Στις 23 Ιουνίου του 2015, νέα και περίεργα φυτά κατέφθασαν στη συλλογή μου. Τα δύο είδη ήταν κάκτοι, ο κάκτος του Αγίου Πέτρου (Echinopsis pachanoi), γνωστός και με το παλαιότερο όνομα Trichocereus pachanoi, και το πεγιότ (Lophophora williamsii), και οι δύο κάκτοι με μεγάλη παράδοση σαμανιστικής χρήσης από τους Ινδιάνους της Αμερικής. Για τους κάκτους αυτούς, καθώς και για τους κάκτους γενικότερα, μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Η ενημέρωση για τα νεά φυτά βρίσκεται στο τέλος του άρθρου. Το τρίτο λοιπόν ήταν παχύφυτο, και σίγουρα ένα σπάνιο είδος. Ένα δηλόσπερμα του Μπόσερ (Delosperma bosseranum), ένα παχύκορμο μεσημβριανθεμοειδές που ο καλλιεργητής του το είχε κλαδέψει σε μπονσάι.

Το γένος Delosperma (δηλόσπερμα), από το χαρακτηριστικό του να δηλώνει/εμφανίζει τους σπόρους του όταν οι κάψες βραχούν, προσαρμογή που βοηθά τα φυτά αυτά να σκορπίζουν τους απογόνους τους μόνο στις βροχερές περιόδους, είναι ένα μεγάλο γένος 100 περίπου ειδών της οικογένειας των αειζωιδών (Aizoaceae), παλαιότερο όνομα Mesembrianthemaceae. Η τεράστια αυτή οικογένεια κυρίως Νοτίου Ημισφαιρίου περιλαμβάνει φυτά διαφόρων τύπων, από αγριόχορτα έως πολύ εξειδικευμένα παχύφυτα, όπως ο λίθοπας. Χαρακτηριστικά της οικογένειας είναι τα άνθη με τα λεπτά πέταλα που θυμίζουν λίγο μαργαρίτες – εξού και το όνομά της, ανθεμίδες δηλ. μαργαρίτες της μεσημβρίας (νότου) -, αλλά και τα αντίθετα φύλλα. Το γένος Delosperma απαντά κυρίως στη νότια και την ανατολική Αφρική με είδη επίσης και στα νησιά του Ινδικού, όπως στη Μαδαγασκάρη. Είναι πολύ ανθεκτικά φυτά που φύονται σε ξερά μέρη με έντονη ηλιοφάνεια και υψηλές θερμοκρασίες, σε πολύ άγονο έδαφος, συχνά ανάμεσα σε βράχια. Τα περισσότερα έχουν τη μορφή έρποντος εξαπλούμενου φυτού, ενώ άλλα είναι πιο συμπαγή, με βαθιά ρίζα. Κατά την ανθοφορία, όλο το φυτό καλύπτεται με άνθη, και τα έρποντα είδη μετατρέπονται σε χρωματιστά χαλιά, γι’αυτό και πολλά είδη καλλιεργούνται σε βραχόκηπους γι’αυτό το χαρακτηριστικό.
Το D. bosseranum είναι ενδημικό των ξηρών περιοχών της Μαδαγασκάρης, όπου οι περισσότερες βροχοπτώσεις σημειώνονται το καλοκαίρι. Μπορεί να θεωρηθεί παχύκορμο, αν και η διογκωμένη ρίζα του είναι συνήθως κρυμμένοι – παχύκορμα λέγονται συνήθως φυτά όπου το παχύ τους μέρος είναι εκτεθημένο. Έχει μια ανοιχτή καφέ και σκληρή πασσαλώδη, καροτώδη ρίζα διαμέτρου 3 εκ, η οποία μπορεί να στέλνει και μικρά λεπτά πλευρικά ριζίδια. Το φυτό φτάνει τα 15 εκ σε ύψος και τα 30 ή και παραπάνω εκ σε πλάτος. Οι βλαστοί του είναι λεπτοί κι εύκαμπτοι και τα φύλλα μικρά και σχεδόν κυλινδρικά. Τα άνθη είναι λευκά, διαμέτρου 0,5 εκ κι εμφανίζονται κατά τους θερμούς μήνες. Το φυτό αναπτύσσεται γρήγορα κι ανθίζει στον πρώτο του χρόνο. Σε δύσκολες περιόδους, το μεγαλύτερο μέρος της υπέργειας ανάπτυξης μπορέι να ξεραθεί, αλλά εύκολα ξαναμεγαλώνει. Δεν έχω βρει κάτι για τη διάρκεια ζωής του, αλλ’εφόσον αναπτύσσεται περισσότερο σαν ζιζάνιο παρά σαν παχύφυτο, ίσως ζει λίγο.
Η καλλιέργειά του είναι πολύ εύκολη. Χρειάζεται χώμα ελαφρύ και καλά αποστραγγιζόμενο, ιδανικά αμμώδες με αναμεμειγμένο χαλίκι, το οποίο θα πρέπει να στεγνω΄νει ανάμεσα στα ποτίσματα, τα οποία ωστόσο το καλοκαίρι πρέπει να είναι συχνά, μιας και το φυτό αναπτύσσεται κι αλλιώς κινδυνεύει να μαραθεί και να χάσει το φύλλωμά του. Το χειμώνα, οπότε δεν αναπτύσσεται, μπορέι να ποτίζεται αραιά. Η λίπανση θα πρέπει να είναι αραιή έως μηδαμινή, αφού το φυτό είναι προσαρμοσμένο σε ολιγοτροφικές συνθήκες και το πολύ λίπασμα θα το καταστρέψει. Χρειάζεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έκθεση στον ήλιο και τη ζέστη. Για τη δημιουργία μπονσάι, απλώς κόβεται τα περισσότερα κλαδιά και ξεθάβετε λίγο-λίγο τη ρίζα ενόσω το φυτό μεγαλώνει. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται είτε με σπόρο, είτε με μοσχεύματα. Για τη δεύτερη τεχνική δε βρήκα πολλά, και πιθανόν θα γίνεται όπως και σ’άλλα μεσημβριάνθεμα, κόβοντας δηλαδή ένα κλα΄δι και φυτεύοντάς το στο χώμα και ό,τι γίνει. Δεν ξέρω τι ρίζα θα έχει ένα τέτοιο φυτό, ίσως έχει πολλαπλά καρότα, διότι θα έχει βγάλει πάνω από μία κεντρικές ρίζες. Με σπόρο η διαδικασία είναι πολύ εύκολη και γρήγορη. Οι σπόροι, οι οποίοι θα συλλεγούν απ’τις κάψες, θα πρέπει να σπαρούν σε ελαφρύ, καλά αποστραγγιζόμενο μίγμα σε ζεστό μέρος, και μέσα σε μια εβδομάδα περίπου θα φυτρώσουν. Τα νεαρά φυτά αναπτύσσονται γρήγορα και μερικά ανθίζουν ως και στους 3 μήνες, σε ύψος μόλις 8 εκ.
Το δικό μου φυτό ήταν κλαδεμένο μπονσάι, και βρισκόταν σε μια ψηλή ορθογώνια γλάστρα με πολύ ελαφρύ χώμα. Δεν ξέρω αν το κρατήσω μπονσάι ή αν το αφήσω να μεγαλώσει. Προς το παρόν το αφήνω να μεγαλώσει μόνο του όσο θέλει. Ό,τι κι αν κάνω, μπορώ να το ξανακάνω μπονσάι αμέσως. Ακόμα δεν το έχω μεταφυτεύσει, γιατί η γλάστρα του φαίνεται καλή.

Μια αναζήτηση με την επιστημονική ονομασία του είδους στο Διαδίκτυο όμως δε θα σας βγάλει σε ιστοσελείδες για παχύφυτα ή παχύκορμα, αλλά κυρίως σε συζητήσεις σε φόρουμ για ψυχοενεργά και ενθεογόνα. Ο λόγος είναι επειδή το δηλόσπερμα αυτό, όπως και πολλά άλα μεσημβριανθεμοειδή, περιέχει ψυχοδραστικά αλκαλοειδή, με κύριο τη μεσημβρίνη, η οποία έχει ναρκωτικές και αγχολυτικές ιδιότητες. Δεν είναι παραισθησιογόνο σε καμία περίπτωση, όπως μερικές φορές λέγεται. Λέγεται ότι περιέχει τρυπταμίνες παρόμοιες με τη διμεθυλοτρυπταμίνη, αλλά, ακόμα κι αν έχει, τα ποσοστά τους θα είναι πολύ μικρά. Το φυτό δεν έχει μελετηθεί καθόλου όσον αφορά την περιεκτικότητά του σε αλκαλοειδή, τις ιδιότητές τους ή τυχόν παραδοσιακές χρήσεις από τους Μαγαδασκαριανούς, γι’αυτό ο καθένας κάνει τις υποθέσεις του. Ωστόσο πιθανόν να μην έχει χρησιμοποιηθεί από τους ιθαγενείς. Φαρμακολογικά, το φυτό μοιάζει με το σκελέτιο ή κάνα (Sceletium tortuosum), ένα ψυχοενεργό μεσημβριανθεμοειδές που χρησιμοποιούσαν οι Οτεντότοι και οι Βουσμάνοι της Νότιας Αφρικής, αλλά και οι Ευρωπαίοι άποικοι, για ιατρικούς λόγους. Όπως αυτό το φυτό, εκ΄τος από τα αλκαλοειδή περιέχει και οξαλικό οξύ, ένα τοξικό μόριο πολλών φυτών που ερεθίζει το πεπτικό σύστημα και μπορέι να συνδεθεί με το ασβέστιο, δημιουργώντας οξαλικό ασβέστιο που μπορει να κάνει πέτρες στο ουροποιητικό μακροπρόθεσμα. Για τη μείωση του οξέος το φυτό υφίσταται ζύμωση, όπως και η κάνα. Μία συνταγή που δίνεται είναι τοποθέτηση του ψιλοκομμένου φυτού σε πλαστική σακούλα (οι Αφρικανοί χρησιμοποιούσαν δερμάτινη) στον ήλιο ή σε ζεστό μέρος γενικά για 8 μέρες, οπότε την Τρίτη πρέπει ν’ανακατευτεί και την όγδοη να αδδειαστεί σ’ένα δίσκο για να στεγνώσει. Όλο το φυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ακο΄μα και η ρίζα, για την οποία λέγεται ότι έχει τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα. Μετά τη διαδικασία αυτή το φυτό μπορέι να καπνιστεί ή να γίνει ρόφημα, με χαλαρωτικά υποτίθεται αποτελέσματα. Παρόμοιες ιδιότητες έχει και το Delosperma cooperi, το οποίο επίσης καλλιεργείται ευρέως.

Ενημέρωση 14/8/2015: Ρώτησα τον καλλιεργητή για τον πολλαπλασιασμό με μοσχεύματα, και μου είπε ότι δεν είναι κάτι δύσκολο. Απλώς κόβεις ένα κλαδί κατά την περίοδο ανάπτυξης, και το φυτεύεις σε χώμα καλής αποστράγγισης, όπου θα ριζώσει, και με τον καιρό θα δημιουργήσει κι αυτό την πασσαλώδη ρίζα, αν και θα πάρει περισσότερο χρόνο από ό,τι ένα σπορόφυτο. Επίσης τα άνθη του φυτού είναι αυτογονιμοποιούμενα, οπότε και η παραγωγή σπόρων δεν είναι δύσκολη. Εγώ είχα κάποια μπουμπούκια στο φυτό, το οποίο έχει ψηλώσει λίγο, αρκετές μέρες πριν, αλά έλειπα και δεν πρόλαβα την ανθοφορία, έχω όμως τώρα κάψες, οι οποίες όμως ακόμα δεν έχουν ωριμάσει. Επιπλέον όσον αφορά τη μακροζωία του, ο καλλιεργητής με διαβεβαίωσε ότι ζει πολλά χρόνια. Ίσως να μην είναι υπεραιωνόβιο όπως πολλοί κάκτοι, αλλά σίγουρα ζει περισσότερο από ένα αγριόχορτο.

Advertisements