Φύκια. Αυτά τα πράγματα που μπλέκονται πάνω μας όταν κολυμπάμε και μας ενοχλούν αφάνταστα. Δεν ξέρουμε τι είναι, δε μας νοιάζει τι είναι, είναι όμως σίγουρα κάτι απαίσιο. Πολλοί και πολλές ιδίως αντιμετωπίζουν τα φύκια σαν σκατά, αγνοώντας την ποικιλότητά τους και το ρόλο τους στο οικοσύστημα. Άλλωστε μια λέξη υπάρχει που τα καλύπτει όλα, αν και πιστεύω ότι στις ασιατικές χώρες, όπου τα φύκια τρώγονται, θα έχουν διάφορες ιδιαίτερες ονομασίες. Αυτό ισχύει και για άλλες ομάδες ζωντανών οργανισμών με τις οποίες ο άνθρωπος ιστορικά, τουλάχιστον εδώ στους Μεσογειακούς πολιτισμούς, δεν είχε μεγάλη σχέση και τις αντιμετωπίζει περισσότερο ή λιγότερο εχθρικά. Σκεφτείτε για παράδειγμα τι περιλαμβάνει η λέξη ποντίκι, το ζώο που κάποιοι φοβούνται περισσότερο κι από την αρκούδα, και σιχαίνονται περισσότερο και από τη χλέπα τοξικομανούς στο δρόμο. Ποντίκια διαφόρων ειδών, αρουραίους, σκίουρους, μυγαλές, τυφλοπόντικες, καμια φορά και νυφίτσες ή κουνάβια. Για να μην αναφέρω την κατάσταση με τα ερπετά και τα αμφίβια, όπου διάφορα είδη συμπλέκονται άσχημα. Έτσι και με τα φύκια, οι άνθρωποι είχαν μικρή επαφή μα΄ζι τους, και γι’αυτό δεν είχαν την ανάγκη να τα ξεχωρίσουν. Αντίθετα, σχεδόν όλα τα χερσαία αγριόχορτα έχουν ιδιαίτερες λαϊκές ονομασίες, επειδή ήταν μια χρήσιμη ομάδα φυτών για τη διατροφή των ανθρώπων και των ζώων, αλλά και για την ιατρική.

Έτσι, όταν μιλάμε για φύκια, συνήθως δεν ξέρουμε για τι μιλάμε. Και συχνά αναφερόμαστε σε χόρτα σαν ταινίες που είτε είναι ριζωμένα στο βυθό, είτε επιπλέουν στην επιφάνεια ή έχουν ξεβραστεί στην ακτή και ξεραθεί. Πάρετε όμως ένα τέτοιο χόρτο και εξετάστε το από κοντά. Θα προσέξετε ότι είναι σκληρό, έχει παράλληλες γραμμές, κι αν το σχίσετε παράλληλα, σχίζεται εύκολα, αλλά αν προσπαθήσετε να το κόψετε εγκάρσια θα δυσκολευτείτε και το χόρτο θα κάνει ένα χρατς, επειδή κόβονται όλες οι παράλληλες ίνες του. Θυμίζει δηλαδή περισσότερο φύλλο χόρτου της στεριάς, παρά κανονικό φύκι. Και αυτό ακριβώς είναι. Ένα ανθοφόρο μονοκοτυλήδονο φυτό που ζει στη θάλασσα, ένα θαλάσσιο χόρτο.

Αν και κοινή γνώση είναι ότι τα φυτά δε μεγαλώνουν στο αλάτι, αυτό είναι μύθος. Ισχύει μια ακόμα φορά αυτό που είπα παραπάνω, δηλαδή ό,τι δε θεωρεί χρήσιμο ο άνθρωπος το πετάει στην άκρη και δεν ασχολείται μαζί του καν. Στην πραγματικότητα η χώρα μας έχει μεγάλη ποικιλία αλοφύτων, φυτών δηλαδή που έχουν προσαρμοστεί να ζουν δίπλα στην αλμύρα της θάλασσας. Πολλά άλλα μεσογειακά είδη ανέχονται υψηλότερα επίπεδα αλατότητας από το σύνηθες, αλά τα αλόφυτα είναι εξειδικευμένα για ζωή στο αλάτι. Η ζωή αυτή είναι δύσκολη, γι’αυτό τα περισσότερα αυτά φυτά είναι κοντά, και συχνά συμπεριφέρονται σαν παχύφυτα. Πολλά έχουν όμορφα άνθη ή περίεργα φύλλα, αλά δε θα τα βρείτε αν επισκέπτεστε μόνο τις ανεπτυγμένες παραλίες στο στιλ του σωστού Νεοέλληνα, γιατί εκεί ο χώρος συνεχώς διαταράσσεται και δεν έχουν το χρόνο ν’αναπτυχθούν. Αν όμως επισκεφθείτε ερημικές παραλίες, σίγουρα θα βρείτε. Στην τροπική ζώνη υπάρχουν επίσης και δενδρώδη αλόφυτα, που δημιουργούν τα μεγάλα δάση των μαγκροβίων στις ακτές. Τα δέντρα αυτά έχουν εξειδικευμένο σύστημα, ώστε να εκκρίνουν το επιπλέον αλάτι από υδατοδούς, το οποίο συμπυκνώνετε στα φύλλα, και ιστορικά οι Αβορίγινες το συνέλεγαν για τη μαγειρική. Υπάρχουν επίσης υδρόβια φυτά που ανέχονται υφάλμυρα νερά, αλά κανένα δεν είναι προσαρμοσμένο για πλήρως υποθαλάσσια ζωή, εκ΄τος από τα θαλάσσια χόρτα.

Τα θαλάσσια χόρτα δεν ανήκουν στην ίδια τάξη «Poales” με τα κοινά αγρωστώδη της ξηράς και των γλυκών νερών, αν και επιφανειακά μοιάζουν πολύ. Ανήκουν ανταυτού στην αρχαία τάξη των αλισματωδών (Alismatales), η οποία περιλαμβάνει και τα γνωστά φυτά της οικογένειας Alismataceae, όπως το κοινό άλισμα (Alisma plantago-aquatica), που φυτεύεται συχνά και στα ενυδρεία. Είναι υδρόβια φυτά και πλησιάζουν αρκετά στον πρόγονο των μονοκοτυλήδονων, ο οποίος ήταν υδρόβιος. Πολλά από τα χαρακτηριστικά αυτού του κλάδου ανθοφόρων φυτών υποδηλώνουν υδρόβιες προσαρμογές, όπως οι απλές, ινώδεις ρίζες, οι μη ξυλοποιούμενοι ελαφρείς βλαστοί – οι φοίνικες και λοιπά χοντρά μονοκοτυλήδονα εξέλιξαν την πάχυνση του βλαστού ανεξάρτητα -, τα απλά, άμισχα φύλλα με παράλληλη νεύρωση, όλα είναι προσαρμογές για την υδρόβια ζωή. Ακόμα και το πιο σκληροτράχηλο γιούκα ή αλόη της ερήμου έχει υδρόβιους προγόνους. Ένας κλάδος αλισματωδών λοιπόν προσαρμόστηκε κατά την εξέλιξή του να ζει στο θαλάσσιο περιβάλλον. Εκεί, χωρίς πολύ ανταγωνισμό, εξαπλώθηκε παγκοσμίως και σήμερα έχουμε τέσσερις οικογένειες: Posidoniaceae, Zosteraceae, Cymodoceaceae, και Ruppiaceae. Η τελευταία πρόσφατα χωρίστηκε από τη Cymodoceaceae, και διαφέρει, επειδή τα μέλη της ζουν σε αλμυρούς βάλτους και υφάλμυρα νερά, όπου συχνά τά άνθη κάποιων ειδών βγαίνουν εκτός επιφανείας και γονιμοποιούνται με τον άνεμο. Όλα τα υπόλοιπα είδη θαλάσσιου χόρτου ζουν αποκλειστικά υποθαλάσσια. Εκτός απ’αυτόν τον μονοφυλετικό κλάδο, η αλισματώδης οικογένια Hydrocharitaceae, έχει τρία είδη τα οποία εξελίχθηκαν ανεξάρτητα να ζουν στο θαλάσσιο περιβάλλον. Τα θαλάσσια χόρτα περιορίζονται στα παράκτια νερά, όπου το φως είναι αρκετό για τη φωτοσύνθεσή τους, και δημιουργούν λειμώνες με τα εκτεταμένα ριζώματά τους. Έχουν παγκόσμια εξάπλωση, με τη μεγαλύτερη ποικιλία στους τροπικούς, όπου οι λειμώνες μπορεί ν’αποτελούνται από πάνω από ένα είδος, ενώ στις εύκρατες περιοχές οι λειμώνες είναι μονοειδικοί. Η οικογένια Zosteraceae περιέχει τα περισσότερα εύκρατα και αρκετά υποτροπικά είδη, οι οικογένειες Cymodoceaceae και Ruppiaceae περιορίζονται στους τροπικούς και σε υποτροπικά κλίματα, ενώ η οικογένεια Posidoniaceae έχει περίεργη εξάπλωση, στη Μεσόγειο και στη νότια Αυστραλία.

Δεν έχω βρει πληροφορίες για την εποχή πρώτης εμφάνισης των θαλάσσιων χόρτων, μιας και το απολιθωματικό τους αρχείο είναι μικρό, διάβασα ωστόσο μελέτες που ανέφεραν τέτοια φυτά από το μειόκαινο, οπότε η παρουσία τους στη θάλασσα ίσως να είναι παλαιότερη, ίσως και πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια. Όταν εισέβαλαν στη θάλασσα, δημιουρ΄γηθηκε ένα εντελώς νέο οικοσύστημα. Δημιούργησαν πυκνά δίκτυα ριζωμάτων κοντά στις ακτές, τα οποία εμπόδιζαν τη διάβρωση του θαλάσσιου πυθμένα, και πολλοί θαλάσσιοι οργανισμοί κάθε μεγέθους και ταξινομικής θέσης εκμεταλλεύτηκαν τα νέ ααυτά φυτά. Σήμερα τα θαλάσσια χόρτα περιορίζουν σημαντικά τη μεταφορά ιζημάτων, οπότε το νερό θολώνει ίγότερο και τα ίδια καθώς κι άλλοι φωτοσυνθετικοί οργανισμοί, όπως τα συμβιωτικά φύκη των κοραλιών, μπορούν να φωτοσυνθέσουν αποτελεσματικότερα. Επίσης, όπως και με πολλά φύκια, τα φύλλα τους έχουν γίνει επιφάνεια προσκολλησης και ανάπτυξης μικροοργανισμών και μικροφυκών. Πολλά ψάρια και ασπόνδυλα τα χρησιμοποιούν ως καταφύγιο, ενώ άλλα ψάρια και ασπόνδυλα έχουν εξελιχθεί να τα τρώνε, αν και θρεπτικά είναι φτωχή τροφή, όπως και το χόρτο της ξηράς. Από τα μεγάλα ζώα, οι πράσινες χελώνες (Chelonia mydas) τρώνε το χόρτο αυτό ως το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής τους, ενώ οι θαλάσσιες αγελάδες (τάξη Sirenia) το τρώνε επίσης. Οι μανάτοι (οικογένια Trichechidae) το τρώνε ως μεγάλο ποσοστό της διατροφής, ενώ το ντούγκονγκ (Dugong dugon) τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά απ’αυτό. Τα ζώα αυτά χωνεύουν το δύσπεπτο αυτό υλικό στο παχύ και το τυφλό τους έντερο, όπως πολλά χερσαία χορτοφάγα. Η βόσκησή τους διατηρεί το χόρτο κοντό, το οποίο τότε είναι καλύτερο ενδιαίτημα για τα μικρότερα ζώα από το ψηλό και μπλεγμένο χόρτο. Από τα μεγάλα αυτά ζωά, στα μεσογειακά νερά συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών, κυκλοφορεί μόνο η πράσινη χελώνα, η οποία δεν είναι τόσο γνωστό ότι μας επισκέπτεται, γιατί δε φωλιάζει στις ακτές μας όπως η Caretta caretta.

Τα θαλάσσια χόρτα είναι ριζωματώδη φυτά με έρποντα ριζώματα που μπορούν εύκολα να καλύψουν μεγάλες αποστάσεις, τα οποία στέλνουν κατακόρυφα συνήθως ριζώματα, τα οποία φέρουν το ταινιωτό φύλλωμα. Όπως πολλα υδρόβια φυτά, εφόσον απορροφούν νερό απ’όλο το σώμα τους, δεν έχουν ανάγκη από ρίζες, οι οποίες είναι ατροφικές και χρησιμεύουν μα΄ζι με τα ριζώματα στην αγκύρωση του φυτού, ούτε έχουν εφυμενίδα ή στόματα. Τα άνθη τους είναι απλοποιημένα, χωρίς στεφάνη, και η γύρη νηματώδης. Η επικονίαση είναι υποβρύχια, και ο καρπός είναι συμπαγής και άρρηκτος, με τους σπόρους στο εσωτερικό. Όπου υπάρχουν λειμώνες θαλάσσιου χόρτου, στην ακτή ξεβράζονται μάζες από φύλλα που λέγονται αιγαγρόπιλοι, δηλα΄δη τούφες μαλλιού του αιγάγρου.

Το κατεξοχήν θαλάσσιο χόρτο της μεσογειου είναι η ποσειδωνία (Posidonia oceanica), η οποία απαντάται σ’όλη τη Μεσόγειο και δημιουργεί εκτεταμένους λειμώνες. Δεν ξέρω αν είναι το μόνο είδος θαλάσσιου χόρτου της χώρας μας, αλλά δεν έχω βρει πληροφορίες για το αντίθετο. Οπότε τα χόρτα της φωτογραφίας πιθανότατα ποσειδωνία είναι, αν όμως κάποιος ξέρει καλύτερα ας με διορθώσει. Η ποσειδωνία λοιπόν φύεται σε ρηχά νερά, βάθους 1-35 μέτρων, ανάλογα με τη διαύγεια του νερού. Αποτελείται από ένα περίπλοκο δίκτυο ριζωμάτων, τα βαθύτερα των οποίων βρίσκονται 1,5 μέτρα κάτω από την άμμο. Τα ριζώματα αυτά φέρουν τα κατακόρυφα φυλλοφόρα ριζώματα, με φύλλα στις κορυφές τους σε τούφες, συνήθως ανά 6-7, τα οποία μπορούν να φτάσουν σε μήκος το 1,5 μέτρο, με μέσο πλάτος το 1 εκατοστό, και με 13-17 παράλληλα νεύρα. Είναι ανοιχτοπράσινα, αλλά μπορεί να καφετιάζουν με την ηλικία. Τα εξώτερα φύλλα κάθε τούφας είναι τα παλαιότερα, και συνήθως είναι και τα μακρύτερα. Ο καρπός της επιπλέει, και είναι γνωστός στην Ιταλία με το όνομα «ελιά της θάλασσας (l’oliva di mare)». Το φυτό παρουσιάζει έντονη φαινοτυπική πλαστικότητα ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες, έτσι η μορφολογία του ποικίλει αρκετά. Όπως και πολλά ριζωματώδη φυτά, η ποσειδωνία αναπτύσσεται προς τα έξω, αφήνοντας στο κέντρο γερασμένους και νεκρούς βλαστούς. Χάρη στο ρίζωμά της, η ποσειδωνία μπορεί να δημιουργεί κλωνικές αποικίες, δηλαδή ομάδες φυτών που προέρχονται από το ίδιο ρίζωμα, που μπορούν να θεωρηθούν ως ένας οργανισμός, αφού γενετικά είναι πανομοιότυπες και ζουν στην ίδια περιοχή. Το αν είναι ένας ολόκληρος οργανισμός συνδεδεμένος με το ρίζωμα ή έχει κατατμηθεί δε μετράει άλλωστε, αφού η διαπίστωση αυτού είναι πολύ δύσκολη. Τέτοιες κλωνικές αποικίες λοιπόν ανανεώνονται και εξαπλώνονται συνεχώς, κι έτσι μπορούν να ζήσουν επαόριστον, συχνά για χιλιάδες χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για την ποσειδωνία, μία αποικία της οποίας ίσως έχει ηλικία μεγαλύτερη των 200.000 ετών, σύμφωνα με μελέτη Αυστραλών επιστημόνων. Η μελέτη αυτή του Αυστραλού ερευνητή Carlos M. Duarte και των συνεργατών του από το Πανεπιστήμιο του Περθ της Δυτικής Αυστραλίας,δημοσιεύθηκε στις 1 Φεβρουαρίου του 2012 στο διαδικτυακό επιστημονικό περιοδικό PLOS ONE. Οι ερευνητές, συγκρίνοντας γενετικά πληθυσμούς ποσειδωνίας από την Ισπανία έως την Κύπρο, βρέθηκαν σ’ένα σημείο μεταξύ των νησιών Ίμπιζα και Φορμεντέρα της Ισπανίας, όπου το γενετικό υλικό δε διέφερε μεταξύ δύο δειγμάτων που απείχαν μεταξύ τους αρκετά χιλιόμετρα. Διατυπώθηκαν πολλές υποθέσεις, όπως ότι οι δύο πληθυσμοί γεννήθηκαν από ανασυνδυασμό έπειτα από εγγενή αναπαραγωγή που τυχαία οδήγησε στον ίδιο γονότυπο, ότι εξαπλώθηκαν από θραύσματα ριζώματος, ότι εξαπλώθηκαν με κλωνική ανάπτυξη του ριζώματος ή ότι εξαπλώθηκαν και από κλωνική ανάπτυξη και από θραύσματα ριζώματος. Η πρώτη είναι κάτι σχεδόν αδύνατο, η δεύτερη πολύ δύσκολο, η Τρίτη το πιο πιθανό και η τέταρτη αρκετά απίθανο. Εφόσον ήταν πολύ δύσκολο να εξαπλωθεί ένα φυτό τόσο πολύ χάρη στα θραύσματα ριζώματος, τα οποία θά’πρεπε να έχουν μεγάλο ποσοστό επιβίωσης και να διασκορπίζονται ομοιόμορφα, οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο κύριος μηχανισμός εξάπλωσης ήταν η κλωνική ανάπτυξη, δηλαδή η εξάπλωση του φυτού απλώς με την ανάπτυξη του ριζώματος. Μοντελοποιώντας την ανάπτυξη του φυτού, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο κλώνος θα πρέπει να έχει ηλικία μεταξύ 80.000 και 200.000 ετών. Το πρόβλημα είναι ότι μεταξύ 80.000 και 10.000 χρόνων πριν η Γη περνούσε την τελευταία παγετώδη εποχή, και το σημείο εκεινο της θάλασσας ήταν ξηρά. Οπότε, υποθέτουν οι επιστήμονες, ο κλώνος αυτός, ο οποίος πιθανότατα διαχωρίστηκε κατά την πτώση του επιπέδου της θάλασσας και επανενώθηκε αργότερα, ίσως να είναι ακόμα παλαιότερος. Οπότε η ποσειδωνία κατέχει το ρεκόρ του μακροβιότερου οργανισμού στη γη. Στη μελέτη αυτήν επίσης ταυτοποιήθηκαν κι άλλες εκτεταμένες κλωνικές αποικίες, κάποιες έκτασης 15 χιλιομέτρων, οι οποίες ίσως έχουν παρόμοια ηλικία.

Παρά τη μακροζωία και την πλαστικότητά της όμως, η ποσειδωνία απειλείται σοβαρά από ανθρώπινες δραστηριότητες. Η υπερθέρμανση του πλανήτη ΄ίσως να την απειλεί, αλά δεν έχω βρει επιπλέον πληροφορίες γι’αυτό, και αμφιβάλλω για την αλήθεια τους. Επιβεβαιωμένες απειλές είναι ωστόσο η εναπόθεση ιζημάτων, ο ευτροφισμός και ο ανταγωνισμός με φύκια. Τα δίχτυα βυθού, καθώς και διάφορες υποδομές στις ακτές όπως λιμάνια και ξενοδοχεία, οδηγούν σε ανατάραξη των ιζημάτων ή εναπόθεση νέων, τα οποία διαταράσσουν την ανάπτυξη του φυτού, και θολώνοντας το νερό εμποδίζοντας έτσι τη φωτοσύνθεση, και σκεπάζοντας το φύλλωμα. Αν και τα κάθετα ριζώματα και τα όρθια φύλλα του φυτού το προστατεύουν από την υπερβολική εναπόθεση ιζημάτων, η συνεχής υπερβολική εναπόθεση είναι αφύσικη κατάσταση και το φυτό δε μπορεί να την αντιμετωπίσει. Με τον ευτροφισμό από λιπάσματα ή λύματα, έχουμε υπερανάπτυξη των φυκών εις βάρος της ποσειδωνίας, η οποία έχει εξελιχθεί για πιο ολιγοτροφικό περιβάλλον, δε μπορεί να διαχειριστεί αυτήν την υπεραφθονία και πεθαίνει, ενώ τα φύκια μεγαλώνουν υπερβολικά. Για κάποιον λόγο, οι πρωτόγονοι φωτοσυνθετικοί οργανισμοί όπως τα φύκια και τα κυανοβακτήρια αναπτύσσονται εξωφρενικά με αυξήσεις στα θρεπτικά συστατικά, ενώ πιο εξελιγμένα φυτά προσαρμοσμένα για φτωχά περιβάλλοντα απλώς καίγονται. Σκεφτείτε πόσο γρήγορα μεγαλώνει η πράσινη γλίτσα στο νερό με σαπισμένα υλικά, ενώ ένα σαρκοφάγο φυτό ή ένα επίφυτο καίγονται αμέσως, ακόμα και με λίγο παραπάνω λίπασμα. Η ποσειδωνία επίσης θα πρέπει ν’ανταγωνιστεί με το φύκι Caulerpa taxifolia, ένα επεκτατικό είδος στη Μεσόγειο που προήλθε από μια ανθεκτική ποικιλία των ενυδρείων, η οποία προέρχεται από κλώνο της Αυστραλίας, κι αναπτύσσεται ταχύτατα, ιδίως σε ευτροφικό περιβάλλον, όντας επίσης τοξικό. Από την άλλη ωστόσο το φύκι αυτό ίσως να βοηθά την ποσειδωνία μακροπρόθεσμα, αφού απορροφά γρήγορα τα επιπλέον θρεπτικά συστατικα΄και τους ρύπους απ’το νερό. Εξαιτίας της ευαισθησίας της στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, η ποσειδωνία χρησιμεύει ως δείκτης περιβαλλοντικής υγείας, οπότε μετρώνται διάφορες μεταβλητές του φυτού (κατανομή στο χώρο, μορφολογία βλάστησης, βάθος ανάπτυξης, κλπ) για να διαπιστωθεί η γενική υγεία του οικοσυστήματος. Παρά τις απειλές και τη μείωση του πληθυσμού της εντούτοις, η ποσειδωνία δεν απειλείται ακόμα τόσο σοβαρά ώστε να συμπεριληφθεί στα απειλούμενα είδη, γι’αυτό και το IUCN την κατατάσει στη βαθμίδα ελαχίστης ανησυχίας.

Τα θαλάσσια χόρτα δε χρησιμοποιήθηκαν από τον άνθρωπο τόσο όσο τα φύκια, διότι είναι σκληρά, αποσυντίθενται δύσκολα και θρεπτικά είναι φτωχά. Δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ως τροφή ή ζωοτροφή, ενώ η χρήση τους ως λίπασμα είναι περιορισμένη. Έχουν χρησιμοποιηθεί ως λίπασμα για αμμώδη εδάφη στη Μεσόγειο, όπως στο Ria de Aveira της Πορτογαλίας, όπου χρησιμοποιούνται ακόμα. Καλύπτουν το αμμώδες χώμα ώστε να μη διαβρώνεται και η υγρασία να διατηρείται, και σαπίζουν αργά. Σε πολλές χώρες ωστόσο σήμερα, όπως στην Ιταλία, η αφαίρεση φυτικού υλικού από την παραλία είναι παράνομη, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος. Είχαν επίσης χρησιμοποιηθει ως γέμισμα για τα στρώματα των στρατιωτών κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο από τους Γάλλους. Σήμερα χρησιμοποιούνται κυρίως για την κατασκευή επίπλων και ψαθών. Δεν έχω βρει πολλές πληροφορίες αν είναι κατάλληλα για να τα φάνε τα ζώα όπως κάποια φύκια. Το γένος Ruppia παράγει οξαλικό οξύ για άμυνα κατά των εχθρών, αλλά για τα υπόλοιπα δεν έχω διαβάσει κάτι αντίστοιχο. Κατασκευάζονται ωστόσο παιχνίδια για κουνέλια από θαλάσσιο χόρτο για να μασάνε και να παίζουν, οπότε είναι ασφαλές.

Τα φυτά της φωτογραφίας τα βρήκα στο εξοχικό του πατέρα μου, στη Γερακινή Χαλκιδικής, αν και μπορούν να βρεθούν σχεδόν σε κάθε παραλία. Τα βρήκα σε βάθος 1,5 μέτρων και λίγο πιο βαθιά, και αυτά της φωτογραφίας ήταν θραύσματα κατακόρυφων ριζωμάτων που είχαν σπρωχθεί απ’το κύμα πιο μπροστά, και πολλά είχαν ήδη ριζώσει κάτω στην άμμο, ενώ το φύλλο τέρμα δεξιά, το οποίο έχω κόψει στη μέση για να φαίνονται και οι δύο επιφάνειές του, ήταν από την επιφάνεια. Πιο βαθιά στην ακτή υπάρχουν μερικές αποικίες αυτού του χόρτου. Τα ριζώματα αυτά, αν προσέξετε, έχουν βολβώδες σχήμα, και από τη μέση τους στέλνουν νέα λεπτά οριζόντια ριζώματα. Το στενό κάτω μέρος ήταν το σημείο σύνδεσης με το υπόλοιπο ρίζωμα. Στην κορυφή είναι όλα τα φύλλα, τα οποία σ’αυτά είναι κοντά. Το φυλλοφόρο μέρος έσπαγε εύκολα απ’τα ριζώματα, αλλά τα ριζώματα κόβονταν πολύ δύσκολα, για΄τι ήταν πολύ σκληρά και συμπαγή, ίσως για να μένουν κάτω στον πυθμένα. Με το νύχι ωστόσο αν τα χαράζεις σιγά-σιγά μπορείς να τα κόψεις. Το εσωτερικό μυρίζει κάτι ανάμεσα σε θαλασσινό και χόρτο, ενώ τα φύλλα μυρίζουν πιο πολύ σαν χόρτα, όπως το γκαζόν.

«Ε, Περιπλανώμενο πώς σε λένε, τότε τα φύκια τι είναι; Μας χάλασες την κοσμοθεωρία!» Φύκια ή φύκη πιο επιστημονικά είναι μια ετερογενής ομάδα φωτοσυνθετικών οργανισμών που δεν είναι εμβρυόφυτα, δηλαδή βρύα ή αγγειώδη φυτά. Ο όρος φύκη καλύπτει όλους τους οργανισμούς της ομάδας, ενώ φύκια συνήθως αποκαλούνται τα μακροσκοπικά, αν κι όχι απαραίτητα πολυκύτταρα, είδη. Η Caulerpa (καυλέρπη – έρπει με τον καυλό/βλαστό) για παράδειγμα, που μοιάζει με κανονικό φυτό με φύλλα και απλώνεται για πολλά μέτρα, είναι στην πραγματικότητα ένας γιγάντιος μονοκύτταρος οργανισμός. Το κύτταρο βέβαια είναι πολυπύρηνο, δεν είναι δυνατό να έχει όλο αυτό το φύκος μόνο έναν πυρήνα! Τα φύκη είναι πολυφυλετική ομάδα με μέλη διαφόρων κλάδων του δέντρου της ζωής, είναι δηλαδή περισότερο περιγραφικός όρος παρά ταξινομική ομάδα. Τα πράσινα και κόκκινα φύκη για παράδειγμα ανήκουν στα αρχεπλαστίδια, μαζί με τα γνήσια φυτά, και κάποια απ’αυτά ήταν οι πρόγονοι των τελευταιών. Οι οργανισμοί αυτοί λέγονται έτσι, επειδή ο μονοκύτταρος πρόγονός τους κάποτε ήταν ο πρώτος ευκαρυωτικός οργανισμός που συνέλαβε ένα κυανοβακτήριο, το οποίο συμβίωσε με το κύτταρο κι έγινε χλωροπλάστης του. Άλλα φύκη, όπως τα καφέ φύκη, ανήκουν στα χρωμοκυψελιδωτά, τα οποία έλαβαν το χλωροπλάστη δευτερογενώς, υποτάσσοντας ένα ευκαρυωτικό αρχεπλαστίδιο, το οποίο στη συνέχεια απλοποιήθηκε σε χλωροπλάστη. Αυτή είναι η περίπλοκη ιστορία των φυκών της θάλασσας. Όσο για τα άλλα με τα ταινιώδη φύλλα, συγγενεύουν περισσότερο με το καλαμπόκι, παρά με τους υπόλοιπους θαλάσσιους φωτοσυνθέτες, Είναι θαλασσινά χόρτα δηλαδή,όχι φύκια.

Πηγές:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το θαλάσσιο χόρτο
άρθρο της Βικιπαίδειας για την ποσειδωνία
άρθρο της Βικιπαίδειας για την ποσειδωνία ως δείκτη
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ποσειδωνία
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την Caulerpa taxifolia
συνέπειες της ακραίας μακροζωίας σε κλωνικούς οργανισμούς: χιλιετείς κλώνοι του απειλούμενου θαλάσσιου χόρτου Posidonia oceanica

Advertisements