Την Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου το απόγευμα παρακολούθησα στο Βασιλικό Θέατρο τον “Δον Ζουάν» του Μολιέρου. Νομίζω πως παίζει ακόμα, μπορείτε να ψάξετε, γιατί πρέπει να το δείτε. Όπως κι άλλα θεατρικά έργα του ίδιου συγγραφέα, κατακρίνει το προσωπείο του καθωσπρεπισμόυ, το οποίο υιοθετούν άτομα κοινωνικοοικονομικά ανώτερων τάξεων, πίσω απ’το οποίο κρύβεται μια ακόλαστη ζωή, και μολονότι οι συνθήκες της εποχής του δεν ισχύουν σε μεγάλο βαθμό σήμερα, εξακολουθεί να δίνει διαχρονικά μηνύματα.
Κεντρικοί ήρωες είναι το δίπολο Δον Ζουάν και του υπηρέτη του Σγαναρέλ, δύο άνθρωποι με εντελώς αντίθετες πεποιθήσεις΄ο πρώτος ελευθεριάζων, εραστής της ομορφιάς σε οποιαδήποτε μορφή – είχε αποπλανήσει ή και παντρευτεί χιλιάδες ερωμένες κάθε κοινωνικής τάξης και εμφάνισης -, άθεος, με οδηγό τη λογική και ανεπηρέαστος από τη γνώμη των άλλων, και ο άλλος θεοσεβούμενος, πιστός στις παραδοσιακές αξίες του γάμου, της σωστής συμπεριφοράς και της πίστης. Το έργο ξεκινά με την αναζήτηση μιας νέας ερωμένης, αφού είχε εγκαταλείψει την προηγούμενη, η οποία έφτασε σε άσχημη κατάσταση. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα κλοπής μιας ερωμένης από τον μνηστήρα της στη θάλασσα, η βάρκα του ανατρέπεται και οι χωρικοί των σώζουν. Στο χωριό εξακολουθεί ν’αποπλανεί γυναίκες, υποσχόμενος πως θα τις παντρευτεί και θα τις πάρει από τη μοίρα τους, αλλά σύντομα εχθροί του, που από τη συμπεριφορά του είχε αποκτήσει πολλούς, των πλησιάζουν κι αναγκάζεται να τραπεί σε φυγή. Έως και να μεταμφιεστεί αναγκάζεται για να διαφύγει της προσοχής τους. Αργότερα συναντά δύο αδέρφια που δέχθηκαν επίθεση από ληστές τους οποίους διώχνει. Τότε του ανακοινω΄νουν γιατί βρέθηκαν στο δρόμο, πως αναζητούν το Δον Ζουάν για να μονομαχήσουν, επειδή η αδερφή τους, η ερωμένη που εγκατέλειψε στην αρχή, κατέληξε να γίνει μοναχή μετά την εγκατάλειψή της απ’αυτόν. Σύντομα τους αποκαλύπτει την ταυτότητά του, και τα αδέρφια χωρίζονται, με τον έναν να τον υπερασπίζεται επειδή του έσωσε τη ζωή και τον άλλον να τον ζητα σε μονομαχία, η οποία τελικά δεν έγινε. Στη συνέχεια επισκέφθηκε τον τάφο ενός στρατιωτικού διοικητή, τον οποίο δολοφόνησε μυστηριωδώς, πιθανόν για γυναικείες υποθέσεις, όπου το άγαλμά του τον μιλά, συμβολίζοντας το Θεό. Ο Δον Ζουάν δεν ακούει τις προειδοποιήσεις του. Όλοι τον προειδοποιούν για το κακό που μέλλει να πάθει αν εξακολουθήσει αυτόν τον τρόπο ζωής, με δρυμύτερα λόγια αυτά του πατέρα του. Η γυναίκα που παράτησε, η οποία έγινε μοναχή, τον επισκέπτεται επίσης προειδοποιώντας τον. Βλέποντας την οργή των ανθρώπων στραμμένη πάνω του επικίνδυνα, ο Δον Ζουάν αποφασίζει ν’αλλάξει στάση ζωής, υιοθετώντας μία μάσκα καθωσπρεπισμού και συντηριτισμού, αλλά εξακολουθώντας να πράττει ό,τι έπραττε και πριν, προς μεγάλη αγανάκτηση του υπηρέτει, ο οποίος επανειλημμένα στο έργο λέει πως δε μπορεί να τον ανεχτεί, αλλά είναι υποχρεωμένος να του είναι πιστός. Στο τέλος το άγαλμα εμφανίζεται ως συμβολισμός του Θεού, και τον καλέι κοντά του. Ο Δον Ζουάν, μην πιστεύοντας στο θαύμα, τον προκαλεί. Τελικά το πυρ της Κολάσεως πέφτει πάνω του, αλλά ο Δον Ζουάν δεν αποκηρύσσει τις απόψεις του μέχρι το τέλος. Όλοι χάρηκαν με το θάνατό του, εκτός απ’τον υπηρέτει, ο οποίος θρηνούσε τους μισθούς που δεν πληρώθηκε.
Ένας τέτοιος άνθρωπος σίγουρα θα αποτελούσε σκάνδαλο για τη θρησκευόμενη και πουριτανική εποχή του, ιδίως στον κύκλο των ευγενών, που έπρεπε να συμπεριφέρονται κατά αξιότιμο τρόπο. Σίγουρα η συμπεριφορά του θα είχε επισύρει το μίσος και την οργή των συμπολιτών του, οι οποίοι πιθανότατα θα τον τιμωρούσαν. Αλλά ακόμα και σήμερα, αν και δεν έχουμε τις ίδιες ακριβώς ανησυχίες, με λίγες παραλλαγές πιστεύω πως ο ίδιος άνθρωπος θα εξακολουθούσε να θεωρείται ένας πλούσιος κι επιφανής που κάνει ό,τι θέλει με το χρήμα, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια και το μίσος πολλών, ίσως και το θαυμασμό ή και το φθόνο κάποιων. Πιθανότατα δε θα τον τιμωρούσε κανείς. Οι γυναίκες φυσικά θα έτρεχαν όλες από πίσω του, όπως και στην εποχή του έργου, γιατί διαχρονικά ελκύονται απ’το χρήμα. Δεν πιστεύω πως η μετέπειτα απόρριψή τους θα τους γινόταν μάθημα για πιθανές μελλοντικές παρόμοιες περιπτώσεις. Ο Δον Ζουάν θεωρήθηκε σημείο αμφιλεγόμενο, με άλλους να τον ανακηρύσσουν επαναστάτη της εποχής του κι άλλους να τον αποκηρύσσουν ως ασεβή απατεώνα. Εγώ θα τον βάλω κάπου στη μέση. Στην πραγματικότητα πολλά έργα του Μολιέρου κινούνται σε παρόμοιο πνεύμα, αφού ήταν άνθρωπος που μισούσε τον τρόπο ζωής των ανθρώπων της αυλής, όπου εντούτοις ο ίδιος μεγαλούργησε, ο οποίος, πίσω από την ευγένεια έκρυβε κολακία, απάτη, ίντριγκα και ψέμα. Ιδίως το πιο κωμικό έργο του Ταρτούφος προκάλεσε τη δυσαρέσκεια πολλών ευγενών, οι οποίοι εμπόδισαν το παίξιμό του για πολλά χρόνια.
Ο Δον Ζουάν γράφτηκε το 1665. Ο Μολιέρος, με κανονικό όνομα Ζαν-Μπατίστ Ποκλέν, γεννήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου του 1622 και πέθανε στις 17 Φεβρουαρίου του 1673. Γιος εμπόρου υφασμάτων ο οποίος έγινε βασιλικός διακοσμητής το 1631, σπούδασε νομικά κι έπειτα δούλεψε δικηγόρος για κάποιο χρονικό διάστημα. Γνώρισε το θέατρο από τον παππού του, αλλά μια ερωμένη του ηθοποιός του ενίσχυσε την αγάπη γι’αυτό. Αν κι ο πατέρας του διαφωνούσε με την ενασχόλησή του με το θέατρο, ο Μολιέρος ίδρυσε μαζί με τους αδερφούς της ερωμένης του και κάποιους άλλους κωμικούς ένα θίασο το 1643, ο οποίος αν και είχε κάποιες αποτυχίες στην αρχή, στη συνέχεια σημείωσε αρκετές επιτυχίες ώστε να τον εντοπίσει ο βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΔ και να τον εντάξει στην αυλή, όπου έγραψε πολλά από τα έργα του. Πέθανε κατά τον πλέον ειρωνικό τρόπο, παίζοντας τον Κατά Φαντασίαν Ασθενή. Κατέρρευσε δύο φορές στη σκηνή, αλλά συνέχιζε να παίζει, ενώ πέθανε λίγες ώρες μετά, οπότε η ιστορία που τον βάζει συμβολικα να πεθαίνει στη σκηνή είναι απλώς θρύλος. Οι Γάλλοι σήμερα θεωρούν το Μολιέρο από τους κορυφαίους, αν όχι τον κορυφαίο κλασικό θεατρογράφο, ο οποίος έφερε την κωμωδία στην ίδια θέση με την τραγωδία. Το πολύ περίεργο και λυπήρο με την υπόθεσή του που βρήκα ψάχνοντας ήταν πως δεν τάφηκε σε χριστιανικό νεκροταφείο, γιατί οι ηθοποιοί δε θάβονταν με τέτοιες τιμές εκείνη την εποχή. Στην πραγματικότητα η ευρεία εκτίμηση και η σχεδόν θεοποίηση των μεγάλων ηθοποιών είναι σχετικά πρόσφατο φαινο΄μενο, ίσως προερχόμενο από το αμερικανικό Χόλιγουντ, αλλά σε καμία περίπτωση να δεχτείτε άκριτα αυτό που είπα, γιατί ούτε εγώ έχω ψάξει καλά για το θέμα, αν και απ’ό,τι φαίνεται χρειάζεται να κάνω κάποιο τέτοιο θέμα στο μέλλον. Μολονότι οι Αρχαίοι Έλληνες τιμούσαν τους υποκριτές, γενικώς το αίσθημα προς αυτούς ήταν αρνητικό. Οι Ρωμαίοι τους κατέτασσαν στην κατηγορία των ατίμων πολιτών (infamy), ελεύθεροι πολίτες μεν, με ελάχιστα δικαιώματα δε, με κοινωνική υπόσταση παρόμοια μ’αυτή των πορνών και των μονομάχων. Η εύνοια των προστατών του ήταν το μονο που κρατούσε ακόμα και τον πιο διάσημο ηθοποιό σε υψηλή θέση. Ο ιεράρχης Ιωάννης ο Χρυσόστομος τον 2ο αιώνα αποκαλεί το θέατρο τόπο πορνείας. Στη Γαλλία συνέβαινε τον 15ο αιώνα αυτό που έπαθε ο Μολιέρος, και πιθανότατα παρόμοια ίσχυαν και σ’άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ακόμα και μετά την Επανάσταση του 1821, οι Έλληνες έβλεπαν το θέατρο και άλλες μορφές παραστατικής τέχνης με μεγάλη καχυποψία, συνδεόντάς τες συχνά με την αλητεία ή την πορνεία. Έπρεπε να περάσουν πολλοί αιώνες για να επανακτήσουν οι ηθοποιοί την εκτημηση που τους αξίζει.

Advertisements