Πηγή:
Ίδρυμα Ουέστον Α. Πράις

Μετάφραση: Bolko

Αυστραλοί Αβορίγινες: ζώντας από το απόθεμα της γης

Δημοσιεύθηκε στις 4 Ιανουαρίου του 2000 από τις Σάλι Φάλον και Μέρι Γκ. Ένιγκ, PhD

Απ’όλους τους λαούς που επισκέφθηκε ο Ουέστον Πράις κατά τις ιστορικές του ερευνητικές αποστολές τη δεκαετία του 1930, κανένας δεν του προκάλεσε τόσο δέος όσο οι Αυστραλοί Αβορίγινες, τους οποίους περιέγραψε ως «ζωντανό μουσείο διατηρημένο από την αυγή της ζωικής ζωής στη γη.» Για τον Πράις, οι Αβορίγινες αντιπροσώπευαν το πρώτυπο της ηθικής και σωματικής τελειότητας. Η ικανότητές τους στο κυνήγι, την ιχνηλάτηση και την τροφοσυλλογή ήταν αξεπέραστες. Η κοινωνική τους οργάνωση επέτρεπε τη διδασκαλία των παιδιών από τη νεαρή ηλικία. Μία σειρά μυήσεων για τα αγόρια είχε σχεδιαστεί για να ενσταλάξει και την αφοβία και το σεβασμό για το καλό όλης της φυλής, και το σεβασμό και τη φροντίδα για ένα μεγάλο αριθμό ηλικιωμένων ανθρώπων, για τους οποίους φυλάσσονταν ειδικές τροφές που ήταν και εύκολες στη συλλογή και στο κυνήγι. Οι φωτογραφίες των Αβοριγίνων στη φυσική τους διατροφή που έβγαλε ο Πράις καταδεικνύουν οδοντοστοιχείες τόσο τέλειες ώστε να κάνουν τον αναγνώστη ν’αναρωτιέται αν αυτοί οι ιθαγενείς φορούσαν ψεύτικα δόντια. Αλλά όπως και όλες οι άλλες πρωτόγονες ομάδες που μελέτησε ο Πράις, οι Αβορίγινες σύντομα υπέκυψαν στο σάπισμα των δοντιών και σε νόσο κάθε τύπου όταν υιοθέτησαν τις “τροφές του σύγχρονου εμπορίου που εκτόπισαν τις προηγούμενες» – λευκό αλεύρι και ζάχαρη, μαρμελάδες, κονσερβοποιημένα τρόφιμα και τσάι. Τα παιδιά που γεννήθηκαν στην επόμενη γενιά εμφάνισαν ανωμαλίες στα οδοντικά τους τόξα με εμφανείς ρινικές δυσμορφίες – σύνδρομα όμοια μ’αυτά που εμφανίζονται στους πολιτισμούς των Λευκών.
Η αυστραλιανή ήπειρος προσφέρει άφθονες τροφές – χερσαία θηλαστικά, πουλιά, ερπετά, θαλασσινά κι έντομα – συν μίας εκπληκτικής ποικιλίας φυτικών τροφών. Οι συνθήκες ήταν οργιώδεις στις υποτροπικές περιοχές κατά μήκος των ακτών, και υπερβολικά σκληρές στο ερημώδες εσωτερικό. Πάραυτα, οι άνθρωποι των ξηρών περιοχών παρουσίαζαν την ίδια εύρωστη και καλή υγεία όπως και τα αδέρφια τους που ζούσαν στα παραθαλάσσια δάση. Κάθε φυλή διέμενε στη δική της καθορισμένη περιοχή,εκτός από τις συμμετοχές σε ορισμένες θρησκευτικές τελετές ή για το μοίρασμα ιδιαίτερα πλουσιοπάροχων συγκομιδών τροφών όπως όστρακα ή ξηρούς καρπούς. Οι παράκτιες ομάδες έχτιζαν περισσότερο ή λιγότερο μόνιμες κατοικίεςκαι κινούνταν ως ομάδα μόνο για να εκμεταλλευτούν ορισμένες εποχιακές πηγές τροφής. Οι φυλές της ερήμου ήταν πιο περιπλανώμενες; είχαν μεγαλύτερες επικράτειες, και μετακινούνταν σύμφωνα με την τοποθεσία του νερού και των θηραμάτων.
Οι άντρες ήταν υπεύθυνη για το κυνήγι μεγάλων θηραμάτων,πουλιών και ψαριών. Γενικώς κυνηγούσαν το καγκουρώ σε ομάδες. Μία ομάδα απλωνόταν για να διώξει τα ζώα προς ένα δίχτυ που τέντωναν σ’ένα ξέφωτο του δάσους ή του θαμνότοπου κοντά στην περιοχή που έτρωγαν τα ζώα. Μια άλλη ομάδα κρυβόταν κοντά στα δίχτυα για να πιάσει το θήραμα με ακόντια ή ρόπαλα. Σε ανοιχτή ύπαιθρο, τα ζώα ιχνηλατούνταν κι ακοντίζονταν καθώς ξεκουράζονταν στη σκιά ενός δέντρου κατά το ζεστό μέρος της ημέρας. 11 Μικρότερα μαρσυποφόρα όπως το ουάλαμπι, το παντέμελον, το μπάντικούτ και ο αρουραίος καγκουρώ, κυνηγούνταν επίσης. Στις ξηρές κεντρικές περιοχές, τέτοια μικρά θηράματα έχουν αντικατασταθεί εν μέρει από τα κουνέλια. Η έχιδνα – ο αγκαθωτός μυρμηγκοφάγος – επίσης θηρεύεται για το κρέας της.
Οι Αβορίγινες δεν κυνηγούσαν τη νύχτα, αλλά εξήγαγαν νυκτόβια ζώα όπως πόσουμ και κοάλα – και τα δύο εκλεκτά φαγητά – από τους ημερήσιους τόπους ανάπαυσής τους με διάφορους ιδιοφυείς τρόπους. Οι Αβορίγινες πρώτα θα ανίχνευαν την παρουσία του ζώου από τη μυρωδιά του, τις νυχιές ή τα περιττώματα, και θα επιβεβαίωναν την παρουσία του βάζονταςένα ξυλαράκι ή φοινικόφυλλο με λίγο μέλι μέσα στο κούφιο δέντρο ή κούτσουρο που χρησιμεύει ως κρυψώνα. Αν οι τρίχες κολλούσαν στο μέλι, γνώριζαν ότι το ζώο βρισκόταν εκεί.
Οι νυχτερίδες όπως η ιπτάμενη αλεπού ή ο γκρίζος ανεμοπόρος ήταν τόσο πολυάριθμες σε ορισμένα μέρη που έκλειναν τα αστέρια και το φεγγάρι όταν πετούσαν. Πιάνονταν την ημέρα ενώ κοιμούνταν στους θάμνους. Δύο ή τρεις άνθρωποι που κουβαλούσαν περίπου μία ντουζίνα ρόπαλα θ’ανέβαιναν στα δέντρα που κοιμούνταν οι νυχτερίδες. στεκόμενοι πάνω στα κλαδιά, θα τρόμαζαν τις νυχτερίδες και θα’ριχναν τα ρόπαλα πάνω τους καθώς αυτές πετούσαν μακριά.
Τα ερπετά όπως τα γκοάνα (ιγκουάνες), οι σαύρες, οι βάτραχοι και τα φίδια επίσης είχαν θέση στη διατροφή των Αβοριγίνων, όπως και πουλιά όλων των μεγεθών – εμού, γαλοπούλες, κύκνοι, πάπιες, παπαγάλοι και κακατού. Για να πιάσουν ιπτάμενα πουλιά όπως παπαγάλους, οι Αβορίγινες απλωναν δίχτυα ανάμεσα στα δέντρα. Μπούμερανγκ ρίχνονταν πάνω απ’το κοπάδι. Νομίζοντας ότι αυτά είναι γεράκια, τα πουλιά βουτούσαν προς τα κάτω και πιάνονταν στα δίχτυα. Το καλοκαίρι, οι κυνηγοί θα έπιαναν πάπιες βυθίζοντας τον εαυτό τους μέχρι το λαιμό σε νερόλακους και κρατώντας μικρά κλαδιά για να κρύψουν τα κεφάλια τους. Όταν μία πάπια πλησίαζε, ο κυνηγός θ’άρπαζε τα πόδια της και θα την έπνιγε. Τα ψάρια καμακώνονταν ή δηλητηριάζονταν με την προσθήκη ορισμένων δηλητηριωδών φυτών στο νερό. Όταν ανέβαιναν στην επιφάνεια, μπορούσαν να πιαστούν με το χέρι.
Η μεγάλη πρόκληση για τον Αβορίγινα ήταν να προσλάβει αρκετό διατροφικό λίπος. Ήταν στενή παρατηρητές της φύσης και γνώριζαν πότε ακριβώς ορισμε΄να ζώα ήταν παχύτερα. Για παράδειγμα, τα καγκουρώ ήταν παχιά όταν άνθιζε η ακακία με φύλλο φτέρης, τα πόσουμ όταν η μηλιά ήταν σε άνθηση. Άλλα σημάδια έδειχναν πότε ο ταπιτοπύθωνας, ο αρουραίος καγκουρώ, τα μύδια, τα στρείδια, οι χελώνες και τα χέλια ήταν παχιά και στο καλύτερό τους. 11 Εκτός από περιόδους ξηρασίας ή πείνας, ο Αβορίγινας απέριπτε καγκουρώ που ήταν πολύ αδύνατα – δεν άξιζε να τα κουβαλήσει πίσω στον καταυλισμό. 1 Σε περιόδους αφθονίας τα ζώα σφαγιάζονταν ανηλεώς, και μόνο τα καλύτερα και παχύτερα μέρη των κυνηγιών τρώγονταν, 7 Αγαπημένες τροφές ήταν λίπος από τα έντερα των μαρσυποφόρων και των εμού. 7 Υψηλά κορεσμένο λίπος από το νεφρό του πόσουμ συχνά τρωγόταν ωμό. 5 Το ντούγκονγκ, ένα μεγάλο θαλάσσιο θηλαστικό, ήταν μια άλλη πηγή λίπους διαθέσιμη στους ιθαγενείς στις ακτές.
Άλλες πηγές λίπους περιελάμβαναν αυγά – και πουλιών και ερπετών – και μια μεγάλη ποικιλία εντόμων. Σημαντικότερο μεταξύ αυτών ήταν η κάμπια γουίτσετι, ή η προνύμφη του σκόρου, που βρισκόταν σε σάπιους κορμούς δέντρων. Αυτές οι χυμώδεις λιχουδιές συχνα πάνω από 15 εκατοστά – τρώγονταν και ωμές και μαγειρεμένες. Η περιεκτικότητα της αποξηραμένης κάμπιας σε λίπος είναι ως και 67%. Το πράσινο μυρμήγκι των δέντρων ήταν μια άλλη πηγή πολύτιμου λίπους, με αναλογία λίπους πρωτεΐνης περίπου 12 προς ένα. Μία άλλη σημαντική εποχιακή τροφή σε κάποια μέρη της χώρας ήταν ο σκόρος μπέγκονγκ. Οι σκόροι ρίχνονταν από τις πέτρινες πλαγιές όπου συγκεντρώνονταν σε μεγάλους αριθούς, ή μαζεύονταν με καπνό από σπηλιές ή σχισμές βράχων. Ψήνονταν επί τόπου ή αλέθονταν για μελλοντική χρήση. Οι κοιλιές των σκόρων έχουν το μέγεθος ενός μικρού φιστικιού και είναι πλούσιες σε λίπος.
Ο Ουέστον Πράις σταθερά έβρισκε ότι οι υγειείς πρωτόγονοι κατανάλωναν μία διατροφή που περιέχει τουλάχιστον δέκα φορές περισσότερους λιποδιαλυτούς ενεργοποιητές – βιταμίνες που βρίσκονται μόνο στο ζωικό λίπος – σε σύγκριση με την τυπική αμερικανική διατροφή της εποχής του. Αυτά θα παρέχονταν στη διατροφή των Αβοριγίνων από το ζωικό λίπος, τα όργανα των κυνηγημένων ζώων (ολόκληρο το ζώο καταναλωνόταν, ακόμα και τα εντόσθια) όπως επίσης κι από έντομα, ψάρια και ιδίως οστρακοειδή, συμπεριλαμβανομένων των αστακών, των καβουριών, των καραβίδων, των αστακοκαραβίδων, των σαλιγκαριών, των στρειδιών, των μυδιών, των κυδωνιών, των αυτιών της Αφροδίτης, των χτενιών, των αχινών, και των θαλάσσιων σαλιγκαριών.Τα οστρακοειδή είναι συνήθως 10 φορές πλουσιότερα σε βιταμίνη δ από τα εντόσθια. Τα οστρακοειδή που τρέφονταν με φύκη και τα έντομα που τρέφονταν με πράσινα φυτά θα είχαν επίσης προσφέρει τον παράγοντα Πράις ή τον ενεργοποιητή χ που τώρα πιστεύεται ότι είναι η βιταμίνη κ2, έναν ισχυρό καταλύτη για την απορρόφηση των μετάλλων. 10
Ο παραδοσιακός ρόλος για της γυναίκες Αβορίγινες ήταν αυτός του τροφοσυλλέκτη. Ήταν υπεύθυνες για τη συγκομιδή των εντόμων, των οστρακοειδών και σχεδόν όλων των φυτικών τροφών. Οι περισσότερες περιοχές της Αυστραλίας πρόσφεραν μια αφθονία φυτικών τροφών, ακόμα και οι ξηρές ερημικές περιοχές. Η ανατολική ακτή της Αυστραλίας μόνο υπερηφανεύεται για πάνω από 250 εδώδιμα φυτά συμπεριλαμβανομένων κονδύλων όπως γιαμ και χορτοπατάτες, ριζών φτέρης, καρδιών φοινίκων, οσπρίων, ξηρών καρπών, σπόρων, βλαστών, φύλλων και μιας ευρείας ποικιλίας φρούτων όπως σύκα και μούρα. 9 Κάποιες περιοχές έδιναν ντόπιο κεχρί σε αφθονία. Στην έρημο, η τριωδία παρήγαγε μεγάλες ποσότητες σπόρου σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους.
Μία από τις πιο αξιοσημείωτες πηγές τροφής για τους Αβορ΄γινες της ανατολικής Αυστραλίας ήταν οι αραουκάριες των βουνών Μπούνια. Μια φορά κάθε τρία χρόνια αυτά τα γιγάντια δέντρα παρήγαγαν τεράστιες ποσότητες κώνων, οι μεγαλύτεροι των οποίων περιείχαν σπόρους μήκους 2,5-4 εκατοστών. Κάθε τρίτο χρόνο, πολλές φυλές θα ταξίδευαν στη γιορτή των μπούνια μπούνια – ήταν από τις λίγες φορές που άνθρωποι επιτρεπόταν να περάσουν τα όρια άλλων φυλών. Η συγκομιδή ήταν τόσο άφθονη πουχ ιλιάδες άνθρωποι μπορούσαν να ζήσουν για εβδομάδες από τους σπόρους. Οι ξηροί καρποί περιγράφονται να έχουν μια νόστιμη γεύση, κάπως σαν κάστανα όταν ψηθούν. 9 Οι ψύχες επίσης αλέθονταν σε αλεύρι και ψήνονταν στις στάχτες σαν πίτα. Οι Αβορίγινες αποθήκευαν τους σπόρους του μπούνια βάζοντάς τους σε μεγάλα καλαμένια καλάθια και θάβοντάς τους σε συγκεκριμένο τύπο λάσπης. Όταν ξεθάβονταν – μετά από αρκετούς μήνες παραμονής στο έδαφος – οι σπόροι είχαν πολύ αποκρουστική οσμή, αλλά πάραυτα ήταν δημοφιλής τροφή. 11
Άλλα δέντρα που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στον πολιτισμό των Αβοριγίνων περιελάμβαναν τις πολλές ποικιλίες της ακακίας, οι οποίες έδιναν άνθη που χρησιμοποιούνταν για την Παρασκευή γλυκών ροφημάτων, κάμπιες που μαζεύονταν από τους κορμούς και τις ρίζες τους και το φλοιό που χρησιμοποιούταν ως δηλητήριο ψαριών. Τα μαγκρόβια δέντρα, που φύονταν σε βάλτους γλυκού νερού ή μπίλαμπονγκ, παρείχαν καρπούς, κι επίσης έκρυβαν σκουλήκια των μαγκροβίων, στρείδια του γλυκού νερού, δίθυρα μαλάκια και καβούρια στα περίπλοκα ριζικά τους συστήματα. Αλάτι συλλεγόταν από τα φύλλα τους. 11 Τα μαστιχόδεντρα ή οι εύκάλυπτοι έκρυβαν κάμπιες, κυψέλες μελισσών, κοάλα και πόσουμ, όπως και εύγευστο έκκριμα εντόμων που λέγεται λερπ. Ακόμα και οι κηκίδες πάνω στους κορμούς τους τρώγονταν. Κάποια άνθη παρείχαν νέκταρ που χρησιμοποιούταν στην Παρασκευή ενός γλυκού ροφήματος που λεγόταν «μπουλ» από μια φυλή Αβοριγίνων. Ο κρεμαστός ευκάλυπτος ήταν μια πλούσια πηγή μάννα, μιας εύθραυστης λευκής ουσίας με ευχάριστη γεύση, η οποία εκρέει απ’το φλοιό. Ως και 20 κιλα μπορούσαν να συλλεγούν απ’τα δέντρα σε μία μέρα. 6 Τα φύλλα του ευκάλυπτου χρησιμοποιούνταν στην Παρασκευή βοτανικών φαρμάκων, ενώ τα κόμμεα χρησιμοποιούνταν για το γέμισμα οδοντικών κοιλοτήτων. 11 Τα άνθη της μελανολεύκας ή του χαρτόφλουδου δέντρου χρησιμοποιούταν για την Παρασκευή γλυκών ροφημάτων. Το πιο σημαντικό ήταν ωστόσο ότι ο φλοιός τους χρησιμοποιούταν για οτιδήποτε από το μαγείρεμα έως την κατασκευή κανό.
Οι ζωικές τροφές συνήθως μαγειρεύονταν, είτε πάνω από ανοιχ΄τη φωτιά είτε αχνίζονταν σε λάκους. Το καγκουρώ, για παράδειγμα, ριχνόταν σε μια φωτιά και καψαλιζόταν για λίγο χρόνο, ώστε η εσωτερική σάρκα να παραμένει πρακτικά ωμή. Άλλες φορές το καγκουρώ τοποθετούταν σε μια μεγάλη τρύπα, περιβαλλόταν από καυτά κάρβουνα και σφραγιζόταν απ’τον αέρα. Κάποτε το φαγητό τυλιγόταν σε φλοιό μελανολεύκας. Η ιπτάμενη νυχτερίδα τυλιγόταν στο φύλλο του αρχοντοφοίνικα για μαγείρεμα. Όταν οι νυχτερίδες είχαν μαγειρευτεί, τα φύλλα ξετυλίγονταν, τραβώντας το δέρμα και τη γούνα συγχρόνως.
Οι φυτικές τροφές χρειάζονταν προσεκτικότερη Παρασκευή μιας και πολλές απ’αυτές ήταν δύσπεπτες ή και δηλητηριώδείς. Οι γυναίκες Αβορίγινες περνούσαν αρκετές ώρες πλένοντας, αλέθοντας, κοπανίζοντας, στραγγίζοντας, τρίβοντας, βράζοντας και μαγειρεύοντας φυτικές τροφές. Το νερό βραζόταν σε σκάφες
από φλοιό ή σε μεγάλα κοχύλια.
Πολύ συχνά, το πρώτο βήμα στη χρονοβόρα διαδικασία της παρασκευής των φυτών ήταν η διαδικασία του “γιάντι», που εκτελούταν απ’τις γυναίκες για να διαχωριστούν οι σπόροι από τους βλαστούς και άλλες προσμίξεις με τις οποίες είχαν συλλεγεί. Η διαδικασία φαίνεται απλή, αλλά είναι, στην πραγματικότητα, υπερβολικά δύσκολη, «απαιτώντας επιδέξιες κινήσεις και αρκετή δεξιοτεχνία.» Οι συλλεχθέντες σπόροι τοποθετούνται σ’ένα επίμηκες ξύλινο πιάτο που λέγεται «κούλαμον», και τα διάφορα αντικειμενα διαφορετικής πυκνότητας ή χαρακτηριστικών διαχωρίζονται μεταξύ τους «με πολύ περίπλοκες και επιδέξιες περιστροφικές κινήσεις και τινάγματα.» 5
Οι ρίζες της φτέρης αποτελούσαν βασικό στοιχείο της διατροφής σε πολλές περιοχές. Ξεθάβονταν, πλένονταν, ψήνονταν σε καυτές στάχτες, και μετά κόβονταν σε τμήματα, κοπανίζονταν ανάμεσα σε δύο στρογγυλές πέτρες και τρώγονταν. Άλλα είδη ρίζας φτέρης στεγνώνονταν στον ήλιο, ψήνονταν ελαφρώς για ν’αφαιρεθούν τα τριχοειδή ριζίδια, και μετά ξεφλουδίζονταν με τα νύχια, ψιλοκόβονταν σ’ένα κούτσουρο για να σπάσουν οι ίνες, ανακατεύονταν με νερό και μ’άλλα συστατικά και στο τέλος ζυμώνονταν σε μια μπάλα για μαγείρεμα. Αυτές οι πίτες από ρίζα φτέρης τρώγονταν με ψάρι, κρέας, καβούρια ή στρείδια. Η χορτοπατάτα είναι μια νόστιμη ινώδης ρίζα που ψηνόταν και μετά κοπανιζόταν ανάμεσα σε δύο στρόγγυλες πέτρες πριν φαγωθεί. Κάποιες τροφές, όπως οι ψευδοβολβοί της ορχιδέας, πρώτα στεγνώνονταν, και μετά αλέθονταν κι ανακατεύονταν με νερό και μαγειρεύονταν. Τα γιαμ ξεθάβονταν μ’ένα ξύλο – κάποιες φορές από βάθος 90 εκατοστών ή και περισσότερο – και παρασκευάζονταν με σύνθλιψη και πλύση στο νερό και μετά μαγείρεμα σε στάχτες. 11
Πολλοί σπόροι τοποθετούνταν σε «σάκους ντίλι” – καλάθια ξεπλήματος – και έμπαιναν σε τρεχούμενο νερό για διάστημα από λίγες ώρες έως πολλές μέρες – μία διαδικασια που χρησίμευε στην αφαίρεση αντιθρεπτικών ουσιών και τοξινών που υπήρχαν σε πολλούς σπόρους και όσπρια. Το φασόλι τους πιρτόκουτου, για παράδειγμα, μουλιαζόταν για 12 ώρες, 6 ενώ το φασόλι του Τζακ μουλιαζόταν για αρκετές μέρες πριν κοπανιστεί, ζυμωθεί σε πίτες και ψηθεί. 11 Οι σπόροι της ζάμιας, ενός αγκαθωτού, φοινικοειδούς φυτού, ξεραίνονταν στον ήλιο, και μετά τοποθετούνταν σε μια ντίλι σακούλα και κρέμονταν σε τρεχούμενο νερό για 4-5 μέρες. Μετά συνθλίβονταν και κοπανίζονταν ανάμεσα σε δύο πλατιές πέτρες και αλέθονταν σε μια ψιλή πάστα. Αυτή η πάστα τυλιγόταν σε φλοιό μελανολεύκας, ψηνόταν κάτω από στάχτες και τρωγόταν ως πίτα. 6 Σπόροι του φοίνικα ανανά συνθλίβονταν σε αλεύρι, και μετά πλένονταν σε τρεχούμενο νερό για μια βδομάδα, μαγειρεύονταν σε καυτά κάρβουνα και τρώγονταν. 11 Τα μαύρα φασόλια μουλιάζονταν στο νερό για 8-10 μέρες και στεγνώνονταν στον ήλιο. Ψήνονταν σε καυτές πέτρες και αλέθονταν σε σκληρό αλεύρι. Όταν αυτό χρειαζόταν για φαγητό, ανακατευόταν με νερό, ζυμωνόταν σε λεπτή πίτα και μετά ξαναψηνόταν σε καυτές πέτρες. 6
Οι ξηροί καρποί του αγκαθωτού φοίνικα πανδάνου, ο οποίος ριζώνει στα βραχώδη ακροτήρια της ανατολικής Αυστραλίας, χρειάζονταν έξι εβδομάδες κατεργασίας για να γίνουν ασφαλείς για κατανάλωση. Μετατρέπονταν σε ένα εύγευστο και θρεπτικό ψωμί από ξηρούς καρπούς το οποίο ήταν επίσης δημοφιλές στους πρώτους Ευρωπαίους αποίκους. 9 Η αυστραλιανή χλωρίδα παρείχε πολλούς νόστιμους και θρεπτικούς καρπούς όλο το χρόνο, ιδίως στις υγρές παράκτιες περιοχές. Κάποιοι απ’αυτούς τρώγονταν ωμοί αμέσως μετά τη συγκομιδή, ενώ άλλοι περνούσαν από επεξεργασία. Το άγριο πορτοκάλι συλλεγόταν λίγο πριν ωριμάσει, και μετά θαβόταν για μια μέρα κατά την οποία γινόταν πολύ γλυκό. Το μήλο του καγκουρώ ωριμαζόταν ομοίως τοποθετώντας το στην άμμο για μια μέρα. 11 Η γεύση ενός είδους άγριου δαμάσκινου βελτιωνόταν μετά από την αποθήκευση ή την ταφή για λίγες μέρες. 6 Ο καρπός του κουάντονγκ, ή του ντόπιου ροδάκινου, θαβόταν για τέσσερις ημέρες. 11 Αποξηραμένα σύκα αλέθονταν σε πίτες και τρώγονταν με μέλι. Ο καρπός των μαγκρόβιων αδειαζόταν, μουλιαζόταν, και πολτοποιούταν μέσα σ’ένα καλάθι. 11
Οι Αβορίγινες επίσης χρησιμοποιούσαν καρπούς όπως οξυφοίνικα και ντόπιο μοσχολέμονο για να παρασκευάσουν δροσιστικά ροφήματα. 11 Ένα όξινο ρόφημα παρασκευαζόταν από τον καρπό του καλαμιού του δικηγόρου συνθλίβοντας τον καρπό σε νερό, και από τον αρτόκαρπο μουλιάζοντάς τον σε νερό. 6 Ορισμένα άνθη πλούσια σε νέκταρ συλλέγονταν νωρίς το πρωί και μουλιάζονταν στο νερό. Αυτό πινόταν φρέσκο κι επίσης αφηνόταν για να ζυμωθεί. 11 Κάποιες φυλές κοπάνιζαν άνθη σ’ένα ξύλινο πιάτο, κι έπειτα στράγγιζαν το νερό σε ένα άλλο πιάτο και το ανακάτευαν με τα σακχαρώδη με΄ρη των μελομυρμηγκιών. Αυτό το μίγμα αφηνόταν να ζυμωθεί για οκτώ με δέκα μέρες και γινόταν ποτό. 6 Τα ξεραμένα φύλλα του ερυθρανθούς τσαγόδεντρού προστίθενταν σε καυτό νερό για να δώσουν ένα ρόφημα σαν τσάι. 6
Φυσικά, το φρέσκο, καθαρό νερό ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των Αβοριγίνων, τόσο στις υποτροπικές παράκτιες περιοχές όσο και στο ξηρό εσωτερικό. Οι Αβορίγινες της ενδοχώρας γνώριζαν πού βρισκόταν το νερό στην έρημο κι εκτός από καιρούς υπερβολικής ξηρασίας έπιναν τεράστιες ποσότητές του. Ερευνητές έχουν βρει ότι,σ ‘ένα απ’τα ξηρότερα ενδιαιτήματα της γης, αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποιούν περίπου δύο φορές περισσότερο νερό ανά μονάδα μάζας από Ευρωπαίους στο ίδιο περιβάλλον. 7 Ένας ενήλικας Αβορίγινας άντρας μπορει να πιει σχεδόν τρία λίτρα νερό σε 35 δευτερόλεπτα. 7 Κατά τους καιρούς ξηρασίας, το νερό μπορεί να προσληφθεί από τους νεροκρατητικούς βατράχους ή από ορισμένα φυτά. 5
Στο παρελθόν, νερόσακοι από δέρμα καγκουρώ χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά αρκετά μεγάλων όγκων νερού. Παραδόξως, αυτοί δε χρησιμοποιούνταν στις πιο ξηρές περιοχές, ίσως επειδή τα καγκουρώ είναι σχετικά σπάνια στην έρημο και τα ζωτικά θρεπτικά συστατικά – ιδίως τα λιποδιαλυτά συστατικά – χάνονται εάν αυτό το ζώο δε μαγειρευτεί στο δέρμα του. 5 Έως κι ένα γαλόνι νερό θα μπορούσε να μεταφερθεί σε ορισμένα μεγάλα φύλλα τυλιγμένα κατά ιδιοφυείς τρόπους.
Καμία μελέτη των Αβοριγίνων λαών δεν αναφέρει για κάποια ειδική Παρασκευή των οστών σε πάστες ή ζωμούς, όπως γίνεται συχνά μεταξύ άλλων παραδοσιακών λαών ανά τον κόσμο. Έχει αναφερθεί ότι οι Αβορίγινες έκαναν ασβέστη καίγοντας κοχύλια σε μια μεγάλη φωτιά την οποία διατηρούσαν για τρεις με τέσσερις μέρες, 3 ο οποίοςπιθανόν χρησιμοποιούταν στην Παρασκευή του φαγητού. Τα έντομα που τρώγονταν ολόκληρα και αλεσμε΄να όπως οι πεταλούδες παρείχαν ασβέστιο, όπως και οι πολλές φυτικές τροφές που προετοιμάζονταν κατάλληλα ώστε να εξουδετερωθεί το φυτικό οξύ, που εμποδίζει την απορρόφηση του ασβεστίου.
Ούτε οι αλμυρές ούτε οι γλυκιές γεύσεις έλειπαν από τη διατροφή των Αβοριγίνων. Αλάτι συλλεγόταν από τα φύλλα του μαγκρόβιου των ποταμών και ήταν διαθέσιμο στις πεδιάδες άλατος στις ερημικές περιοχές. Τα φύλλα του πλούσιου σε νάτριο καρπόβρωτου ψήνονταν και προστίθενταν στη διατροφή. 6 Ορισμένα καλάμια και πάπυροι περιείχαν αρκετή ποσότητα νατρίου, όπως και οι σπόροι της χρυσής γρεβιλέας, κάποια είδη σύκων, το δαμάσκινο νόντα και η άγρια τομάτα. Η άγρια ρίζα του δαυκίου και τα νεροκάστανα περιέχουν περισσότερο από 4450 μικρογραμμάρια νατρίου ανά 100 γραμμάρια. 8 Οι ζωικές τροφές επίσης παρέχουν νάτριο, ιδίως το αίμα και ορισμένα όργανα, ο βαρανός, τα οστρακοειδή, τα σαλιγκάρια και τα σκουλήκια. 8 Οι σππόροι της λιάνας του πιπεριού κοπανίζονταν και χρησιμοποιούνταν ως πιπέρι 6 και κάποια αρωματικά φύλλα χρησιμοποιούνταν επίσης στο μαγείρεμα.
Για γλύκα, οι Αβορίγινες αγαπούσαν το μέλι. Ξεχώριζαν μεταξύ δύο ειδών. Το ένα ήταν λευκό και πολύ γλυκό, και πάντοτε βρισκόταν σε μικρά νεκρά και κούφια δέντρα. Το άλλο ήταν σκούρο, πιο άφθονο και κάπως ξινής γεύσης.11 Στην έρημο, η γλυκιά γεύση προερχόταν από την κατανάλωση των πρησμένων κοιλιών των σακχαρομυρμηγκιών. Τα κόμμεα των δέντρων διαλύονταν στο νερό κι ανακατεύονταν με μέλι για να γίνουν γλυκίσματα για παιδιά.3 Το λερπ, το γλυκό έκκριμα που βρισκόταν σε ορισμένα δέντρα, συλλεγόταν και μασιόταν ή λιωνόταν με ζεστό νερό για να γίνει ζελές και τρωγόταν. 11
Ορισμένοι συγγραφείς έχουν δηλώσει ότι οι Αβορίγινες δεν εξασκούσαν καμία μέθοδο γεωργίας ή εξημέρωσης ζώων. 12 Αυτό δεν ισχύει επακριβώς. Περιστασιακά, ο Αβορίγινας εξημέρωνε το άγριο ντίνγκο μεγαλώνοντας και εκπαιδεύοντας τα σκυλιά από κουτάβια. Αυτά λίγο βοηθούσαν για το κυνήγι του καγκουρώ, αλλά ήταν χρήσιμα για την ιχνηλάτηση και τον εντοπισμό της έχιδνας και του βαρανού.
Αν οι Αβορίγινες δεν εξασκούσαν τη γεωργία καθ’εαυτήν, εκτελούσαν την πρακτική της διαχείρισης της γης, ιδίως με τη χρήση της φωτιάς. Οι εθνοβοτανολόγοι τώρα έχουν ξεκινήσει να εκτιμούν το ζωτικό ρόλο που έπαιξε η φωτιά στην αύξηση της παροχής τροφής των Αβοριγίνων. Οι πρώτοι εξερευνητές συχνά ανέφεραν φωτιές των Αβοριγίνων στη γη. Πολλά από τα σημαντικά φυτά της διατροφής των Αβοριγίνων χρειάζονται συχνή καύση αν είναι να φτάσουν στη μέγιστη παραγωγή. Κάποια ερημόβια φυτά χρειάζονται πιο συχνή καύση απ’άλλα, οδηγώντας σ’ένα μωσαϊκό φυτικών κοινοτήτων σε διαφορετικά στάδια ανάκαμψης μετά από φωτιά. 5
Ακόμα και η πρακτική της αποχής απ’το κυνήγι και την τροφοσυλλογή σε ιερές τοποθεσίες συνέβαλε στην όλη οικολογία του περιβάλλοντος των Αβοριγίνων. Τέτοιες τοποθεσίες λειτουργούσαν ως καταφύγια για την άγρια ζωή ζώων. «Αυτές οι τοποθεσίες θα ήταν ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα μίας περιοχής, αφού αμέσως μετά τις ξηρασίες θα λειτουργούσαν ως πηγή φυτών και ζώων που θα επαναποίκιζαν εξαντλημένες περιοχές, εξασφαλίζοντας έτσι μια ταχύτερη ανάκαμψη των βιωτών της οικείας ζώνης.» 5
Ένας άλλος τομέας της διαχείρησης της γης περιελάμβανε τη δημιουργία καταφυγίων για πληθυσμούς εντόμων. Κορμοί βελανιδιάς σπρώχνονταν στα ρυάκια και τα ποτάμια για να προσελκύσουν τις κάμπιες τορέντο. 11 Κάποτε το ξύλο συσσωρευόταν σε ύψος πάνω από μισό μέτρο και σε πλάτος σχεδόν δύο μέτρα. Αυτό θα θεωρούταν έτοιμο για συγκομιδή στο διάστημα ενός έτους. Οι κάμπιες συλλέγονταν από γυναίκες και γέρους άντρες. Οι Αβορίγινες επίσης αποφλοίωναν τους κηρόφλοιους ευκαλύπτους για να κάνουν τους κορμούς τους να σαπίσουν. Λευκές προνύμφες θα τρέφονταν από το σαπισμένο ξύλο και συλλέγονταν για τροφή. 6
Η παραδοσιακή τροφή του Αβορίγινα οπότε παρείχε όλα όσα χρειαζόταν για πλήρη φυσική ανάπτυξη, ανώτερη δύναμη κι αντοχή και γενικά καλή υγεία. Όπως ο Ουέστον Πράις, οι πρώτοι εξερευνητές ανέφεραν ότι οι Αβορίγινες ήταν «καλά σχηματισμένοι΄ τα άκρα τους είναι ίσια και μυώδηη τα σώματά τους όρθια΄ τα κεφάλια τους με καλό σχήμα΄ τα τα χαρακτηριστικά γενικώς είναι καλά τα δόντια κανονικά , λευκά και γερά. Είναι ικανοί να υποστούν μεγάλη κόπωση και στέρηση στις περιπλανήσεις τους, προχωρώντας μαζί για μεγάλες αποστάσεις.» 12 Πολλοί παρατηρητές ανέφεραν για τη μεγάλη τους επιδεξιότητα και όραση, η οποία τους καθιστούσε ικανούς να δουν αστέρια που ο λευκός άνθρωπος μπορεί να δει μόνο με το τηλεσκόπιο, και κινούμενα ζώα σε απόσταση ενός μιλίου, τα οποία ο πολιτισμένος άνθρωπος δε μπορεί να δει καν.
Ένας πρώτος Αυστραλός άποικος ονόματι Φίλιπ Τσάνσι ανέφερε αρκετά παραδείγματα της «ταχύτητας της όρασης και της ευκαμψίας κι ευκινησίας των άκρων και των μυών» στους Αβορίγινες, συμπεριλαμβανόμένου κι ενός Αβορίγινα που στεκόταν ως στόχος για μπάλες του κρίκετ που ρίχνονταν με δύναμη από επαγγελματίες ρίπτες σε απόσταση μόνο δέκα με δεκαπέντε γιαρδών, και πάλι τις απέφευγε επιτυχώς ή της απέκρουε με μια μικρή ασπίδα για τουλάχιστον μισή ώρα.Άλλοι ιθαγενείςέριχναν μπάλες του κρίκετ σε μεγάλες απποστάσεις, και ξεπερνούσαν τους καλύτερους ακροβάτες του τσίρκου πηδώντας από ένα τραμπολίνο σ’έναν κατακόρυφο πάνω από 11 άλογα που στέκονταν δίπλα-δίπλα. 12
Εντούτοις, η μεγάλη ποικιλία ιατρικών υλικών του Αβορίγινα καταδεικνύει ότι δεν ήταν εντελώς ελεύθερος από πο΄νους και οδύνες. Τα αυστραλιανά φυτά του παρείχαν θεραπείες για τη διάρροια, τους βήχες, τα κρυολογήματα, τους ρευματισμούς, τις ωτίτιδες, τον πονόδοντο, τη ναυτεία, τον πονοκέφαλο, τα πονεμένα μάτια, τους πυρετούς, τις δερματικές αλλοιώσεις, τα εξανθήματα, την αιμορραγία της γέννας, τα σπυριά και τα έλκη – όπως και θεραπεία των πληγών, των εγκαυμάτων, των δαγκωμάτων των εντο΄μων και των δηλητηριών των φιδιών. Ο Μακφάρλαν μελέτησε Αβορίγινες που ζούσαν σχεδόν εξολοκλήρου από ντόπιες τροφές στην έρημο, και βρήκε ΄το κάθε μέλος της φυλής να πάσχει από χρόνια επιπεφυκίτιδα. 7
Οι Αβορίγινες επίσης χρησιμοποιούσαν βότανα για αντισύλληψη και στείρωση, επιτρέποντάς τους έτσι να αραιώνουν χρονικά τα παιδιά τους και να προλαμβάνουν τον υπερπληθυσμό.
Η κατάσταση του σύγχρονου Αβορίγινα που έχει εγκαταλείψει τη ντόπια διατροφή του είναι πράγματι λυπηρή. Είναι επιρρεπής στην αύξηση του βάρους, στο διαβήτη, τη φυματίωση, τον αλκοολισμό και, το χειρότερο απ’όλα, την εισπνοή της βενζίνης.
Πολλοί Αβορίγινες αναγνωρίζουν την ανάγκη επιστροφής σε ντόπιες τροφές. Ακούστε την ιστορία της Ντέιζι Κανάρι:
«Πολύ παλιά όταν οι Αβορίγινες ζούσαν από τα καλά και τα υγιειν

ά φυσικά φαγητά στη φύση, ζούσαν χωρίς καμία αρρώστια. Ζούσαν μια εύρωστη και υγιεινή ζωή. Αλλά τώρα είναι διαφορετικα. Αυτό είναι αυτό που σκεφτόμαστε. Όταν ήμασταν παιδιά οι γονείς μας μας φρόντιζαν και μας τάιζαν κουάντονγκ, κάμπιες ουιτσέτι, μελομυρμήγκια, κουνέλια και πολλά άλλα. Αυτά τα φαγητά είναι καλά και μ’αυτά μεγαλώσαμε και τρώγαμε .Ζούσαμε απ’αυτά τα φαγητά καιρό πριν κι ακόμα έτσι κάνουμε.
Μετά οι Ευρωπαίοι ήρθαν με το πολύ τους φαγητό.Από ζάχαρη, αλεύρι, γάλα, φύλλα τσαγγιού και κονσέρβες κρέατος. Από τότε έως τώρα, οι άνθρωποι ακόμα ζουν με ευρωπαϊκό φαγητό. Σήμερα τα πράγματα είναι άσχημα με τη βενζίνη και το αλκόόλ. Όταν οι γιοι μας πίνουν αλκοόλ, φεύγουν και περιπλανιούνται άσκοπα. Δε γυρίζουν πίσω στις μάνες τους. Επίσης με τη βενζίνη. Όταν τα παιδιά μυρίζουν βενζίνη για μεγάλο χρονικό διάστημα, πεθαίνουν για πάντα. Η βενζίνη και το αλκοόλ είναι κακά πράγματα που πρόσφατα ήρθαν στη χώρα μας και στη ζωή μας.» 2
Κάποιες ομάδες Αβοριγίνων έχουν επιστρέψει στη φύση – και στις ερημικές περιοχές και σε κοινότητες σε παράκτιες και ορεινές περιοχές. Μπορεί να κυνηγούν με 22άρια και να κουβαλούν νερό σε κουβάδες, αλλά έχουν ξαναμάθει τις διατροφικές συνήθειες των προγόνων τους. Κάποια απ’τα προϊόντα τους έχουν δυνητική εμπορική αξία – από τις πίτες φασολιών και τα ζυμωμένα ποτά ως σνακ, έως τις σκόνες από έντομα ως θρεπτικό πρόσθετο και για ανθρώπους και για ζώα παραγωγής, έως και τα ιατρικά σκευάσματα. Η διαφωτισμένη πολιτική της κυβέρνησης θα μπορούσε να ενημερώσει τον Αυστραλιανό πληθυσμό περί της αξίας αυτών των αντικειμένων, και να δημιουργήσει μια αγορά γι’αυτά, επιτρέποντας έτσι στους Αβορίγινες να συντηρούν τον εαυτό τους με αξιοπρέπεια ακολουθώντας και τον παραδοσιακό τρόπο ζωής.

Αναφορές
1. Abrams, Leon, M.A. Personal communication
2. Anangu Way, Nganampa Health Council, Inc. Alice Springs, Australia, 1991
3. Crawford, I. M., Traditional Aboriginal Plant Resources in the Kalumburu Area: Aspects in Ethno-economics, Western Australian Museum, Perth, 1982
4. Isaacs, Jennifer, Bush Food, Council for Aboriginal Reconciliation and the Aboriginal and Torres Strait Islander Commission, Canberra, 1992
5. Latz, P. K. Bushfires and Bushtucker: Aboriginal Plant Use in Central Australia, IAD Press, Alice Springs, NT, 1995
6. Leiper, Glen, Mutooroo Plant Use by Australian Aboriginal People, Eagleby South State School, Eagleby 4207, 1984
7. Macfarlane, W. V., “Aboriginal Desert Hunter/Gatherers in Transition,” The Nutrition of Aborigines in Relation to the Ecosystem of Central Australia, CSIRO, Melbourne, 1978
8. Miller, Janette Brand, Tables of Composition of Australian Aboriginal Foods, Aboriginal Studies Press, Canberra ACT, 1993
9. Nayutah, Jolanda and Gail Finlay, Minjungbal: The Aborigines and Islanders of the Tweed Valley, North Coast Institute for Aboriginal Community Education, Lismore, NSW, 1988
10. Price, Weston A, DDS, Nutrition and Physical Degeneration, Keats Publishing, Inc., New Canaan, CT, 1939
11. Symons, Pat and Sim, Bush Heritage, Pat and Sim Symons, Queensland 4560, 1994
12. Arnold de Vries, Primitive Man and his Food, Chandler Book Co., 1952.

Σημειώσεις:
1. Οι παρατηρήσεις έγιναν στη βόρεια και κεντρική Αυστραλία, γιατί στη νότια οι Ευρωπαίοι είχαν σχεδόν εκτοπίσει τους Αβορίγινες. λίγοι Αβορίγινες εξακολουθούσαν να επιδίδονται στα πατροπαράδοτα έθιμα εκεί. Ακόμα και σήμερα, οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί Αβοριγίνων βρίσκονται στο κέντρο και στο βορρά, στις λιγότερο ανεπτυγμένες δηλαδή περιοχές. Σήμερα ελάχιστοι ακολουθούν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής. Οι περισσότεροι ζουν είτε στις πόλεις είτε σε καταυλισμούς κοντά στις πόλεις, μέσα στη φτώχεια, στον αλκοολισμό και στην εισπνοή βενζίνης, και συντηρούνται σε μεγάλο βαθμό από κρατική βοήθεια. Το σχεδόν σίγουρο είναι ότι η δυτική διατροφή δε φταίει για τη σημερινή κοινωνικοοικονομική τους κατάπτωση.
2. Αν και μπορεί να μας φαίνεται παράξενο, στην πραγματικότητα οι πληθυσμοί παραδοσιακών κυνηγών και τροφοσυλλεκτών είναι υγιέστατοι. Με τη συχνή τους έκθεση σε παθογόνα και κακουχίες αποκτούν σταδιακά ανοσία σε οτιδήποτε. Εφόσον αυτός είναι ο προγονικός τρόπος ζωής για το είδος μας, κάτι λάθος κάνουμε εμείς σήμερα και αρρωσταίνουμε τόσο εύκολα.
3. Οι δυτικκοί ονόμασαν πολλά φυτά και ζώα της Αυστραλίας με ονόματα οικείων τους οργανισμών. Γαλοπούλες και μηλιές δεν υπάρχουν στην Αυστραλία, απλώς τα είδη αυτά έμοιαζαν με ήδη γνωστά στους Ευρωπαίους. Άλλα είδη ωστόσο έχουν οικεία ονόματα γιατί απλούστατα τυχαίνει ν’απαντώνται και στην Αυστραλία και πιο κοντά σ’εμάς, π.χ. σύκα (γένος Ficus), πάπιες κλπ. Ιγκουάνες δεν υπάρχουν στην Αυστραλία, απλώς οι Ευρωπαίοι ονόμασαν τους βαρανούς γκοάνα, επειδή τους θύμιζαν τις ήδη γνωστές σ’αυτούς μεγάλες σαύρες της Αμερικής.
4. Πράγματι τα παραδοσιακά αυστραλιανά τρόφιμα ελάχιστα έχουν προωθηθεί. Ήδη από την εποχή των πρώτων εξερευνητών και αποίκων στην Αυστραλία, οι Ευρωπαίοι αντιμετώπιζαν την τροφή των Αβοριγίνων με μεγάλη καχυποψία. Πολλοί εξερευνητές προτίμησαν να πεθάνουν από πείνα ή δηλητηρίαση παρά να δεχθούν φαγητό Αβοριγίνων. Αποτέλεσμα αυτού είναι η εισαγωγή μιας τεράστιας ποικιλίας δυτικών και μη φυτών και ζώων στην Αυστραλία για την κάλυψη των αναγκών των αποίκων, τα οποία πολλές φορές έβλαψαν σοβαρά το οικοσύστημα. Εκτός από τα γνωστά με τα κουνέλια, τις γάτες, τις φραγκοσυκιές κλπ, υπάρχουν και λιγότερο εμφανείς συνέπειες. Τα λιπάσματα που απαιτούνται για τη γονιμοποίηση του πολύ φτωχού σε φώσφορο εδάφους της Αυστραλίας για τις καλλιέργειες βλάπτουν σοβαρά τις τοπικές φυτικές κοινότητες, οι οποίες δε μπορούν ν’ανταπεξέλθουν σε τόσο υψηλά επίπεδα θρεπτικών συστατικών. Αρκετοί Αυστραλοί ωστόσο σήμερα στρέφονται προς ντόπιες τροφές.
5. Ο ρόλος των Αβοριγίνων στο σχηματισμό του σημερινού αυστραλιανού οικοσυστήματος έχει αγνοηθεί. Παραδοσιακά θεωρούταν ότι οι Αβορίγινες ζούσαν απλώς με τους ρυθμούς της φύσης. Στην πραγματικότητα τροποποιούσαν μεγάλες εκτάσεις της ηπείρου με τη φωτιά, ώστε να αποδυναμώσουν ανεπιθύμητα είδη και να ενισχύσουν αυτά που θα έτρωγαν. Για παράδειγμα συχνά έκαιγαν θαμνότοπους με πολλή ξερή ύλη για να φυτρώσει χόρτο και να έρθουν τα καγκουρώ. Άλλες φορές χρησιμοποιούσαν τη φωτιά κατά το κυνήγι, για να διώξουν τα ζώα σε μέρος που θα μπορούσαν να τα πιάσουν. Μεγάλο μέρος της παρθένας φύσης της Αυστραλίας είναι στην πραγματικότητα ανθρωπογενές. Πριν την έλευση του ανθρώπου στην Αυστραλία πριν περίπου 50.000 χρόνια ή και λίγο παλαιότερα, αν και το κλίμα της ήδη είχε ξηραθεί ως αποτέλεσμα της γενικής πτώσης της θερμοκρασίας του πλανήτη και των παγετωδών περιόδων, η ήπειρος καλυπτόταν από πολύ περισσότερα δάση. Πυροπροσαρμοσμένα οικοσυστήματα υπήρχαν, αλλά σε μικρότερη έκταση απ’ό,τι μετά την εξάπλωση του ανθρώπου. Παράλληλα με την επέκταση της πυροανθεκτικής σαβάνας και του σκληρόφυλλου δάσους, πολλά μεγάλα ζώα της Αυστραλίας, πολλά εκ των οποίων μέλη αλλού εξαφανισμένων ομάδων, εξαφανίζονται. Πιθανότερες αιτίες είναι η αλλαγή στις φυτικές κοινότητες και συνεπώς η ξήρανση του κλίματος ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας και το κυνήγι, το οποίο αν ήταν υπερβολικό σε περιόδους αφθονίας, όπως αναφέρει το άρθρο, ίσως πράγματι εξαφάνισε τα είδη που δε μπορούσαν ν’αντιμετωπίσουν αυτόν το νέο εχθρό. Η περαιτέρω ψύξη και ξήρανση του κλίματος επίσης ίσως συνέβαλε στη μεγάλη εξαφάνιση, αν και τα ζώ ααυτά είχαν αντιμετωπίσει παρόμοιες καταστάσεις παλαιότερα χωρίς τόσο σοβαρές συνέπειες. Προφανέστατα ο άνθρωπος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξαφάνισή τους, όπως έγινε και σ’άλλες περιοχές, καταρρίπτοντας το μύθο του πρωτόγονου που ζει αρμονικά με τη φύση. Ίσως μετά απ’αυτά τα παθήματα οι Αβορίγινες να έμαθαν να ελέγχουν τον πληθυσμό τους. Στη συνέχεια λοιπόν το οικοσύστημα προσαρμόστηκε μαζί με τους Αβορίγινες, κι αυτοί προσαρμόστηκαν σ’αυτό. Σήμερα, με την παύση των παραδοσιακών δραστηριοτήτων των Αβοριγίνων, μεγάλες εκτάσεις παραμένουν άκαυστες για μεγάλα χρονικά διαστήματα, συγκεντρώνοντας μεγάλες ποσότητες ξηρής ύλης που οδηγούν σε επικίνδυνα ξεσπάσματα πυρκαγιών. Η κυβέρνηση της Αυστραλίας ορίζει προγραμματισμένες καύσεις, οι οποίες όμως πάλι γίνονται αφού έχει συγκεντρωθεί αρκετό καύσιμο και είναι πολύ έντονες. Στα λίγα σημεία όπου ακόμα οι Αβορίγινες καίνε τη γη, το οικοσύστημα είναι πολύ πιο πλούσιο, αφού συνήθως δεν αφήνουν πολλά ξερά να μαζευτούν πριν βάλουν φωτιά, ούτε καίνε όλη την έκταση. Σε περίπτωση που μείνει άκαυστη η Αυστραλία, πιθανόν σε διάστημα πολλών χιλιάδων ετών το οικοσύστημα θα επαναπροσαρμοστεί, με μείωση ή εξαφάνισηορισμένων πυροεξαρτώμενων ειδών και ευνόηση άλλων.
6. Το Ίδρυμα Ουέστον Α. Πράις συστάθηκε το 1999 από τις Sally Fallon και Mary G. Enig με σκοπό να διαδοθεί η έρευνα του Weston A. Price (1870-1948), Καναδού οδοντιάτρου ο οποίος μελέτησε τις οδοντοστοιχείες και τις διατροφές πολών λαών ανά τον κόσμο. Το ίδρυμα προωθεί μία διατροφή πλούσια σε κορεσμένο λίπος, η οποία παραμένει αμφιλεγόμενη μεταξύ των διατροφολόγων.

Advertisements