Πρόσφατα τελείωσα το ιστορικού περιεχομένου βιβλίο «Ιστορία των σεξουαλικών ηθών» της Ρέι Τάναχιλ. Το βιβλίο εξερευνά την πορεία και τη μεταβολή των ηθών γύρω από το σεξ, τον έρωτα και τις σχέσεις των δύο φύλων από τις απαρχές του ανθρώπου μέχρι και τις μέρες μας. Μαζί με το βιβλίο για την ιστορία της τροφής, είναι από τα γνωστότερα βιβλία της συγγραφέως.
Η Ρέι Τάναχιλ (Reay Tannahill) ήταν Βρετανίδα ιστορικός και συγγραφέας, η οποία είχε γράψει διάφορα βιβλία, από καθαρά ιστορικά μέχρι λογοτεχνικά. Δυστυχώς μας άφησε στις 2 Νοεμβρίου του 2007, σε ηλικία 77 ετών. Το κάπως περίεργο όνομά της είναι στην πραγματικότητα το σκοτικό επώνυμο της μητέρας της, Olive Reay. Γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου του 1929 στη Γλασκόβη της Σκοτίας, όπου μεγάλωσε και αργότερα σπούδασε ιστορία και κοινωνικές επιστήμες. Το 1958 παντρεύτηκε τον Michael Edwards, ο γάμος των οποίων κατέληξε σε διαζύγιο το 1983. Έκτοτε μέχρι το θάνατό της έμενε στο Λονδίνο. Πριν αρχίσει να γράφει, εργαζόταν σε διάφορα επαγγέλματα, όπως ρεπόρτερ σε εφημερίδες, γραφίστρια και ερευνήτρια ιστορίας. Το πρώτο βιβλίο το έγραψε το 1964, και συνέχισε να γράφει μέχρι και το θάνατό της. Για ορισμένα βιβλία χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Annabel Laine. Το πρώτο μεγάλο της μπεστ σέλερ, την Ιστορία της τροφής, το έγραψε το 1968, και το επανέκδωσε για τελευταία φορά το 2002. Εξαιτίας της μεγάλης επιτυχίας αυτού του βιβλίου, ο εκδότης της της πρότεινε ν’ασχοληθεί και με τη δεύτερη μεγάλη ανθρώπινη βιολογική λειτουργία, κι έτσι το 1980 έγραψε την Ιστορία των σεξουαλικών ηθών, η οποία επανεκδόθηκε με νέα δεδομένα το 1991.
Μέσα από ένα μακρύ ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο, το βιβλίο μας γνωρίζει με τα διάφορα ήθη και έθιμα που ανέπτυξαν οι διάφοροι πολιτισμοί γύρω από τη σεξουαλικότητα, κι ερευνά πως αυτά διαμορφώθηκαν σε συνάρτηση με τις εκάστοτε οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές συνθήκες. Το ταξίδι ξεκινά από τους πρώτους ανθρώπους και τους άμεσους προγόνους τους, περνά μέσα από τα δαιδαλώδη μονοπάτια της ιστορίας όπου συναντά Εγγύς Ανατολή, Αρχαία Ελλάδα, Αρχαία Ρώμη, Ασία, Αμερική, χριστιανικό και ισλαμικό κόσμο, και καταλήγει στην Ευρώπη και Αμερική των νεότερων χρόνων, την ιστορία των οποίων ακολουθεί έως σήμερα. Παράλληλα με τα καθεαυτά σεξουαλικά ήθη, το βιβλίο παρακολουθεί και την εξέλιξη ευρύτερων κοινωνικών θεσμών, όπως της σχέσης των δύο φύλων και τη δομή της οικογένειας, με τα οποία άλλωστε είναι αλληλένδετα.

Εν αρχή λοιπόν ήσαν οι πίθηκοι, των οποίων τα σεξουαλικά συστήματα διαφέρουν, από μονογαμικά στους γίββωνες έως εμφανώς πολυγαμικά στους χιμπατζήδες, οι οποίοι είναι οι κοντινότεροι συγγενείς του ανθρώπου. Στα ζώα αυτά η σεξουαλική πράξη περιγραφόταν ως μια σύντομη διαδικασία μ’έναν μόνο σκοπό. Οι πρόγονοι αυτοί οδηγούν στον πρωτόγονο άνθρωπο, για τον οποίον λίγα γνωρίζουμε ελλείψει γραπτών κειμένων, αλλά θεωρείται ότι η σεξουαλικότητά του πήρε περίπλοκες εκφάνσεις παράλληλα με την αύξηση της νοημοσύνης του. Η ιστορία προχωρούσε για χιλιάδες χρόνια όμως, χωρίς μεγάλες αλλαγές. Ώσπου, πριν περίπου 10.000 χρόνια, συντελέστηκε μια μεγάλη αλλαγή στην Εγγύς Ανατολή, και αργότερα αλλού. Ο άνθρωπος είτε έμεινε σε μόνιμες κατοικίες κι άρχισε να καλλιεργεί τη γη, είτε εξημέρωσε ζώα κι έγινε κτηνοτρόφος νομάδας (Νεολιθική Επανάσταση). Την ίδια στιγμή άρχισαν να δημιουργούνται τα πρώτα σταθερότερα κράτη, καθώς και οι βάσεις των σύγχρονων θρησκειών. Δύο πρωταρχικούς θρησκευτικούς μύθους αναγνωρίζει η συγγραφέας ως σημαντικότερους – αυτόν της δημιουργίας, ο οποίος εξυπηρετούσε τους κυνηγούς και τους κτηνοτρόφους, οι οποίοι ζητούσαν τη γέννηση νέων ζώων, κι αυτόν της ανάστασης, ο οποίος εξυπηρετούσε τους αγρότες, οι οποίοι περίμεναν την ανάσταση της γης μετά το χειμώνα. Οι δύο αυτές ομάδες επηρέαζαν η μια την άλλη, συνήθως μετά από επιδρομές των νομάδων στους εδραίους πληθυσμούς. Με την εξημέρωση λοιπόν των ζώων, έγινε και μία από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του ανθρώπου, η γνώση δηλαδή ότι η σεξουαλική πράξη οδηγεί στην αναπαραγωγή. Μέχρι τότε πιθανότατα οι άνθρωποι δεν είχαν κάνει τη σύνδεση, αλλά όταν οι βοσκοί άρχισαν να παρατηρούν ότι τα μόνα θηλυκά ζώα δε γεννούν, άρχιζαν να προβληματίζονται. Ακόμα και σχεδόν μέχρι τις μέρες μας, υπήρχαν κοινότητες Αβοριγίνων της Αυστραλίας που απέδιδαν την τεκνοποίηση σε πνεύματα και αστρονομικά γεγονότα. Και από την ανακάλυψη αυτήν λοιπόν, ο άντρας συνειδητοποίησε τη δύναμή του κι άρχισε να καθυποτάσσει τη γυναίκα, η οποία έγινε υποτελής του. Στις κτηνοτροφικές κοινωνίες, όπου η γυναίκα δε συμμετείχε πολύ στην παραγωγή, υποβιβάστηκε σε περιουσία του άντρα, ενώ στις αγροτικές, όπου ο ρόλος της στην παραγωγή ήταν βαρυσήμαντος, διατήρησε κάποια δικαιώματα για περισσότερο καιρό. Επίσης έγινε λόγος για τα πρώτα έθιμα που είχαν να κάνουν με το αίμα στα διαφορετικά φύλα, δηλαδή τα ταμπού της εμμηνόρροιας και την πρακτική της περιτομής.
Και περίπου τότε ξεκίνησε και η γραπτή ιστορία. Αρχικά το βιβλίο μας γνωρίζει με τους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής και της Αιγύπτου. Και στις δύο αυτές περιοχές η γυναίκα ήταν γενικώς σε υποδεέστερη θέση από τον άντρα, με κατά τόπους διακυμάνσεις. Στη Μεσοποταμία για παράδειγμα η γυναίκα ήταν σχεδόν περιουσία του άντρα, ενώ στην Αίγυπτο απολάμβανε μεγαλύτερη ελευθερία, η οποία ωστόσο δεν ήταν αρκετή ώστε να τις δώσει κάποια ουσιαστική εξουσία. Στο Ισραήλ, αν κι αναφέρονται κάποιες εξέχουσες γυναίκες στους πρώτους αιώνες της ιστορίας του, γενικώς η γυναίκα βρισκόταν σε κατώτερη θέση και ήταν για το σπίτι. Στη Μέση Ανατολή η γυναίκα μπορούσε να ασκήσει κάποια επαγγέλματα, και φυσικά υπήρχε και η πορνεία. Στη Βαβυλώνα υπήρχε και η ιερή πορνεία, όπου ιέρειες συνευρίσκονταν με τους πιστούς στο ναό ως μέρος μυστηρίου, θεσμός ο οποίος αργότερα εκφυλίστηκε σε πανηγύρι πορνών έξω από το ναό, ώστε να προσελκύονται περισσότεροι πιστοί, οι οποίοι έτσι θα τον στήριζαν οικονομικά. Επειδή η ιερή πορνεία ήταν τόσο προσοδοφόρα υιοθετήθηκε κατά καιρούς ακόμα και στο σκληροπυρηνικό Ισραήλ, όπως φαίνεται από τις καταγγελίες διαφόρων προφητών. Στην Αίγυπτο δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για πόρνες, αλά υπήρχαν ομάδες περιπλανώμενων χορευτριών που ασκούσαν αυτό το επάγγελμα. Την εποχή αυτή γίνονται και οι πρώτες αναφορές σε αφροδίσια νοσήματα από πόρνες σε βαβυλωνιακά κείμενα.
Η θέση της σωστής γυναίκας ήταν όμως στο σπίτι, όπου έπρεπε να εκτελεί όλες τοις οικιακές εργασίες, να ανατρέφει τα παιδιά και να υπακούει στις εντολές του συζύγου της. Τα κορίτσια παντρεύονταν αρκετά μικρά, και κεφαλή της οικογένειας ήταν ο πατέρας. Στα περισσότερα μέρη της Μέσης Ανατολής υπήρχε πολυγαμία για όσους μπορούσαν να στηρίξουν πάνω από μια γυναίκα, στην Αίγυπτο ωστόσο ήταν πολύ σπάνια, και περιοριζόταν κυρίως στη βασιλική οικογένεια. Η βασιλική οικογένεια είναι επίσης γνωστή και για τις αιμομικτικές πρακτικές της, ώστε να διατηρήσει το θείο αίμα. Γενικώς ωστόσο τέτοιες σεξουαλικές σχέσης απαγορεύονταν, με σοβαρές ποινές. Τα σεξουαλικά παραπτώματα γρήγορα εντάχθηκαν στους γραπτούς νομικούς κώδικες. Η μοιχεία, η οποία πιθανόν να οδηγούσε σε νόθα παιδιά, ήταν το ποιο σοβαρό αδίκημα, για την οποία επιφυλασσόταν συχνά η ποινή του θανάτου. Άλλες φορές τα κράτη, ακολουθώντας πολιτική αύξησης του πληθυσμού, με τη γνώση πλέον ότι το σεξ οδηγεί στη γονιμοποίηση, ενδιαφέρονταν για την αποδοτικότητα και έθεταν εκτός νόμου κάθε δραστηριότητα που δε μπορεί να οδηγήσει στη γονιμοποίηση, όπως την ομοφυλοφιλία ή την κτηνοβασία. Στο Ισραήλ ακόμα και η κατασπατάληση του σπέρματος απαγορευόταν. Παρόλα αυτά η ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή ήταν ανεπιθύμητη, γι’αυτό υπήρχαν και τεχνικές αντισύλληψης ή έκτρωσης. Οι περισσότερες είναι πολύ πρωτόγονες για τα σημερινά δεδομένα, π.χ. μια αιγυπτιακή συνταγή αναφέρει κολπικό ένθεμα από περιττώματα κροκοδείλου.
Μετά τη Μέση Ανατολή μεταβαίνουμε στην Αρχαία Ελλάδα, όπου τα ήθη δε διαφέρουν και πολύ από τα μεσανατολίτικα, παρά τους ισχυρισμούς σημερινών υπέρμαχων της ελληνικής θρησκείας και πολέμιων των Εβραίων και του χριστιανισμού. Και στην Ελλάδα η γυναίκα ήταν κατώτερη του άντρα, παντρευόταν μικρή, έμενε στο σπίτι, δεν έπρεπε να μιλάει πολύ κλπ. Κατά τόπους υπήρχαν ωστόσο διακυμάνσεις σ’αυτό. Στις δωρικές περιοχές για παράδειγμα, όπως στη Σπάρτη, στην Κρήτη ή στην Κόρινθο, η γυναικά είχε περισσότερες ελεθερίες, όπως πιθανόν και στη Λέσβο, όπου έζησε και η ποιήτρια Σαπφώ, για την οποία γνωρίζουμε ότι διατηρούσε κυκλο γυναικών καλλιτέχνιδων. Στην Αθήνα ωστόσο τα ήθη ήταν πολύ σκληρά. Εκεί η γυναίκα περιοριζόταν αυστηρά μέσα στο σπίτι, όπου αναλάμβανε τα οικιακά καθήκοντα και ανέθετε εργασίες στους δούλους, αν υπήρχαν. Σπάνια κυκλοφορούσε έξω, κυρίως σε θρησκευτικές γιορτές, και πάντοτε με τη συνοδεία του συζύγου ή οικείων της. Ωστόσο υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτοί οι άτεγκτοι κανόνες δεν ακολουθούνταν κατά γράμμα, αφού γνωρίζουμε για γυναίκες που επισκέπτονταν η μία την άλλη, καθώς και περιπτώσεις όπου οι άντρες συζητούσαν με τις συζύγους τους. Συνήθως ωστόσο ο άντρας δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με τη σύζυγό του, και πιθανολογείται ότι σπάνια είχε σεξουαλική επαφή μαζί της. Η δημιουργία ουσιαστικής σχέσης άλλωστε ήταν δύσκολη, αφού όταν ο άντρας παντρευόταν, γύρω στα 30 τλου χρόνια, η γυναίκα μπορεί να ήταν μόνο 14 χρονών. Έπαιρνε ουσιαστικά ένα παιδάκι, στο οποίο μάθαινε τους κανόνες του σπιτιού. Αν ο άντρας ήθελε γυναικεία συντροφιά – όχι και μεγάλη ανάγκη δεδομένου του αρχαιοελληνικού μισογυνισμού -, μπορούσε να επισκεφθεί μία εταίρα, η οποία ήταν η πόρνη της υψηλότερης θέσης. Εκτός από σεξουαλικές υπηρεσίες, η εταίρα μπορούσε να συζητήσει για διάφορα θέματα με τους άντρες, ακόμα και για την πολιτική, αφού ήταν η μόνη γυναίκα που μπορούσε να κυκλοφορεί στην αγορά. Για σεξ υπήρχαν και οι απλές πόρνες διαφόρων τύπων, δούλες ή φτωχά κορίτσια που διαχειρίζονταν προαγωγοί, αλλά και άνδρες πόρνοι. Ο Σόλων ήταν ο πρώτος που θέσπισε νόμους για την πορνεία, τοποθετώντας πόρνες στα λιμάνια για τους ναυτικούς. Κι άλλες πόλεις λιμάνια, όπως η Κόρινθος, ήταν γνωστές για την πορνεία τους, γι’αυτό και είχαν τη φήμη του έκλυτου ηθικά βίου. Υπήρχε επίσης και ο θεσμός της παλλακείας, συνήθεια που στην πορεία άρχισε να φθίνει, όπου ένας άντρας συνήπτε σχέση με μια παλλακίδα, τα τέκνα της οποίας ωστόσο ήταν νόθα. Αντίθετα με τους Μεσανατολίτες, οι Αρχαίοι Έλληνες δεν επιθυμούσαν πολλά παιδιά, και για τον έλεγχο του μεγέθους της οικογένειας κατέφευγαν ακόμα και στη βρεφοκτονία. Η πρακτική αυτή ήταν γνωστή και στη Ρώμη.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο θεσμό της παιδεραστίας, πολύ διαδεδομένο κατά την κλασική εποχή στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας, όπου ένας άντρας μεγαλύτερης ηλικίας αναλάμβανε την εκπαίδευση ενός νεαρού, με τον οποίο συνήπτε και ερωτική σχέση αγάπης και προστασίας. Παρόλα αυτά στην πραγματικότητα η σχέση ήταν συχνά σαρκική, όπως μας μαρτυρούν τα κείμενα και οι αγγειογραφίες, παρόλο που φιλόσοφοι όπως ο Πλάτωνας αποκήρυσσαν τέτοιου είδους πράξεις. Υποτίθεται ότι η ευρεία διάδοση της παιδεραστίας, καθώς και η ακραία δυσπιστία των Αρχαίων Ελλήνων προς το γυναικείο φύλο, οδήγησαν τελικά στην μείωση του πληθυσμού και στην παρακμή της Ελλάδας, κάτι που μου φαίνεται μάλλον παράξενο. Υποτίθεται ότι μετά την καταστροφή που έπαθαν οι ελληνικές πόλεις-κράτη με τους αποικισμούς, οι οποίοι προκλήθηκαν από τον υπερπληθυσμό, οι κυβερνώντες προσπάθησαν να θεσπίσουν νόμους ώστε να μην επαναληφθεί αυτό. Ο Αριστοτέλης για παράδειγμα θεωρούσε ότι η παιδεραστία στην Κρήτη είχε θεσπιστεί για το λόγο του ελέγχου του πληθυσμού.
Στη Ρώμη τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αν και στην αρχή η ζωή των ανθρώπων ήταν απλή, όταν οι Ρώμη έγινε υπερδύναμη κι άρχισε να συγκεντρώνει χρήμα, οι άνθρωποι άρχισαν να παραδίδονται στις σαρκικές ηδονές. Παρόλο που το ήθος του Ρωμαίου άντρα έπρεπε να ορίζεται από μια σειρά αρετών – βαρύγδουπες ηθικές αρετές όπως παραστατικά μας λέει το βιβλίο -, κι έπρεπε να θέτει μέτρο στις απολαύσεις του, στην πραγματικότητα όσοι είχαν το χρήμα έκαναν ότι ήθελαν και μπορούσαν. Τεράστια συμπόσια και όργια ήταν συνήθη γεγονότα στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Γενικώς η σεξουαλικότητα εκφραζόταν ελεύθερα στη ρωμαϊκή τέχνη, είτε στη ζωγραφική και τη γλυπτική, είτε στην ερωτική ή τη χυδαία ποίηση. Η γυναίκα στη Ρώμη είχε ανώτερη θέση απ’αυτήν στην Ελλάδα, αν κι όχι πραγματική εξουσία – κάποιες γνωστές περιπτώσεις επηρέαζαν τους συζύγους τους – και ως εκ τούτου αυτές των ανώτερων τάξεων είχαν άπλετο ελεύθερο χρόνο, τον οποίον περνούσαν καλλωπίζοντας τον εαυτό τους, μιλώντας με άλλες γυναίκες και συμμετέχοντας σε θρησκευτικές εκδηλώσεις. Ο καλλωπισμός αποτελούσε κύρια ασχολία των Ρωμαίων γυναικών, εφόσον δεν είχαν κάτι άλλο να κάνουν, εξού και τα στερεότυπα της εποχής περί γυναικείας φιλαρέσκειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ενδυματολογική μόδα στη Ρώμη αφορούσε κυρίως στολίσματα πάνω στα ρούχα, παρά παραλλαγές στα ενδύματα, τα οποία έπρεπε να καλύπτουν όλο το σώμα. Σύμφωνα με το βιβλίο, η υπερβολική ζήτηση πολυτελών προϊόντων για την καλοπέραση και των ανδρών και των γυναικών, ίσως ήταν ένας απ’τους παράγοντες που συνέβαλαν στην οικονομική κατάπτωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Και μετά ήρθε ο χριστιανισμός, με την έμφασή του στον ασκητισμό και την αποφυγή του κάθε τι γήινου και «αμαρτωλού». Όπως λέει και το βιβλίο και όπως ήταν, ενώ όλες οι προηγούμενες κοινωνίες απαγόρευαν κάποιες εκφράσεις της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, ο χριστιανισμός απαγόρευσε τα πάντα, εκτός από την αναγκαία συνουσία για την τεκνοποίηση, η οποία, ως πράξη αμαρτωλή, μετέδιδε την αμαρτία στο τέκνο, το οποίο έφερε το προπατορικό αμάρτημα μέχρι να βαπτιστεί – ως τώρα νόμιζα ότι το προπατορικό αμάρτημα είχε να κάνει μόνο με την παρακοή των πρωτοπλάστων στον Παράδεισο, τελικά μάλλον κάποια πράγματα μας τα αποκρύπτουν. Ορισμένοι κληρικοί, όπως ο Άγιος Αυγουστίνος, ήταν ιδιαίτερα σκληροί στο θέμα του μη τεκνοποιού σεξ, θεωρώντας την πράξη γενικώς ως χυδαία και υποτιμητική για τον άνθρωπο, και πιστεύοντας πως αν οι Πρωτόπλαστοι έκαναν τίποτα τέτοιο στον Παράδεισο, θα ήταν μια καθαρά ψυχρή, υπολογιστική διαδικασία, χωρίς καμία απόλαυση. Είχε φτάσει στο σημείο να θεωρεί τους άντρες – άλλωστε όλες οι εντολές και παραινέσεις σε άντρες απευθύνονταν – που συνευρίσκονταν με την γυναίκα τους με πάθος, σαν να μπορούσαν δηλαδή να συνευρεθούν μα΄ζι της ακόμα κι αν δεν ήταν παντρεμένοι, ενόχους για πορνεία, και γι’αυτό πρότεινε, αν ήταν αναγκαίο, ακόμα και τη συνεύρεση με μια πόρνη, με την οποία ο άντρας δε θα είχε κάποιον συναισθηματικό δεσμό. Η στάση αυτή, αν κι ακραία, επέζησε για πολλούς αιώνες και υιοθετήθηκε από πολλούς κληρικούς. Φυσικά οι απλοί άνθρωποι δε μπορούσαν ν’ακολουθούν αυτήν την αυστηρή ηθική, οπότε συνεχώς αμάρταναν, αλλά εξομολογούνταν. Στα εξομολογητάρια της εποχής υπήρχαν λεπτομερέστατες ερωτήσεις για την προσωπική ζωή των χωρικών, τις οποίες έπρεπε να απαντούν. Κάθε στάση και πρακτική απαγορευόταν διά ροπάλου,εκτός από την ιεραποστολική στάση, η οποία θεωρούταν η φυσική, γιατί η γυναίκα έπρεπε να είναι κάτω από τον άντρα. Η ταύτιση επίσης της γυναίκας με την Εύα την διατήρησε σε χαμηλή θέση. Τώρα το γυναικείο φύλο θεωρούταν το κατεξοχήν λάγνο, το οποίο παρασύρει και τους άντρες από την ακολασία του. Επειδή το σεξ ήταν τόσο μεγάλη αμαρτία, υπήρχε διαφωνία αν οι κληρικοί έπρεπε να νυμφεύονται. Οι Ορθόδοξη εκκλησία του Βυζαντίου το επέτρεψε, ενώ η Ρωμαιοκαθολική το απαγόρευσε, οδηγώντας σε μια άλλη υστερία, το φόβο ότι στην Εκκλησία υπάρχουν σοδομίτες, τους οποίους η θρησκεία καταδίωκε επίσης. Οι διαμαρτυρόμενοι με τη μεταρρύθμιση, αν και τους θεωρούμε πολύ πουριτανούς σ’αυτά τα θέματα, επέτρεψαν το γάμο του κλήρου, όχι γιατί αποδέχτηκαν την ανθρώπινη σεξουαλικότητα, αλλ’επειδή θεωρούσαν τη λαγνεία αναγκαίο κακό, η καταπίεση της οποίας θά’φερνε χειρότερα κακά.
Ωστόσο υπήρχαν και παρεκκλίσεις τις οποίες δε γνωρίζουμε. Στη Γαλλία κατά καιρούς, για την αύξηση των εσόδων των ναών και των μοναστηριών εφαρμόστηκε κάτι αντίστοιχο της ιερής πορνείας, όπου πόρνες υπήρχαν κοντά στους ναούς και τα έσοδα πήγαιναν στο ναό. Η πορνεία γενικώς έγινε αποδεκτή, γιατί χωρίς αυτήν οι κληρικοί πίστευαν ότι οι λάγνοι θα στρέφονταν στη σοδομία και σ’άλλα άρρητα αμαρτήματα. Επίσης σε πολλά μέρη της Ευρώπης υπήρχε το δικαίωμα του φεουδάρχη, το δικαίωμα δηλαδή του φεουδάρχη να συνευρίσκεται με κάθε γυναίκα πριν το γάμο της. Εφόσον οι απλοί άνθρωποι έπρεπε να πάρουν την άδεια του φεουδάρχη για να παντρευτούν, αυτό δεν ήταν δύσκολο.
Έπειτα μεταπηδάμε στην Ασία, στους πολιτισμούς της Κίνας, της Ινδίας, της Ιαπωνίας και του ισλαμικού κόσμου. Η Άπω Ανατολή ήταν πλήρως αποκομμένη από τη Μέση Ανατολή και το Δυτικό κόσμο για μεγάλο μέρος της ιστορίας της, οπότε δε δέχτηκε επιρροές από τα σκληρά ήθη των αβρααμικών θρησκειών. Γενικώς η σεξουαλικότητα ήταν πιο αποδεκτή, παρόλα αυτά και πάλι συχνά τίθετο υπό περιορισμούς, ενώ η θέση της γυναίκας ήταν υποδεέστερη, αν κι όχι τόσο όσο στη Δύση.
Στην Κίνα, αρχικά τα ήθη επηρέασε ο ταοϊσμός, μια αθεϊστική θρησκεία που σκοπό είχε την εναρμόνιση των αντιθέτων γιν (παθητικό) και γιανγκ (ενεργητικό), ώστε να ρέει η συμπαντική ενέργεια (τσι) ομαλά. Τα κείμενά του είναι πολύ περίπλοκα και ακατάληπτα για τους μη μυημένους. Οι άνθρωποι δε μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε πλήρως γιν ή γιανγκ, γι’αυτό και οι γυναίκες ήταν κατώτερα γιν και οι άντρες κατώτερα γιανγκ. Οπότε η σεξουαλική επαφή θεωρούταν τρόπος εναρμόνισης των αντιθέτων και γενικώς προτεινόταν – υπήρχαν κι εκεί φωνές που εύχονταν το ερωτικό πάθος να μην υπάρχει στους ανθρώπους, περισσότερο για την ψυχική τους ηρεμία παρά για λόγους αμαρτίας. Το τάο όριζε διάφορες τεχνικές για την καλύτερη εναρμόνιση, και στο πλαίσιο αυτό γράφτηκαν και πολλά σεξουαλικά εγχειρίδια, τα οποία ενέπνευσαν εγχειρίδια των επόμενων εποχών. Πιστευόταν ότι η γυναίκα έχει ανεξάντλητη ενέργεια, ενώ ο άντρας όχι, γι’αυτό θα πρέπει να την αναπληρώνει, κι ένας τρόπος να μην την σπαταλά είναι να περιορίσει τις εκσπερματώσεις του. Όπως και αλλού, τα αγόρια προτιμούνταν από τα κορίτσια – συχνά κατέφευγαν στη βρεφοκτονία των κοριτσιών αν ήταν πολλά -, γι’αυτό αν ο άντρας ήθελε να κάνει αρσενικό παιδί, θα έπρεπε ιδανικά να συνευρεθεί με 10 γυναίκες πριν, ώστε να συγκεντρώσει ενέργεια. Η ανάγκη για συνεύρεση με πολλές γυναίκες στο πολυγαμικό σύστημα της Κίνας ήταν και ο κύριος λόγος της τόσο μεγάλης ζήτησης των αφροδισιακών στην Κίνα.
Μετά εξαπλώθηκε ο Κομφουκιανισμός, στους πρώτους αιώνες μ.Χ., και άλλαξε το σκηνικό. Ο βουδισμός, μια νεοεισαχθείσα θρησκεία στην Κίνα, συμφώνησε γρήγορα με τον κομφουκιανισμό. Η κομφουκιανή φιλοσοφία προέγραφε αυστηρές σχέσης μεταξύ των ανθρώπων, σεβασμό στην εξουσία, νομοτέλεια, τυπικότητα κι άλλες αρετές κατάλληλες για τη διακυβέρνηση ενός αποτελεσματικού κράτους. Δεν ξέρω αν η ανάγκη διακυβέρνησης ενός κράτους-μηχανής γέννησε τον κομφουκιανισμό, ή ο κομφουκιανισμός έφερε το δεύτερο, αν και υποψιάζομαι το πρώτο. Στο σύστημα αυτό, οι σχέσεις των δύο φύλων ήταν αυστηρά καθορισμένες, με τη γυναίκα σαφώς κατώτερη. Υπήρχαν κανόνες όσον αφορά την επικοινωνία μεταξύ τους, καθώςκαι τη διαχείριση πολλών γυναικών σ’ένα πολυγαμικό σύστημα – η πολυγαμία ήταν διαδεδομένη στην Κίνα, και ίσως να την συντηρούσε ο μεγάλος αναλογικά αριθμός των αιχμαλώτων γυναικών από τους πολέμους . Ο αυτοκράτορας μπορούσε να έχει χιλιάδες συζύγους και παλλακίδες, και για να επικρατεί τάξη υπήρχαν ειδικές γραμματείς επιφορτισμένες με το καθήκον της σύνταξης του προγράμματος συνεύρεσης του αυτοκράτορα. Ακόμα κι ένας μέσος στην ιεραρχία άντρας όμως μπορούσε να έχει πολλές γυναίκες, για παράδειγμα όταν ένας Κινέζος παντρευόταν, μπορούσε να πάρει, μαζί με τη σύζυγο, και τις αδερφές της καθώς και όσες υπηρέτριες κι εξαρτώμενες είχε. Εκτός αυτού υπήρχε και πορνεία, από πόρνες του δρόμου έως ειδικά πορνεία για τους έχοντες, αν και οι υψηλόβαθμοί σύχναζαν εκεί περισσότερο για χαλάρωση παρά για σεξ, από το οποίο ήταν άλλωστε καλυμμένοι. Κάποιες ταοϊστικές αρχές ίσως συνέχισαν ν’ακολουθούνται στην προσωπική ζωή, αλλά η πλούσια παράδοση είχε ξεχαστεί. Έτσι, από μια εποχή όπου οι νύφες πριν το γάμο έπαιρναν ένα σεξουαλικό εγχειρίδιο, φτάσαμε στον ύστερο Μεσαίωνα, οπότε ακόμα και οι γόνοι της βασιλικής οικογένειας δεν ήξεραν πως γίνεται η πράξη, και για να μάθουν έπρεπε να πάνε στην αίθουσα με τους χαρούμενους βούδες, ένα ζευγάρι αγαλμάτων του Βούδα με κινούμενα γεννητικά όργανα. Η συγγραφέας τονίζει αυτήν την περίπτωση για να δείξει ότι η πρόοδος προς το καλύτερο είναι μια ψευδαίσθηση, αφού μια σχετικά ελεύθερη εποχή μπορεί να την διαδεχτεί μια αυστηρότερη. Αργότερα η ταοϊστική παράδοση άρχισε να επανέρχεται στο προσκήνιο, αλλά πολλά στοιχεία της παρερμηνεύτηκαν, π.χ. οι συμβουλές των σεξουαλικών εγχειριδίων θεωρήθηκαν βλαπτικές για την υγεία. Γενικώς η σεξουαλικότητα στην Κίνα, ακόμα και στις εποχές που δεν ενοχοποιούταν, θεωρούταν ιδιωτικό θέμα και δε συζητούταν συχνά δημοσίως. Αντίθετα με το δυτικό κόσμο και τους θεόσταλτους νομούς του, οι θρησκείες στην Κίνα δεν είχαν σαφείς εντολές του σωστού και του λάθους, απλώς προέτρεπαν πάντοτε στις καλές πράξεις, και γι’αυτό τα παραπτώματα αντιμετωπίζονταν από την κοσμική εξουσία. Για να ξέρουν οι κινέζοι πού βρίσκονται ηθικά, συμβουλεύονταν τα λεγόμενα κινέζικα εξομολογητάρια, πίνακες που έδιναν σε κάθε πράξη θετική ή αρνητική βαθμολογία, από τα οποία φυσικά δεν έλειπαν και οι σεξουαλικές συμπεριφορές.
Στην Ινδία αντίθετα, η έκφραση της σεξουαλικότητας ήταν δημόσια. Ο φαλλός ως σύμβολο κυριαρχούσε στη θρησκεία, ο οποίος δήλωνε τη γονιμότητα και τη δύναμη της δημιουργίας. Οι ναοί συχνά ήταν στολισμένοι με σεξουαλικές παραστάσεις, ιδίως στον προθάλαμο, πρακτική που ίσως γινόταν και για την προσέλκυση πιστών. Εκτός αυτού υπήρχαν και οι ντεβαντάσι (ιερές πόρνες), οι οποίες δούλευαν παρόμοια με το βαβυλωνιακό σύστημα. Μια πόρνη της Ινδίας ανεξαρτήτως θέσης, έπαιρνε όρκο πορνείας, ότι δηλαδή δε θα αρνηθεί ποτέ άντρα που της προσφέρει χρήματα, οπότε ακόμα κι αν ήταν παντρεμένη, ήταν υποχρεωμένη να συνεχίζει το επάγγελμά της. Κατά τ’άλα και στην Ινδία υπήρχε πολυγαμία, και οι υψηλόβαθμοι διατηρούσαν χαρέμια (ζενάνα), συνήθεια που ακολούθησαν και οι Βρετάνη κατακτητές, αν κι όταν κατέφθασαν οι Βρετανίδες αηδίασαν με την πρακτική και ζήτησαν να σταματήσει. Όπως και στην Κίνα, τα αρσενικά παιδιά προτιμούνταν, ενώ η προίκα για το γάμο των κοριτσιών ήταν δυσβάσταχτη, και συχνά οι γονείς κατέφευγαν στη βρεφοκτονία των κοριτσιών για να μειώσουν τον αριθμό τους. Οι ινδικές οικογένειες όμως ήταν ασυνήθιστα μεγάλες και συνεκτικές, γι’αυτό τα κράτη, για να μειώσουν το μέγεθος τη δύναμή τους, θέσπισαν κανόνες μέσω της θρησκείας, οι οποί ανάγκαζαν τον άντρα της οικογένειας, τουλάχιστον για τις τρεις υψηλότερες κάστες, ν’αποσυρθεί στη μέση ηλικία και να γίνει ασκητής ή περιπλανώμενος ζητιάνος. επακόλουθο αυτής της αβεβαιότητας ήταν ότι ο άντρας δεν είχε την απόλυτη εξουσία στο σπίτι, όπως στη Μέση Ανατολή. Η γυναίκα μπορούσε να είναι χαρούμενη και να εύχεται ότι ο άντρας θα ζήσει περισσότερο απ’αυτήν, διότι άπαξ και χήρευε βρισκόταν σε άσχημη μοίρα. Πολλές γυναίκες έπεφταν εθελοντικά στη νεκρική πυρά του άντρα τους – συνήθως δεν ήταν καταναγκαστικό, όπως πιστεύουν οι δυτικοί – για να τον συνοδεύσουν στην επόμενη μετενσάρκωση, κάτι ίσως καλύτερο από τη ζωή που θα τους απόμενε. Η χήρα ήταν σημαντική μόνο για τα παιδιά της, κατά τ’άλλα δεν είχε καμία κοινωνική υπόσταση. Έπρεπε να κοιμάται κάτω, να τρώει μια φορά την ημέρα και να προσεύχεται συνεχώς για να συναντηθεί με τον άντρα της στην επόμενη μετενσάρκωση, στον οποίον ανήκε.
Στην Ινδία γράφτηκε και το περίφημο Κάμα Σούτρα (βιβλίο της ηδονής), ένα σεξουαλικό εγχειρίδιο επηρεασμένο απτα κινέζικα, γνωστό κυρίως για την λεπτομερή ανάλυση ανούσιων παραλλαγών στις στάσεις. Εκτός απ’αυτά ωστόσο περιέχει και διάφορες συμβουλές, πολλές από τις οποίες θεωρούνται ανήθικες κατά τα σημερινά πρότυπα. Για παράδειγμα έδινε οδηγίες για κάποιον άντρα πώς να εισβάλει στο χαρέμι του άρχοντα χωρίς να τον πιάσουν, ή επέτρεπε σε μια πόρνη που επρόκειτο να χάσει τον πελάτη της να του πάρει όσα χρήματα μπορεί, παρουσιάζοντάς το σαν ανάγκη λύσης χρεών. Στη μοιρολατρική κοινωνία της Ινδίας, η πρόκληση κακού σε κάποιον, αν και θα μείωνε το κάρμα του δράστη για την επόμενη μετενσάρκωση, δικαιολογούταν ως δίκαιη τιμωρία για μία ψυχή που έπραξε λάθος σε προηγούμενη ζωή. Το τάντρα επίσης αναπτύχθηκε στην Ινδία, και, όπως πολλά ρεύματα ανατολικών θρησκειών, έχει εκφυλιστεί στη Δύση ως απλώς μια σειρά τελετουργιών οργιαστικού χαρακτήρα. Είναι αλήθεια ότι σε κάποιες τελετουργίες του οι συμμετέχοντες πρέπει να συνουσιαστούν, αλλά το γενικό του πνεύμα δεν έχει να κάνει μ’αυτό. Είναι στην πραγματικότητα μια αντίδραση στις σχολές του ινδουισμού που απαιτούν ασκητισμό από όσους επιθυμούν να φτάσουν στη νιρβάνα, η οποία υποστηρίζει ότι στον τελικό στόχο κάποιος μπορεί να φτάσει ζώντας γήινα.
Στον ισλαμικό κόσμο, τα ήθη ήταν πολύ πιο αυστηρά, και προσιδίαζαν σ’αυτά της αρχαίας Μέσης Ανατολής. Ο Προφήτης Μωάμεθ, αν και επιθυμούσε τη βελτίωση της θέσης της γυναίκας, δεν κατάφερε και πολλά εξαιτίας των μακραίωνων παραδόσεων του λαού. Μπόρεσε ωστόσο να τις εξασφαλίσει κάποια δικαιώματα παραπάνω ενώ έθεσε το όριο των συζύγων ενός άντρα στις τέσσερις. Όπως κι αλλού, κι εδώ υπήρχε ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ της σωστής γυναίκας και της πόρνης. Η σωστή γυναίκα έπρεπε να βρίσκεται στο σπίτι, και συνήθως ζούσε σε απομόνωση στα γυναικεία διαμερίσματα. Πιθανόν αυτό το έθιμο να το υιοθέτησαν οι Άραβες από το Βυζάντιο, όπου, εκτός από κάποιες γυναίκες επιρροής ανώτερων κοινωνικών τάξεων, οι υπόλοιπες ζούσαν σε απομόνωση. Οι Άραβες επίσης επηρεάστηκαν από την κινεζική και ινδική παράδοση, κι έγραψαν τα δικά τους σεξουαλικά εγχειρίδια. Έπειτα το βιβλίο ασχολήθηκε και με την Οθωμανική αυτοκρατορία, και τα έθιμα του σουλτάνου και του χαρεμιού. Ένας σουλτάνος μπορούσε να έχει πολλές γυναίκες, είναι γνωστά και χαρέμια από 2.000. Μπορούσε να πάρει όποια θέλει χωρίς επίσημο γάμο, και δεν ήταν απίθανο κάποιες να τις είχε δει μόνο λίγες φορές. Η μητέρα του σουλτάνου είχε την μεγαλύτερη επιρροή, και, όπως λένε χλευαστικά οι ιστορικοί, συχνά η αυτοκρατορία κυβερνούταν από το χαρέμι. Επειδή όμως δεν είχαν σαφείς νόμους για τη διαδοχή, κάθε φορά που άλλαζε ο σουλτάνος επικρατούσε πανικός. Συνήθως ο επίδοξος σουλτάνος φρόντιζε να σκοτώσει όλα τα αρσενικά αδέρφια του, αργότερα όμως προσπάθησαν να εκπολιτίσουν το έθιμο φυλακίζοντάς τους για πάντα. Μετά το θάνατό του, ίσως κάποιος φυλακισμένος συγγενείς του να έπαιρνε την θέση, αλλ’επειδή δεν είχε εμπειρίες από τη ζωή, δε μπορούσε να κυβερνήσει, οπότε την θέση την έπαιρνε άλλος.
Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η μεταστροφή της δυτικής κοινής γνώμης για τη σεξουαλικότητα των μουσουλμάνων. Η εικόνα της στυγνής καταπίεσης και της κακοποίησης των γυναικών είναι δημιούργημα του 20ου αιώνα, ίσως από την επιρροή της ιδεολογίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τους προηγούμενους αιώνες, για τους δυτικούς η Ανατολή συμβόλιζε τις αχαλίνωτες απολαύσεις και το φιλήδονο βίο.
Μνεία γίνεται επίσης και στους ευνούχους, οι οποίοι φύλαγαν τα χαρέμια και το σουλτάνο, και στο σημείο αυτό γίνεται μία αναδρομή στην ιστορία των ευνούχων, από την αρχή τους στους Ασσυρίους έως το νεότερο κόσμο. Αρχικά ήταν δούλοι για τις βαριές χειρωνακτικές εργασίες, αργότερα όμως ευνούχοι προτιμήθηκαν για θέσεις στην κρατική μηχανή, επειδή δεν είχαν οικογενειακά συμφέροντα, πάγια πρακτική στην Κίνα. Ακόμα κι αν καταλάμβαναν υψηλότατες θέσεις, όταν πέθαιναν, όλη η περιουσία τους γύριζε στο βασιλιά. Επίσης η θέση τους εξαρτιόταν από την εύνοια που τους έδινε ο βασιλιάς, και δεν ήταν σίγουρο ότι θα την διατηρούσαν στη βασιλεία του επόμενου. Ευνούχοι υπήρχαν ακόμα και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπου πολλές οικογένειες, για να συνδεθούν με την άρχουσα τάξη, μπορεί να ευνούχιζαν μερικά παιδιά τους. Στο δυτικό κόσμο ωστόσο το έθιμο δε διαδόθηκε, παρά μόνο στην Εκκλησιαστική χορωδία, όπου ευνούχοι από νεαρή ηλικία χρησιμοποιούνταν για τις λεπτές τους φωνές. Τόσο μίσος είχε η παπική εκκλησία για τις γυναίκες, που προτίμησε να υποστηρίξει αυτό το βαρβαρικό έθιμο, μολονότι γενικά το καταδίκαζε, ως επιρροή ίσως από την Παλαιά Διαθήκη, όπου οι ευνούχοι θεωρούνταν συμβολικά ακάθαρτοι. Το ίδιο πίστευαν και στην Ινδία.
Στη συνέχεια, το βιβλίο θα εστιάσει στη Δυτική Ευρώπη του ύστερου Μεσαίωνα και της αποικιοκρατίας. Ο χριστιανισμός ακόμα καλά κρατεί, ωστόσο, μετά τις σταυροφορίες, την πτώση του Βυζαντίου και την ευρύτερη γνώση των αρχαίων συγγραφέων, συντελείται, πρώτα σε κάποιες πόλεις της Ιταλίας, η Αναγέννηση, ένα καλλιτεχνικό κίνημα επιστροφής στην κλασική εποχή. Στα καλλιτεχνήματα της εποχής παρατηρείται θαυμασμός προς το γυμνό αντρικό σώμα, ενώ επίσης αρχίζουν να εμφανίζονται και γυμνά γυναικών. Παράλληλα εξαπλώνεται το ιπποτικό ερωτικό τραγούδι, το οποίο εξυμνεί μια υποτιθέμενη κυρία, την οποία ο ιππότης υπηρετεί για να κερδίσει την εκτίμησή της. Η γυναίκα αυτή είναι σχεδόν μυθική, και ενάρετη, δηλαδή σύμφωνη με τις σεξουαλικές νόρμες της εποχής, οπότε η σχέση μεταξύ τους δεν είναι σαρκική. Υπήρχε η υπόθεση ότι το ρεύμα αυτό προήλθε από τη μεσαιωνική γνωστική αίρεση των καθαρών, οι οποίοι αποκήρυσσαν τη σεξουαλικότητα, αν και πιθανότατα προήλθε από τα αντίστοιχα αραβικά ερωτικά τραγούδια, που μιλούσαν για μυστηριώδεις γυναίκες κρυμμένες πίσω από τα πέπλα στους γυναικωνίτες. Επίσης εισήχθη η λατρεία της Παρθένου Μαρίας από το Βυζάντιο, η οποία πριν στην Καθολική Εκκλησία ήταν απλώς η μητέρα του Χριστού και τίποτα παραπάνω. Παρόλα αυτά η θέση της πραγματικής γυναίκας δε βελτιώθηκε ουσιαστικά, ωστόσο είχαν τεθεί οι βάσεις για τον επαναπροσδιορισμό της.
Στο τέλος του Μεσαίωνα οι Ευρωπαίοι, ψάχνοντας νέες διόδους εμπορίου, κάνουν τις μεγάλες εξερευνήσεις και υποτάσσουν τους λαούς που συναντούν. Για να δικαιολογήσουν τη στάση τους προς αυτούς, τους κατηγορούν με κάθε λογής αμαρτήματα. «Είναι όλοι τους σοδομίτες» έλεγαν οι Ισπανοί κονκισταδόρες στις επιστολές τους για τους Ινδιάνους της Αμερικής. Στην πραγματικότητα τα ήθη των τριών μεγάλων πολιτισμών της Αμερικής, των Μάγια, των Ίνκας και των Αζτέκων δε διέφεραν πολύ απ’αυτά των μη χριστιανικών κρατών της ιστορικής μέσης Ανατολής και Ευρώπης. Οι ομοφυλοφιλία δεν ήταν αποδεκτή ούτε στους Αζτέκους ούτε στους Ίνκας, όπου τιμωρούταν με θάνατο, αν και οι Μάγια την έπετρεπαν, κυρίως με τη μορφή της παιδεραστίας, αλλά και μεταξύ ενηλίκων ήταν πιο αποδεκτή. Οι Μάγια θεωρούσαν τη διαφθορά μιας παρθένας μεγάλο αμάρτημα, γι’αυτό και οι αριστοκράτες έδιναν στους γόνους τους σκλάβους για να σοδομούν. Σε άλλες, μικρότερες φυλές, τα ήθη μπορεί να ήταν πιο χαλαρά, αν και είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε την αλήθεια από την προκατάληψη των Ευρωπαίων. Λόγος επίσης γίνεται και για την αποικιοκρατική αντιμετώπιση των λαών της Ινδίας κι άλλων περιοχών. Σε όλες αυτές τις περιοχές, οι ιεραπόστολοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πάταξη των προσβλητικών για τους κατακτητές εθίμων, και στην ενστάλαξη της ενοχής στο λαό.
Και σιγά-σιγά φτάνουμε στη νεότερη εποχή, του Διαφωτισμού, των εθνικών κρατών, της Βιομηχανικής Επανάστασης, της επιστημονικής προόδου, της παγκόσμιας αποικιοκρατικής επέκτασης. Σιγά-σιγά η θρησκεία αρχίζει να υποχωρεί, κάτι που καθυστέρησε υπερβολικά σε πιο περιφερειακές χώρες, και άρχισε ν’ακουγεται ο αντίλογος. Το σεξ αναγνωρίστηκε περισσότερο, με διάφορα λογοτεχνικά έργα σεξουαλικού περιεχομένου, ακόμα και σκανδαλώδους για την εποχή (έγινε μνεία στο Μαρκίσιο ντε Σαντ κι αργότερα στο Λεοπόλδο φον Σάχερ Μάζοχ). Η πρόοδος στην ιατρική και τη βιολογία αναγνώρισε τελικά και τη συμμετοχή της γυναίκας στη γονιμοποίηση, με την ανακάλυψη του ωαρίου, αφού έως τότε υπήρχε διαφωνία κατά πόσο η μητέρα κληροδοτεί χαρακτηριστικά στον απόγονο και αν ναι, αν εξισώνονται με τα πατρικά. Έπειτα ήρθε και η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου και οι θεωρίες της κληρονομικότητας, παρόλα αυτά οι βιολογία επιστρατεύθηκε για αρκετές δεκαετίες ακόμα για να δικαιολογήσει την καταπίεση των φυλών και των γυναικών.
Βρισκόμαστε λοιπόν στο 19ο αιώνα, στη λεγόμενη βικτοριανή εποχή της Αγγλίας, γνωστή για τη σεμνότυφη ηθική της, αλά και την υποκρισία της. Αν και ο όρος περιγράφει τον πολιτισμό κατά τη βασιλεία της βασίλισσας Βικτορίας, έχει επεκταθεί για να περιγράψει παρόμοιες τάσεις παγκοσμίως και παγχρονικά. Η γυναίκα θεωρούταν ο άγγελος του σπιτιού, μια μητρική οντότητα στην οποία δεν άρμοζαν οι σεξουαλικές παρορμήσεις, στις οποίες την παρέσυρε ο άντρας. Οπότε από την προηγούμενη θέση της γυναίκας ως λάγνου όντος φτάνουμε στο αντίθετο άκρο, της γυναίκας ως σχεδόν ασεξουαλικού όντος. Η γυναίκα λοιπόν περιοριζόταν μέσα στο σπίτι, αλλά, αντίθετα με άλλες εποχές, στις εύπορες τουλάχιστον τάξεις της απαγορευόταν οποιαδήποτε εργασία, την οποία εκτελούσαν οι υπηρέτριες – σχεδόν το 1/4 των φτωχών κοριτσιών στην Αγγλία εκείνη την εποχή δούλευαν ως υπηρετικό προσωπικό -, οπότε είχε άπλετο ελεύθερο χρόνο, αλλά δε μπορούσε ουσιαστικά να κάνει τίποτα. Ασχολούταν με την εκκλησία και το κοινωνικό έργο, με τις τέχνες κλπ. Ο άντρας αντίθετα θεωρούταν σεξουαλικά επιθετικός και ανικανοποίητος, αλλά δίσταζε να προσβάλει τον άγγελο του σπιτιού. Γι’αυτό και στο διάστημα αυτό της καταπίεσης άνθισε η πορνεία. Ένας καθώς πρέπει άντρας εκείνης της εποχής μπορεί να έδειχνε μια άμεμπτη δημόσια εικόνα, να συντηρούσε υποδειγματική οικογένεια, αλλά στην προσωπική του ζωή να ήταν ο πιο έκφυλος και διεστραμμένος άνθρωπος. Οι πόρνες προέρχονταν κυρίως από τις φτωχές τάξεις, και εξυπηρετούσαν κάθε γούστο, ακόμα και τα ακραία, όπως παρενδυσιακά φετίχ ή σαδομαζοχισμό – η αγγλική διαστροφή, όπως τον αποκαλούσαν οι Γάλλοι. Η μεγάλη αυτή αύξηση στην πορνεία ωστόσο γρήγορα εξάπλωσε αφροδίσια νοσήματα στον πληθυσμό, τα οποία η κοινωνία δε μπόρεσε ν’αντιμετωπίσει. Η βλεννόρροια και η σύφιλη έκαναν θραύση σ’όλες τις κοινωνικές τάξεις, και, μολονότι θεσπίστηκε νομοθεσία στα τέλη του 19ου αιώνα για την αντιμετώπισή τους, το θέμα κρίθηκε υπερβολικά ευαίσθητο, αφού έφερνε στο φως το πρόβλημα της πορνείας, και γρήγορα οι νόμοι άρθηκαν. Η αυστηρή ηθική έτσι της εποχής οδήγησε στη σοβαρή ασθένεια και το θάνατο πολλών ανθρώπων. Για ν’αποφύγουν οι άντρες τη μόλυνση των συζύγων τους, άρχισαν να υιοθετούν περισσότερο το προφυλακτικό, αλλά και οι προτιμήσεις τους στις πόρνες άλλαξαν. Άρχισαν να ζητούν παρθένες ή και μικρά παιδιά για να ικανοποιούν τις ορέξεις τους, κάτι το οποίο δεν κίνησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για δεκαετίες. Αυτή ήταν η πολιτισμένη Αγγλία του 19ου αιώνα.
Στο περιβάλλον ωστόσο αυτό, της βιομηχανικής ανάπτυξης και προόδου, ενώ τα εκλογικά δικαιώματα επεκτείνονταν σε περισσότερες κατηγορίες ανθρώπων, στις γυναίκες δεν είχαν ακόμα αναγνωριστεί, κι έτσι γεννήθηκε το κίνημα για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Και στην Αγγλία και στην Αμερική, το δικαίωμα διεκδικήθηκε με διαφορετικούς τρόπους – όπως λέει η συγγραφέας στην Αγγλία επιστρατεύθηκε η λογική, ενώ στην Αμερική το συναίσθημα. Στην Αγγλία οι γυναίκες επικαλούνταν ως επιχείρημα την επέκταση των δικαιωμάτων και σε φτωχότερες τάξεις, καθώς και σε πολύ λιγότερο παραγωγικούς και ηθικούς ανθρώπους, ενώ στην Αμερική η ηθική ήταν το κύριο μέσο πειθούς. Οι γυναίκες παρουσιάζονταν ως ηθικές και ενάρετες, και πάμπολλες οργανώσεις γυναικών και κληρικών ξεφύτρωναν στις Ηνωμένες Πολιτείες σαν μανιτάρια. Αυτές οι σεμνότυφες γυναίκες, κατά του σεξ, του αλκοόλ (μεθούσε τους άντρες τους οι οποίοι τις εξανάγκαζαν στη χυδαία σεξουαλική επαφή), και φυσικά κατά της πορνείας συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην ποινικοποίηση της τελευταίας και την ποτοαπαγόρευση αργότερα, κάνοντας ακόμα και σήμερα την Αμερική ένα από τα πιο πουριτανικά ανεπτυγμένα κράτη. Σιγά-σιγά διάφορες πολιτείες άρχισαν να επιτρέπουν την ψήφο των γυναικών, αν και οι πρώτες δεν ήταν και οι πλέον φιλελεύθερες, όπως διαισθητικά νομίζουμε. Πρώτη ήταν το Ουισκόνσιν, μια πολιτεία με τη φήμη άντρου αλητών και πιστολάδων, η οποία για τον λόγο αυτό έφερε τη δυσπιστία στην ιδέα της ψήφου των γυναικών. Δεύτερη ήταν η Γιούτα, που το επέτρεψε με σκοπό ν’αυξήσει την επιρροή τον Μορμόνων κατά των άλλων εθνικών και θρησκευτικών ομάδων που εισέρεαν στην πολιτεία.
Έπειτα το βιβλίο συζητά την ένταξη της γυναίκας στην εργασία και την ανώτατη εκπαίδευση στις αρχές του 20ου αιώνα, παρουσιάζοντας γενικά την πλήρη ένταξη της γυναίκας στην κοινωνία ως μια αναγκαία εξέλιξη δεδομένων των ραγδαίων κοινωνικών μεταβολών που θα ερχόταν αργά ή γρήγορα, παρά ως ένα σκληρό αγώνα, όπως έχουμε την εντύπωση ότι έγινε. Η σεξουαλική απελευθέρωση ωστόσο άργησε να έρθει. Αυτό που τελικά έκανε δυνατή τη σεξουαλική απελευθέρωση των γυναικών και την ισότητα των φύλων στον τομέα αυτόν ήταν η εφεύρεση του αντισυλληπτικού χαπιού, ενός σκευάσματος που μπορούσε να ελέγχει η γυναίκα μόνη της, το οποίο συνέπεσε σε μια εποχή όπου τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μπορούσαν να διαδώσουν πρότυπα γρήγορα. Στο σημείο αυτό το βιβλίο κάνει μια αναδρομή στην ιστορία της αντισύλληψης, καθώς και στα εμπόδια που συνάντησε η αποδοχή της κατά τους τελευταίους αιώνες. Αν και η ανάγκη οικογενειακού προγραμματισμού υπήρχε από παλιά, το θέμα δε συζητούταν ανοιχτά, επειδή αρχικά ο χριστιανισμός ήταν πλήρως αντίθετος στον έλεγχο των γεννήσεων, και στη συνέχεια επειδή έθιγε ανήθικα σεξουαλικά ζητήματα. Παραδοσιακά, οι γυναίκες εφάρμοζαν διάφορες λαϊκές μεθόδους αντισύλληψης, και σε ορισμένες περιπτώσεις κατέφευγαν και σε επικίνδυνες αμβλώσεις, αλλά κατά τον 19ο αιώνα η ιατρική κοινότητα άρχισε να ασχολείται με το θέμα, πάραυτα δε διαφημίστηκε ούτε προωθήθηκε μέχρι και μετά τα μισά του 20ου αιώνα. Η άμβλωση, ως πράξη πολύ περισσότερο αμφιλεγόμενη, καθυστέρησε περισσότερο να νομιμοποιηθεί, και συναντά ακόμα και σήμερα αντιθέσεις, ιδίως στις ΗΠΑ.
Μετά τη σεξουαλική απελευθέρωση λοιπόν, για την όπια πολλοί ερευνητές διαφωνούν τελικά στο κατά πόσο ριζοσπαστική ήταν, οι μακραίωνες πατριαρχικές παραδόσεις κλονίστηκαν. Πλέον οι γυναίκες μπορούσαν να συμπεριφέρονται όπως ακριβώς και οι άντρες, κάτι που βέβαια δυσαρέστησε τους τελευταίους, ενώ και ο θεσμός του γάμου άρχισε να φθίνει, ως υπερβολικά δεσμευτικός, δίνοντας τη θέση του σε σύμφωνα συμβίωσης. Όπως λέει και η συγγραφέας, έως τότε δεν ήταν θεσμός για δύο άτομα, αλλά για ενάμισι. Ως εκτούτου οι Αμερικανοί άντρες άρχισαν ν’αποστασιοποιούνται απ’τις πλέον απειλητικές γυναίκες, και στράφηκαν κυρίως προς την πορνογραφία, η οποία γνώρισε μεγάλη άνθηση. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο παρατηρήθηκε τάση εξομάλυνσης. Παράλληλα την ίδια εποχή άρχισαν ν’αναγνωρίζονται τα δικαιώματα των σεξουαλικών μειονοτήτων όπως των ομοφυλοφίλων, των οποίων η κατάσταση αφαιρέθηκε από το διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο των ψυχιατρικών διαταραχών το 1974.
Και μετά ήρθε η εποχή του έιτζ. Ήταν μια ασθένεια που αρχικά φαινόταν να προσβάλει επιλεκτικα΄τους ομοφυλόφιλους και τους τοξικομανείς, ακόμα αγνώστου προελεύσης και εξέλιξης, δίνοντας πάτημα στους συντηρητικούς να αποκηρύξουν το φιλελεύθερο πνεύμα της εποχής, ζητώντας επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες. Παραθέτοντας αποσπάσματα από την εποχή του ηθικού πανικού του έιτζ και αυτού των αφροδισίων νοσημάτων της βικτοριανής εποχής, η συγγραφέας ήθελε να καταδείξει πόσο όμοια ήταν τα συναισθήματα και οι στάσεις των ανθρώπων στις δύο αυτές εποχές. Ένας χρονοταξιδευτής, όπως έλεγε, δε θα μπορούσε να καταλάβει σε ποια εποχή βρίσκεται διαβάζοντας μόνο αυτές τις δηλώσεις. Οι προβλέψεις της συγγραφέως ήταν πολύ απαισιόδοξες για το μέλλον, πιστεύοντας ότι υπάρχει ο κίνδυνος επιστροφής μας σε πιο σκληρά ήθη, γιατί 5.000 χρόνια πατριαρχίας δεν απορρίπτονται από μια εικοσαετία ελευθερίας. Παρόλα αυτά διαψεύσθηκε, αφού λίγα χρόνια μετά την επανέκδοση του βιβλίου, το 1996, κυκλοφόρησαν τα αντιρετροϊικά φάρμακα και το έιτζ έγινε αντιμετωπίσιμο. Σήμερα ένας φορέας του hiv σε ανεπτυγμένη χώρα μπορεί με την κατάλληλη αγωγή να μην πάθει ποτέ aids, ζώντας κανονικά και διατηρώντας τον ιό σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα. Η σεξουαλικότητα οπότε δεν πλήχθηκε, και ευτυχώς η συγγραφέας έζησε τόσο όσο να το διαπιστώσει.

Τα παραπάνω ήταν απλώς μια χονδροειδής περίληψή μου, η οποία είναι αδύνατο να συμπεριλάβει όλο το περιεχόμενο του βιβλίου. Απλώς ενέμεινα σε όσα σημεία μου έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση. Για να έχετε μια πλήρη εικόνα, προτείνω να το διαβάσετε. Όποιος θέλει να καταλάβει καλύτερα τα γεγονότα που οδήγησαν στην παρούσα κατάσταση στα σεξουαλικά ήθη, καθώς και στις σχέσεις των δύο φύλων, ή θέλει να μάθει ποια ήταν τα ήθη αυτά σε παλαιότερες εποχές, θα πρέπει να διαβάσει αυτό το βιβλίο. Γενικώς είναι ευανάγνωστο, στο χαρακτήρα ενός ιστορικού βιβλίου. Τα σεξουαλικά θέματα δεν αντιμετωπίζονται με χυδαιότητα, ούτε όμως και με αυστηρά επιστημονική προσέγγιση, και σε μερικά μέρη το βιβλίο γίνεται αστείο. Κάτω από κάθε κεφάλαιο υπάρχει μακρύς κατάλογος παραπομπών.
Τρία ελλείμματα μονό μπορώ να πω πως είχε το βιβλίο./ Το πρώτο ήταν η μη αναφορά στα ήθη των λαών που δεν επηρέασαν άμεσα το δυτικό πολιτισμό, όπως αυτών της Υποσαχαρίου Αφρικής, της κεντρικής και βόρειας Ασίας, της Ωκεανίας, καθώς και των περισσότερων φυλών της Αμερικής. Αυτοί οι πολιτισμοί αναφέρονται επί τροχάδην σε λίγες μόνο προτάσεις, αν αναφέρονται, κυρίως παράπλευρα με άλλα θέματα. Επίσης, όταν πραγματεύεται τις αλλαγές των τελευταίων αιώνων, επικεντρώνεται κυρίως στην Αγγλία και την Αμερική, αν και πολλές άλλες χώρες ακολούθησαν παρόμοια πορεία την ίδια εποχή. Μπορεί η Αγγλία και η Αμερική να ήταν κράτη πρωτοπόρα και παγκόσμιας επιρροής, αλλά άλλες χώρες είχαν διευθετήσει αυτά τα θέματα νωρίτερα, π.χ. οι σκανδιναβικές χώρες είχαν αναγνωρίσει ισότητα στα δύο φύλα παλαιότερα απ’ό,τι η Αγγλία, και όμως αυτή η σημαντική πρόοδος δεν καλύπτει πάνω από μία πρόταση. Τέλος η ιστορία των σεξουαλικών μειονοτήτων, όπως των ομοφυλοφίλων και των τρανσέξουαλ, δεν αναλύεται διεξοδικά. Πέραν αυτών των ελλείψεων, θεωρώ το βιβλίο μια άριστη δουλειά.

Το βιβλίο αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να συγκρίνω διάφορους πολιτισμούς σε διάφορες εποχές, και διαπίστωσα πως πολλά ήθη και έθιμα ήταν διαπολιτισμικά:
1. Σε όλους τους πολιτισμούς ή τουλάχιστον σ’αυτούς που εξέτασε το βιβλίο, σε σχεδόν όλους δηλαδή, η γυναίκα κατείχε χαμηλότερη θέση απ’τον άντρα σ’όλους τους τομείς. Σε κάποιες κοινωνίες, όπως στην Αρχαία Αίγυπτο, στη Ρώμη ή στην Ινδία στις τάξεις των εμπόρων, η γυναίκα μπορεί να ήταν πιο χειραφετημένη, αλλά η ελευθερία της συνίστατο περισσότερο στην δυνατότητά της να κινηθεί ανεξάρτητα, να μιλήσει ίσως λίγο παραπάνω και να περιποιηθεί την εμφάνισή της, παρά σε κάποια πραγματική εξουσία, όπως στην συμμετοχή της στην πολιτική, στη δικαιοσύνη ή στις ένοπλες δυνάμεις. Όπως έλεγε και η συγγραφέας, η γυναίκα ήταν ελεύθερη, χωρίς ουσιαστικά να μπορεί να κάνει τίποτα. Γενικώς η γυναίκα σε θέση εξουσίας ήταν κάτι υπερβολικά σπάνιο, και όταν συνέβαινε, αυτή βρισκόταν εκεί επειδή δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί άντρας, π.χ. χήρευε. Όπως είπε και η συγγραφέας, σε τέτοιες περιπτώσεις η γυναίκα λειτουργούσε ως προέκταση κάποιου ισχυρού άντρα, είτε συζύγου είτε συγγενούς της, γι’αυτό διατηρούσε το κατεστημένο και δε νομοθετούσε υπέρ του φύλου της. Συχνά μπορούσε να ασκήσει κάποια επαγγέλματα, αν και οι αντιλήψεις προς την εργασία παλαιότερα ήταν διαφορετικές, ώστε μόνο οι φτωχές γυναίκες δούλευαν.
2. Η πορνεία υπήρχε σ’όλους τους πολιτισμούς και σ’όλες τις εποχές με διάφορες μορφές. Αν και μπορεί ν’αμφισβητηθεί αν πράγματι πρόκειται για το αρχαιότερο επάγγελμα, σίγουρα ο θεσμός ήταν πολύ παλιός και διατηρείται έως σήμερα. Ακόμα και κοινωνίες που την αποκήρυσσαν, όπως ο χριστιανικός Μεσαίωνας, αναγκάστηκαν να την αποδεχτούν ως αναγκαίο κακό, με το φόβο ότι αλλιώς θα ενισχύονταν οι αποκλίνουσες μορφές σεξουαλικότητας, όπως η ομοφυλοφιλία, η μοιχεία και οι βιασμοί. Σε κοινωνίες όπου οι γυναίκες ήταν δυσπρόσιτες και οι άντρες ζητούσαν σεξ, η πορνεία ήταν αναγκαία. Πόρνες υπήρχαν για όλες τις τσέπες, από τις εξαθλιωμένες γυναίκες του δρόμου μέχρι τις πλούσιες εταίρες, οι οποίες, πέρα από σεξουαλική επαφή, ασχολούνταν με τις τέχνες, τη μουσική και συχνά συζητούσαν με τους άντρες ακόμα και για πολιτικά και φιλοσοφικά θέματα. Εκτός από την Αρχαία Ελλάδα, το φαινόμενο της εταίρας παρατηρείται στη Ρώμη, στην Ινδία, στην Κίνα, στην Ιαπωνία, στην Αραβία και στο Μεξικό.
3. Υπήρχε σαφής διαχωρισμός μεταξύ της σωστής γυναίκας και της πόρνης σ’όλους τους πολιτισμούς, και σχεδόν πάντοτε οι κατηγορίες αυτές ήταν αμοιβαίως αποκλειόμενες. Αντίθετα με την ελευθεριάζουσα πόρνη, η σωστή γυναίκα ήταν αυστηρά για το σπίτι. Οι ποιότητες της καλής συζύγου ήταν πάνω-κάτω οι ίδιες από την Αρχαία Ελλάδα ως το Ισραήλ, την Κίνα, την Ινδία και το Μεξικό. Έπρεπε να είναι σεμνή, υπάκουη, χαμηλών τόνων, οικονόμα, καλή στις οικειακές εργασίες, ικανή ν’αναθέσει σωστά τις εργασίες στο υπηρετικό προσωπικό αν υπήρχε, ευαίσθητη στις ανάγκες των παιδιών κλπ.
4. Ορισμένες σεξουαλικές συμπεριφορές ήταν διαπολιτισμικά κατακριτέες, όπως η μοιχεία, η αιμομιξία ή ο βιασμός, ενώ άλλες, όπως η ζωολαγνεία ή η ομοφυλοφιλία, αντιμετωπίζονταν διαφορετικά από κάθε κοινωνία, με στάσεις που κυμαίνονταν από τη σιωπηρή ή τη φανερή αποδοχή έως τη θανατική καταδίκη για τους δράστες. Η ομοφυλοφιλία γενικώς ήταν κατακριτέα, επειδή πιστευόταν ότι υποτιμά τον άντρα με τον παθητικό ρόλο, αν και σε ορισμένες κοινωνίες, όπως στην Κίνα, στην Ιαπωνία, στην Ινδία και σε πολλές ινδιάνικες φυλές, ήταν σε πολλές περιόδους αποδεκτή. Αντίθετα η παιδεραστία ήταν πολύ περισσότερο αποδεκτή με τη δικαιολογία ότι ο ερωμένος δεν έχει ανδρωθεί πλήρως. Μπορεί να συναντηθεί από την Αρχαία Ελλάδα μέχρι την Κίνα, και εφαρμοζόταν ακόμα και σε θρησκευτικά σκληροπυρηνικές κοινωνίες, όπως στα ισλαμικά κράτη. Για το λεσβιασμό δε γνωρίζουμε πολλά, εφόσον η σεξουαλικότητα των γυναικών ήταν αδιάφορη για τους άντρες, εκτός κι αν προσέκρουε στα αναπαραγωγικά τους συμφέροντα, όπως στην περίπτωση της μοιχείας ή του προγαμιαίου σεξ. Επειδή ο λεσβιασμός δε ζημίωνε τον άντρα, αντιμετωπιζόταν με πολύ μεγαλύτερη επιείκεια, ή δε συζητούταν καν. Ο αντρικός αυνανισμός δε θεωρούταν κάτι κακό στις περισσότερες κοινωνίες, εκτός από το χριστιανικό κόσμο, όπου οι απολαύσεις ελέγχονταν αυστηρά και σε τόπους και εποχές όπου η σπατάλιση σπέρματος αποθαρρυνόταν, είτε για θρησκευτικούς είτε για υποτιθέμενους ιατρικούς λόγους. Με το γυναικείο αυνανισμό ουδείς ασχολήθηκε, εκτός από τη χριστιανική Ευρώπη. Γνωρίζουμε για παράδειγμα ότι στην Αρχαία Ελλάδα οι γυναίκες αυνανίζονταν, αφού κυκλοφορούσαν οι όλισβοι, πέτρινα ομοιώματα πέους με δερμάτινη επίστρωση που χρησιμοποιούσαν οι κατά τ’άλαλ καταπιεσμένες Αθηναίες. Η Μίλητος ήταν η κύρια έδρα των πιθανότατα εύπορων κατασκευαστών τους.
5. Οι περισσότερες κοινωνίες στην ιστορία ήταν πολυγαμικές, ή μάλλον πολύγυνες. Γενικώς παρατηρείται πτώση στην πολυγαμία κατά τη σταθεροποίηση μιας κοινωνίας, όταν οι επεκτατικοί πόλεμοι σταματούν και οι άντρες ζητούν μεγαλύτερη ισότητα, οπότε η επίσημη πολυγαμία μπορεί να τεθεί εκτός νόμου ή να περιοριστεί στις ανώτερες τάξεις. Πάραυτα, ακόμα και σε κοινωνίες όπου δεν επιτρεπόταν η πολυγαμία, συχνά οι άντρες που είχαν τη δυνατότητα συντηρούσαν και παλλακίδες, γι’αυτό΄γεννιούνταν σε τέτοιους καιρούς και πολλοί νόθοι, η αντιμετώπιση των οποίων ποίκιλε ανάλογα με τον πολιτισμό και την εποχή από σχεδόν όμοια με τους γνήσιους απογόνους έως την πλήρη αποκλήρωση. Επίσης πάντοτε, μα πάντοτε στην ιστορία οι άντρες είχαν σεξουαλική επαφή με τις δούλες ή τις υπηρέτριές τους, γεγονός που σε αποικιακές συνθήκες με αλλόφυλους υποτελείς οδήγησε σε μια τάξη μιγάδων, η οποία αρχικά δεν ήταν αποδεκτή από καμία των δύο φυλών. Οπότε βλέπουμε ότι η μητρικού τύπου τρυφερή πατρική αντιμετώπιση των παιδιών είναι αρκετά πρόσφατο φαινόμενο, ίσως απόρροια της ισότητας των φύλων, της πυρηνικής οικογένειας και του μεγαλύτερου χρόνου που περνά ο πατέρας με τα παιδιά. Ενώ λοιπόν η πολυγυνία ήταν γνωστή και συχνά αναμενόμενη, η πολυανδρία ήταν ανήκουστη, εκτός ίσως από κάποιες φτωχές οικογένειες σε κάποια μέρη της Ινδίας και της Άπω Ανατολής, τα αδέρφια των οποίων μοιράζονταν μία γυναίκα. Εκτός από την ταυτόχρονη πολυγαμία υπάρχει και η σειριακή πολυγαμία, παρούσα σ’όλες τις κοινωνίες. Σχεδόν πάντοτε μετά το θάνατο της συζύγου ή το διαζύγιο, ένας άντρας μπορούσε να ξαναπαντρευτεί, ενώ για τη γυναίκα αυτό εξαρτιόταν αππό την κοινωνία, για παράδειγμα ήταν αδιανόητος ο γάμος στην ινδουιστική Ινδία, ενώ στον ισλαμικό κόσμο, μια χήρα μπορούσε να ξαναπαντρευτεί μόλις μετά από τέσσερις μήνες, ώστε να συνεχίζει να κάνει παιδιά.
6. Το σημερινό ιδανικό του τέλειου γάμου, στον οποίον το ζευγάρι ζει αγαπημένο για πάντα, έχει άριστη επικοινωνία και πλήρη ισότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ιδεατό κατασκεύασμα που προήλθε από το σμίξιμο της ιδέας της ισότητας των δύο φύλων, της υπερβολικής αξίας στα συναισθήματα, καθώς και από τη χολιγουντιανή αναπαράσταση της ιδεατής οικογένειας, οπότε δεν πατάει στην πραγματικότητα. Ιστορικά, οι περισσότεροι γάμοι είχαν ως πρωταρχικό γνώμονα το συμφέρον, κι αυτό ήταν ακόμα εντονότερο στις ανώτερες τάξεις με αρκετή ακίνητη περιουσία και πολλά λεφτά στην άκρη. Συνήθως γινόταν με συνοικέσιο, και μολονότι είναι λανθασμένη η εντύπωση πως η γυναίκα δεν είχε ποτέ το δικαίωμα απόρριψης ενός μνηστήρα, συχνά δεν το είχε κι αν το είχε, η δυνατότητα επιλογής της ήταν περιορισμένη. Επίσης η δημιουργία σχέσης μεταξύ του ζευγαριού ήταν θέμα δύσκολο, αφού συχνά οι γυναίκες παντρεύονταν ενόσω ήταν μικρές και παρθένες, συνήθως κάτω από το εικοστό έτος της ηλικίας τους, ενώ ο άντρας ήταν πολύ μεγαλύτερος, ώστε να έχει εξασφαλίσει την οικονομική του ανεξαρτησία. Ουσιαστικά έπαιρνε ένα αθώο κοριτσάκι, στο οποίο έπρεπε να μάθει τους κανόνες του νέου νοικοκυριού. Η σχέση μεταξύ των συζύγων θ’αναπτυσσόταν με τον καιρό. Γάμοι συνομηλίκων άρχισαν να γίνονται στην Ευρώπη μετά τον 16ο αιώνα, εποχή οπότε η κοινωνία άρχισε να σταθεροποιείται μετά από τους μακραίωνους πολέμους και τους λοιμούς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η σχέση του ζευγαριού ήταν πιο κοντινή, αλλά πάλι υπήρχε η απόσταση, εφόσον τα φύλα στην κοινωνία δεν ήταν ισότιμα. Η υπερβολική έμφαση επίσης στον έρωτα, ο οποίος μάλιστα θα πρέπει να διατηρηθεί ζωντανός για πάντα, ήταν κάτι το ξένο για τις παλαιότερες εποχές. Έχουμε την εντύπωση ότι δεν αναγνώριζαν καν το ερωτικό συναίσθημα, αλλά στην πραγματικότητα το απαξίωναν επειδή είναι μια φάση που έρχεται και παρέρχεται, και δεν υπήρχε η ανάγκη να διατηρείται και να αναζωογονείται. Ακόμα και στις δραματικές ερωτικές ιστορίες του ύστερου Μεσαίωνα και της πρώιμης νεότερης εποχής στην Ευρώπη, στο τέλος ερχόταν ο χωρισμός, ο οποίος, αν κι επώδυνος, ήταν αναγκαίος.
7. Ως εκτούτου, λόγω δηλαδή της απόστασης μεταξύ του άντρα και της γυναίκας, ο άντρας μπορούσε παράλληλα με την επίσημη σχέση του να συνευρίσκεται με παλλακίδες και πόρνες, και η σύζυγος δεν ενοχλούταν καθόλου απ’αυτό. Άρχισε να ενοχλείται μόνο μετά την κατάκτηση της ισοτιμίας.
8. Το σεξ δεν είναι σε καμία περίπτωση προσωπική υπόθεση του καθενός, όπως αρεσκόμαστε να επαναλαμβάνουμε σήμερα. Από την απαρχή των κρατών εώς σήμερα, τα κράτη εκδήλωσαν έντονο ενδιαφέρον για τη σεξουαλική ζωή των υπηκόων τους, νομοθετώντας για την απαγόρευση ορισμένων πρακτικών που θεωρούνται αποσταθεροποιητικές για την κοινωνία, για την αύξηση ή τη μείωση του πληθυσμού κλπ. Και το εκπληκτικό είναι ότι όλοι αυτοί οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις έπιαναν. Τελικά ο φόβος και η ενοχή είναι μεγάλοι ανασταλτικοί παράγοντες της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
9. Η θέση της γυναίκας επηρεάζει άμεσα τα σεξουαλικα΄ήθη. Σε κοινωνίες όπου η θέση της είναι χαμηλή, οπότε αντιμετωπίζεται λίγο ή πολύ ως περιουσιακό στοιχείο της οικογένειας, άρα τελεί υπό καθεστώς προστασίας και είναι πολύ περιορισμένη στη δράση της, τα ήθη είναι πολύ πιο αυστηρά όσον αφορά τη συμπεριφορά των γυναικών και των αντρών προς αυτές, αλλ’επειδή οι άντρες δεν καταπιέζονται στον ίδιο βαθμό και ζητούν γυναίκες, ανθεί η πορνεία. Σε κοινωνίες που τα φύλα είναι πιο ίσα, τα ήθη είναι πιο χαλαρά, εφόσον ο καθένας μπορεί να επιλέξει αυτόν που θέλει, και δεν υπάρχουν τόσοι περιορισμοί.
10. Ο πρωταρχικός λόγος που καταπιεζόταν τόσο πολύ η σεξουαλικότητα διαπολιτισμικά και διαχρονικά πιστεύω πως ήταν ο φόβος για τις συνέπειές της, εφόσον η αντισύλληψη ήταν αναξιόπιστη και μια απλή επαφή δυνητικα θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο ένα νέο άνθρωπο. Οι θρησκευτικές εντολές και οι απόψεις για τις σχέσεις των δύο φύλων είναι μεταγενέστερα επινοήματα που ήλθαν για να δικαιολογήσουν τον περιορισμό, αλλά όχι το αίτιό του. Οπότε κατά κάποιον τρόπο δικαίως την περιόρισαν.
11. Όση ελευθερία κι αν έχουμε αποκτήσει, πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος ενός πισωγυρίσματος, όπως έγινε στην Κίνα, στις αποικιοκρατούμενες χώρες, στην Ευρώπη με την έλευση του χριστιανισμού ή στην Αγγλία του 19ου αιώνα σε σχέση με τους αμέσως προηγούμενους. Δεν είναι τίποτε δεδομένο κι αυτό οφείλουμε να το αναγνωρίζουμε, ώστε να προστατεύουμε ό,τι έχουμε.

Βρισκόμαστε οπότε σε μια καμπή της ανθρώπινης ιστορίας. Όπως λέει και η συγγραφέας, παραδόσεις 5.000 χρόνων γκρεμίστηκαν σε μόλις 20 χρόνια. Παρόλα αυτά δεν είναι βέβαιο ότι θα συνεχιστεί η παρούσα κατάσταση. Σύμφωνα με εξελικτικούς ψυχολόγους, επειδή οι πατριαρχικές κοινωνίες είναι αναπαραγωγικά επιτυχέστερες, αφού ο άντρας ελέγχει την αναπαραγωγή κι έτσι γεννιούνται περισσότερα παιδιά, υπάρχει πιθανότητα ν’απορροφήσουν την υπογεννητική Δύση. Οπότε δεν είναι απίθανο σε 100 χρόνια να έχουμε πάλι πολυγαμία, γάμους μικρών κοριτσιών και δημόσιους λιθοβολισμούς μοιχών.
Μετά απ’όλα αυτά, μόνο μια απορία μου μένει. Στο βιβλίο δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη μετάβαση από την κυνηγετική και τροφοσυλλεκτική κοινωνία στην αγροτοποιμενική, με την επακόλουθη ανακάλυψη του αιτίου της αναπαραγωγής, το οποίο εκμεταλλεύτηκε ο άντρας για να θέσει υπό τον έλεγχό του τη γυναίκα. Για το πώς ακριβώς έγινε αυτό, και μάλιστα πώς οι γυναίκες το δέχτηκαν αμαχητί, δε δίνεται καμία απάντηση. Αν, όπως λέει, υπήρχαν ενδείξεις ότι παλαιότερα οι γυναίκες ήταν ίσες με τους άντρες π.χ. σε κάποιες κοινωνίες πήγαιναν κι αυτές στο κυνήγι, τότε πώς επέτρεψαν τον πλήρη εξευτελισμό τους; Αν κυνηγούσαν κι αυτές, ενδέχεται να πολεμούσαν κι αυτές, οπότε είχαν γνώση των όπλων. Γιατί τότε δεν πήραν τα όπλα για να προασπιστούν τις ελευθερίες τους; Κάθε καταπιεσμένη ανθρώπινη ομάδα το έκανε αυτό σ’όλη την ιστορία. Μήπως αυτές οι περίπλοκες θεωρίες δεν ισχύουν, και υπάρχει γενετική βάση στη συμπεριφορά των δύο φύλων;

Advertisements