O. ornatus ξεδιπλώνεται από στάση ανάπευσης


O. ornatus εν κινήσει


αδρανοποιημένος O. ornatus Αγνοήστε την ημερομηνία, το κινητό είχε απορρυθμιστεί.

Τις χιλιοποδαρούσες τις ξέρω από πολύ παλιά. Στο Χωριό μου τις συναντούσα σε μεγάλους αριθμούς, το βράδυ συνήθως, να κινούνται αργά πάνω σε μεγάλα δέντρα με κουφάλες ή σε υγρούς τοίχους. Ξέρω το σχήμα τους, το χρώμα τους, τη μυρωδιά τους, την τάση να γίνονται μπαλίτσες όταν απειλούνται και την ικανότητά τους να κινούνται για λίγο ακόμα κι αν έχουν κοπεί στη μέση! Έπειτα έμαθα για εξωτικά είδη που μπορούν να γίνουν πολύ μεγαλύτερα από τα δικά μας, όπως το μεγαλύτερο παγκοσμίως αφρικανικό είδος Archispirostreptus gigas, που μπορεί να φτάσει τα 30 εκατοστά και παραπάνω! Γι’αυτό, καθώς και για παρόμοια τροπικά είδη, είχα γράψει παλαιότερα εδώ ένα άρθρο. Από τότε λοιπόν που έμαθα για το συγκεκριμένο είδος, έψαχνα γι’αυτό, γιατί θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να έχω ένα τέτοιο μυριάποδο που θα ήταν πολλαπλάσιο σε μέγεθος των δικών μας. Γενικώς με εντυπωσιάζουν τα γιγάντια αρθρόποδα κα΄θε τάξου. Δυστυχώς όμως ήταν αδύνατον να βρεθεί. Βρήκα ωστόσο ένα άλλο, πάλι αρκετά μεγάλο είδος της ίδιας οικογένειας, το οποίο πρόσθεσα στη συλλογή μου, τη χιλιοποδαρούσα της ερήμου ή του Τέξας (Orthoporus ornatus).
Θα πρέπει να πω ώμος πρώτα λίγα λόγια επιγραμματικά για τις χιλιοποδαρούσες, σε περίπτωση που το άρθρο μου γι’αυτές σας φαίνεται μεγάλο. Οι χιλιοποδαρούσες είναι η ομοταξία των διπλόποδων στην υποσυνομοταξία των μυριάποδων, κι έλαβαν το όνομα αυτό από το γεγονός ότι τα περισσότερα τμήματα του σώματός τους είναι στην πραγματικότητα συνενωμε΄να ανά δύο (διπλοτμήματα), με αποτέλεσμα κάθε τμήμα να φαίνεται πως έχει δύο ζευγάρια ποδιών. Το χαρακτήρα αυτόν τον μοιράζονται με τα ολιγόποδα, μικρά μυριάποδα του εδάφους, τα οποία είναι και οι πλησιέστεροι συγγενείς τους. Οι πιο γνωστές σαρανταποδαρούσες (χειλόποδα) είναι πιο μακρινοί συγγενείς, και δε θα πρέπει να συγχέονται με τις χιλιοποδαρούσες, γιατί οι μεν είναι γρήγορες, σαρκοφάγες, δηλητηριώδεις και οι μεγαλύτερες επιθετικές, ενώ΄οι δε είναι αργοκίνητες, χορτοφάγες και αβλαβείς, με άμυνα χημικές εκρίσεις που σπάνια επηρεάζουν τον άνθρωπο. Παρά το όνομά τους, καμία χιλιοποδαρούσα δεν έχει χίλια πόδια. Τα διπλόποδα έχουν ιστορία 420 εκατομμυρίων ετών, και ίσως μεγαλύτερη κάνοντάς τα μία από τις πρώτες ομάδες ζώων που αποίκησαν την ξηρά, και σήμερα αριθμούν περί τα 12.000 είδη ταξινομημένα σε 16 τάξεις και 140 οικογένειες, και πιθανότατα υπάρχουν πολλά περισσότερα άγνωστα είδη. Η ομοταξία χωρίζεται στις δύο αρτίγονες υφομοταξίες των πενικιλωτών και των χειλόγναθων. Τα πενικιλωτά (Penicillata) σήμερα περιλαμβάνουν μόνο μία τάξη, τα πολυξενίδια, με χιλιοποδαρούσες πλησιέστερες στην προγονική μορφή, οι οποίες έχουν μαλακό εξωσκελετό και γονιμοποίηση με εξωτερική μεταφορά των σπερματοφόρων σάκων. Τα σημερινά είδη καλύπτονται με τριχίδια, τα οποία σε κάποια είδη αποσπώνται και μπλέκουν τα μυρμήγκια όταν αυτά επιτίθενται στη χιλιοποδαρούσα. Η παλαιοζωική υφομοταξία των αρθροπλευριδίων (Arthropleuridea), η οποία περιελάμβανε και το γένος Arthopleura της Λιθανθρακοφόρου με τα μεγαλύτερα χερσαία αρθρόποδα (γύρω στα 2,6 μέτρα) είναι πλησιέστερη στα πενικιλωτά. Τα χειλόγναθα (Chilognatha) έχουν εξωσκελετό ενδυναμωμένο με ανθρακικό ασβέστιο και δευτερογενή αναπαραγωγικά όργανα στα αρσενικά τα οποία μεταφέρουν τους σπερματοφόρους απευθείας στο θηλυκό, και χωρίζονται σε δύο ανθυπομοταξίες, τα πενταζώνια (Pentazonia), με κοντόχοντρο σώμα και ικανότητα πλήρους συσφαιροποίησης σε πολλά είδη, και τα ελμυνθόμορφα (Helminthomorpha), με σκωληκοειδές γενικώς σχήμα, τα οποία είναι και τα πλέον επιτυχημένα. Η παλαιοζωική υφομοταξία των αρχιπολύποδων (Archipolypoda), στην οποία ανήκουν πολλές χιλιοποδαρούσες του πρώιμου Παλαιοζωικού, καθώς και τα πρώτα γνωστά ήδη, είναι πλησιέστερη στα χειλόγναθα, οπότε ο διαχωρισμός των δύο αυτών κλάδων θα πρέπει να είχε γίνει πριν τα πρώτα γνωστά απολιθώματα.
Μία τυπική ελμινφόμορφη χιλιοποδαρούσα έχει κυλινδρικό σχήμα, αν και πολλές έχουν εξελίξει παρανώτα, πλάγιες προεκτάσεις του εξωσκελετού που τις δίνουν πιο πεπλατυσμένη μορφή. Το κεφάλι είναι μικ΄ρο με δύο μικρές κεραίες, στοματικά εξαρτήματα που αποτελούνται από γνάθους και γναθοχειλάριο, δύο όργανα Tömösváry , τα οποία βρίσκονται πίσω και πλευρικά των κεραιών και μετρούν την υγρασία, και δύο απλοποιημένα μάτια αποτελούμενα από συγκέντρωση οματιδίων. Το αμέσως επόμενο τμήμα είναι ο αυχένας, ο οποίος είναι άποδος, Ακολουθούν έπειτα τρία απλοτμήματα με ένα ζεύγος ποδιών, όπου στο τρίτο βρίσκεται και το ζεύγος των αναπαραγωγικών οργάνων. Είναι δύο οπές και για τα δύο φύλα, με τα θηλυκά να έχουν εσωτερικά αποδέκτες σπέρματος (αιδοία) και τα αρσενικά σε πολλά είδη πέη που μεταφέρουν το σπέρμα στα γονοπόδια. Πίσω απ’αυτά τα τμήματα, που καλούνται και θώρακας, αν και δεν αντιστοιχούν επακριβώς με το θώρακα των εντόμων, ακολουθεί το υπόλοιπο σώμα με τα διπλοτμήματα, που καταλήγει στο τέλσον, όπου βρίσκεται και ο πρωκτός. Κάθε διπλοτμήμα φέρει δύο ζεύγη άκρων, αναπνευστικών πόρων πάνω από τα άκρα και οζόπορων πιο πάνω, οι οποίοι εκκρίνουν αμυντικές χημικές ουσίες. Στο έβδομο διπλοτμήμα τα αρσενικά φέρουν ένα ή δύο ζεύγη γονοποδίων, τα οποία παίρνουν τους σπερματοφόρους σάκους από τα αναπαραγωγικά όργανα και τους μεταφέρουν στα αντίστοιχα του θηλυκού, και το σχήμα τους έχει ταξινομική σημασία. Στα πενταζώνια τα πόδια αυτά βρίσκονται στο τέλος του σώματος, γι’αυτό λέγονται και τελοπόδια. Τα πόδια στις χιλιοποδαρούσες βρίσκονται κάτω απ’το σώμα, ώστε να δίνουν περισσότερη δύναμη για το σκάψιμο, και η επιφάνεια του σώματος είναι συνήθως λεία για να γλιστρά στο έδαφος. Εσωτερικά έχουν τη δομή ενός τυπικού αρθροπόδου, με το νευρικό σύστημα στην κάτω πλευρά, την καρδιά στην πάνω και το πεπτικό σύστημα στη μέση, ενώ δύο μαλπιγκιανοί σωληνίσκοι στη μέση του σώματος αποτελούν το ουροποιητικό σύστημα. Το μυικό σύστημα επενδύει μεγάλο μέρος του εσωτερικού του εξωσκελετού και των άκρων. Ο εγκέφαλος, όπως και στα υπόλοιπα αρθρόποδα, είναι μια συνένωση κεφαλικών γαγγλίων και στη συγκεκριμένη περίπτωση πολύ μικρός, εντούτοις, παρά τη φαινομενική απλή συμπεριφορά τους, οι χιλιοποδαρούσες μπορούν να σκάψουν αρκετά περίπλοκες σύραγγες κάτω απ’το έδαφος.
Οι περισσότερες χιλιοποδαρούσες ζουν στο έδαφος, στο στρώμα των πεσμένων φύλλων, κάτω απ’το φλοιό μεγάλων δέντρων, σε σάπιο ξύλο, ή σε υγρές πέτρες και σπήλαια. Μπορεί να συγκεντρωθούν σε μεγάλους αριθμούς και κινούνται αργά. Όταν απειληθούν, συνήθως συσπειρώνονται σφιχτά, προτάσσοντας το σκληρό εξωσκελετό τους προς τα έξω και προστατεύοντας τα πόδια τους μέσα, ενώ μπορεί να εκκρίνουν αμυντικό υγρό που περιέχει δύσοσμες βενζοκινόνες, φαινο΄λες, τερπενοειδή, αλκαλοειδή ή και υδροκυάνιο σε κάποια είδη. Συνήθως έχουν σκούρο κάφε ή μαύρο χρώμα, αν και οι πιο τοξικές μπορεί να προειδοποιούν με πιο έντονα χρώματα. Το είδος Aulacobolus rubropunctatus για παράδειγμα, που εκτινάσσει κυανιούχες ενώσεις, έχει ερυθρά στίγματα. Οι εκρίσεις αυτές συνήθως δεν επηρεάζουν σημαντικά τα σπονδυλωτά πέρα από λίγη ενόχληση ή και ερεθισμό, μπορούν ωστόσο να σκοτώσουν αρκετά σαρκοφάγα έντομα, όπως μυρμήγκια, δηλητηριάζοντάς τα ή καίγοντας τον εξωσκελετό τους.
Το είδος Orthoporus ornatus (στολισμένος ορθόπορος) ανήκει στην οικογένια των σπειροστρεπτιδών (Spirostreptidae) και στην τάξη των σπειροστρεπτιδίων (Spirostreptida), όπως και ο Archispirostreptus gigas. Το γένος του περιλαμβάνει περί τα 80 είδη, που εξαπλώνονται από το νότιο άκρο της Βόρειας Αμερικής μέχρι την Αργεντινή. Το είδος O. ornatus πιθανότατα πρόκειται για σύμπλεγμα, το οποίο μπορεί να διασπαστεί σε περισσότερα είδη στο μέλλον. Αυτό το είδος μαζί με τον Archispirostreptus syriacus της Μέσης Ανατολής, είναι οι μεγαλύτερες χιλιοποδαρούσες που έχουν προσαρμοστεί για ερημική διαβίωση, όπου επιβιώνουν σε υγρά μικροενδιαιτήματα.
Παρά την ευρεία διάδοση του είδους και τις πολλές ονομαστικές αναφορές γι’αυτό στο Διαδίκτυο, με μεγάλη δυσκολία θα βρείτε ουσιώδεις πληροφορίες, οι οποίες δυστυχώς είναι σκορπισμένες σε πολλά άρθρα. Εγώ τις περισσότερες πληροφορίες για το είδος τις έχω πάρει από επιστημονικές μελέτες, οι οποίες ωστόσο δεν καλύπτουν όλες τις πλευρές του είδους – για παράδειγμα δεν έχω βρει πολλά σχετικά με την αναπαραγωγή, αλλά σε σχέση με άλλες χιλιοποδαρούσες εξακολουθεί να είναι αρκετά μελετημένο είδος, και λόγω της ύπαρξής του στις ΗΠΑ και λόγω της μοναδικής του βιολογίας ως ερημόβιου μυριάποδου.
Το είδος απαντά στην έρημο Σονόρα και Τσιουάουα, και στις ΗΠΑ μπορεί να βρεθεί στις πολιτείες της Αριζόνας, του Νέου Μεξικού και του Τέξας, ενώ στο Μεξικό στις βόρειες περιοχές μέχρι το Σαν Λουίς Ποτοσί. Τα άτομα κυμαίνονται σε μήκος από 7 έως 15 εκατοστά, με συνηθέστερα τα 10 εκατοστά, και στους περισσότερους πληθυσμούς έχουν καφέ χρώμα. Εντυπωσιακότερα είναι τα άτομα του πληθυσμού του Τέξας, με εναλλασσόμενες καφέ και πορτοκαλί ζώνες και μέσο μέγεθος στα 13 εκατοστά, τα οποία είναι αυτά που κυκλοφορούν στο εμπόριο κι έχω κι εγώ. Είναι τυπικές κυλινδρικές χιλιοποδαρούσες χωρίς μεγάλες μακροσκοπικές διαφορές από τις συνήθεις πέρα από το μέγεθος. Το κεφάλι τους είναι μικρό και οι κεραίες βρίσκονται δίπλα στα όργανα Τομοσβάρι. Το αρσενικό ξεχωρίζει απ’το θηλυκό κατά την ενηλικίωση από το κενό που έχει στο έβδομο διπλοτμήμα, όπου βρίσκονται τα μαζεμένα γονοπόδιά του.
Οι χιλιοποδαρούσες αυτές ζουν σε υγρά μικροκλίματα των ερήμων, συνήθως σε μέρη με βλάστηση. Λόγω του αντίξοου κλίματος, στη φύση δραστηριοποιούνται μόνο για τέσσερις μήνες, από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο. Όλο το υπόλοιπο έτος το περνούν αδρανοποιημένες υπογείως σε τρύπες που σκάβουν μόνες τους. Είναι καλοί σκαφείς, με ικανότητα σκαφής ακόμα και σε σκληρά αργιλώδη εδάφη, αλλά δε σκάβουν σε κορεσμένο έδαφος. Η τυπική μορφή της σύραγγας είναι ένας σχεδόν κατακόρυφος σωλήνας μ’ένα θάλαμο στον πυθμένα. Η έκδυση του εξωσκελετού προηγείται της ετήσιας δραστηριότητας, οπότε η χιλιοποδαρούσα, κουλουριασμένη αραιά σ’έναν υπόγειο θάλαμο, ανοίγει το μπροστινό μέρος του εξωσκελετού και βγαίνει αργά από μέσα του, τον οποίον έπειτα τρώει για ν’ανακτήσει τα χαμένα θρεπτικά συστατικά και το ασβέστιο. Μετά την έκδυση ο μεταβολισμός της ανεβαίνει και βγαίνει στην επιφάνεια για να τραφεί. Τρέφεται με νεκρή οργανική ύλη και φλοιό από ποικιλία φυτών, με ιδιαίτερη προτίμηση σε θαμνώδη ερημόβια φυτά όπως εφέδρα (Ephehdra sp), μεσκίτε (Prosopis sp), ρητινώδη θάμνο (Laria tridentata), κάκτους του γένους Opuntia κλπ, ενώ σπανιότερα τρώει και νωπά μέρη φυτών και καρπούς. Τρέφεται επίσης με χώμα, άμμο και χαλικάκια καθώς κινείται, τα οποία βοηθούν στη μετακίνηση των τροφών και μπορεί να περιέχουν οργανική ύλη, καθώς και με τμήματα από νεκρά έντομα περιστασιακά. Το είδος τρέφεται μόνο σε υγρό έδαφος. Όπως κι άλλα φυτοφάγα ζώα, διαθέτει συμβιωτικά βακτήρια στο πεπτικό της σύστημα τα οποία διασπούν την κυτταρίνη και την ημικυτταρίνη. Η κυτταρίνη και η ημικυτταρίνη διασπώνται στο μέσο τμήμα του πεπτικού σωλήνα, ενώ η πηκτίνη στο πίσω. Ως σαπροφάγο φυτοφάγο επομένως, παίζει μεγάλο ρόλο στην ανακύκλωση της νεκρής φυτικής ύλης στο ερημικό οικοσύστημά του. Το είδος δραστηριοποιείται κυρίως το πρωί και το απόγευμα, αλλά συχνά κινείται και τη νύχτα, ενώ σε βροχερές μέρες μπορεί να παραμείνει δραστήριο όλη τη μέρα. Κινείται στην επιφάνεια του εδάφους, ή σκαρφαλώνει σε ψυλότερα μέρη και θάμνους. Οι θερμοκρασιακές αντοχές του είδους είναι πολύ μεγάλες, με κανονική δραστηριότητα μέχρι τους 35,5 βαθμούς Κελσίου, οπότε επιστρατεύει θερμορρυθμιστικές συμπεριφορές για ν’αποφύγη την υπερθέρμανση, όπως τη διαφυγή κάτω απ’τη γη, τις πέτρες ή την πυκνή βλάστηση, ή την αναρρίχηση σε ψυλότερους θάμνους και την αλλαγή της στάσης του σώματος εκεί ανάλογα με τη θερμοκρασία. μόλις η θερμοκρασία πέσει κάτω απ’αυτό το κρίσιμο σημείο, η δραστηριότητα ξαναξεκινά. Η αντοχή τουεπίσης στην αφυδάτωση είναι μεγαλύτερη από τα περισσότερα διπλόποδα, ενώ επανυδατώνεται ευκολότερα από άλλα είδη. Έχουν βρεθεί μικροδίαυλοι και μικροπόροι στην εφυμενίδα του που ίσως συνδέονται με αδένες που παράγουν υδατοστεγή λιπίδια όπως στα έντομα, τα οποία αν βρεθούν θα είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις υδατοστεγούς εφυμενίδας στα μυριάποδα. Όπως τα περισσότερα διπλόποδα, δε μπορεί να κλείσει τις τραχείες του, αλλά συγγενικό είδος μπορεί να περιορίσει την απώλια νερού πιέζοντας τα διπλοτμήματα και τους γοφούς των ποδιών ώστε να κλείσουν οι τραχείες όσο γίνεται, οπότε πιθανότατα να το κάνει κι αυτό. Προσλαμβάνει νερό από το έδαφος και την τροφή κατά τη δραστήρια περίοδο, και από το έδαφος κατά την αδρανή περίοδο. Σε περίπτωση ξηρασίας κατά τη δραστήρια περίοδο, κρύβεται κάτω απ’το έδαφος, κι επανεμφανίζεται μετά της βροχές. Για την αναπαραγωγή, πέραν του ότι τα ωάρια ωριμάζουν το φθινόπωρο και τα μικρά εμφανίζονται την άνοιξη, λίγα άλλα έχω βρει. Περιστασιακά το είδος φτάνει σε τεράστιες συγκεντρώσεις, που μπορεί να κατακλύσουν ακόμα και δρόμους, και πιθανολογείται ότι αυτό έχει να κάνει με την αναπαραγωγή του. Το ζευγάρωμα γίνεται όπως σ’όλα τα ελμινθόμορφα, με το αρσενικό και το θηλυκό αντικριστά και το μπροστινό μέρος του σώματός τους σηκωμένο, ώστε να μπορεί το αρσενικό να γονιμοποιήσει το θηλυκό με τα γονοπόδιά του. Δεν έχω βρει αξιόπιστες πληροφορίες όσον αφορά τα αυγά, αλά πολλές χιλιοποδαρούσες τα προστατεύουν, είτε κάτω από πέτρες, σε θαλαμίσκους στο έδαφος ή μέσα στα περιττώματά τους όπως ο A. gigas. Τα μικρά, όπως σ’όλα τα διπλόποδα, διαφέρουν αρκετά από τα μεγαλύτερα άτομα, με εμφάνιση προνύμφης σκαθαριού. Είναι μικροσκοπικά και λευκωπά με το κεφάλι, τον αυχένα και τα τρία απλοτμήματα όπως στο μεγαλύτερο άτομο, αλλά μετά τα 4 αρχικά διπλοτμήματα είναι άποδα, οπότε είναι εξάποδα. Κατά τις επόμενες διαδοχικές εκδύσεις του εξωσκελετού, πόδια εμφανίζονται στα διπλοτμήματα, και νέα διπλοτμήματα προστίθενται πριν το τέλσον. Προφανώς όπως και σ’άλλες μεγάλες χιλιοποδαρούσες, τα μικκρά χρειάζονται κάποια χρόνια μέχρι ν’αποκτήσουν το τελικό τους μέγεθος. Η διάρκεια ζωής του είδους δίνεται ως πάνω από 10 χρόνια. Στη φύση έχει πολλούς εχθρούς, που το τρώνε παρά τη χημική άμυνά του. Εξαιτίας του ξηρού κλίματος και του μεγάλου τους πληθυσμού, τα κελύφη των νεκρών ατόμων είναι συχνά, τα οποία ασπρίζουν στον ήλιο σαν τα κοχύλια στην παραλία. Δεν έχω βρει πληροφορίες όσον αφορά τους μύθους, τις παραδόσεις ή την παραδοσιακή του χρήση από πληθυσμούς Ινδιάνων της περιοχής, αν και είναι πολύ πιθανό να το χρησιμοποιούσαν στην ιατρική, στη μαγεία κλπ. Η χρήση του ως τροφή είναι απίθανη, γιατί μόνο λίγες αφρικανικές φυλές στη Μπουρκίνα Φάσο έχουν καταγραφεί να τρώνε χιλιοποδαρούσες. Αν και το κρέας τους δεν είναι τοξικό, η αφαίρεση των αμυντικών αδένων χωρίς το περιεχόμενό τους να διαρρεύσει στους ιστούς του αρθροπόδου είναι χρονοβόρα διαδικασία και δεν την κάνει κανείς.
Το είδος αυτό είναι από τα κοινότερα στην αιχμαλωσία είδη χιλιοποδαρουσας, ιδίως στην Αμερική όπου μπορεί να βρεθεί πολύ εύκολα, αφού είναι ντόπιο, ζει σε μεγάλους αριθμούς και δεν απειλείται. Τα περισσότερα άτομα εκεί είναι πιασμένα, γι’αυτό και συχνά ζουν λίγο ακόμα και με καλή φροντίδα, αφού μπορεί να έχουν πιαστεί σε μεγάλη ηλικία. Το είδος κυκλοφορεί σπανιότερα στην Ευρώπη, αλλά δε γνωρίζω για την προέλευση των εν Ευρώπη ατόμων. Ο έμπορος απ’όπου τα πήρα ωστόσο με διαβεβαίωσε πως τα δικά του τουλάχιστον είναι γεννημένα σε αιχμαλωσία. Η αναπαραγωγή του είδους στην αιχμαλωσία είναι παραδόξως δύσκολη, αλλά δυνατή. Το είδος μπορεί να διατηρηθεί με δύο τρόπους, είτε με τον απλό, ο οποίος απλώς το διατηρεί στη ζωή, είτε με τον πιο περίπλοκο, όπου μπορεί να εκτελέσει φυσική συμπεριφορά και ίσως ν’αναπαραχθεί. Στον απλό η χιλιοποδαρούσα ζει σ’ένα χώρο με λίγα εκατοστά υγρής τύρφης, όπου προστίθενται τροφές όπως πεσμένα φύλλα, υπερώριμα φρούτα ή λαχανικά για να φάει, μαζί με συμπλήρωμα ασβεστίου, το οποίο χρειάζεται για τον εξωσκελετό. Στο σύστημα αυτό η χιλιοποδαρούσα τρέφεται, αλλά δυσκολεύεται να σκάψει και ως εκ τούτου μπορεί να έχει προβλήματα με την έκδυση ή την αδρανοποίηση. Μπορεί να διατηρηθεί σε κατάσταση μόνιμης δραστηριότητας για μήνες, και θα συνεχίζει να τρέφεται μέχρι και τους 19 βαθμούς. Στο δεύτερο σύστημα δίνεται μεγάλη έμφαση στο υπόστρωμα. Το υπόστρωμα θα πρέπει να έχει βάθος τουλάχιστον ίσο με το μήκος της μεγαλύτερης χιλιοποδαρούσας, και θα πρέπει να διαστρωματώνεται σε ζώνες. Αν και η δραστηριότητα των μυριαπόδων μπορεί ν’ανακατέψει λίγο το χώμα των ζωνών, δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να τις ομογενοποιήσει. Μέχρι τη μέση περίπου λοιπόν το υπόστρωμα θα πρέπει να είναι σχετικά ανόργανο, αποτελούμενο κυρίως από ελαφρύ χώμα, άμμο και ίσως χαλικάκια, όπου τα ασπόνδυλα θα κρύβονται, ενώ το υπόλοιπο μισό μπορεί να είναι πιο οργανικό, με αρκετή αναμεμιγμένη τύρφη. Προς την επιφάνεια μπορούν ν’αναμιχθούν πεσμένα φύλλα όπως από βελανιδιά, από πλάτανο, από φλαμουριά, από οπωροφόρα ή άλλα ανθεκτικά φύλλα, όπως επίσης και κομμάτια μισοσαπισμένου ξύλου απ’όπου θα τρώνε. Στην επιφάνεια ή ελαφρώς θαμμένα θα τοποθετούνται και φύλλα διαφόρων άλλων φυτών, μισοσαπισμένα λαχανικά και φρούτα για τροφή, και το όλο δόμημα μπορεί να διακοσμηθεί με κομμάτια ξύλου, όπου οι χιλιοποδαρούσες θα σκαρφαλώνουν για να φαίνονται. Ασβέστιο θα πρέπει να υπάρχει και μέσα στην τροφή και αναμεμιγμένο με το έδαφος. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί οτιδήποτε, από την ειδική σκόνη που συνήθως χρησιμοποιείται για ερπετά, έως τριμμένο κόκκαλο σουπιάς ή σπασμένα όστρακα ή τσόφλια βρασμένων αυγών. Η μόνη δυσκολία της σε σχέση μ’άλλες χιλιοποδαρούσες έγκυται στο ότι χρειάζεται μια λεπτή ισορροπία μεταξύ υγρασίας και αερισμού, μιας και είναι ερημόβιο είδος. Η υγρασία του εδάφους θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 70-80%, αλά συγχρόνως η κυκλοφορία του αέρα πρέπει να είναι αρκετά καλή για την αποφυγή ανάπτυξης μυκήτων. Σε περίπτωση που ζει σε στάσιμο αέρα όπως πολλά τροπικά είδη, κινδυνεύει από μυκητίαση, η οποία θα εμφανιστεί ως μαύρα στίγματα στο σώμα της, πόδια που σαπίζουν και πέφτουν και τελικά θάνατος, γι’αυτό χρειάζεται αρκετές τρύπες στο κουτί ή στο τερράριο που ζει. Καθώς ο καιρός χειμωνιάζει και η θερμοκρασία πέφτει, θα σκάψουν σύραγγες στο έδαφος και θα χαθούν. Κατά την εποχή της αδρανοποίησης η υγρασία μπορεί να μειωθεί, αλλά το χώμα δε θα πρέπει να στεγνώσει εντελώς σε καμία περίπτωση. Οι θερμοκρασίες μπορούν να πέσουν, αλλά όχι υπό του μηδενός. Ιδανικά πρέπει να είναι γύρω στους 10-16 βαθμούς. Σε συνθήκες χαμηλής υγρασίας θ’αδρανοποιηθούν ακόμα και σε θερμοκρασίες δωματίου. Εάν χαθούν στο έδαφος ενώ είναι καλοκαίρι, ίσως η υγρασία έχει πέσει αρκετά. Υπάρχει περίπτωση επίσης να κρύφτηκαν για επερχόμενη έκδυση, αφού δεν είναι απαραίτητο ναπαραμένουν αδρανείς πριν την έκδυση όπως στη φύση. Στην περίπτωση αυτήν μην τις ενοχλείτε, αφού η έκδυση είναι μια δύσκολη διαδικασία για κάθε αρθρόποδο. Ζευγαρώματα παρατηρούνται στην αιχμαλωσία, αλλά η επιτυχής αναπαραγωγή είναι σπάνια, και ελάχιστα έχω βρει γι’αυτήν. Αν οι χιλιοποδαρούσες κάνουν τον κύκλο τους ωστόσο οι πιθανότητες για επιτυχή αναπαραγωγή είναι μεγαλύτερες.
Εγώ έπαιρνα τις δικές μου από το feeders.gr, ένα από τα λίγα καταστήματα στην Ελλάδα με εξειδίκευση στα εξωτικά κατοικίδια. Έως τώρα η σχέση μου με το είδος στέφεται με απανωτές αποτυχίες. Την πρώτη την πήρα τον Ιούνιο του περασμένου χρόνου, και θυμάμαι πως ζήτησα την πιο μεγάλη. Ήταν ένα μεγάλο, εντυπωσιακό μυριάποδο στη δραστήρια φάση του, οπότε κινούταν στην επιφάνεια του εδάφους και μάλλον έτρωγε. Ωστόσο κατά τη μετακίνησή του από το κουτί απ’όπου το πήρα, πιάστηκε στην άκρη του και τραυματίστηκε ο εξωσκελετός του κοντά στο κεφάλι. Από την πληγή έτρεξε λίγη αιμολέμφος, το κυκλοφοριακό υγρό των αρθροπόδων, αλλά έκλεισε γρήγορα. Διαβάζοντας για ιστορίες όπου χιλιοποδαρούσες επιβίωσαν μετά από μικροτραυματισμούς, είχα μια μικρή ελπίδα ότι θα επιβιώσει, αλλά τελικά πέθανε σε δύο εβδομάδες. Στο μεσοδιάστημα, αν και μπορούσε να κινηθεί, καθόταν σε μια γωνία με το μπροστινό μέρος του σώματος μαζεμένο. Επειδή ο εξωσκελετός ήταν πολύ λεπτός κι εύπλαστος, προφανώς είχε περάσει λίγος και΄ρος από την έκδυση και δεν πρόλαβε να σκληρύνει καλά. Την επόμενη την πήρα στις 27 Οκτωβρίου. Ήταν λιγότερο δραστήρια απ’την άλη κι έσκαβε στο υπόστρωμα, οπότε μάλλον ετοιμαζόταν για την αδρανοποίηση. Την είχα μέχρι τον Ιανουάριο, οπότε τη μετακίνησα σ’ένα μεγαλύτερο τερράριο που έφτιαξα για δύο χιλιοποδαρούσες. Ήταν ωστόσο αρκετά αφυδατωμένη και αργοκίνητη, και την πήρα από εκεί μήπως πέθαινε και δεν την έβρισκα μετά. Θα μπορούσα ωστόσο να περιμένω μερικές μέρες ώστε να ανακάμψει. Τελικά πέθανε, ή τουλάχιστον σταμάτησε να κινείται και την θεώρησα νεκρή. Την τελευταία την πήρα στα τέλη του Ιανουαρίου. Μου ήρθε τυλιγμένη ανάμεσα σε υγρά χαρτιά σε πλήρη νάρκη, μαζεμένη σε μια πολύ σφιχτή σπείρα (τρίτη φωτογραφία). Την τοποθέτησα στο τερράριό της, όπου μετά από λίγο δραστηριοποιήθηκε και κινήθηκε για αρκετές ώρες, μάλλον επειδή είχε πολύ φως. Τελικά σφηνώθηκε ανάμεσα στο έδαφος και σ’ένα τοίχωμα κι έσκαψε προς τα κάτω. Την επόμενη μέρα, μόνο το πίσω μέρος της φαινόταν, αλλά σύντομα χάθηκε κι αυτό. Τώρα το μόνο ίχνος της είναι μια οπή σαν μυρμηγκότρυπα. Περιοδικά ποτίζω το υπόστρωμα με λίγο νερό, αλλά δεν κάνω κάτι παραπάνω. Σκοπεύω να βάλω ακομα μία. Το τερράριο έχει διαστάσεις 26χ22χ19 στο ύψος της κορυφής, γιατί είναι λίγο στενότερο προς τα κάτω. Είναι γεμισμένο με χώμα μέχρι περίπου τα 12 εκατοστά, το οποίο αποτελείται κατά περίπου 1/3 από ελαφρύ φυτόχωμα, 1/3 από άμμο, και 1/3 από άργιλο, με ανακατεμένα λίγα χαλίκια και τύρφη. Η περισσότερη τύρφη βρίσκεται κοντά στην επιφάνεια, όπου έχω μισοθάψει ξερά και μισοσαπισμένα φύλλα. Θα βάλω κι ένα κομμάτι ξύλου ή χοντρού φλοιού την άνοιξη επιπλέον για να σκαρφαλώνει, αν όλα βέβαια πάνε καλά.
Στη συμπεριφορά δε διαφέρει σημαντικά από τις δικές μας χιλιοποδαρούσες. Όταν απειλείται συσπειρώνεται, είτε σε διπλή είτε σε επίπεδη σπείρα. Τείνει να συσπειρώνεται συχνότερα σε διπλή, η οποία είναι και η συνήθης στάση ανάπαυσής της. Κατά την αδρανοποίηση παραμένει σ’αυτή τη στάση για καιρο΄, σαν ένα εξωγήινο πλασματάκι ή ένα σπάνιο απολίθωμα του Παλαιοζωικού. Θα μπορούσατε να την βάλετε σ’ένα κυπελλάκι και δε θα μετακινούταν για εβδομάδες. Αν ωστόσο ενοχληθεί αρκετά, μπορεί να ξεδιπλωθεί και ν’αρχίζει να περπατάει, ακόμα και αν είναι σε νάρκη. Οι δραστήριες κινούνται γρηγορότερα από τις αδρανοποιημένες. Δεν πρόλαβα να παρατηρήσω το σκάψιμο της τρύπας, γιατί έγινε σχετικά γρήγορα. Απλώς η χιλιοποδαρούσα πίεσε το μπροστινο΄μέρος της στο υπόστρωμα και στη συνέχεια σιγά-σιγά χάθηκε μέσα του. Όταν περπατάει σε ανοιχτό χώρο πάντοτε πηγαίνει προς το πιο σκοτεινό σημείο, αφού είναι φωτοφοβική. Αν την πιάσετε και από τιςδύο άκρες, θα τραβηχτεί κάνοντας κοιλία στη μέση για ν’απελευθερωθεί. Αν την πιάσεται από τη μέση, θα κάνει ολοένα αυξανόμενουθς κύκλους με το μπροστινό της μέρος μέχρι να βρει το χέρι σας, οπότε θ’αρχίζει να σκαρφαλώνει. Δεν έχει τόσο καλή όραση για να προσανατολιστεί αμέσως, και προφανώς ούτε ανεπτυγμένη σωματαισθησία για να καταλαβαίνει πλήρως τη θέση του σώματός της. Πάντως προσανατολίζεται πολύ καλύτερα από το σκουλήκι. Αν κάνετε το ίδοιο σ’ένα γεωσκώληκα, θα προσπαθεί να επιστρέψει με τυχαίες, μη μετρημένες κινήσεις, κι αν τύχει κι ακουμπήσει μεγάλο μερός του στο χέρι σας, τότε μάλλον θα προσπαθήσει να ανέβει. Αν ακουμπήσει μόνο η άκρη του, θα ξαναπέσει. Επίσης το σκουλήκι μπορεί να πέσει ή να κρεμαστεί από την άκρη του χεριού σας, απ’όπου με μεγάλη δυσκολία και πολλά τινάγματα ίσως γυρίσει πίσω, ενώ η χιλιοποδαρούσα συνήθως αντιλαμβάνεται τα κενά κι επιστρέφει. Αν της αγγίξετε το κεφάλι αλλάζει κατεύθυνση. Αν αρχίζει να πιάνεται απ’το κάτω μέρος του χεριού σας κι αναποδογυρίσετε το χέρι σας, τότε κανονικά θα πρέπι να μπορεί να ανέβει, αν και με δυσκολία. Αν κρέμεται το αναποδογυρισμένο μέρος της και δεν πιάνεται από το χέρι σας, ίσως είναι αδύναμη κι έχει κάποιο πρόβλημα. Αν την βάλετε πάνω σε χαρτί, όλα τα μικρά ποδαράκια της ακούγονται σαν ένας απόκοσμος στρατός μικροσκοπικών εντόμων που έρχεται κατά πάνω σας! Το αμυντικό της υγρό δε μπορεί να βλάψει το ανθρώπινο δέρμα, αν και μπορεί να ερεθίσει ευαίσθητα άτομα, και σίγουρα ερεθίζει τα μάτια ή κομμένο δέρμα. Έχει τύχει να με τσούξει έκκριση από δική μας χιλιοποδαρούσα σε κομμένο χέρι. Γι’αυτό πλένετε τα χέρια σας αφού τις πιάσετε. Γενικώς οι χιλιοποδαρούσες δεν είναι ζώα χειρισμού, αφού μόνο κακό μπορεί να τις κάνει η απομάκρυνση από το μικροπεριβάλλον τους. Άλλωστε δεν έχουν τη νοητική ικανότητα να σας γνωρίσουν ή να δημιουργήσουν μία στοιχειώδη σχέση μαζί σας, ενώ κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να τραυματιστούν όταν είναι εκτός του χώρου τους. Η συμπεριφορά τους δε διαφέρει απ’αυτήν στο φυσικό τους περιβάλλον. Θα πρέπει ν’αντιμετωπίζονται περισσότερο ως ζώα παρατήρησης, σαν τα ψάρια των ενυδρείων. Ωστόσο κάποιες φορές θα πρέπει να τις πιάσετε, π.χ. εάν χρειαστεί να τις μετακινήσετε. Αν τύχει και κινούνται στην επιφάνεια και καποιος άλλος θέλει να τις δει, δε θα βλάψει αν τις βγάλετε για λίγο, αρκεί να τις κρατάτε προσεκτικά φροντίζοντας μη χτυπήσουν κάπου ή πέσουν. Αν πέσουν από μεγάλο ύψος μάλλον το αποτέλεσμα θα είναι θανατηφόρο. Επίσης αν κοπούν πόδια τους δεν αναγεννώνται, όπως γίνεται σε άλλα αρθρόποδα. Σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να τις ενοχλείτε αν έχουν κρυφτεί στο έδαφος.
Εύχομαι καλή επιτυχία στον εαυτό μου με το είδος. Θα σας ενημερώνω για νεότερα.
Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο για τη χιλιοποδαρούσα της ερήμου στην αγγλική Wikipedia
η χιλιοποδαρούσα της ερήμου, ζωολογικός κήπος της Κοιλάδας Λεχάι
χιλιοποδαρούσα της ερήμου, ζωολογικός κήπος ανακάλυψης αμφιβίων και ερπετών
Επιστημονικές μελέτες:
εποχιακές μεταβολές στην ισορροπία του νερού στον Orthoporus ornatus, μία ερημόβια χιλιοποδαρούσα
ο αναπνευστικός μεταβολισμός στον O. ornatus
τροφή, ρυθμοί κατανάλωσης και αφομοίωσής της στον O. ornatus
συμπεριφορική θερμορρύθμιση του O. ornatus σε τρία ερημικά ενδιαιτήματα
δερματική μικροδομή του O. ornatus
παραγωγή σε βιομάζα κατά την τροφοληπτική περίοδο του O. ornatus
ο ρόλος των αερόβιων μικροβιακών πληθυσμών στην πέψη της κυτταρίνης από τις ερημόβιες χιλιοποδαρούσες
νεοϊχνολογία των σκαπτικών χιλιοποδαρούσών: συνδέοντας τη μορφολογία των σημερινών λαγουμιών, την οργανισμική συμπεριφορά και τις ιδιότητες του ιζήματος για την ερμηνεία ηπειρωτικών ιχνοαπολιθωμάτων
νεοϊχνολογία των σπειροβολιδίων
Η μελέτη αυτή έγινε μετά την πρώτη για μέλη συγγενικής τάξης (Spirobolida), και κατέληξε σε παρόμοια αποτελέσματα.
εποχιακές αλλαγές στα αμινοξέα, τις πρωτεΐνες και τα ανόργανα ιόντα της αιμολέμφου του O. ornatus
τρόποι οσμορρύθμισης της αιμολέμφου σε τρία ερημόβια αρθρόποδα

Ενημέρωση 5/4/2015: Προχθές στις 3 του μηνός πρόσθεσα και τη δεύτερη χιλιοποδαρούσα. Είναι λίγο μικρότερη από όσες άλλες είχα, και την πήρα κι αυτήν μέσα σε υγρά χαρτιά, πλήρως συσπειρωμένη σε νάρκη. Στη συνέχεια βρήκα και ξέθαψα και την προηγούμενη, η οποία είχε γίνει επίπεδη σπείρα, ώστε να εμπλουτίσω περισσότερο το χώμα τους, στο οποίο έτριψα τρία σουπιοκόκκαλα για ασβέστιο, και πρόσθεσα λίγη τύρφη ακόμα στην επιφάνεια. Και οι δύο είναι υγιείς και κινούνται κανονικά. Μόλις τις ξανάβαλα μέσα, έκαναν λίγες βόλτες τυχαία, και μετά σταμάτησαν. Την άλλη μέρα που τις είδα η πρώτη είχε ίσα-ίσα μόνο το πίσω μέρος της στην επιφάνεια, ενώ η δεύτερη είχε θαφτεί λιγότερο καλά. Σύντομα η πρώτη χάθηκε εντελώς στο υπόστρωμα, ενώ η δεύτερη κατέβηκε πιο κάτω.
Ενημέρωση 12/8/2016: Ξέχασα να ενημερώσω, αλλά δεν τις έχω πια. Τις έψαξα το Μάιο, η μία δεν υπήρχε καν, η άλλη ήταν πολύ μαλακιά και ίσως να την ενόχλησα στη φάση της έκδυσης. Ίσως να είχαν φτάσει στο όριο ζωής τους, ή απλώς είναι δύσκολο είδος, όπως λέγεται.

Advertisements