Επιστρέφοντας λοιπόν απ’το Χωριό, όπου δεν έλειψα ούτε δύο μέρες, πήγα να δω τι κάνουν οι αποικίες των εντόμων μου. Βρίσκονται σε δώμα ταράτσας πάνω από τον πέμπτο όροφο στο σπίτι του πατέρα μου, και τα παράθυρα είναι λίγο ανοιγμένα τώρα με το ζεστό καιρό. Η θερμοκρασίες είναι ιδανικές για την ανάπτυξή τους. Πήγα λοιπόν στα αλευροσκούληκα, απ’όπου περίμενα τα κουκούλια να γίνουν σκαθάρια. Όμως λίγα βρήκα στην επιφάνεια, κι αρκετά ήταν αποξηραμένα. Το κουτί τους ήταν ανοιχτό, ώστε να ααερίζονται καλά, αφού δεν υπάρχει κίνδυνος να φύγουν, παρόλα αυτά τα έχω σε μια λεκάνη για περισςότερη ασφάλεια, για να μην τα ρίξω κατά λάθος για παράδειγμα. Μόλις σήκωσα το κουτί τους για να δω μήπως είχε πέσει τίποτα στη λεκάνη, κάτι πανικόβλητο έτρεχε από εδώ κι από εκεί. Το έπιασα και ήταν ένα σαμιαμίδι, ένα μικρό γκέκο! Δεύτερη φορά που πιάνω όλως τυχαίως αυτό το είδος, και τελικά αποδείχθηκε ότι στο σπίτι του πατέρα μου υπάρχουν αυτές οι σαύρες, γιατί τόσα χρόνια υποθέταμε θεωρητικά ότι θα υπάρχουν γιατί μας έλεγαν έτσι κι ότι θα τις βρούμε, αλλά όσο ψάχναμε δε βρίσκαμε τίποτα!
Ήταν πολύ μικρό, αλλά για το είδος του ενήλικο κι αρκετά μεγάλο, γύρω στα 10-11 εκατοστά. Η ουρά του ήταν όσο και το σώμα του, και δεν ξέρω αν είχε κοπεί ποτέ, αλλά φαινόταν άθικτη. Είχε λεπτό και κιλυνδρικό σώμα με κοντά άκρα και μικροσκοπικά νυχάκια. Παρά το μικρό του μέγεθος, ήταν πολύ μυώδες, τα κόκκαλά του δε μπορούσα να τα νιώσω στον κορμό του. Όπως σ’όλα τα γκέκο, το κεφάλι ήταν μεγάλο σε σχέση με το σώμα με μεγάλα μάτια για τη νυκτόβια διαβίωση, στο συγκεκριμένο είδος κάπως τριγωνικό και ψηλό. Όπως στα περισσότερα γκέκο επίσης, οι φολίδες από πάνω ήταν κοκκώδεις κι από κάτω πλακώδεις. Είχε χρώμα ανοιχτό κάφέ.
Μόλις το έπιασα, έτρεξε να φύγει, αλά μετά τρόμαξε και σταμάτησε να κινείται εντελώς (τονική ακινησία), ίσως για να μιμηθεί το νεκρό ώστε να το αφήσουν οι εχθροί. Για να είμαι σίγουρος όμως μη μου φύγει ξαφνικά, τη φωτογράφιση την έκανα μέσα στη λεκάνη, όπου το έβαλα πάνω στο τσαντάκι μου. Μόλις το σήκωσα μετά, έβγαλε έναν πνιχτό και λεπτό ήχο – τα γκέκο έχουν φωνή. Κινούταν μόνο όταν το έσπρωχνα, και μετά σταματούσε. Πρόσεξα ότι όταν έτρεχε, τίναζε και την ουρά του, προφανώς για να προσελκύσει τον εχθρό προς εκείνο το μέρος του σώματος, για να την κόψει και να ξεφύγει – πολλές μικρές σαύρες τονίζουν την ουρά τους όταν βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση. Είχα αιχμάλωτο λοιπόν το ζώο που στοίχειωσε τις μυθολογίες των Μεσανατολιτών, οι οποίοι αδίκως του απέδωσαν τόσες κακές δυνάμεις. Τι είναι τελικά, μια μικρή σαυρίτσα που θα μπορούσε να την σηκώσει ακόμα ο αέρας.
Το μέλλον του φαινόταν ζωφερό εκεί πάνω. Τρία ζώα περίμεναν να το φάνε, όλα πεινασμένα κι έτοιμα να φάνε αυτό το μικρό, ανυπεράσπιστο λιμπάκι. Από τη μία ήταν ο γενειοφόρς μου δράκος η Αναμπέλα, η οποία θα το έτρωγε αμέσως. Ο προκάτοχός της άλλωστε στο παρελθόν την είχε ταΐσει περιστασιακά με σαμιαμίδια, οπότε τα ξέρει και πιστεύω πως θα το έτρωγε με συνοπτικές διαδικασίες, γιατί καλά είναι τα έντομα, αλά το κανονικό κρέας θα είναι καλύτερο. Από την άλλη ήταν ο κερασφόρος βάτραχός μου η Μπαλίτσα, ο οποίος μεγάλωσε και τώρα μπορεί να φάει άνετα σπονδυλωτό, που θα του δώσει ασβέστιο. Κι από την άλλη ήταν ο Βαρώνος, το λοφιοφόρο μου γκέκο, ο οποίος θα μπορούσε να το φάει με μέτρια δυσκολία χωρ΄ςι την ουρά, την οποία ίσως μετά την έτρωγε, ή θα μπορούσε να την φάει το σαρκοφάγο φυτο΄μου. Δε μπορώ να ταΐσω ωστόσο ζωντανά σπονδυλωτά εκ΄τος από΄ψάρια και αμφίβια στα ζώα μου, για ηθικούς και συναισθηματικούς λόγους, κι επίσης η ηθελημένη θανάτωση ελληνικών ερπετών είναι παράνομη, ναι, ακόμα και η θανάτωση ενός μικρού σαμιαμιδιού θεωρητικά είναι παράνομη. Έτσι το απελευθέρωσα λίγο πιο μακριά, έξω απ’το δωμάτιο για να μη μου φάει άλλα έντομα! Από δώ και στο εξής θα κουράζεται λίγο παραπάνω για να βγάλει τον επιούσιο, κι ελπίζω ν’αφήσει αρκετούς απογόνους, για να έχουμε κοντά μας περισσότερα.
Αν και δεν πιστεύω ότι μού’φαγε όλα τα έντομα, όπως θέλω να λέω, αφού ήταν πολύ μικρό και μόνο μικρά θα μπορούσε να φάει, σίγουρ ακάποια έφαγε. Το δίδαγμα είναι ότι, ακόμα κι αν τα έντομα δε μπορούν να φύγουν από ανοιχτά κουτιά, άλλοι μπορούν να μπουν μέσα και να τα φάνε άνετα, ακόμα και στο φαινομενικά αποστειρωμένο περιβάλλον της πόλης. Οπότε με μία σίτα λύνεται το πρόβλημα. Από την άλλη καλό είναι ν’αφήνω κανένα ανοιχτό κυπελλάκι με έντομα, ώστε να προσελκύω τα σαμιαμίδια, αφού είναι πολύ συμπαθητικά και θα’θελα να τά’χω δίπλα μου και πού και πού ν’ακούω τη φωνούλα τους.

Το άρθρο δε μπορεί να συνεχίσει αν δεν γνωρίζω το ακριβές είδος του σαμιαμιδιού. Hemidactylus turcicus λοιπόν, ή Mediodactylus kotschyi;

Ενημέρωση 4/8/2015: Τελικά μου το αμαγμώρισαμ ως Hemidactylus turcicus, το κοινό, μεσογειακό ή τούρκικο σαμιαμίδι δηλαδή. Είναι το κοινότερο ελληνικό γκέκο, και ένα από τα πιο ευπροσάρμοστα ερπετά του κόσμου. Μπορεί να βρεθεί σ’όλη την Ελλάδα εκτός ίσως από κάποια μικρά νησιά, αν κι όχι σε μεγάλα υψόμετρα, γιατί το βραδινό κρύο περιορίζει τη δραστηριότητα αυτού του νυκτόβιου είδους. Στην Ελλάδα απαντά το φερώνυμο υποείδος. Είναι μικρό γκέκο μήκους 10 εκατοστών, σπάνια μεγαλύτερο στα 12-13 εκ. Η ουρά του είναι σχεδον όση και το σώμα του. Στη ράχη φέρει μικρές φυματώδεις φολίδες με μεγαλύτερες διάσπαρτες ανάμεσά τους, ενώ στην κοιλιά, στα χείλη και στα μπροστινά μέρη του κεφαλιού και στο κάτω μέρος της ουράς, οι φολίδες είναι πλακώδεις και επάλληλες. Όπως στα περισσότερα γκέκο και σ’όλα τα γκέκο της χώρας μας, τα μάτια του είναι μεγάλα με κατακόρυφες κόρες για καλή νυχτερινή όραση, και δεν έχουν κινητά βλέφαρα, αλλά μια προστατευτική μεμβράνη που προέρχεται από τα δύο τροποποιημένα και συνενωμένα βλέφαρα. Το χρώμα του είναι πολύ ανοιχτό καφέ, ανοιχτό γκρι με σκουρότερες κηλίδες και εγκάρσιες ζώνες στην ουρά, ενώ η κάτω πλευρά του είναι σχεδόν διάφανη. Υπάρχουν επίσης μονόχρωμα άτομα χωρίς σχέδια και κάποια με λευκωπό διάφανο χρωματισμό σ’όλο το σώμα. Την ημέρα τα χρώματά του σκουραίνουν, ενώ τη νύχτα παίρνει τον κανονικό του χρωματισμό, ο οποίος το βοηθά να παραλλάσσεται στις ανοιχτόχρωμες επιφάνειες όπου ζει. Είναι αναρριχητικό είδος που ζει σε βραχώδεις περιοχές, θαμνότοπους, παράκτιες περιοχές, αλλά και σε ανθρωπογενή περιβάλλοντα, όπως ερείπια, πετρότοιχους, εξωτερικά καθώς κι εσωτερικά κτιρίων. Οι ανθρώπινες αυτές δομές έχουν συμβάλει πολύ στην εξάπλωση του είδους, αφού του παρέχουν ασφάλεια και περισσότερη τροφή, ιδίως όπου υπάρχουν νυχτερινά φώτα όπου μαζεύονται έντομα. Τρέφεται με μικρά έντομα όπως κουνούπια, πεταλουδίτσες, μικρές κατσαρίδες, γρύλλους κ.ά. Συχνά το βρίσκουμε ακίνητο δίπλα σε φώτα να παραμονεύει για έντομα, ή να τα ακολουθεί αργά σε τοίχους. Το συναντούμε είτε μόνο είτε σε ομάδες των 2-5 ατόμων. Επειδή είναι μικροσκοπικό ζώο με πολύ μικρό κεφάλι, δε σημαίνει ότι είναι και χαζό. Σε μια μελέτη Καναδών ερευνητών του 1984, βρέθηκε ότι τα γκέκο του είδους αυτού προσανατολίζονται στα καλέσματα του αρσενικού γρύλλου Gryllodes supplicans, ο οποίος είναι κρυμμένος στην τρύπα του και δε μπορούν να τον πιάσουν, τρώνε όμως τα διερχόμενα θηλυκά που προσελκύονται απ’το κάλεσμά του (δορυφορική θήρευση). Για να διαπιστωθεί αν πράγματι έχουν ιδιαίτερη προτίμηση στον ήχο του γρύλλου, οι ερευνητές έπαιξαν το κάλεσμα του συγκεκριμένου γρύλλου και το κάλεσμα του βατράχου, και τα γκέκο αντέδρασαν στο γρύλλο. Όπως όλα τα γκέκο, δε γεννά ποτέ πάνω από δύο αυγά τη φορά. Συνήθως γεννά 1-2 αυγά 2-3 φορές το χρόνο, και συχνά τα θηλυκά γεννούν ομαδικά σε συγκεκριμένο μέρος. Οινεοσσοί είναι μόλις 2 εκ, και μολονότι μικρό ζώο, ωριμάζει γεννητικά αρκετά αργά, συνήθως στα δύο χρόνια. Όπως στα περισσότερα γκεκονοειδή γκέκο, τα αυγά είναι μικρά, σφαιρικά και σκληρά, και προσκολλώνται σε επιφάνειες. Όπως στα περισσότερα γκέκο επίσης, το είδος παράγει διάφορους ήχους για επικοινωνία.
Όπως και πολλλά άλλα γκέκο, το σαμιαμίδι διαθέτει κολλητικά τριχίδια σε ελάσματα στα πόδια του, τα οποία του επιτρέπουν να σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, ή και να περπατάει στα ταβάνια. Το όνομα του γένους του το οφείλει στο γεγονός ότι τα ελάσματα στα δάκτυλά του χωρίζονται στα δύο, αλλά και στο ότι σταματούν περίπου στη μέση του δακτύλου, το υπόλοιπο του οποίου είναι γυμνό και φέρει στο τέλος ανεπτυγμένο νύχι, με το οποίο το γκέκο γαντζώνεται όταν δε μπορεί να κολλήσει καλά. Το γένος Hemidactylus της οικογένειας των γκεκονιδών (Gekkonidae) περιλαμβάνει πάνω από 110 είδη, με νέα ν’ανακαλύπτονται κάθε λίγα χρόνια. Τα περισσότερα είδη του γένους μοιάζουν με το κοινό σαμιαμίδι, αλλά υπάρχουν και ορισμένα αποκλίνοντα είδη όπως αυτά των πρώην γενών Cosymbotus και Teratolepis, τα οποία συγχωνεύτηκαν στον ημιδάκτυλο, επειδή προέρχονται από κλάδους μέσα στο γένος και η ξεχωριστή τους ταξινόμηση θα το έκανε παραφυλετικό. Εναλλακτικά θα μπορούσε να διασπαστεί το γένος Hemidactylus σε μικρότερα γένη, αλλά αυτό δε συμφέρει για χάρη λίγων ειδών. Το γένος είναι κυρίως ασιατικό, με αρκετά μέλη στην Ινδία, στη ΝΑ Ασία και στα νησιά του Ινδικού και του Ειρηνικού. Το σαμιαμίδι του Ειρηνικού (Hemidactylus phrenatus) είναι ένα ακόμα διαδεδομένο είδος του γένους, με εξάπλωση στα περισσότερα τροπικά ωκεάνια νησιά και στις παράκτιες περιοχές πολλών τροπικών περιοχών.
Επειδή πολλά μέλη του γένους μεταφέρονται εύκολα, είτε με φυσικό είτε με ανθρωπογενή τρόπο, οι αρχικές τους κοιτίδες δύσκολα μπορούν να προσδιοριστούνεπακριβώς. Η αρχική κοιτίδα του μεσογειακού σαμιαμιδιού για παράδειγμα μπορεί να είναι η Ευρώπη ή η Εγγύς Ανατολή. Σήμερα το είδος απαντά στην Ελλάδα, στην Κύπρο, στην Τουρκία, στα δυτικά και κεντρικά Βαλκάνια και ελάχιστα στην Κεντρική Ευρώπη, στην Ιταλία, στη νότια Γαλλία, στην Ιβηρική Χερσόνησο, σε σχεδόν όλα τα μεσογειακά νησιά, σ’όλες τις βορειοαφρικανικές χώρες (Αίγυπτος, Λιβύη, Τυνησία, Αλγερία, Μαρόκο), και στις χώρες του Λεβάντε (Συρία, Λίβανος, Ισραήλ, Ιορδανία). Οι πληθυσμοί της Αραβικής Χερσονήσου, της Σωμαλίας και των Νότιων ασιατικών περιοχών μέχρι την Ινδία έχουν μεταφερθεί στο είδος H. robustus το 2006. Το είδος έχει επίσης εισαχθεί από τον άνθρωπο στην αμερικανική ήπειρο, όπου έχει εγκαθιδρύσει ισχυρούς πληθυσμούς στης νότιες ΗΠΑ, στο Μεξικό, στη Γουατεμάλα, στο Μπελίσε, στην Κούβα, στο Πουέρτο Ρίκο και στον Παναμά. Δηλαδή το εύκρατο αυτό΄είδος έχει προσαρμοστέι και σε τροπικές συνθήκες. Η προσαρμογή του σε ψυχρότερα κλίματα ωστόσο είναι πιο δύσκολη, και στα βορειότερα μέρη της εξαπλωσής του στην Αμερική επιβιώνει κυρίως σε θερμότερα ανθρωπογενή περιβάλλοντα. Το βορειότερο όριο της εξάπλωσής του στην Ευρώπη είναι λίγες θερμότερες περιοχές της νότιας Τσεχίας. Το είδος ευδοκιμεί καλύτερα σε κλίματα με ελαφρείς χειμώνες, όπως το μεσογειακό, κατά τους οποίους δεν πέφτει σε πλήρη χειμερία νάρκη, αλά δραστηριοποιείται όταν οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν προσωρινά. Το είδος χρειάζεται απλώς κατάλληλες επιφάνειες και κρυψώνες, σωστές θερμοκρασιες και σταθερή παροχή μικρών εντόμων για να επιβιώσει. Είναι ανθεκτικό στα εντομοκτόνα, γι’αυτό μπορει να επιβιώσει ακόμα και σε χώρους που ψεκάζονται συχνά για τα έντομα, ενώ εκεί όπου δεν έχει πολλούς εχθρούς, ο πληθυσμός του αυξάνεται αρκετά. Εχθροί του είναι σχεδόν όλα τα σαρκοφάγα ζώα μεγαλύτερά του, που είναι αρκετά γρήγορα για να το πιάσουν. Συνήθως αν πιαστεί από έναν εχθρό ρίχνει την ουρά του, η οποία κινείται για λίγο, ώστε να τραβήξει την προσοχή του εχθρού και η σαύρα να φύγει, οπότε θ’αναγεννήσει την ουρά αργότερα, κάτι κοινό στα περισσότερα γκέκο και σε άλλες σαύρες.

Το άλλο διαδεδομένο γκέκο της χώρας μας είναι ο μεσοδάκτυλος, κυρτοδάκτυλος ή κυρτοδάκτυλο σαμιαμίδι, Mediodactylus kotschyi. Το μόνο είδος του μεσανατολικού γένους του της οικογένειας των γκεκονιδών με εξάπλωση στην Ευρώπη, ο κυρτοδάκτυλος ταξινομούταν παλαιότερα στο γένος Cyrtodactylus και παλαιότερα στο γένος Cyrtopodion. Το γένος Cyrtodactylus περιελάμβανε πάρα πολλά ετερογενή είδη, από την Ευρώπη έως τη Νέα Γουινέα, γι’αυτό και διασπάστηκε. Χαρακτηριστικό τους είναι τα κυρτά δάκτυλα χωρίς κολλητικά τριχίδια, κάνοντάς τα κυρίως εδαφόβια γκέκο. Το δικό μας είδος κυρτοδάκτυλου είναι πιο εδαφόβιο από το κοινό σαμιαμίδι, ζώντας κυρίως ανάμεσα ή κάτω από πέτρες, μπορεί ωστόσο, χάρη στο μικρό του μέγεθος, τα λεπτά του δάχτυλα και τα μικρά του νύχια, να σκαρφαλώσει άνετα σε τραχίες επιφάνειες, γι’αυτό και μπορεί να σκαρφαλώσει στους περισσότερους τοίχους και το βρίσκουμε κι αυτό σε ανθρώπινες κατασκευές, αν και σπανιότερα από τον H. turcicus. Ξεχωρίζει από το κοινό σαμιαμίδι από το λεπτότερό του σώμα και άκρα (το λεπτότερο γκέκο της Ελλάδας), καθώς κι από τα κυρτά δάχτυλά του. Φτάνει κι αυτό τα 10 εκ, και σπανιότερα είναι μεγαλύτερο, έως και 12 εκ. Η ουρά είναι περίπου το μισό σώμα. Έχει πιο σκούρα χρώματα από το κοινό σαμιαμίδι, με αποχρώσεις του γκρίζου και του καφέ, και η ράχη του φέρει εγκάρσιες τεθλασμένες γραμμές, αν και μερικά άτομα είναι μονόχρωμα. Η κοιλιά του είναι λευκοκίτρινη, και τα φύματα στη ράχη μικρά. Τα χρώματα σκουραίνουν την ημέρα και ανοίγουν τη νύχτα. Είναι νυκτόβιο, αλά σε εποχές χαμηλών θερμοκρασιών γίνεται ημερόβιο. Παράγει κι αυτό ήχους, γεννά 1-2 αυγά 2-3 φορές το χρόνο, και οι νεοσσοί έχουν μήκος 2 εκ. Στη χώρα μας παρουσιάζει μικροενδιμισμό, με κάθε νησί και περιοχή να έχει το δικό του υποείδος, όπως οι περίφημοι σπίνοι του Δαρβίνου στα Γκαλαπάγκος. Έτσι έχουμε: Mediodactylus kotschyi adelphiensis στις νησίδες γύρω από το νησί Σύρνα, M. C. bartoni στη δυτική Κρήτη, M. C. Beutleri στη Λέσβο, στον Άγιο Ευστράτιο, στην Κάλυμνο, στην Κω, στους Φούρνους, στη Σύμη, πιθανόν και στη Σάμο, M. c. bibroni στην Ηπειρωτική Ελλάδα, στην Πελοπόννησο, στη Θάσο, στη Σαμοθράκη, στην Κέα, στην Κύθνο, στη Μακρόνησο και στα Κύθηρα, M. c. bileki στη Στρογγύλη και στη Μάκρη βδ της Ρόδου, M. c. buchholzi στη Σίφνο και στις γύρω νησίδες, M. c. danilewskii στην Α. Θράκη, πιθανόν και στη Λήμνο, M. c. fuchsia στις Βόρειες Σποράδες, M. c. calypsae στη Γαύδο, M. c. kotschyi στη Σύρο και στις γύρω νησίδες, M. c. oertzeni στην Κάρπαθο και στα γύρω νησιά και νησίδες, M. c. Saronicus στις δυτικές και κεντρικές Κυκλάδες, στα νησιά του Σαρωνικού, στην Ύδρα και στις Σπέτσες, M. c. schultzewestrumi στη βαλάτσα της Σκύρου, M. c. skopjensis στη βόρεια Μακεδονία, M. c. solerii στην Αστυπάλαια και στις κοντινές νησίδες, στην Κίναρο και στη Λέβιθα, M. c. stepaneki στο Ζαφορά της Αστυπάλαιας, πιθανόν και στην Αστακίδα, M. c. tinensis στην Άνδρο και στην Τήνο, και M. c. wettsteini στις νησίδες της ανατολικής Κρήτης (Χρυσή, Μικρονήσι, Γαϊδουρονήσι, Αυγό). Τα υποείδη μπορεί να υβριδίζονται σε μερικά νησιά. Προφανώς το είδος αυτό δε μεταφέρεται τόσο εύκολα ώστε ο πληθυσμός του να είναι ομοιογενείς, γι’αυτό και σε κάθε τόπο αναπτύσσει διαφορετικό τύπο, για να υπάρχει ωστόσο σε κάθε βραχονησίδα σημαίνει ότι μεταφέρεται εύκολα κάποιες φορές, αν και σπάνια. Εκτός απ’την Ελλάδα, το είδος μπορεί να βρεθεί στα νότια Βαλκάνια (Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία, Σερβία) και στην Ουκρανία – όχι όμως στη Ρουμανία -, , στην Τουρκία, στην Κύπρο, στις χώρες του Λεβάντε, και στη νοτιοδυτική Ιταλία. Ίσως να επεκτείνεται ανατολικότερα στη Μέση Ανατολή, έως το Ιράκ και το Ιράν. Έχει επίσης εισαχθεί στην Ουγγαρία, αν κι εκεί επιβιώνει σε πολύ μικρές εστίες.

Το τρίτο και μεγαλύτερο γκέκο της χώρας μας και της Ευρώπης είναι η ταρέντολα, το μαυριτανικό γκέκο ή μαυριτανικο΄σαμιαμίδι, Tarentola mauritanica. Ανήκει στην οικογένεια των φυλλοδακτυλιδών (Phyllodactylidae), η οποία διασπάστηκε από τους γκεκονίδες πρόσφατα. Έχει σχετικά μικρή εξάπλωση στην Ελλάδα, με πληθυσμούς στη Δυτική μόνο Ελλάδα, στην δυτική και βόρεια Πελοπόννησο, στην Κρήτη και στη νησίδα Δία, στην Κεφαλονιά, στην Ιθάκη, στη Ζάκυνθο και στις στροφάδες. Στις τελευταίες δύο περιοχές απαντά το υποείδος Tarentola mauritanica fascicularis, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές το φερώνυμο υποείδος. Είναι ένα αρκετά στρουμπουλό και γεροδεμένο γκέκο με πλατύ κεφάλι και τραχιά φύματα στη ράχη και στα άκρα, που μπορεί να φτάσει τα 16 εκ, εκ των οποίων περίπου το μισό είναι η ουρά. Οι αναγεννημένη ουρά μετά την αυτοτομή έχει πιο λείες φολίδες από την αρχική. Το χρώμα του είναι καφετι΄ή γκριζωπό με σκουρότερες ή ανοιχτότερες κηλίδες, σκουρότερο την ημέρα και ανοιχτότερο τη νύκτα. Ζει σε βραχώδεις περιοχές, σε κορμούς μεγάλων δέντρων, σε ερείπια και πετρότοιχους, αλά μπορεί κι αυτό να βρεθεί γύρω και μέσα σε κτίρια. Είναι αναρριχητικό είδος, και όπως και τα υπόλοιπα σαμιαμίδια, χρησιμοποιεί τις νυχτερινές λάμπες προς όφελός του. Εξαιτίας του μεγαλύτερου μεγέθους του, μπορεί να τρώει μεγαλύτερα έντομα. Αν και νυκτόβιο, τις εποχές με κρύες νύκτες δραστηριοποιείται και κατά την ημέρα, ενώ μπορέι να λιάζεται προστατευμένο στην κρυψώνα του, ακόμα και το χειμώνα. Γεννά 1-2 αυγά 2-3 φορές το χρόνο, τα οποία συνήθως κολλά σε σχισμές βράχων, κάτω από πέτρες ή σε κουφάλες μεγάλων δέντρων, και συχνά πολλά θηλυκά γεννούν ομαδικά στα ίδια μέρη. Οι νεοσσοί έχουν μήκος 5 εκ, και ωριμάζουν αρκετά αργά, έως και σε 4-5 χρόνια. Όπως και τα υπόλοιπα ελληνικά γκέκο, παράγει ήχους.
Η T. mauritanica είναι το μόνο είδος του γένους Tarentola που φτάνει στην Ευρώπη. Μπορεί επίσης να βρεθεί στην Πορτογαλία εκτος από τα βορειοδυτικά, στην Ισπανία εκτός από τα βόρεια, στη Νότια Γαλλία, στις ακτές της Ιταλίας, στις ακτές της Κροατίας και της Σλοβενίας, αν κι όχι στην Αλβανία, στα περισσότερα μεσογειακά νησιά, στα παράλια της Βόρειας Αφρικής, αλά και στο μεγαλύτερο μέρος του Μαρόκο και στη βορειοδυτική και δυτική Σαχάρα. Έχει Επίσης εισαχθεί στη νοτιοδυτική Σαχάρα, στις Κανάριες Νήσους, στις Βαλεαρίδες Νήσους, στη Μαδέρα, αλά και στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ, στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης και στο Μπουένος Άυρες τις Αργεντινής. Οι περισσότεροι Ευρωπαϊκοί πληθυσμοί επίσης ίσως είναι προΊόν παρελθοντικής εισαγωγής. Το γένος Tarentola, το οποίο αριθμεί περί τα 26 είδη, είναι κυρίως αφρικανικής εξάπλωσης, με τη μεγαλύτερη ποικιλία στη Β. Αφρική. Ορισμένα είδη του απαντώνται στην Καραϊβική, όπου πιθανότατα έφθασαν από διαωκεάνια μεταφορά πάνω σε επιπλέοντα αντικείμενα σε σχετικά πρόσφατη γεωλογική εποχή. Τα περισσότερα είδη είναι αναρριχητικά, αν και υπάρχουν και εδαφόβια είδη που έχουν χάσει την κολλητική τους ικανότητα, όπως το γνωστό κρανοφόρο γκέκο της ερήμου (Tarentola chazaliae), κάπως κοινό στην αιχμαλωσία. Και η T. mauritanica κυκλοφορεί στην αιχμαλωσία, αν και σπανιότερα. Δυστυχώς, λόγω των χαμηλών τιμών των εισαγόμενων δε γίνεται προσπάθεια αναπαραγωγής τους, και τα περισσότερα ζώα προέρχονται από την Αίγυπτο. Η αιχμαλώτιση ελληνικών ειδών είναι παράνομη. Μοναδικό χαρακτηριστικό λοιπόν αυτού του γένους και κανενός άλλου γκέκο από τα περίπου 1.500 είδη του κλάδου αυτού είναι η παρουσία οστεοδερμάτων ή οστέινων πλακών κάτω απ’το δέρμα για προστασία. Τα οστεοδέρματα της ταρέντολας είναι μικροσκοπικά, κοκκώδη, και βρίσκονται συνήθως τρία κάτω από κάθε φολίδα σε σχεδόν ολόκληρο το σώμα. Εξαιτίας αυτών των πλακών, αλά και των μεγάλων φυμάτων στη ράχη, μία από τις αγγλικές ονομασίες τους είναι κροκοδειλογκέκο (crocodile geckos), αν και συνήθως αποκαλούνται γκέκο των τοίχων (wall geckos).

Συχνά τα γκέκο δύσκολα τα εντοπίζουμε, αλλά μπορούμε να διαπιστώσουμε την ύπαρξή τους από τα ίχνη τους. Και τα τρία ελληνικά είδη παράγουν ήχους, είτε για να προσελκύσουν το αντίθετο φύλο, είτε για να διακηρύξουν την περιοχή τους, ή για να ξαφνιάσουν τον εχθρό αν τρομάξουν. Τα αρσενικά φωνούν πολύ περισσότερο από τα θηλυκά. Τα κοινά σαμιαμίδια παράγουν ένα συνεχόμενο, ψιλό ήχο σαν «τσικ τσικ τσικ», που διαρκέι λίγα δευτερόλεπτα και μοιάζει λίγο με γρύλλο ή πουλάκι και χρησιμεύει στην αναπαραγωγή και στη διακήρυξη της περιοχής. Τις μέρες αυτές που ήμουν στο εξοχικό στη Χαλκιδική, κάθε βράδυ τα άκουγα παντού. Ο ήχος ερχόταν από στέγες, κολόνες με λάμπες, φυλλωσιές και γωνίες. Τα έχω ακούσει επίσης στη Θεσσαλονίκη αρκετές φορές, και μια φορά πέρσι ένα ψηλά στο μπαλκόνι μου. Αν ξέρετε πώς ακούγονται και προσέχετε τους νυχτερινούς ήχους, θα τα ακούσετε παντού.
Ένα ακόμα ίχνος που αφήνουν, και φαίνεται ευκολότερα σε εσωτερικούς χώρους, είναι τα περιττώματά τους, τα οποία είναι μικρά, μακρόστενα και μαύρα σαν ποντικοκούραδα, μήκους 5 χιλ, και πλάτους 2 χιλ. Τα σαμιαμίδια προτιμούν ένα συγκεκριμένο μέρος για την αφόδευσή τους, το οποίο δεν είναι πάντοτε βολικό για τους ανθρώπους.

Οι πληθυσμοί και των τριών ειδών γκέκο που απαντούν και στη χώρα μας δεν απειλούνται προς το παρόν πουθενά στην περιοχή εξάπλωσής τους, αν και κατά τόπους μπορεί να επηρεάζονται αρνητικά από την απώλεια του ενδιαιτήματός τους, την αγροτική ανάπτυξη, τα σαρκοφάγα κατοικίδια όπως οι γάτες κλπ. Γενικώς ωστόσο τα είδη αυτά δεν κινδυνεύουν, γι’αυτό η Διεθνής Ένωση για την Προστασία της Φύσης (IUCN) τα κατατάσσει στην κατάσταση ελαχίστης ανησυχίας. Στη χώρα μας ωστόσο, όπως και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, τα γκέκο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα ερπετά και αμφίβια, προστατεύονται από νομοθεσία. Η θανάτωση, η κακοποίηση, η αιχμαλώτηση, η πώληση ζωντανών ή νεκρών ατόμων, είναι παράνομες πράξεις.

Το σαμιαμίδι, ως μικρό, νυκτόβιο, ικανό να σκαρφαλώσει σχεδόν οπουδήποτε με σχεδόν μαγική ικανότητα, φωνητικό, με μεγάλα μάτια, ικανό να επιβιώσει σε σπίτια κλπ, δηλαδή με χαρακτηριστικά που το ξεχωρίζουν από τις άλλες σαύρες, έχει συγκεντρώσει πολλούς μύθους και δοξασίες γύρω του. Φέρνει καλή ή κακή τύχη, είναι κακό αλλά η θανάτωσή του θα φέρει κακή τύχη, το κατούρημα ή το δάγκωμά του είναι δηλητηριώδες, μολύνει επίτηδες τα τρόφιμα και το νερό φτύνοντας μέσα τους δηλητήριο, προκαλεί εξανθήματα αν αγγίξει άνθρωπο, αν πέσει πάνω σε άνθρωπο μπορεί να σημαίνει διάφορα πράγματα ανάλογα με το σημείο όπου έπεσε, ο ήχος του προμηνύει κάτι κακό κλπ, είναι λίγες από τις δοξασίες που αφορούν το σαμιαμίδι στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Μεσόγειο. Ακόμα και τα ονόματα που του έχουν δοθεί παραπέμπουν σε κάτι κακό, αν και η ετυμολογία τους ξεχάστηκε σήμερα: Σαμιαμίδι, σαμαμίθι, σαμαμίθιον (κυπριακά), σαμιάμιθος από το αραβικό σαμαμίθ ή το εβραϊκό σαμαμέθ, δηλαδή δηλητήριο, μολυντήρι επειδή υποτίθεται μόλυνε τα τρόφιμα φτύνοντας δηλητήριο, μισιαρός ή μισαρός από το μιαρός, κλπ. Επίσης από τη λέξη σαμιαμίδι έχουν προέλθει πολλές παρετυμολογήσεις που προσπαθούν να τη συνδέσουν με τη μύτη, όπως σαμιομύτας, ψαμαμύτα κλπ. Οι αρχαίες ελληνικές του ονομασίες (ασκαλαβώτης, γαλεώτης, κωλώτης) είναι δυσετυμολόγητες, επειδή προέρχονται από προελληνικές γλώσσες, αφού οι Ινδοευρωπαίοι, ερχόμενοι από βορειότερα γεωγραφικά πλάτη, δε γνώριζαν τα γκέκο για να τα δώσουν ιδιαίτερη ονομασία, παρόλα αυτά πιθανότατα δεν είχαν να κάνουν με το δηλητήριο, αφού οι δοξασίες αυτές ήρθαν στην Ελλάδα αργότερα. Κάποιες άλλες δοξασίες εντούτοις, όπως ότι το σαμιαμίδι είναι οιωνός διαφόρων πραγμάτων, συνήθως του κακού, υπήρχαν ήδη από την αρχαιότητα. Φυσικά όλα τα γκέκο είναι εντελώς αβλαβή ζώα και επίσης ωφέλιμα, αφού τρώνε επιβλαβή έντομα όπως κουνούπια και κατσαρίδες. Σπίτια με σαμιαμίδια έχουν πολύ λιγότερες κατσαρίδες.

Τελικά, από μια απλή δημοσίευση της φωτογραφίας ενός γκέκο προς αναγνώριση, το άρθρο μου έγινε οδηγός για τα ελληνικά γκέκο.

Πηγές:
πληροφορίες για το Hemidactylus turcicus στο herpetofauna.gr
πληροφορίες για το H. turcicus στο IUCN
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Hemidactylus
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το H. turcicus
φωνόταξη του γκέκο προς το κάλεσμα των γρύλλων – μία περίπτωση δορυφορικής θήρευσης
πληροφορίες για το Mediodactylus kotschyi στο herpetofauna.gr
πληροφορίες για το M. kotschyi στο IUCN
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το M. kotschyi
πληροφορίες για την Tarentola mauritanica στο herpetofauna.gr
πληροφορίες για την T. mauritanica στο IUCN
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την T. mauritanica
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το γένος Tarentola
η δομή των οστεοδερμάτων στο γκέκο: Tarentola mauritanica

Ενημέρωση 22/6/2016: Πρόσφατα ένα βράδυ άκουγα ένα σαμιαμίδι (Hemidactylus turcicus) πάνω από μία πόρτα, όπου υπάρχει λάμπα που μαζεύει πολλά έντομα. Και πέρσι ακουγόταν ένα εκεί, και ίσως να είναι το ίδιο. Πιθανότατα είναι αρσενικό που διακηρύσσει την περιοχή του. Φωνούσε περιστασιακά για ακετή ώρα, κι έτσι ΄΄στάθηκα τυχερός και πρόλαβα να απαθανατίσω τον ήχο σε βίντεο. Σπανίζουν οι ηχογραφήσεις του συγκεκριμένου είδους στο Διαδίκτυο, Αν και δεν εντόπισα το σαμιαμίδι, τον ήχο του μπορείτε να τον ακούσετε καθαρά.

Τώρα, όταν θα ακούτε το βράδυ το καλοκαίρι παρόμια τσικ-τσικ-τσικ σε γωνίες ή κοντά σε λάμπες, θα ξέρετε τι είναι.

Advertisements