερο, ή απλώς εγχέεται μεγαλύτερη ποσότητα από το βαθύ δάγκωμα που κάνει. Δεν έχουν καταγραφεί ανθρώπινοι θάνατοι από δάγκωμα βαράνου, εκτός ίσως από μία μόνο περίπτωση που είχε πολλαπλά προβλήματα υγείας, και ίσως ο βαράνος να την εξασθένησε ακόμα περισσότερο. Το πιο πιθανό είναι να υπάρξει έντονος πόνος, αιμορραγία και φλεγμονή μετά από δάγκωμα βαρανού, κι όχι κάτι σοβαρότερο. Οπότε ίσως οι αναφορές ότι τα δαγκώματα του βαράνου πονάνε πολύ ή επουλώνονται δύσκολα ίσως τελικά να έχουν κάποια βάση στην πραγματικότητα, αλλά όλες οι άλλες πίστεις, ότι για παράδειγμα μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο εύκολα ή και ελέφαντα, ότι το δηλητίριο παραμένει στο κρέας ή στο κεφάλι του ζώου κλπ είναι υπερβολές.

Επίσης ο βαράνος της ερήμου (Varanus griseus) σήμερα έχει ενταχθεί στον πίνακα i της Σύμβασης για το Διεθνές Εμπόριο Απειλούμενων Ειδών (CITES), οπότε το εμπόριό του απαγορεύεται εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, π.χ. για επιστημονική έρευνα. Άλλοτε είδος που εκτεινόταν σ’όλη τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και στην κεντρική Ασία μέχρι το Καζακστάν, σήμερα η απώλεια του ενδιαιτήματος και το κυνήγι έχουν μειώσει και κατατμήσει τους πληθυσμούς του.
Ο V. exanthematicus συμψηφίζεται με τον V. albigularis στο άρθρο, γιατί την εποχή που γράφτηκε τα δύο είδη δεν αναγνωρίζονταν ως ξεχωριστά απ’όλη την επιστημονική κοινότητα. Σήμερα θεωρούνται δύο διαφορετικά είδη.

Ο ακανθόχοιρος που αναφέρεται στο άρθρο πιθανότατα είναι η αυστραλιανή έχιδνα (Tachyglossus aculeatus), ένα αγκαθωτό μικρό θηλαστικό της τάξης των μονοτρημάτων (ωοτόκα θηλαστικά) που έχει συγχυστεί με τον ακανθόχοιρο ή και με τον σκαντζόχοιρο από τους Ευρωπαίους. Τρέφεται με μυρμήγκια και τερμίτες.

Advertisements