ακρίδες Locusta migratoria που προορίζονται για τροφή

Οι ακρίδες είναι μία από τις καλύτερες ζωντανές τροφές για ερπετά, αμφίβια κι άλλα εντομοφάγα, αλλά δυστυχώς είναι δυσεύρετες, ακριβότερες από άλλα κοινά έντομα, και δυσκολότερες στη διατήρηση. Παρόλα αυτά όποτε τις βρείτε και μπορείτε να τις πάρετε, κάντε το, γιατί θα εμπλουτίσουν το διαιτολόγιο του ζώου σας. Επίσης η κινητικότητά τους θα ενεργοποιήσει τους κυνηγούς ώστε να κινηθούν λίγο παραπάνω για να πιάσουν την τροφή τους.
Οι ακρίδες που χρησιμοποιούνται ως τροφή είναι της οικογένειας Acrididae, και συνήθως είναι είτε η μεταναστευτική ακρίδα (Locusta migratoria), είτε η ακρίδα της ερήμου (Schistocerca gregaria), επειδή είναι οι ευκολότερες στην αναπαραγωγή. Η πρώτη στη φύση καλύπτει μεγάλη περιοχή που περιλαμβάνει τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία, ενώ η δεύτερη περιορίζεται στην αφρικανική ήπειρο. Στο εμπόριο κυκλοφορεί ως επί το πλείστον η πρώτη. Και τα δύο είδη είναι ικανά να δημιουργήσουν μεταναστευτικά σμίνη, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, καταστρέφοντας τις καλλιέργειες και ό,τι άλλο πράσινο βρουν στο διάβα τους. Συνήθως παραμένουν μοναχικές και άκακες, έχοντας κατά την ενηλικίωση χρώμα καφέ ή πράσινο για να ταιριάζουν με τη βλάστηση, αλλά όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, δηλαδή όταν μετά από συνεχόμενες περιόδους ξηρασίας εναλλασσόμενες με θερμές περιόδους με πολλή τροφή, ο πληθυσμός αυξηθεί απότομα, μπορούν να μεταλλαχθούν στη μεταναστευτική φάση. Τα είδη αυτά είναι πολυφαινικά, δηλαδή μπορούν να εκδηλώσουν πάνω από ένα φαινότυπο ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Το ερέθισμα που οδηγεί στην αλλαγή έχει ανακαλυφθεί, και είναι κάτι το απροσδόκητο. Η μεταμόρφωση πυροδοτείται από αρκετές ανά λεπτό συγκρούσεις των πίσω ποδιών μιας νύμφης με μια άλλη σε διάστημα τεσσάρων ωρών, κάτι που στη φύση γίνεται υπό συνθήκες υπερπληθυσμού. Αυτό ενεργοποιεί την έκκριση περισσότερης σεροτονίνης στο νευρικό σύστημα, το οποίο με τη σειρά του επηρεάζει τη μετέπειτα ανάπτυξη του εντόμου. Οι νύμφες επηρεάζονται μόλις απ΄το δεύτερο στάδιο ανάπτυξης, κι από μοναχικές αρχίζουν να μαζεύονται κατά ομάδες, τρώγοντας και μετακινούμενες μαζί, και παίρνουν κιτρινόμαυρους χρωματισμούς. Με το πε΄ρασμα του χρόνου οι μικ΄ρες αυτές ομάδες συνενώνονται, οδηγώντας σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις. Η αναγνώριση του είδους γίνεται και οπτικά και οσφρητικά, με τη βοήθεια φερομονών, οι οποίες είναι διαφορετικές για τη νυμφική και για την ενήλικη φάση του εντόμου,. Οι νύμφες δεν αντιδρούν σε φερομόνες ενηλικων και το αντίστροφο, ενώ τα ενήλικα του είδους L. migratoria μπορεί ν’απωθηθούν από φερομόνες νυμφών. Έχει διαπιστωθεί εν μέρει σταυρωτή αντίδραση μεταξύ των φερομονών της S. gregaria και της L. migratoria, με τη δεύτερη να επηρεάζεται περισσότερο από τις φερομόνες της πρώτης. Κατά το τελικό στάδιο, οι ακρίδες αποκτούν τα φτερά τους, τα οποία στη μεταναστευτική μορφή είναι μακρύτερα, ενώ το ολικό μήκος του σώματος είναι μικρότερο. Τα έντομα της μεταναστευτικής φάσης έχουν υψηλότερο μεταβολισμό, τρώνε περισσότερο, αναπαράγονται νωρίτερα, αλλά κάθε άτομο αφήνει λιγότερους απογόνους. Η ενηλικίωση δε συμπίπτει με την έλευση στο τελικό, φτερωτό στάδιο, όπως με πολλά άλλα έντομα, αλλά χρειάζεται πρώτα κάποιος χρόνος μέχρι την αναπαραγωγική ωρίμανση. Έπειτα, αν οι ακρίδες βρίσκονται στη μεταναστευτική φάση, μπορεί να μαζευτούν σε μεγάλα σμίνη, ενίοτε έκτασης τετραγωνικών χιλιομέτρων και πληθυσμού δισεκατομμυρίων εντόμων, που μπορούν να σκιάσουν τον ήλιο στο πέρασμά τους, και να μετακινηθούν προς σημεία με τροφή. Στην πραγματικότητα τα σμίνη είναι νομαδικά κι όχι μεταναστευτικά, επειδή δεν κινούνται προς συγκεκριμένο στόχο. Όταν πέσουν σ’ένα μέρος, τρώνε ό,τι βρουν, εκτος από΄τα τοξικά φυτά. Κάθε ακρίδα τρώει περίπου το βάρος της (2 γραμμάρια) την ημέρα. Όταν η τροφή έχει εξαντληθεί, αναχωρούν από το σημείο και μετακινούνται προς άλλο. Σήμερα οι μάστιγ ατων ακρίδων έχει εκλείψει από πολλά μέρη του κόσμου, χάρη στην παρακολούθησή και την έγκαιρη αντιμετώπισή τους, συνήθως με ψεκασμούς εντομοκτόνων, και πιο πρόσφατα με τον εντομοπαθογόνο μύκητα Metarhizium acridum, ο οποίος προσβάλει μο΄νο της ακρίδες και δε βλάπτει το περιβάλλον. Εκτός από την S. gregaria και την L. migratoria, ακρίδες ικανές για σμινική συμπεριφορά υπάρχουν σε όλα τα θερμά μέρη του κόσμου. Στην Αυστραλία για παράδειγμα το είδος Chortoicetes terminifera προξενούσε μεγάλες καταστροφές, αλλά σήμερα η παρακολούθησή του έχει σχεδόν εξαφανίσει τα σμίνη, αλλά και η απουσία ανεύθυνων χερσαίων γειτόνων που δεν εφαρμόζουν ελέγχους, ένα μεγάλο πρόβλημα για τις πιο ανεπτυγμένες αφρικανικές χώρες, επίσης συνέβαλε σ’αυτό. Εντούτοις σε χώρες της Αφρικής, τα σμίνη των ακρίδων είναι ακομα σοβαρή, αλλά συνήθως σπανιότερη από παλιά απειλή.
Παλαιότερα, οι άνθρωποι δε μπορούσαν να κάνουν και πολλά όταν οι ακρίδες έπεφταν στις σοδειές τους. Προσπαθούσαν να τις σκοτώσουν, να τις κάψουν ή να τις διώξουν, αλλ’επειδή ήταν τόσες πολλές, δεν κατόρθωναν και πολλά. Οι καταστροφές που μπορούσαν να προξενήσουν ήταν τεράστιες, μιας και συχνά έφταναν τα δισεκατομμύρια σε πληθυσμό και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις δεν είχαν την αποδοτικότητα που έχουν σήμερα. Οι ακρίδες ήταν η όγδοη πληγή του Φαράω κατά την Παλαιά Διαθήκη, την οποία έστειλε ο Θεός στους Αιγυπτίους ως τιμωρία επειδή δεν επέτρεπαν στους Εβραίους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Συνέβη γύρω στο 1460-1426 π.Χ. μαζί μ’άλλες καταστροφές, και σύμφωνα με την επικρατέστερη επιστημονική εξήγηση, οφείλονταν στα επακόλουθα της σύγχρονης έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας, η οποία έφερε τοπική κλιματική αποσταθεροποίηση με πολλές βροχοπτώσεις, οι οποίες προκάλεσαν τον αφύσικο πολλαπλασιασμό των εντόμων. Οι ακρίδες επίσης αναφέρονται και σε άλλα εδα΄φια της Βίβλου και του Κορανίου.
Αυτό λοιπόν που μπορούσαν μόνο να κάνουν ήταν να τις φάνε, αλλά πάλι η ποσότητα που θα έτρωγαν σε σχέση μ’αυτό που έχαναν ήταν μηδαμινή. Οι ακρίδες είναι από τα κοινότερα έντομα που καταναλώνονται από τον άνθρωπο σε διάφορες χώρες του κόσμου. Τρώγονται σε χώρες της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, της Ασίας, και στο Μεξικό. Στο Μεξικό αποκαλούνται «τσαπουλίνες”, από το νάουατλ «τσαπόλιν», κι έχουν μακρά παράδοση κατανάλωσης. Ήδη οι Αζτέκοι και οι υπόλοιπες νάουατλ φυλές έτρωγαν τις ακρίδες κατά την προκολομβιανή περίοδο, και το έθιμο επιβίωσε ως σήμερα. Στην Κίνα επίσης τρώγονται ευρέως, και πολλοί πλανόδιοι τις πουλάνε σε σουβλάκια. Τρώγονται και στην Ιάβα της Ινδονησίας. Οι ακρίδες επίσης ήταν το μόνο έντομο που επιτρεπόταν να φάνε οι Εβραίοι, αλλ’επειδή αργότερα υπήρξε διχογνωμία μεταξύ των ραβίνων για το αν επιτρέπονται όλα τα έντομα που πηδάνε ή συγκεκριμένα είδη ακρίδας, το έθιμο σταμάτησε. Κάποιες κοινότητες Υεμενιτών Εβραίων ωστόσο, μέχρι πρότεινως έτρωγαν ακρίδες. Επειδή οι Ευρωπαίοι θεολόγοι που μελετούσαν τα ιερά κείμενα δε γνώριζαν ότι στη Μέση Ανατολή τρώγονταν οι ακρίδες, συχνά προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τις ακρίδες που έτρωγε ο Ιωάννης ο Βαπτίστής ως άκρες ορισμένων φυτών. Ορισμένοι Αμερικανοί θρησκόληπτοι ονόμασαν δέντρα που ανακάλυψαν στο Νέο Κόσμο, όπως την ψευδακακία, ακρίδες γι’αυτόν το λόγο. Δεν έχω βρει τίποτα για το αν οι Αρχαίοι Έλληνες έτρωγαν ακρίδες, αλλά δεν είναι απίθανο, μιας κι έτρωγαν τζιτζίκια, που ήταν πιο δυσεύρετα. Κατά την πάροδο του χρόνου όμως, και οι Έλληνες και οι Εβραίοι, και σίγουρα κι άλλοι λαοί, εγκατέλειψαν εντελώς την εντομοφαγία, προτιμώντας το κόκκινο, λιπαρό κρέας των εξημερωμένων οπληφόρων. Σήμερα γίνονται προσπάθειες να επανεισαχθεί η εντομοφαγία στη διατροφή μας, ως οικονομικότερη και περιβαλλοντικά φιλικότερη λύση για την αυξανόμενη ζήτηση κρέατος, αλλά είναι πολύ δύσκολο να ξαναγίνει αποδεκτή. Ιδίως εδώ στην Ελλάδα, όπου ούτε καν η φάντα με γεύση φράουλα ή η κοκακόλα κεράσι δεν έχουν προχωρήσει, διότι οι Έλληνες μισούν τις νέες γεύσεις, η εντομοφαγία έχει ήδη αποτύχει πριν καν έλθει.
Οι ακρίδες δεν έχουν καμία σχέση με τα τζιτζίκια, αν και συχνά αποκαλούνται τζίτζικες. Τα τζιτζίκια ανήκουν στα ημίπτερα, μαζί με της βρωμούσες και τους κωριούς, ζουν στα δέντρα, έχουν πλατύ σώμα με μεγάλα φτερά και μυζητικά στοματικά μόρια. Οι ακρίδες αντίθετα είναι ορθόπτερα, όπως και οι γρύλλοι και οι γρύλλοι των δέντρων – οι τελευταίοι επίσης συγχέονται με τις ακρίδες. Ακρίδες κανονικά είναι τα μέλη της οικογένειας Acrididae, αλλά ο όρος έχει επεκταθεί για όλη την υπόταξη των κοιλοφόρων (Caelifera), η οποία περιλαμβάνει περίπου 11.000 ημερόβια, φυτοφάγα συνήθως έντομα με κοντές κεραίες, των οποίων τα αρσενικά παράγουν ήχο τρίβοντας την αδρή εσωτερική επιφάνεια των μηρών των πίσω ποδιών στα πρόσθια φτερά τους. Η άλη μεγάλη υπόταξη των ορθόπτερων είναι τα ξιφοφόρα (Ensifera), όπου ανήκουν οι γρύλλοι και παρόμοια γρυλλόμορφα έντομα, τα οποία ξεχωρίζουν από τις μακριές κεραίες, τη νυκτόβια συνήθως συμπεριφορά τους και την παραγωγή ήχου με το τρίψιμο των πρόσθιων φτερών μεταξύ τους. Εδώ ανήκουν και οι γρύλλοι των δέντρων, που έχουν μέγεθος ακρίδας, αλά μακριές και λεπτές κεραίες και είναι νυκτόβιοι. Στο Χωριό παλιά έπιανα πού και πού τέτοια, νομίζοντας πως είναι ακρίδες, αλλά κανονικές ακρίδες ήταν μονο όσα είχαν κοντές κεραίες και κυκλοφορούσαν τη μέρα. Όπως όλα τα ορθόπτερα, οι ακρίδες έχουν πλευρικά πεπιεσμένο σώμα, οπότε τα φτερά είναι όρθια. Έχουν στρογγυλεμένο κεφάλι, μεγάλαμάτια, μικρές κεραίες και δυνατά στοματικά εξαρτήματα από κάτω, τα οποία κόβουν κάθε τύπο φυτού. Μπροστά από τα στοματικά εξαρτήματα υπάρχει ένα ζεύγος αισθητήριων οργάνων για την ανίχνευση της τροφής. Τα ακουστικά τύμπανα βρίσκονται στο πρώτο κοιλιακό τμήμα, το οποίο είναι συνενωμένο με το θώρακα. Επειδή τα έντομα προγονικά δεν είχαν ακοή, όσα την εξέλιξαν ανέπτυξαν τα ακουστικά τους όργανα σε διάφορα μέρη του σώματος. Ο θώρακας είναι ψηλός, με χώρο εσωτερικά για τους ισχυρούς μυς των ποδιών και των φτερών. Τα δύο πρώτα ζεύγη ποδιών είναι κανονικά, και χρησιμεύουν στη βάδιση, ενώ το τελευταίο είναι τα πηδητικά, μεγαλύτερα και διπλωμένα. Τα φτερά είναι υμενώδη και τέσσερα, με το δεύτερο εσωτερικό ζεύγος μεγαλύτερο και υπεύθυνο για την πτήση. Στο 9ο τμήμα της κοιλιάς υπάρχουν τα δύο κερκίδια, υπολείμματα πρώην άκρων που έχουν αισθητηριακή λειτουργία στα περισσότερα έντομα. Τα δύο τελευταία τμήματα περιέχουν τα αναπαραγωγικά όργανα. Τα θηλυκά στο πίσω μέρος της κοιλιάς φέρουν τον ωοαποθετήρα, ένα μακρόστενο σωλήνα ο οποίος τοποθετεί τα αυγά σε τρύπες στο έδαφος. Οι ακρίδες αγαπούν τη ζέστη και τον ήλιο, αλλά κρύβονται στις σκιές των φυτών τις πολύ ζεστές ώρες. Ο ήχος των αρσενικών ακούγεται σαν επαναλαμβανόμενο τρίψιμο, και μπορείτε να το ακούσετε σε μια ζεστή μέρα. Είναι πολύ πιο αδύνατος απ’αυτών των γρύλλων, γι’αυτό θα πρέπει να προσέξετε καλά.
Ως τροφή για εντομοφάγα ζώα, οι ακρίδες εισήχθησαν σχετικα πρόσφατα, και δε φαίνεται ν’ανταγωνίζονται τα κοινότερα είδη όπως τους ρύλλους, τις διάφορες προνύμφες και τις κατσαρίδες, εξαιτίας των λιγότερων ζώων που μπορούνε να τις φάνε όταν είναι ενήλικες και τις σχετικής δυσκολίας εκτροφής τους. Παρόλα αυτά είναι ωφέλιμες ως μέρος μιας ισορροπημένης και ποικίλης διατροφής, κι επίσης παρέχουν ευκαιρίες άσκησης στο θηρευτή. Τις ενήλικες μπορούν να τις φάνε μεσαίες ή μεγαλύτερες σαύρες όπως γενειοφόροι δράκοι και άλλοι αγαμίδες του ίδιου μεγέθους, μεγάλοι σκίγκοι, μεγάλες σαύρες, μεγάλοι κορδύλοι, μεγάλα γκέκο, μικροί βαρανοί, παμφάγες χελώνες, μεγάλοι βάτραχοι και σαλαμάνδρες, ταραντούλες, σκορπιοί, αλογάκια της Παναγία ςκαι σαρανταποδαρούσες, καθώς και εντομοφάγα μικρά θηλαστικά και πουλιά, και σαρκοφάγα ψάρια. Τις νύμφες μπορεί να τις φάει κα΄θε μικρότερο εντομοφάγο ζώο, αλλ’εκτός κι αν τις αναπαράγετε, σπάνια κυκλοφορούν στο εμπόριο. Παρά το μεγάλο μέγεθός τους, έχουν αρκετά μαλακό εξωσκελετό, και είναι πολύ εύπεπτες. Τόσο μαλακός, που αν τις ζουλίξετε παραπάνω μπορεί να τις σκοτώσετε – κατά λάθος έτσι σκότωσα εγώ δύο. Επειδή είναι χορτοφάγες, δεν υπάρχει κίνδυνος να δαγκώσουν το ερπετό σας όταν κοιμάται, και επειδή είναι δραστήριες και ημερόβιες που αγαπούν το φως, συνήθως δεν κρύβονται μέσα στο τερράριο ή κρύβονται για λίγο, οπότε μπορείτε να τις ρίξετε μέσα στο τερράριο για να τις βρει ο θηρευτής χωρίς πρόβλημα. Αυτό ίσως να μην είναι καλή ιδέα για φυτεμένα τροπικά τερράρια ωστόσο, διότι είναι πολύ πιθανό να προλάβουν ν’ανοίξουν μεγάλες τρύπες στα φυτά προτού φαγωθούν. Δε χρειάζεται να τις κόψετε τα πόδια ή με άλλον τρόπο να τις τραυματίσετε για να τις πιάσει το ερπετό ευκολότερα, γιατί η γυμναστική το ωφελεί. Εκτός αυτού, αφαιρώντας μέρος του εντόμου αφαιρείτε και μέρος της θρεπτικής του αξίας. Σπάνια δαγκώνουν αμυντικά. Έχω διαβάσει μια αναφορά όπυ ένας κάτοχος κηλιδωτών γκε΄κο (Eublepharis macularius) έριξε μία ακρίδα μέσα στο τερράριό τους, το ένα την έπιασε, ενώ αυτή είχε ανέβει στην πλάτη του άλλου, εκείνη δάγκωσε δυνατά ό,τι είχε μπροστά της για να αμυνθεί, δηλαδή την πλάτη του άλλου, και το τραύμα μολύνθηκε σοβαρά την επόμενη μέρα, αλλά με αντιβιωτικά θεραπεύτηκε. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται μια εντελώς απίθανη σειρά γεγονότων, η οποία ίσως δεν επαναληφθεί ποτέ, οπότε σε καμία περίπτωση δεν πρέπει αυτό το περιστατικό να σας αποθαρρύνει να χρησιμοποιήσετε τις ακρίδες. Όπως όλα τα έντομα, οι ακρίδες είναι χαμηλές σε ασβέστιο, αν και υψηλότερες σχετικά μ’άλλα κοινά έντομα, και θα πρέπει να πασπαλίζονται με το ειδικό συμπλήρωμα για όσα ζώα το χρειάζονται. Οι ακρίδες θα πρέπει να ταΐζονται σύντομα μετά την αγορά, επειδή δεν επιβιώνουν στις συνθήκες που ζουν τα άλα έντομα – σε μια σκοτεινή γωνιά, σ’ένα ντουλάπι, σ’ένα συρτάρι κλπ. Θα πρέπει να τοποθετηθούν σε πιο φωτεινο΄και θερμό σημείο, και να ταΐζονται με πράσινα φυλλώδη λαχανικά ή χόρτα, ενώ το κουτί τους θα πρέπει να παραμένει ξηρό.
Η εκτροφή τους είναι λίγο πιο εξειδικευμένη απ’αυτήν κοινών εντόμων, και σε κάποια σημεία θυμίζει τη διατήρηση ερπετού παρά εντόμου. Ως ηλιόθερμα ημερόβια έντομα ξηρών περιοχών, χρειάζονται ένα χώρο με καλό αερισμό, φως και ζέστη. Μία λάμπα πυράκτωσης στο επάνω μέρος του χώρου εκτροφής τους, που μπορεί να είναι ένα μεγάλο πλαστικό κουτί, ένα ενυδρείο, ένα τερράριο ή ένα σίτινο κουτί για καλύτερο αερισμό, θα πρέπει ν’ανάβει την ημέρα και να δημιουργεί τοπικά θερμοκρασία 35 βαθμών, ενώ στον υπόλοιπο χώρο η θερμοκρασία μπορεί να είναι και στους 25 βαθμούς. Τη νύκτα μπορεί να πέφτει, αν και για γρηγορότερη ανάπτυξη μπορεί να μένει γύρω στους 25 βαθμούς με τη βοήθεια μιας θερμόπλακας ή ενός θερμοκαλωδίου αν χρειαστεί. Για ν’αυξηθεί η επιφάνεια του χώρου, ώστε να χωρέσουν περισσότερα έντομα, μέσα στο κουτί θα πρέπει να τοποθετηθούν αυγοθήκες, κύλινδροι χαρτιών κουζίνας ή υγείας, κι άλλα χάρτινα κατασκευάσματα. Ως ζώα καταγόμενα από ξηρά ενδιαιτήματα με λίγους μικροοργανισμούς, το περιβάλλον τους θα πρέπει να είναι πολύ στεγνό, ιδανικά με υγρασία κα΄τω του 30%, αλλιώς ο αερισμός είναι ακόμα πιο σημαντικός, γιατί αρρωσταίνουν από μύκητες και πεθαίνουν εύκολα σε κλειστές, υγρές συνθήκες. Για το λόγο αυτό δε χρειάζεται να υπάρχει καμία πηγή νερού ή υγρασίας στο χώρο τους, παρά μόνο τα φύλλα που θα τρώνε. Τα φύλλα τους παρέχουν όλη την τροφή και το νερό που χρειάζονται, και μπορούν να είναι από διάφορα λαχανικά και χόρτα, όπως αγρωστώδη και πλατύφυλλα. Συμπληρωματικά μπορούν να τρώνε πίτουρο σιταριού και λαχανικά όπως καρότα. Τρώνε τεράστιες ποσότητες αναλογικά με το μέγεθός τους, και γι’αυτό θα πρέπει η τροφή ν’ανανεώνεται συνεχώς. Στο χώρο τους επίσης θα πρέπει να υπάρχει ένα δοχείο βάθους 12-15 εκ περίπου γεμάτο με υγρή άμμο, όπου τα θηλυκά θα ωοαποθέτουν. Το βάθος είναι σημαντικό, αφού δυσκολεύονται να ωοαποθέσουν σε ρηχά δοχεία. Κάθε θηλυκό αφήνει περίπου 200 αυγά τη φορά, περικεκλειμένα με αφρό, ο οποίος στερεοποιείται σαν θήκη, αφήνοντας μία τρύπα στο έδαφος όπου εισχώρησε ο ωοαποθετήρας, ενώ μπορεί να γεννήσει 2-4 φορές στη ζωή του. Όταν το δοχείο έχει γεμίσει με πολλές τρύπες, μεταφέρεται αλλού για εκκόλαψη στους 25 βαθμούς. Τα αυγά θα πρέπει να εκκολαφθούν γρήγορα, γιατι΄μπορεί να περιέλθθουν σε χειμερινή διάπαυση, από την οποία θα ενεργοποιηθούν μετά από μερικούς μήνες. Μέσα σε 2-3 εβδομα΄δες θα εμφανιστούν οι πρώτες νύμφες, οι οποίες χρειάζονται τις ίδιες συνθήκες με τα ενήλικα, αλλά ελαφρώς περισσότερη υγρασία. Με το σχήμα φροντίδας που ανέφερα παραπάνω, θα ενηλικιωθούν σε δύο μήνες περίπου. Η S. gregaria ενηλικιώνεται στο 5ο στάδιο, ενώ η L. migratoria στο 7ο. Αν ο καιρός επιτρέπει, για παράδειγμα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, οι ακρίδες μπορούν να εκτραφούν και σε εξωτερικό χώρο, αρκεί να μη μπορούν να διαφύγουν.
Εγώ ακρίδες χρησιμοποίησα πρώτη φορά το Μάρτιο για το γενειοφόρο μου δράκο (Pogona vitticeps). Ανάμεσα στα έντομα που του πήρα αγόρασα και ακρίδες L. migratoria, οι οποίες θεώρησα θα του έδιναν αρκετή πρωτεΐνη και θα τον έκαναν να γυμναστεί λιγκάκι. Ήταν 10 νύμφες ενός σταδίου πριν την ενηλικίωση, με τα φτερά μαζεμένα σαν μια προεξοχή στο πίσω μέρος του θώρακα. Επειδή ήταν κρύες, ήταν πολύ αργοκίνητες και πηδούσαν δύσκολα. Τις έφαγε και τις 10 μαζί μ’άλλα πολλά έντομα, διότι δεν είχε περάσει πολύς καιρός που είχε ξυπνήσει από τη χειμερία νάρκη, και χρειαζόταν αρκετή ενέργεια. Την επόμενη φορά που πήρα ακρίδες ήταν στα μέσα του Απριλίου. Αυτές είχαν πλέον ενηλικιωθεί, κι έτυχε νά’ναι όλες αρσενικές (αυτές της φωτογραφίας). Μια ήταν πολύ μαλακιά λόγω πρόσφατης έκδυσης και την σκοτωσα κατά λάθος. Στο πρώτο τάισμα, τώρα που είχε επανέλθει σε φυσιολογικούς διατροφικούς ρυθμούς, έφαγε 5, ενώ τις υπόλοιπες τις έφαγε αργότερα. Επειδή τις είχα κοντά στη λάμπα του, όπου η θερμοκρασία πλησίαζε τους 35 βαθμούς, με πολύ φως και τροφή κάθε μέρα, ήταν πολύ πιο δραστήριες από τις προηγούμενες. Αν τις άφηνα κάτω, περπατούσαν γρήγορα και πηδούσαν περιοδικά, αλλά πιάνονται εύκολα. Όταν δεν ενοχλούνται ωστόσο, παραμένουν για ώρα ακίνητες, γι’αυτό είναι και δυσκολότερο να ξεφύγουν απ’ό,τι οι γρύλλοι ή οι κατσαρίδες, αν το κουτί τους ανοίξει. Ο δράκος, μόλις αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για γρηγορα έντομα που μπορεί να ξεφύγουν, τις κυνήγησε όλες. Μία είχε σκαρφαλώσει πάνω στο χέρι μου και σχεδόν σηκώθηκε στα δύο για να την πιάσει! Τις μασούσε γρήγορα, και τα φτερά ακούγονταν σαν πλαστικά φύλλα που τσαλακώνονται. Τις τάιζα με δροσερά πλατύφυλλα λαχανικά όπως μαρούλι, ζοχό και ραδίκι, αλλά και λίγα αγρωστώδη, στα οποία ανέβαιναν αμέσως μόλις τους το έδινα κι άρχιζαν να το μασουλάνε με τις δαγκανίτσες τους. Μέσα σε λίγη ώρα δεν απέμενε τίποτα, παρά μια ψιλή σκόνη που ήταν τα περιττώματά τους. Τοξικά για τα έντομα φυλλώματα δέντρων όπως ψευδακακία ή μουριά, και τα δύο ασφαλή για χορτοφάγα, δεν τα άγγιξαν.
Τις ακρίδες τις παίρνω από το feeders.gr, ένα κατάστημα κατοικιδίων με εξειδίκευση στα πιο εξωτικά είδη, όπου μπορείτε να βρείτε μεγάλη ποικιλία σε ζωντανές τροφές, εξοπλοισμούς για τα ζώα αυτά, ή και τα ίδια τα ζώα. Τις αγοράζω κυρίως για ποικιλία στη διατροφή, παρά ως βασική τροφή.

Πηγές:
άρθρο στη Βικιπαίδεια για τις ακρίδες
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τις ακρίδες
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για τις μεταναστευτικές ακρίδες
άρθρο της Βικιπαίδειας για τις Δέκα Πληγές του Φαραώ
αλληλεπίδραση των φερομονών των ακρίδων S. gregaria και L. migratoria
εκτροφή ακρίδων 1
εκτροφή ακρίδων 2
δάγκωμα ακρίδας σε γκέκο

Ενημέρωση 28/11/2015: Έβγαλα ένα βίντεο όπου ταΐζω τις ακρίδες στις 16 του μηνός και όλες πέφτουν μανιωδώς πάνω στην τροφή και καταβροχθίζουν ό,τι πράσινο υπάρχει. Αρχικά τις είχα ταράξει λίγο, γιατί μετακίνησα το κουτί τους αλλού για βιντεοσκόπηση και έκανα κινήσεις από πάνω τους, αλλά μετά ηρέμησαν κι άρχισαν να βόσκουν. Μεγεθύνετε το γεγονός σε χωράφια σιτηρών στην Αίγυπτο ή στη Μέση Ανατολή και με εκατομμύρια πεινασμένες ακρίδες. Ανυπολόγιστη καταστροφή. Αυτή ήταν η πληγή του Φαραώ.

Advertisements