Ceratophrys cranwelli 21/4/2015

Από την Τρίτη, 21 Απριλίου, είμαι ο κάτοχος ενός κερασφόρου βατράχου του Κράνγουελ (Ceratophrys cranwelli). Τον αγόρασα από το feeders.gr, ένα κατάστημα κατοικιδίων εξειδικευμένο στα ερπετά, στα αμφίβια και σε λοιπά εξωτικά ζώα, όπου μπορείτε να βρείτε προς πώληση τέτοια ζώα καθώς και ό,τι χρειάζεστε για τη διατήρησή τους. Είναι ένα είδος που έψαχνα για καιρό, αλλά είναι σχετικά σπα΄νιο στην Ελλάδα, όχι επειδή είναι σπάνιο στην αιχμαλωσία – είναι από τα κοινότερα αμφίβια -, αλλά απλώς διότι λίγοι Έλληνες έχουν αμφίβια σε σχέση μ’αυτούς που έχουν ερπετά, οι οποίοι πάλι λίγοι είναι. Γενικώς με εντυπωσιάζουν οι τεράστιοι βάτραχοι που μπορούν να φάνε οτιδήποτε, όπως οι συγκεκριμένοι, οι αφρικανικοί πυξικέφαλοι ή οι τεράστιοι φρύνοι, και είχα αποφασίσει ότι θα έπαιρνα κάποιον απ’αυτούς αν τον έβρισκα.
Για τους κερασφόρους βατράχους είχα γράψει παλαιότερα εδώ. Είναι τα 8 είδη που αποτελούν το γένος Ceratophrys (κερατόφρυς), της νοτιοαμερικανικής οικογένειας των κερατοφρυιδών (Ceratophryidae). Η οικογένεια περιλαμβάνει ακόμα δύο γένη, τα Chacophrys και Lepidobatrachus, με αρκετά κοινά χαρακτηριστικά, όπως θωράκιση, χερσαία διαβίωση, ικανότητα κατανάλωσης μεγάλων θηραμάτων και σαρκοφάγους γυρίνους, αν και μερικά είδη είναι υδρόβια, και μερικών οι γυρίνοι διατηρούν την προγονική χορτοφαγία. Όλα τα μέλη του γένους Ceratophrys είναι χερσαίοι, μεγάλοι βάτραχοι, με σχεδόν στρογγυλό σώμα, που έχει πλάτος περίπου όσο και το μήκος τους. Έχουν τεράστιο κεφάλι με στόμα πλατύ όσο και το κεφάλι, και δύο εξέχοντα μάτια ψηλά, από τα οποία το άνω βλέφαρο, όταν είναι ανοιχτά, είναι εξογκωμένο έχοντας την όψη μικρού κεράτου, πιθανόν για να σπάει το περίγραμμα του ζώου για καλύτερο καμουφλάζ. Είναι προσαρμοσμένοι για το σκάψιμο κι έχουν έντονα και ασυνήθιστα για αμφίβια οστεοποιημένο σκελετό, με επιπλέον οστέινες πλάκες κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης συνενωμένες μ’αυτήν, και το δέρμα του κρανίου συνενωμένο με τα βαριά, ανάγλυφα οστά του για περαιτέρω προστασία. Είναι εξειδικευμένοι κυνηγοί μεγάλων θηραμάτων, με γλώσσα που μπορεί να μεταφέρει βάρος ίσο με τρεις φορές αυτό΄του βατράχου, και ικανότητα κατανάλωσης όσο και το μισό τους σώμα. Επειδή αντιμετωπίζουν μεγάλα, πιθανώς επικίνδυνα θηράματα, κι επειδή οι βάτραχοι αρχικά είχαν δόντια μόνο στην πάνω σιαγόνα, οι κερασφόροι βάτραχοι έχουν εξελίξει οδοντοειδείς αποφύσεις της κάτω σιαγόνας ως υποκατάστατα δοντιών, για να κρατάνε το θήραμα. Παρόμοιες δομές έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα και σε άλλους βατράχους με παρόμοιες διατροφικές συνήθειες. Κατά τις ξηρές περιόδους, θάβονται βαθιά στο έδαφος και πέφτουν σε νάρκη, με μια στρώσει παλιού δέρματος να τους προστατεύει από την αφυδάτωση σαν κουκούλι. Παρόμοια κουκούλια έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα σε άλους βατράχους που πέφτουν σε νάρκη με τον ίδιο τρόπο. Με την έναρξη της περιόδου των βροχών, οι βάτραχοι ξυπνούν και μεταβαίνουν σε προσωρινές λίμνες, όπου θ’αναπαραχθούν. Τα αρσενικά κωάζουν με έναν απλό τόνο, και κατά την αναπαραγωγική διαδικασία τα θηλυκά γεννούν πολλά αυγά, τα οποία τοποθετούν σε φυτά και άλλα αντικείμενα κάτω απ’το νερό. Οι γυρίνοι είναι σαρκοφάγοι και τρέφονται με οτιδήποτε μικρότερο μπορούν αν πιάσουν, συμπεριλαμβανομένων και μελών του είδους τους. Για ν’αποφύγουν επιθέσεις από άλλους γυρίνους και εχθρούς, οι γυρίνοι του γένους έχουν εξελίξει ηχητική επικοινωνία, κάνοντας τους από τους λίγους γυρίνους που χρησιμοποιούν ήχο. Μεταμορφώνονται γρήγορα, επειδή οι λίμνες όπου ζουν κινδυνεύουν να ξεραθούν, και συνεχίζουν τη ζωή τους ως μικροί μεγαφάγοι βάτραχοι, οι οποίοι μέσα σ’ένα χρόνο περίπου θα έχουν φτάσει σχεδόν στο τελικό τους μέγεθος. Ο δικός μου βάτραχος, ο C. cranwelli, είναι το μικρότερο (μήκους 9-13 εκ), αλά ανθεκτικότερο μέλος του γένους, ο οποίος κατάγεται από το Γκραν Τσάκο της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Παραγουάης και της Βολιβίας. Είναι ένας τόπος που καλύπτεται από αραιά δάση, θαμνότοπους και σαβάνες, με ξηρό υποτροπικό κλίμα. Το είδος έχει τα μικρότερα «κέρατα» του γένους.
Το βάτραχό μου λοιπόν τον πήρα γύρω στα 4 εκατοστά, και πιθανότατα γεννήθηκε και μεταμορφώθηκε φέτος. Είναι φυσιολογικού χρωματισμού, πράσινος με καφέ. Στο εμπόριο κυκλοφορούν επίσης και αλφικοί (albino) C. cranwelli, καθώς και ανοιχτόχρωμοι στο χρώμα της μέντας (mint). Το είδος, όπως και τα συγγενικά C. ornata και C. cornuta, είναι δημοφιλές στην αιχμαλωσία εξαιτίας της μοναδικής του μορφολογίας και συμπεριφοράς, καθώς και της ευκολίας διατήρησής του. Ως αδρανή ζωά, χρειάζονται μικρό χώρο αναλογικά με το μέγεθός τους, υπόστρωμα που σκάβεται εύκολα, αρκετή υγρασία ή ένα μπολ νερού σε περίπτωση που η υγρασία είναι χαμηλή, και θερμοκρασίες δωματίου ή λίγο υψηλότερες για τη δραστήρια περίοδο – κατά τη χειμερία νάρκη η θερμοκρασία και η υγρασία μπορούν να πέσουν χαμηλότερα. Θα κάθονται απλώς σ’ένα σημείο, φεύγοντας από εκέι μονο για να φάνε ή να αφοδεύσουν. Μπορούν να τρώνε τεράστιες ποσότητες τροφής αραιά.
Παρέλαβα το βάτραχο λοιπόν σ’ένα διάφανο πλαστικό κουτί με βρεγμένα χαρτιά, για να διατηρείται η υγρασία. Τον έβγαλα για να δω πώς είναι, και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το τεράστιο σε σχέση με το σώμα του κεφάλι και στόμα, και τα μάτια με τα πεταχτά βλέφαρα. Ήταν πολύ στρουμπουλός, αλλά στην ηλικία αυτήν μοιάζει ακόμα με τους δικούς μας βατράχους και φρύνους, εκ΄τος από τα παραπάνω σημεία. Το δέρμα του ήταν χαλαρό όπως σ’όλους τους βατράχους, αλά στο κεφάλι ήταν πιο σφιγμένο. Ακόμα δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως η θωράκιση του είδους. Επίσης εντύπωση μου έκανε το μαλα΄κο δέρμα του, το οποίο περίμενα πιο σκληρό και σπυρωτό όπως των φρύνων, αφού είναι είδος που περνά το μεγαλύτερο χρόνο του στην ξηρά και χρειάζεται προστασία. Η ιδιομορφία του είδους ωστόσο ήταν εμφανής απ’την αρχή. Ο βάτραχος αυτός ήταν υπερβολικά αδρανής. Ίσως να μην έχω συναντήσει πιο αδρανές σπονδυλωτό ζώο απ’αυτόν. Καθόταν σε μια γωνία, ακριβώς στην ίδια θε΄ση για ώρες, εντελώς αδιάφορος για το περιβάλλον του. Δεν έδειχνε να παρατηρεί τίποτα. Απλώς όταν περνούσα από μπροστά του απότομα μπορεί να τρόμαζε, να έκανε μερικά πηδήματα προς κάποια γωνία, ή και να προσπαθούσε να σκαρφαλώσει μανιασμένα στο πλαστικό, πέφτοντας στο πλάι μετά από λίγο και παρατώντας την προσπάθεια. Όσο όμως ήταν κρυμμένος, δεν τον ένοιαζε τίποτα. Προφανώς ο εγκέφαλός του θα είναι αρκετά μικρότερος σε σχέση με άλλους βατράχους, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς έχουν μικρούς εγκεφάλους. Επειδή λοιπόν το κουτί δε μου φάνηκε αρκετά μεγάλο αναλογικά με το μέγεθός του, αποφάσισα να τον κρατήσω εκεί. Όμως άρχισα ν’ανησυχώ. Πίστευα ότι το είδος είναι τόσο απλό στις ανάγκες του, που θα μπορούσε από΄την πρώτη μέρα να φάει ό,τι του έδινα, όπως δείχνουν και τα βίντεο στο youtube. Όπως είπα, ο εγκέφαλός τους είναι μικρός και το τι υπάρχει γύρω τους δεν τα νοιάζει και πολύ, γι’αυτό πολλοί τα διατηρούν μόνιμα σε υγρά χαρτιά ή και σε ρηχό νερό χωρίς καμία κρυψώνα, αλλά απ’ό,τι έμαθα αργότερα, οι μικροί βάτραχοι στρεσάρονται πιο εύκολα και καλό είναι να έχουν μέρος να κρυφτούν. Του έδωσα λοιπόν από την πρώτη με΄ρα κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara), τις οποίες δεν πείραξε. Επειδή με ανησύχησε πολύ αυτό, κι επειδή δεν είχα μεγάλη εμπειρία με το είδος, τον τάις ααναγκαστικά την επόμενη με΄ρα κομμάτια από γεωσκώληκες, τα οποία δε μπόρεσε να δεχτεί όλα. Τα πετούσε έξω με τα μπροστινά του πόδια ή με ανοιγοκλεισίματα του στόματός του. Μετά από λίγες προσπάθειες, σφράγισε το στόμα του εντελώς, και πλέον δεν άνοιγε με τίποτα. Δεν ήταν δύσκολο το άνοιγμα του στόματος του βατράχου όμως, αφού μόλις πίεσα τις δύο πλευρές του κεφαλιού του το άνοιξε, και μου έπιασε το δάχτυλο πολύ δυνατά, απ’όπου δεν έφυγε για λίγα δευτερόλεπτα. Ούτε με φυσήματα ούτε με κουνήματα με άφηνε. Ευτυχώς τώρα είναι μικρός και δεν έχει μεγάλη αυτοπεποίθηση για να δαγκώνει από μόνος του, γιατί όταν μεγαλώσει ίσως μας δαγκώσει! Το είδος αυτό έχει την τάση να δαγκώνει ό,τι βρίσκεται μπροστά του, είτε επειδή το μπερδεύει με τροφή είτε για να αμυνθεί, αλά μπορέι να πιαστεί από πάνω με ασφάλεια. Στη φύση δε διστάζουν να επιτεθούν σε ζώα πολύ μεγαλύτερά τους – για παράδειγμα μπορούν να δαγκώσουν τα χείλη αλόγων που πίνουν νερό, και να μείνουν κρεμασμένοι για ώρα από εκεί. Κάποια τέ΄τοια περιστατικά οδήγησαν τους κατοίκους των περιοχών να θεωρήσουν τους βατράχους αυτούς επιθετικούς, δηλητηριώδεις, ικανούς να πνίξουν άλογα και με λοιπά εξωφρενικά χαρακτηριστικά. Λίγο η σύνδεση των φρύνων με το δηλητήριο και τις μάγισσες στην Ευρώπη, λίγο η ικανότητά τους να καταπ΄΄ινουν αρκετά μεγάλα θηράματα σε σχέση με το μέγεθός τους, λίγο οι τυχόν παραδόσεις των Ινδιάνων εκείνων των περιοχών, δεν είναι πολύ δύσκολο να δημιουργηθούν τέτοιες δοξασίες σ’ένα λαό που μισεί τα αμφίβια και τα ερπετά.
Την ίδεια μερά μετά την επιβεβλημένη σίτιση, μετέφερα το βάτραχο σε ελαφρώς μεγαλύτερο κουτί με υγρά χαρτιά κουζίνας για υπόστρωμα. Επάνω έβαλα μερικα ξερά φύλλα φίκου για να κρύβεται από κάτω. Ο βάτραχος χώθηκε με΄σα στα χαρτιά και ηρέμησε. Το τερράριο το τοποθέτησα δίπλα στη λάμπα του γενειοφόρου μου δράκου, για να ζεσταίνεται από τη μια μεριά. Επειδή είχε πολύ φως, έκλεισα την επόμενη μέρα τις δύο πλευρές με χαρτιά μπρέιλ, και κράτησα το μεγαλύτερο ξερό φύλλο φίκου, το οποίο σκέπαζε τη γωνία όπου κρυβόταν. Ο Βάτραχος χωνόταν πίσω δεξιά, αρκετά κοντά στη ζέστη. Δημιουργούσε μια στρόγγυλη τρύπα στο χαρτί όπου καθόταν, και μισοχωνόταν από΄κάτω. Σε 4 μέρες, αφόδευσε. Τα κόπρανά του ήταν κανονικά. Άλλαζα το χαρτί κάθε μία ή δύο μέρες, όποτε άρχιζε να μυρίζει σαν ενυδρείο, για να μη συσωρευθούν πολλές τοξίνες στο χώρο του. Ιδίως σε υπόστρωμα χαρτιού ή σε ρηχό νερό, η αμμωνία από την αποσύνθεση των ούρων και των περιττωμάτων του βατράχου μπορεί να τον σκοτώσει γρήγορα, χωρίς πολλά συμπτώματα. Ένα από τα καλά του χώματος ως υπόστρωμα είναι ότι διαλύει αυτές τις τοξίνες σε πολύ μεγαλύτερη επιφάνεια, και έτσι δε χρειάζεται τόσο συχνά αντικατάσταση. Αν υπάρχουν καθαριστές όπως ισόποδα ή κωλέμβολα στο χώμα, και το χώμα είναι πολύ, ίσως δε χρειαστεί ποτέ αντικατάσταση, αν και ένα τέτοιο στήσιμο δεν είναι τόσο εύκολο γι’αυτούς τους μεγάλους βατράχους, παρά για μικρότερα είδη όπως poison dart frogs. Συνέχιζα λοιπόν να του ρίχνω τροφή, και κάποια από τα έντομα έλειπαν, οπότε μάλλον έτρωγε κάτι. Σε δύο μέρες ξανααφόδευσε αμέσως μόλις άλαξα τα χαρτιά, και τον παρατήρησα να επιστρέφει αμέσως στην κρυψώνα του.
Τελικά μια βδομάδα μετά την απόκτηση του βατράχου, αντικατέστησα το χαρτί με πιο φυσικό υπόστρωμα τύρφης και βρύων είδους σφάγνου, όπου θα μπορούσε να σκάβει. Γέμισα το τερράριο με δύο λίτρα τύρφη, και από πάνω έβαλα λίγες μάζες βρύων. Τα βρύα Sphagnum, τα οποία αγόρασα από΄το κατάστημα απ’όπου πήρα και τον βάτραχο, είναι πακεταρισμένα σε πλαστική συσκευασία, αποξηραμένα και πεπιεσμένα. Από την πλάκα απλώς σπάτε ένα κομμάτι, το βάζετε στο νερό και σε λίγα δευτερόλεπτα διαστέλλεται αρκετά. Τα βρύα είναι κίτρινα, οπότε μάλλον νεκρά, αν και δεν είμαι σίγουρος, μια ςκαι οι οργανισμοί αυτοί μπορούν να αντέξουν σχεδόν πλήρη ξήρανση του σώματός τους χωρίς συνέπειες. Μυρίζουν σαν άχυρο. Και την τύρφη από το ίδιο κατάστημα την πήρα, αλλα΄μπορείτε να την βρείτε επίσης σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες και με μικρότερο κόστος στα περισσότερα φυτώρια. Πρέπει να είναι καθαρή, ουδέτερη τύρφη, χωρίς προσθήκες ή λιπάσματα.
Από τότε ο βάτραχος βρήκε τη χαρά του. Έκανε αμέσως αυτό που έπρεπε, δηλαδή χώθηκε μέσα στο υπόστρωμα. Πλέον είχε την επιλογή να φύγει από τη ζέστη, και πήγε στην αντίθετη πλευρά. Πιθανόν οι θερμορρυθμιστικές ανάγκες αυτών των βατράχων έχουν υπερσυζητηθεί. Από τότε ποτέ δεν ξαναθάφτηκε κοντά στη λάμπα.
Επειδή ανησυχούσα πολύ, τον τάισα πάλι στο στόμα τρεις κατσαρίδες κόκκινους δρομείς κι ένα μελοσκούληκο (Galleria melonella). Τώρα όμως δεν έφαγε με το ζόρι. Δάγκωσε δυνατά το άκρο του εντόμου, και με λίγες καταπόσεις το εξαφάνιζε. Προφανώς ήθελε να φάει, αλλά για κάποιον λόγο δεν ένιωθε αρκετά άνετα για να φάει μόνος του. Την επόμενη μέρα θάφτηκε εντελώς κάτω απ’το έδαφος για ένα εικοσιτετράωρο, και ανησύχησα μήπως πήγαινε για νάρκη, παρότι η θερμοκρασία και η υγρασία ήταν υψηλές. Το απόγευμα της επόμενης μέρας ο βάτραχος ήταν πιο κοντά στην επιφάνεια. Επειδή έβρεχε, ήθελα να δω αν η βροχή ξαφνικά θα του ανέβαζε τη δραστηριότητα, έτσι τον έβγαλα έξω. Μόλις τον έφερα μέσα έφαγε μόνος του δύο κόκκινους δρομείς! Δύο μέρες μετά, έφαγε άλλους δύο. Εκείνη ήταν και η μέρα που τον έχασα. Βγάζοντάς τον λιγο έξω για να αφαιρέσω λίγα βρύα απ’το τερράριο, πήδηξε από το χέρι μου και χάθηκε. Έπρεπε να ψάχνω μισή ώρα στο δωμάτιο, ώσπου τον βρήκα πίσω από κάτι κλούβες με κρασιά, και πάλι προσπαθούσε να φύγει. Από το μέρος που μου έφυγε ως εκεί ήταν τρία μέτρα περίπου, οπότε οι βάτραχοι αυτοί μπορούν να μετακινηθούν σε κάποια απόσταση αν πραγματικά χρειάζεται. Η έγκαιρη εύρεσή του ήταν αναγκαία, μιας και στο ξηρό περιβάλλον του πατώματος υπήρχε ο κίνδυνος ν’αφυδατωθεί και να πεθάνει, εάν έμενε αρκετές ώρες έξω. Τον έβρεξα και τον επέστρεψα πίσω στο μικροπεριβάλλον του.
Πέντε μέρες πριν είχε τεράστια όρεξη, αφού έφαγε 4 κατσαρίδες Αργεντιν΄ής (Blaptica dubia) και 4 γιγάντια αλευροσκούληκα (Zophobas morio). Ένα πέμτπο που έβαλα δεν το έφαγε, και το βρήκα ζωντανό το πρωί της επομένης, το οποίο δόθηκε στο δράκο. Το βράδυ της ίδιας μέρας έφαγε ακόμα ένα αλευροσκούληκο. Από τότε η κοιλιά του είναι υπερβολικά γεμάτη, και ακόμα χωνεύει το τεράστιο γεύμα του. Χθες ωστόσο αφόδευσε και κάπως μου φαίνεται πως ξεφούσκωσε. Έχω την εντύπωση ότι μεγάλωσε λίγο από τότε που τον πήρα.
Η συμπεριφορά του είναι πολύ απλή, μπορώ να την χαρακτηρίσω υπερβολικά απλή, προσιδιάζουσα περισσότερο σε κυνηγετικό αρθρόποδο όπως αράχνη ή σκορπιό παρά σε σπονδυλωτό. Έχει διαλέξει το μπροστινό δεξιό μέρος του χώρου του για μόνιμο στέκι, όπου έχει σκάψει μια τρύπα. Μέχρι πρότινος την ημέρα θαβόταν βαθιά στην τρύπα του, αλά τώρα τελευταία απλώς έχωνε το κάτω μέρος του σώματός του εκεί. Σήμερα για κάποιον λόγο άλλαξε θέση, γιατί τον βρήκα εντελώς θαμμένο πίσω και λίγο δεξιά, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο αυτό είναι προσωρινο΄ή μόνιμο. Ίσως έγινε διότι του διατάραξα το υπόστρωμα στην τρύπα του, επειδή αφόδευσε εκί. Το βράδυ συνήθως βρίσκεται στην επιφάνεια, είτε μπροστά απ’την τρύπα του, είτε στη μέση του τερραρίου, πιθανότατα περιμένοντας τροφή. Μετακινείται με δύο τρόπους: είτε με άλματα, όπως οι περισσότεροι βάτραχοι, που τα κάνει όταν διανύει μεγαλύτερη απόσταση, όταν βρίσκεται σεανοιχτό χώρο ή θέλει να διαφύγη από μια δυσάρεστη κατάσταση, είτε με βάδιση, όπως πολλοί φρύνοι και στεριανοί βάτραχοι, οπότε μπουσουλάει αργά και με τα τέσσερα πόδια, και συνήθως το κάνει όταν μετακινείται για λίγα εκατοστά μόνο ή σκαρφαλώνει ένα πολύ χαμηλό εμπόδιο. Είναι πολύ δύσκολο να ενοχληθεί αυτός ο βάτραχος. Ακόμα κι αν είμαι δίπλα του, δε θα μετακινηθεί καν. Μπορώ να τον αγγίξω ελαφρώς χωρίς να τον τρομάξω. Μπορώ για παράδειγμα ν’ακουμπήσω το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του και μετά να ρίξω μπροστά του το έντομο, χωρίς να ενοχληθεί. Αν όμως πά ωνα τον σπρόξω ή να τον σηκώσω, θ’αντιδράσει αρνητικά. Μπορεί να στριφογυρίσει στο μέρος όπου βρίσκεται για να ξεφύγει, ή να επιστρέψει στην τρήπα του. Αν είναι στην τρύπα του θα προσπαθήσει να με διώξει κουνώντας τα άκρα του. Αλλιώς, αν τρομάξει αρκετά, μπορεί να πηδήξει, και αν συγκρουστεί με μια γωνία και είναι ακόμα πανικόβλητος, μπορεί να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει γρήγορα από εκεί. Αν σ’αυτήν την φάση τον αγγίξω ή τον σπρώξω στο πίσω με΄ρος του, θα πηδήξει μπροστά. Έτσι πηδάνε όλοι οι βάτραχοι, αλά ο συγκεκριμένος πρέπει να ενοχληθεί αρκετά για να κουνηθεί. Αν τον σηκώσω ελαφρά, μπορεί να μην αντιδράσει στην αρχή. Αν όμως τον μετακινήσω μακριά ή γρήγορα, μπορέι να προσπαθήσει να φύγει ή να κατουρήσει για άμυνα. Το κατούρημα των βατράχων είναι κυρίως νερό, και σχεδόν άοσμο, διότι τα νεφρά τους δε μπορούν να παραγάγουν ούρα πυκνότερα απ’το νερό. Όταν τον επιστρέψω πίσω, αλλά τον έχω ακόμα στο χέρι μου, συνήθως δεν καταλαβαίνει ότι μπορεί πανεύκολα να βρεθεί στην ασφαλή τρύπα του, και γι’αυτό δε θα πηδήξει απ’το χέρι μου αν δεν τον σπρώξω, ακόμα κι αν το χώμα βρίσκεται λίγα εκατοστά χαμηλότερα. Όταν τελικά βρεθεί μέσα, μπορεί να πηδήξει λίγο πιο πέρα ή να μείνει στη θέση του. Όσο δύσκολα ενοχλείται τόσο εύκολα ηρεμεί ξανά. Έπειτα γίνεται πάλι απαθής, σαν να μην έγινε τίποτα. Ωστόσο σπάνια τον σηκώνω, κυρίως για να αλλάξω κάτι στο χώρο του. Άλλωστε ο χειρισμός δεν ωφελέι καθόλου τα αμφίβια και θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν είναι απαραίτητο.
Αν και αρχικά δε σκόπευα να του δώσω όνομα, άτυπα τον λέω μπαλίτσα, και αν μας βγει θηλυκό, το οποίο ελπίζω, γιατί είναι λίγο μεγαλύτερο απ’το αρσενικό, θα κρατήσει αυτό το όνομα, αλλιώς πρέπει να του βρω άλλο.
Αυτό που περιμένω τώρα είναι να μεγαλώσει ο βάτραχός μου στο πλήρες του μέγεθος. Τότε θα μπορεί να τρώει και μικρά ψάρια, ποντίκια, μεγάλες κατσαρίδες, ακρίδες, σαλιγκάρια, μεγάλα σκουλήκια, και ότιδήποτε άλο μπορεί να μπουκώσει στο αβυσσαλέο στόμα του. Θεωρητικά θα μπορούσε να φάει το λοφιοφόρο γκέκο μου, μικρά κουνελάκια ή μικρούς γενειοφόρους δράκους, αλά δε θα έρθει ποτέ σε επαφή μ’αυτά για να τα φάει. Θα μείνει κλειδωμένος στο κουτάκι του, και για το καλό του και για το καλό τους!

Ενημέρωση 19/6/2015: Έχουμε νέες εξελίξεις. Όπως είχα πει, στις 14 Μαΐου έφαγε πάρα πολύ, 5 αλευροσκούληκα δηλαδή και 3 κατσαρίδες Αργεντινής. Ένα ακόμα αλευροσκούληκο το βρήκα στην επιφάνεια την επόμενη μέρα (15 Μαΐου) και το έδωσα στο γενειοφόρο δράκο. Το βράδυ της ίδιας μέρας έφαγε ακόμα ένα αλευροσκούληκο. Έκτοτε παρέμενε στρουμπουλός για 5 μέρες, και στις 20 Μαΐου έχεσε. Αμέσως μετά έφαγε ένα μόνο αλευροσκούληκο, κάτι που με ανησύχησε αρκετά, επειδή το είδος του τρώει μεγάλες ποσότητες κανονικά. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να έχει εντερική ενσφήνωση, ίσως από κατάποση των σκληρών και άπεπτων βρύων ή κάποιου σβόλου τύρφης. Στις 21 Μαΐου άλλαξα όλο το υπόστρωμα, αντικαθιστώντας το με κοινό τυρφώδες χώμα και λίγα βρύα μόνο σε μια γωνία, και στον πυθμένα βρήκα 4 αλευροσκούληκα, τα οποία είχα δώσει από τις 20, αλλά δεν τα έφαγε και κρύφτηκαν. Την πρώτη μέρα έμενε θαμμένος μέσα στο υπόστρωμα, όμως τις επόμενες έβγαινε το βράδυ κανονικά στην επιφάνεια, αλλά δεν έτρωγε. Στις 25 Μαΐου του έδωσα 3 αλευροσκούληκα και 4 αργεντινές κατσαρίδες, εκ των οποίων την επόμενη μέρα έβγαλα 3 μισοθαμμένες κατσαρίδες και 2 αλευροσκούληκα. Προφανώς δεν έφαγε κανένα και τα υπόλοιπα κρύφτηκαν στο χώμα. Η κοιλιά του εξακολουθούσε να φαίνεται διογκωμένη, μ’ένα εγκάρσιο, σκληρό, κινητό αντικέιμενο στο πίσω μέρος της. Στις 28 Μαΐου, 8 μέρες χωρίς τροφή, του έδωσα με υποβοηθούμενη σίτιση ένα αλευροσκούληκο, και μου φάνηκε πως φούσκωσε περισσότερο. Κανονικά αντέχει πολύ περισσότερο χωρίς τροφή, αλλά μέλημά μου σ’αυτήν την ηλικία είναι η όσο το δυνατόν ταχύτερη ανάπτυξη, οπότε προσπαθώ να τον ταΐζω τακτικά. Στις 1 Ιουνίου θορυβήθηκα, επειδή το δέρμα του βατράχου μου φάνηκε πιο βλενώδες, αλλά αυτό μπορεί να οφειλόταν και στην υψηλότερη υγρασία. Στις 2 Ιουνίου όμως αποφάσισα να δράσω, ακολουθώντας τη συνήθη μέθοδο θεραπείας ενσφηνώσεων σε βατράχους. Έβαλα το βάτραχο σ’ένα κυπελλάκι από γιαούρτι γεμάτο νερό, τη στάθμη του οποίου προσάρμοσα σε επίπεδο που ο βάτραχος θα ένιωθε άνετα. Στην αρχή ήταν λίγο βαθύτερο το νερό και ο βάτραχος αναγκαζόταν να κολυμπάει, γι’αυτό το μείωσα περισσότερο, και τοποθέτησα το κυπελλάκι κοντά στη λάμπα του δράκου, η οποία μόλις είχε σβήσει, αλλά εξέπεμπε ακόμα πολλή ζέστη. Μετά από 20 λεπτά, δεν είχε γίνει κάτι. Μετά όμως από μια ώρα περίπου, το νερό έγινε καφέ, και μύριζε κάπως, οπότε είχε χέσει. Άδειασα το νερό αμέσως και δεν πρόσεξα αν είχε κάποιο κομμάτι υποστρώματος μέσα. Ο βάτραχος τώρα ήταν πολύ πιο ξεφούσκωτος, και προφανώς ξαλαφρωμένος. Από την επόμενη μέρα μπορούσε να φάει κανονικά. Έφαγε 3 αλευροσκούληκα και 2 κατσαρίδες Αργεντινής, τα οποία αφόδευσε σ’ένα μεγάλο περίττωμα σε 5 μέρες. Το δίδαγμα της όλης υπόθεσης είναι πως, εάν δεν ταΐζεις με λαβίδα, τα βρύα μπορεί να μην είναι και τόσο κατάλληλα ως υπόστρωμα. Αν και επειδή είναι ανθεκτικό το είδος, πιστεύω πως τελικά θα είχε επανέλθει μόνο του.
Το διάστημα αυτό τρώει κατσαρίδες Αργεντινής, και πρόσφατα γρύλλους, ως υποκατάστατο των κατσαρίδων κόκκινων δρομέων που προσωρινά δε βρίσκω. Το καλό και των γρύλλων και των κόκκινων δρομέων είναι ότι είναι πολύ κινητικά έντομα, αν κρυφτούν κρύβονται για λίγο, και δε θάβονται στο υπόστρωμα. Την Τρίτη λοιπόν, 16 Ιουνίου, αγόρασα γρύλλους από το feeders.gr και δοκίμασα να του δώσω μερικούς. Ο βάτραχος είχε βγει στην επιφάνεια πιο νωρίς εκέινη τη μέρα, επειδή είχα βρέξει το υπόστρωμά του αρκετά. Μόλις λοιπόν μετακίνησα το τερράριό του, άνοιξα το καπάκι κι έβαλα χέρι μέσα για να εκτιμήσω την υγρασία του εδάφους, μήπως ήταν υπερβολική που δεν ήταν, επέστρεψε στην τρύπα του κι άρχισε να σκάβει για να κρυφτεί. Γενικά αδιαφορεί με μικρές μετακινήσεις και ανοίγματα του καπακιού, αλλά αν πειράζεις το χώρο του κοντά του για αρκετή ώρα, μπορεί να ενοχληθεί και ν’αρχίζει να ανοίγει τρύπα. Γενικως, όταν δε μπορεί να ξεφύγει ή νομίζει πως δε μπορεί να ξεφύγει – υπάρχει κι αυτό το ενδεχόμενο, ή όταν βρίσκεται κοντά ή μέσα στην τρύπα του, προτιμά να σκάψει παρά να πηδήξει πιο πέρα. Σκάβει κινώντας ρυθμικά προς τα έξω και μπροστά τα πίσω πόδια του, και κινώντας παράλληλα τα μπροστινά πόδια εναλλάξ προς τα μπρος για να διώξει το χώμα. Αν και η διαδικασία φαίνεται αργή και δύσκολη, έτσι καταφέρνει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να βυθιστεί σχεδόν ολόκληρος μέσα στο χώμα, ιδίως αν είναι μαλακό ή λασπώδες. Κινήσεις σκαψίματος μπορεί να κάνει ακόμα κι όταν είναι στριμωγμένος σε μια γωνία και δυσκολεύεται να ξεφύγει, ή όταν τον κρατάω στην κλειστή χούφτα μου – όταν λέω ότι έχει χαμηλή εγκεφαλική ικανότητα, το εννοώ. Λοιπόν μόλις του έριξα το γρύλλο μπροστά του, πετάχτηκε σαν πύραυλος από την τρύπα του και τον έπιασε! Έπιασε επίσης έναν στη γωνία του χώρου του, κι έναν κατά μήκος του τοιχώματος, με ασυνήθιστα μεγάλα άλματα για το μέγεθος και το είδος του, στα 8-10 εκατοστά. Άλλο δεν ήθελ ένα φάει, ούτε και την επόμενη μέρα. Χθες όμως, την Πέμπτη 18 Ιουνίου, έφαγε 5 γρύλλους και ίσως μια κατσαρίδα Αργεντινής, την οποία τέλος πάντων δε βρήκα πουθενά μετά από λίγη ώρα. Ενώ τη μια στιγμή ήταν μια φαινομενικά άκακη μπαλίτσα, την επόμενη κρατούσε δολοφονικά σφιχτά ένα έντομο στα σαγόνια της.
Σχεδόν πάντοτε πασπαλίζω τα έντομα με την ειδική σκόνη ασβεστίου, ώστε να χτίσει ισχυρό σκελετό, κάτι ακόμα σημαντικότερο τώρα που αναπτύσσεται. Ήδη από τότε που τον πήρα έχει αναπτυχθεί αρκετά, αν και δεν τον έχω μετρήσει επακριβώς. Τον υπολογίζω όμως γύρω στα 6-7 εκατοστά. Σιγά-σιγά θ’αρχίζω να του δίνω δοκιμαστικά και μεγαλύτερα θηράματα, όπως μικρές ακρίδες και μεγαλύτερες κατσαρίδες. Πλέον τον έχω απομακρύνει από τη θερμαντική λάμπα του δράκου, διότι οι περιβαλλοντικές θερμοκρασίες είναι πολύ υψηλές – μπορεί να έχει ως και 32-33 βαθμούς στο δωμάτιο την ημέρα.
Ενημέρωση 10/7/2015: Ο βάτραχος αναβαθμίστηκε. Αν και στις 3 Ιουλίου έφαγε πολλά μικρά αλευροσκούληκα, μετέπειτα άρχισα να δίνω τεράστια έντομα, ίσα περίπου με το κεφάλι του, σύμφωνα με το μέγεθός του. Την Τρίτη στις 6 του μη νός λοιπόν του έδωσα τρεις αρκετά μεγάλες κατσαρίδες Αργεντινής γύρω στα 3-4 εκ, τις οποίες όλες έφαγε. Τη μία έκανε λίγη ώρα να την καταπιεί, την δεύτερη την κατάπιε αμέσως, και για την Τρίτη έκανε την περισσότερη ώρα. Ήταν μεγάλη και την κατάπιε εγκάρσια. Για να τον βοηθήσω, τράβηξα λίγο την άκρη του εντόμου, αλλάμαζί με το έντομο σήκωσα και ολόκληρο το βάτραχο, για να καταλάβετε με πόση δύναμη τα δαγκώνει. Τόσο δυνατά, που τα κάνει δισδιάστατα. Φυσικα ο βάτραχος δεν έχει ανάγκη, και μετά από λίγο, διορθώνοντας λίγο τη θέση της μόνος του, την κατάπιε. Δε θ’αφήσει το έντομο σε καμία περίπτωση πάντως. Ακόμα και που τον ακούμπησα ή μετακίνησα το κουτί του λίγο, μπορεί να πήδηξε πιο πέρα, αλά την τροφή δεν την άφησε απ’το στόμα του. Μετά το λουκούλιο αυτό γεύμα, η κοιλιά του έγινε τεράστια, και για ολόκληρο το επόμενο εικοσιτετράωρο, δε βγήκε καν από το χώμα, γιατί χώνευε.
Χθες στις 9 του μηνός, ενώ η κοιλιά του ακόμα δεν είχε αδειάσει από το κολοσσιαίο εκείνο γεύμα, έφαγεάλλες δύο μεγάλες κατσαρίδες, και τις δύο με ευκολία. Την δεύτερη ωστόσο αρχικά την έπιασε από μια άκρη, και προσπάθησε να ξεφύγει στριφογυρίζοντας, αλλά πού να ξεφύγεις από έναν τέτοιο δολοφόνο. Είναι εκπληκτικό πώς ένα φαινομενικά τόσο μικρό ζώο μπορεί να φάει τόσο μεγάλα θηράματα. Είναι πραγματικά αδίστακτος.
Έκανα και μια δοκιμή, για να δω αν με μπερδέψει με φαγητό. Τότε που του έδινα τα πολλά αλευροσκούληκα, έβαλα το δάχτυλό μου μπροστά του και το κινούσα αργά, και με δάγκωσε. Πέταξε δηλαδή τη γλώσσα του και μετά με δάγκωσε, αλά γρήγορα με άφησε. Επίσης χθες, όταν η πρώτη κατσαρίδα πέρασε κάτω απ’το κεφάλι του και δεν την έπιασε με τη μία, έβαλα πάλι το δάχτυλο μπροστά του για να την διώξω πάλι έξω, και μου δάγκωσε το δάχτυλο. Τραβώντας το, σήκωσα και το βάτραχο και την κατσαρίδα, η οποία είχε πιαστεί από πίσω του. Μετά τον άφησα κάτω και την έφαγε, σαν να μην έγινε τίποτα. Τόσο λίγο μυαλό έχουν. Έχουν ωστόσο τεράστια όρεξη.
Στο μέγεθος που βρίσκεται τώρα μπορεί άνετα να φάει ως και ψαράκι, μικρή σαύρα ή ένα μεσαίου μεγέθους ποντίκι. Πλέον αποτελεί υπολογίσιμη δύναμη.

Ενημέρωση 20/8/2015: Ο βάτραχος συνεχίζει να μεγαλώνει και να τρώει τα πάντα. Από τις 24 Ιουλίου, η διατροφή του αναβαθμίστηκε και τρώει και σπονδυλωτά. Νεογέννητους αρουραίους, ψαράκια γκάπι κλπ. Δε δαγκώνει, αλλά αν τον πειράξω λίγο στο στόμα, μπορεί ν’ανοίξει το στόμα του και να δαγκώσει. Το δάγκωμά του ωστόσο δεν είναι τόσο κοφτερό όσο λέγεται. Σίγουρα μπορεί να σχίσει το δέρμα του κάποιος αν τραβήξει απότομα το δάχτυλό του, αλλά αλιώς, αν περιμένει μέχρι να τον αφήσει ο βάτραχος, δε θα πάθει τίποτα. Η πίεση ωστόσο των σαγονιών του είναι τεράστια και η δύναμή του μεγάλη, ώστε άνετα τον σηκώνεις με το ένα δάχτυλο. Συνήθως θα σε αφήσει από μόνος του, ή αν τον πειράξεις λίγο ή προσπαθήσεις να τον σηκώσεις κάποιες φορές. Ανοίγει το στόμα του διάπλατα, και συχνά σπρώχνει το δάχτυλο με τα μπροστινά του πόδια. Το στόμα του είναι ευρύχωρο και πάνω στον ουρανίσκο υπάρχουν λίγα μικρά δόντια, όπως και στους περισσότερους βατράχους. Τώρα μπορεί να φάει 4 ή και 5 μεσαίου μεγέθους κατσαρίδες Αργεντινής, και περίπου τρεις ενήλικες. Μια φορά που πεινούσε πολύ, του έδωσα αρκετές κατσαρίδες. Πρώτα έπιασε τη μία μπροστά του, ενώ μια άλλη βρισκόταν πίσω και δεξιά του, σχεδόν ακίνητη. Μόλις κατάπιε την πρώτη, γύρισε μεθοδικά προς τα δεξιά για να πιάσει την άλλη. Πιθανόν έχει λίγη μνήμη για να θυμάται πού βρίσκεται η τροφή κοντά του. Δείτε τον πώς μεγάλωσε!

Ceratophrys cranwelli 19/08/2015

Ενημέρωση 30/10/2015: Ο βάτραχος έχει μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Από το Σεπτέμβριο άρχισα να του δίνω πρώτα νεογέννητους, και μετά μεγαλύτερους νεαρούς αρουραίους γύρω στα 20 γραμμάρια. Πλέον μπορεί να τρώει τεράστιες ποσότητες τροφής, μέχρι το πλάτος της κοιλιάς του να ξεπεράσει το μήκος του. Τρώει κατσαρίδες Αργεντινής, ακρίδες, γιγάντια αλευροσκούληκα, προνύμφες σκαθαριού Pachnoda marginata peregrina, εσωτερικό σαλιγκαριών, αρουραίους, ψάρια κλπ. Επικεντρώνομαι στα μεγάλα προς τεράστια θηράματα. Πλέον ο βάτραχος άλλωστε αγνοεί τα πολύ μικ΄ρά θηράματα όπως πολύ μικρές κατσαρίδες, αν και δε θα πει όχι σε θηράματα μεσαίου μεγέθους.
Τις καλοκαιρινές Διακοπές τις πέρασε με ευκολία, αφού έχει χαμηλό μεταβολισμό και δε χρειάζεται συνεχώς τάισμα. Ένα καλό τάισμα τον κρατάει για 12 μέρες ή και παραπάνω χωρίς να πεινάσει. Ωστόσο μετά από ένα μικρό διάστημα που έλειπα τον Αύγουστο κι επέστρεψα τον ίδιο μήνα, βρήκα μία ενσφήνωση στο έντερο, που ίσως προήλθε από το χώμα που είχαν πάνω τους οι κατσαρίδες όταν τις έπιανε ή από τα σκληρά μέρη των εντόμων. Όπως και μια φορά παλαιότερα με το ίδιο πρόβλημα, τον έβαλα μέσα σε ρηχό νερό για να το αποβάλει. Η μάζα μαλάκωσε, και μπόρεσα να την μαλάξω λίγο για να σπάσει. Ακολούθησα την ίδια θεραπεία για τρεις μέρες, για μισή ώρα κάθε φορά. Την τελευταία μέρα, αν και τον είχα μαλάξει αρκετά και νόμιζα πως τον είχα στρεσάρει πολύ και δε θα έτρωγε το βράδυ, έκανα τελικά λάθος γιατί το βράδυ βγήκε στην επιφάνεια κανονικότατα κι έφαγε. Ξαλάφρωσε από το βάρος, γι’αυτό. Τις επόμενες μέρες κάθε ίχνος ενσφήνωσης εξαφανίστηκε. Πιστεύω ότι ευθύνονταν οι αυξομειώσεις της υγρασίας του υποστρώματος. Ενώ είχε στο έντερο τροφή ή και λίγο χώμα, το υπόστρωμα μπορεί ννα στέγνωνε λίγο παραπάνω, αφυδατώνοντας λίγο το βάτραχο, ο οποίος τράβηξε όλη την υγρασία από τα περιεχόμενα του πεπτικού του συστήματος, τα οποία μετά δυσκολεύτηκε να περάσει. Επίσης κατά το διάστημα των υψηλών θερινών θερμοκρασιών, που μπορεί να έφταναν τους 34 βαθμούς, κρυβόταν βαθιά στο χώμα, αλλά δεν έπεσε ποτέ σε νάρκη.
Στις αρχές του Οκτωβρίου έφερα τη μεζούρα για αντικειμενική μέτρηση. Ο βάτραχος είχε φτάσει τα 9 εκατοστά, δηλαδή είχε πλέον μπει στο εύρος μεγεθών για τα ενήλικα άτομα του είδους. Τώρα ωστόσο μου φαίνεται μεγαλύτερος, και ίσως να είναι 10 εκατοστά. Η ανάπτυξή του δεν τελείωσε ακόμα, αφού θα μεγαλώσει λίγο λιγότερο και του χρόνου. Πάντως από 4 περίπουο εκατοστά που τον πήρα, τον έφτασα στα 9. Είναι ένας υγιής βάτραχος που λαμβάνει τη σωστή διατροφή, γι’αυτό. Στρουμπουλός, δυνατός, με μεγάλη όρεξη και δυνατό σκελετό με γερό κεφάλι και πλατιές οστέινες πλάκες στη ράχη. Το τερράριό του δεν είναι και τόσο μεγάλο όμως, είναι ένα κουτί 25χ15χ12 όπως το μέτρησα, με πλευρές που στενεύουν προς τα κάτω. Παρόλα αυτά δεν ενοχλεί τον βάτραχο, ο οποίος άλλωστε κάθεται ακίνητος για μέρες σ’ένα σημείο. Ίσως όμως να χρειαστεί να το αλλάξω εξαιτίας μίας μικρής ρωγμής στα πλάγια, η οποία ακόμα δεν είναι αρκετά μεγάλη για να πέφτει χώμα, αλλά θα μπορούσε να γίνει.

Παρακάτω έχω δύο ενδιαφέροντα βίντεο με το βάτραχό μου. Στο πρώτο, που τράβηξα στις 20/10/2015, θέλω να δείξω πόσο δυνατο΄είναι το δάγκωμα αυτού του είδους, το οποίο μπορεί να κυνηγήσει θηράματα κοντά στο μέγεθός του. Τον πειράζω λίγο για να με δαγκώσει, και όταν με δαγκώνει πιάνεται τόσο σφιχτά, που μπορώ να τον σηκώσω στον αέρα μ’ένα δάχτυλο. Όσο και αν τον πείραζα ή προσπαθούσα να τον διώξω, τόσο πιο πολύ πιανόταν με τα σαγόνια του. Και κάτω που τον άφησα ήσυχο δε με άφησε. Είχε πιαστεί από το δάχτυλό μου σαν μανταλάκι. Τελικά τον βρέχω στη βρύση με αρκετό νερό, όπως τον είχα κάνει κι άλλες φορές σε παρόμοιες περιπτώσεις για να με αφήσει, και με άφησε. Στη δεύτερη δοκιμή πείραξα τον βάτραχο, αλλά δεν τον σήκωσα. Και τι έγινε; Προσπάθησε να με φάει! Άρχισε να καταπίνει αργά, αλλά αποφασιστικά τον δείκτη μου. Με έφτασε ως τα απύθμενα βάθη του στομαχιού, και μετά κατάλαβε το λάθος του κι άρχισε να με βγάζει ανοίγοντας το στόμα του και σπρώχνοντάς με μπροστά με τα πρόσθιά του άκρα. Πριν όμως με βγάλει εντελώς, με ξαναδαγκώνει για λίγο. Στην τρίτη φορά απλώς με δάγκωσε λίγο, και μετά με άφησε. Μοναδική εμπειρία. Πράγματι τα ζώα αυτά έχουν πολύ απλό τρόοπο «σκέψης». Αν είναι μικρό και κινούμενο, είναι φαγητό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αρχικα δάγκωσεγια άμυνα, μετά όμως είδε το δάχτυλο μικρό και κατάλληλο για τροφή, κι άρχισε να καταπίνει. Αν προσέξετε επίσης στο βίντεο, μετά από ένα διάστημα, ο βάτραχος βρίσκεται σ’ένα μεγάλο δίλημμα. Από τη μία συνεχίζει να με καταπίνει κι από την άλλη προσπαθεί να με βγάλει με τα μπροστινά του πόδια. Προφανώς ο μικρός τους εγκέφαλος δε μπορεί να διαχειριστεί δύο αντίθετες καταστάσεις. Ο βάτραχος ήταν πεινασμένος τότε που με έφαγε, κι έχω προσέξιε ότι είναι πιο πιθανό να δαγκώσει αν πεινάει. Στο βίντεο περιγράφω και την εσωτερική του ανατομία καθώς με καταπίνει. Όλο του το σώμα είναι προσαρμοσμένο για την κατάποση τεράστιων θηραμάτων. Το στόμα του είναι ευρύχωρο, η γλώσσα του δυνατή για να πιάνει τα θηράματα, και ο οισοφάγος και το στομάχι μαλακοί, αλλά πολύ διασταλτοί χώροι. Στην πάνω πλευρά του οισοφάγου ψηλαφίζεται ελαφρώς η σπονδυλική στήλη, ενώ στο πίσω μέρος του στομαχιού, το οποίο κατεβαίνει προς τακάτω, ψηλαφίζονται λίγο τα οστά της λεκάνης. Μέσα στο στόμα, πίσω από την πάνω σειρά των δοντιών βρίσκοντια τα μικρά υπερωικά δόντια, και πιο πίσω τα δύο εσωτερικά ρουθούνια. Τα αμφίβια δεν έχουν δευτερογενή ουρανίσκο όπως τα θηλαστκά, οπότε ο ουρανίσκος τους είναι ουσιαστικά το πάτωμα του εγκεφάλου, και τα ρουθούνια ανοίγουν μέσα στο στόμα. Αν είχαμε εμείς αυτήν την ανατομία, το στόμα μας θ’αφυδατωνόταν γρήγορα, δε θα μπορούσαμε ν’αναπνεύσουμε καθώς τρώμε, και όταν ήμασταν συναχωμένοι οι μύξες μας θα έμπαιναν στο στόμα μας. Για τα αμφίβια με το χαμηλότερο μεταβολισμό, αυτό το σχήμα δεν προκαλεί προβλήματα. Λίγο πιο πίσω είναι ο φάρυγγας με το υοειδές οστό, που εξωτερικά πιάνεται σαν μικρή χοόνδρινη σφαίρα, το οποίο υποστηρίζει τη γλώσσα. Η κάτω σιαγόνα έχει δύο μικρές οδοντοειδείς αποφύσεις μπροστά, και κατά τ’άλλα είναι σκέτο οστό. Πρόσεξα ότι όταν καταπίνει τεράστια θηράματα ή το δάχτυλό μου, η κάτω γνάθος λυγίζει ελαφρώς για να προσαρμοστεί στο σχήμα του αντικειμένου προς κατάποση. Ίσως να είναι το μόνο ελαφρώς εύκαμπτο οστό του κρανίου αυτού του βατράχου. Το βίντεο αυτό δεν έχει καμία σχέση με το αποτυχημένο Eaten Alive, είναι αυθεντικό. Ίσως από τα ελάχιστα βίντεο όπου ζώα προσπαθούν κυριολεκτικά να φάνε ανθρώπους. Δείτε το!

Στις 21 Οκτωβρίου λοιπόν, ήρθε και το μεγάλο γεύμα. Ο βάτραχος έφαγε μία μεσαία κατσαρίδα Αργεντινής πριν το βίντεο, και στο βίντεο μια αρσενική του ίδιου είδους, καθώς και δύο αρκετά μεγάλους αρουραίους, τους οποίους προσπάθησα να ταΐσω με τη λαβίδα. Τα έφαγε όλα, και συν άλλες δύο κατσαρίδες μετά το βίντεο.

Ενημέρωση 28/11/2015: Δείτε πώς ο βάτραχος αυτός σκάβει στο χώμα για να κρυφτεί. Αφού έφαγε 6 ακρίδες, χώθηκε στο χώμα για να χωνέψει και για να απομονωθεί ξανά από τον έξωκόσμο. Όπως όλοι οι σκαπτικοί βάτραχοι, σκάβει σπρώχνοντας το χώμα μπροστά με τα άκρα του και περιστρεφόμενος γύρω από τον εαυτό του, ώστε σιγά-σιγά να βιδωθεί στο έδαφος. Το βίντεο το έβγαλα στις 4/11/2015.

Μία μέρα μετά, έφαγε μία ακ΄κομα ακρίδα, μία προνύμφη pachnoda και μια μεσαία κατσαρίδα Αργεντινής, κι αυτό ήταν το τελευταίο του γεύμα για το 2015. Λόγω χαμηλών θερμοκρασιών άργησε να το χωνέψει, αλλά τελικά το αφομοίωσε όλο και σχημάτισε ένα μεγάλο περίττωμα, το οποίο απέβαλε στις 13 του μηνός. Το βράδυ στις 14 έβγαλα όλο το παλιό χώμα, άφησα το βάτραχο μέσα σε ρηχό νερό για ν’απορροφήσει όσο μπορεί, ξέπλυνα το τερράριο και πρόσθεσα νέο, αρκετά στεγνότερο, αν κι όχι εντελώς στεγνό, αργιλώδες χώμα. Μετά επέστρεψα το βάτραχο και τον άφησα για να σκάψει την τρύπα του μόνος του. Την επομένη είχε χαθεί μέσα στο χώμα. Στις 16 του μηνός το μεσημέρι ωστόσο τον εντόπισα στην επιφάνεια στη γωνία, δίπλα στην τρύπα του, αλλά μέσα στην ίδια μέρα ξαναθάφτηκε κι έκτοτε δεν ξαναβγήκε. Τώρα βρίσκεται σε νάρκη περίπου στη μέση του τερραρίου κοντά στον πυθμένα, και δεν υπάρχει κανένα ίχνος του στην επιφάνεια. Εκεί θα παραμείνει μέχρι το Μάρτιο ή και τον Απρίλιο, οπότε θα τον ξυπνήσω.

Ενημέρωση 6/4/2016: Τελικά ήμουν λίγο ανυπόμονος και τον ξύπνησα πολύ νωρίτερα, στις 26 Φεβρουαρίου, τις μέρες δηλαδή που ο καιρός άρχισε να βελτιώνεται προσωρινά. Για όλο το προηγούμενο λοιπόν διάστημα, ο βάτραχος δε βγήκε καθόλου στην επιφάνεια, αν και στις 9 Ιανουαρίου τον έβγαλα για λίγα λεπτά για να τον εξετάσω. Το χώμα τότε είχε ήδη στεγνώσει, κι ο βάτραχος άρχισε να σχηματίζει το κουκούλι του από παλιές στρώσεις δέρματος. Αν και λέγεται κουκούλι, καλύτερα χαρακτηρίζεται ως μεμβράνη, αφού είναι πολύ λεπτό. Πέρασε τη νάρκη του σε θερμοκρασίες μεταξύ 9-17 βαθμών Κελσίου, με συνήθεις θερμοκρασίες μεταξύ 12-15 βαθμών. Γενικώς τον αντιμετώπιζα σαν να μην υπάρχει, αλ΄λα μερικές φορές τον έψαχνα στο χώμα για να δω τι κάνει. Όταν τύχαινε και τον άγγιζα απότομα, συνήθως έβγαζε έναν οξύ και λεπτό ήχο ενόχλησης, και μια συγκεκριμένη φορά το Φεβρουάριο έκανε τέτοιους ήχους αραιά για περίπου μισό λεπτό. Την επόμενη φορά που θα τον έλεγχα, συνήθως θα είχε αλλάξει θέση, πάντα κάτω απ’το χώμα. Προς το τέλος της νάρκης ωστόσο διάλεξε μια συγκεκριμένη θέση την οποία δεν άλαζε. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε να ξεσκεπάζω το βάτραχο σε χειμέρια νάρκη, όπου επίσης τρίβω λίγο το δέρμα του για να ακούσετεότι έχει γίνει σκληρό από την ανάπτυξη του κουκουλιού.

Τον ξύπνησα λοιπόν το βράδυ στις 26 Φεβρουαρίου, σε μία βροχερή μέρα. Αν και η βροχή δεν είναι απαραίτητη για το ξύπνημά του, και μπορεί να ξυπνήσει απλώς με προσθήκη νερού στο υπόστρωμά του, εγώ ήθελα να δω πώς θ’αντιδρούσε στις φυσικές συνθήκες. Έξω οι θερμοκρασίες ήταν αρκετά χαμηλές, αλ΄λα θα τον είχα εκεί για λίγη ώρα, πριν προλάβει να ψυχθεί το χώμα του. Μέσα σε περίπου δέκα λεπτά ψυχάλας, πριν καλά-καλά προλάβουννα υγρανθούν τα πρώτα εκατοστά του χώματος, ο βάτραχος βγήκε στην επιφάνεια και τον μετέφερα μέσα.
Ceratophrys cranwelli εμφανίζεται στην επιφάνεια μετά από τη νάρκη 26/2/2016
Έπειτα τον έβγαλα από το δοχείο του και τον έβαλα σ’ένα άλλο ρηχό δοχείο με ζεστό νερό, για να αποβάλει ευκολότερα το κουκούλι του και να ενυδατωθεί. Είχε αρκετά ξηρό, ζαρωμένο δέρμα και θαμπά χρώματα. Μόλις όμως μπήκε στο νερό, το δέρμα του μαλάκωσε αμέσως κι άρχισε να σχίζεται. Το κουκούλι αυτό είναι πραγματικά λεπτό, σίγουρα λεπτότερο από χιλιοστό, και μόλις έβγαινε γινόταν σαν μια γλοιώδης ταινία. Έβγαλε αρκετό μόνος του, αλλά βοήθησα λίγο κι εγώ. Το περισσότερο μάλλον το έφαγε. Μετά από λίγο το νερό έγινε κιτρινωπό, και δεν ξέρω αν ήταν απ’τη λάσπη ή αν άδειασε το περιεχόμενο της ουροδόχου κύστεώς του, όπως έπρεπε να κάνει. Το άλλαξα όμως και τον ξαναέβαλα στο νερό για περίπου 15 λεπτά, για να απορροφήσει όσο γίνεται. Μόλις τον έβγαλα, ήταν πάλι στρουμπουλός και με τα έντονα χρώματα που είχε και πριν. Τον τάισα δύο αρσενικές κατσαρίδες Αργεντινής στο σ΄τομα κατευθείαν, αν και δε χρειαζόταν, και τον άφησα στο χώρο του. Αργότερα μέσα στο βράδυ έσκαψε και ξανακρύφτηκε.
Την επόμενη μέρα τον πήρα από το παλιό του δοχείο με τη ρωγμή και τον έβαλα στο καινούργιο του τερράριο, το οποίο έχει διαστάσεις 30χ19χ20. Έπειτα τον τάισα ένα υπερβολικά μεγάλο γεύμα, 5 σαλιγκάρια Helix aspersa μεσαίου μεγέθους με το κέλυφός τους, κι ένα χωρίς. Μετά το τάισμα, ο βάτραχος είχε υπερδιπλασιαστεί σε μέγεθος και έμοιαζε με σακουλάκι γεμάτο βότσαλα. Επειδή οι γενικές θερμοκρασίες ήταν χαμηλές, τον έβαλα σε θερμαντι΄κη πλάκα, η οποία καλύπτει το μισό πυθμένα του δοχείου του και διατηρεί θερμόκρασία 25-28 βαθμών μέσα στο χώμα. Λόγω αυξημένου βάρους από το περισσότερο χώμα, τον πήρα από την παλιά θέση του πάνω στο τερράριο του γενειοφόρου δράκου και τον έβαλα σ’ένα τραπέζι δίπλα. Κατά την νάρκη βρισκόταν μέσα σε ντουλάπι. Κατά τη δεύτερη μέρα άρχισε η πέψη, με σταδιακό φούσκωμα του βατράχου και μείωση του όγκου των οστράκων. Στις επόμενες μέρες τα σαλιγκάρια μειώνονταν σε όγκο προοδευτικά, ώσπου έμειναν κάτι θραύσματα μόνο στη μέση της κοιλιάς κι ένα μισοχωνεμένο όστρακο. Την έννατη μέρα κάθε ίχνος σαλιγκαριού είχε χαθεί, ενώ στη δωδέκατη αφόδευσε. Τελικά το στομάχι του είδους αυτού είναι παντοδύναμο. Το επόμενο γεύμα αποτελούταν από 6 σαλιγκάρια χωρίς το κέλυφος, καθώς και από δύο ακρίδες, 6 superworms και μια κατσαρίδα Αργεντινής. Στο επόμενο γεύμα έδωσα 12 superworms και τρεις κατσαρίδες Αργεντινής, ενώ το τελευταίο γεύμα, που δόθηκε το Σάββατο στις 26 Μαΐου, αποτελούταν από 18 superworms και μία αρσενική κατσαρίδα Αργεντινής, κι ακόμα η τροφή δεν έχει αποβληθεί. Αυτό το Σάββατο πρόκειται να τον ταΐσω κάποιο κατεψυγμένο τρωκτικό, ίσως και έντομα για να κυνηγήσει μόνος του, για΄τι ως τώρα του τα έδινα απευθείας στο στόμα. Παρατήρησα ότι τα σαλιγκάρια, αν και φαινομενι΄κα σκληρά, χωνεύονται ευκολότερα από τα έντομα, γιατί των μεν το όστρακο αποτελείται από ανθρακικό ασβέστιο, που λιώνει στο όξινο στομάχι, των δε ο εξωσκελετός αποτελείται από χιτίνη, η οποία διασπάται πο΄λυ δύσκολα, και αποβάλλεται συνήθως σε μικ΄ρα θραύσματα.
Φέτος επίσης διαπιστώθηκε και το φύλο του, και περίλυπος ανακοινώνω ότι τελικά δεν είναι Μπαλίτσα, αλ΄λα αρσενικό. Το καλό από την όλη υπόθεση είναι ότι τελικά μπορώ να είμαι απολύτως σίγουρος για το φύλο, αλλά το κακό είναι ότι τελικά δε θα φτάσει στα μεγέθη ρεκόρ που ονειρευόμουν, γιατί τα αρσενικά είναι μικρότερα. Ίσως με καλό τάισμα να φτάσει τα 12 εκ, και πάλι δύσκολα. Ο πατέρας μου τον άκουσε να κωάζει ένα βράδυ στα μέσα του Μαρτίου, και μια φορά λίγες μέρες αργότερα. Και τις δύο φορές κώασε για τρεις φορές. Για να το επιβεβαιώσω, τον ξέθαψα κι εγώ για να εξετάσω τα χαρακτηριστικά του. Πράγματι είχε καφέ στο λαιμό και γαμήλιες βεντούζες στα μπροστινά του πόδια, χαρακτηριστικά των αρσενικών. Χθες επίσης και σήμερα είχα την τύχη να τον ακούσω να κωάζει, και τις δύο φορές το μεσημέρι. Ο ήχος του είναι ένας απλός τόνος, σαν περίεργο κρώξιμο ή ρομποτικός ήχος. Την πρώτη φορά τον έκανε δύο φορές, ενώ σήμερα τέσσερις. Δυστυχώς δεν πρόλαβα να τον ηχογραφήσω. Άρα το όνομα αλλάζει, αλλά πάλι πρέπει να είναι παραπλανητικό για να δημιουργεί την ψευδή εντύπωση του άκακου, οπότε είναι Μπαλούλης.

Ενημέρωση 8/4/2016: Τελικά σήμερα την Παρασκευή τον τάισα. Του αγόρασα ένα κατεψυγμένο ενήλικο ποντίκι (Mus musculus) από το feeders.gr, το οποίο έφαγε πολύ εύκολα, αν και δεν το περίμενα. Ήταν αρκετά μικρότερο από τους μικρούς αρουραίους που του έδινα, οπότε την επομενη φορά θα του δώσω είτε δύο ποντίκια είτε πάλι μικρούς αρουραίους. Έφαγε επίσης και τέσσερις κατσαρίδες Αργεντινής, τρεις θηλυκές και μια μικρότερη. Ακόμα δεν έχει πεινάσει τόσο πολύ ώστε να κυνηγά μόνος του, αλλά την επόμενη φορά θα τον αφήσω πεινασμένο λίγο παραπάνω, για να κυνηγήσει.

Ενημέρωση 15/5/2016: Στις παρακάτω φωτογραφίες θα δείτε το βάτραχο όπως είναι τώρα. Νομίζω πως έχει μεγαλώσει και φουσκώσει λίγο. Στην πρώτη είναι ατάιστος, ενώ στη δεύτερη, την οποία τράβηξα χθες στις 15 Μαΐου, τρώει ένα ενήλικο αποψυγμένο ποντίκι, και βρίσκεται στη μέση της διαδικασίας.

Ceratophrys cranwelli 27/4/2016

Ceratophrys cranwelli τρώει ποντίκι 14/5/2016

Ενημέρωση 9/8/2016: Οι υψηλές θερμοκρασίες στις οποίες αναγκαζόταν να βρίσκεται, αφού στο χώρο όπου βρισκόταν μπορούσαν να φτάσουν τους 32 βαθμούς για μερικές μέρες συνεχόμενα, τον κατέβαλαν και από τον Ιούνιο η όρεξή του μειώθηκε, θαβόταν συνεχώς στο χώμα κι άρχισε να δημιουργεί κουκούλι. Έτσι κι εγώ τον βοήθησα αλλάζοντας το χώμα και αφήνοντάς τον να πέσει σε θερινή νάρκη. Στο νέο ξερό χώμα πρώτα άδειασε το περιεχόμενο του εντέρου του με τρία μεγάλα περιττώματα, μετά θάφτηκε και γρήγορα έφτιαξε ένα στεγνό, υδατοστεγές κουκούλι, το οποίο ήταν πολύ παχύτερο απ’αυτό του χειμώνα. Όταν μια φορά τον έβγαλα στην επιφάνεια, μου φάνηκε σαν ζωικό κρεμμύδι έτσι με το παχύ, καφετί κουκούλι του που σχιζόταν σε φύλλα.
Ceratophrys cranwelli σε διαθέριση

Όταν τον άφησα σε μια στέρεη επιφάνεια δίπλα στο τερράριό του ή πα΄νω σε χαρτί, προσπαθούσε με σκαπτικές κινήσεις να ξαναθαφτεί στο υπόστρωμα, κι όταν τον επέστρεψα μέσα ξαναχώθηκε.

Τελικά στα τέλη του Ιουλίου τον ξύπνησα, αφού οι θερμοκρασίες είχαν πέσει λίγο. Έριξα στο χώμα αρκετό νερό, μέχρι να επανυδατωθεί, αλλά αυτός άργησε να βγει στην επιφάνεια. Σύντομα έβγαλε το κουκούλι, που ήταν ανθεκτικό και διαφανές σαν πλαστική σακούλα. Την ίδια μέρα, μόλις έβαλα το δάχτυλό μου μπροστά στη μύτη του, με δάγκωσε λίγο. Τις επόμενες μέρες ή όρεξή του επανήλθε και έτρωγε μεγάλες ποσότητες. Έχω την εντύπωση ότι έχει μεγαλώσει σε σχέση με την άνοιξη.

Advertisements