Η εντελώς ασήμαντή μου καθημερινή ρουτίνα της τεμπελιάς και του μη μπλογκαρίσματος διακόπηκε ξαφνικά στο διάστημα 1-7 Δεκεμβρίου, γιατί τότε βρισκόμουν, χωρίς να το αξίζω βέβαια, σ’ένα απ’τα καλύτερα ξενοδοχεία της Ελλάδας. Ο λόγος παρουσίας μου εκεί ήταν ένα πρωτάθλημα… σκακιού τυφλών, στο οποίο συμμετείχα για πρώτη φορά, το οποίο, όπως και πέρσι, φιλοξενήθηκε στο ξενοδοχείο Αρίων στον Αστέρα Βουλιαγμένης με δωρεά της Αστήρ Παλάς. Ελπίζω αυτό να συνεχιστεί και για τα επόμενα έτη.
Τα αποσιωπητικά μπαίνουν στο σκάκι, γιατί είμαι σχεδόν εντελώς άσχετος με το παιχνίδι/άθλημα αυτό. Πριν έξι χρόνια ή και περισσότερο έκανα λίγα μαθήματα, αλλά δεν έδινα και πολύ σημασία και ελάχιστα θυμόμουν από τότε κι αυτά συγκεχυμένα. Μόλις μία βδομάδα πριν φύγω στην Αθήνα λοιπόν έκανα με τον πατέρα μου λίγες προπονήσεις για να το θυμηθώ, και τα ξαναθυμήθηκα όλα πολύ καλά προς μεγάλη μου έκπληξη, αν και ήμουν μπερδεμένος αρχικά. Σκέφτομαι ν’ασχοληθώ λίγο περισσότερο για νά’μαι καλύτερος την επόμενη χρονιά, τουλάχιστον για να παίζω αξιοπρεπώς.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσω ότι το τυφλικό σκάκι διαφέρει λίγο από το κανονικό καθαρά για πρακτικούς λόγους. Οι κινήσεις και οι κανόνες είναι όμοια, η σκακιέρα και τα πιόνια έχουν το ίδιο σχήμα, τα χρώματα παραμένουν τα ίδια, απλώς τα μαύρα τετράγωνα είναι ανυψωμένα και όλα τα μαύρα κομμάτια και πιόνια φέρουν κουκίδα στην κορυφή τους. Επίσης επιτρέπεται το άγγιγμα των πιονιών απεριόριστα, ενώ στο βλεπόντικο σκάκι αγγίζεις το πιόνι μόνο όταν πρόκειται να το παίξεις. Αυτό τό’μαθα πρόσφατα και μου φάνηκε πολύ παράξενο. Το ρολόι που μετράει το χρόνο είναι ίδιο, ενώ οι διαγωνιζόμενοι σημειώνουν τις κινήσεις τους είτε γραπτά είτε ακουστικά, για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις στην πορεία. Εγώ, αφού δεν περίμενα νά’μαι καλός, δε σημείωνα, αν και θά’πρεπε, επειδή μικροδιαφωνίες υπήρξαν, αλλά όχι κάτι το σημαντικό, και συχνά σημείωνε ο άλλος για μένα. Μια ακόμα ιδιαιτερότητα που έχει, και την έμαθα τελευταία στιγμή, είναι ότι στους επίσημους τουλάχιστον αγώνες παίζεται με δύο σκακιέρες, ώστε να μη μπερδεύονται οι διαγωνιζόμενοι απ’τα χέρια του άλλου που ψάχνουν, επομένως ο καθένας θα πρέπει ν’αντιγράφει την κίνηση του αντιπάλου στη σκακιέρα του. Στο συγκεκριμένο πρωτάθλημα τουλάχιστον, τα κινητά απαγορεύονται αυστηρά, κι αν χτυπήσει ένα έστω και λίγο και γίνει αντιληπτό, το παιχνίδι μηδενίζεται κι αυτός με το κινητ΄΄ο χάνει. Ο πατέρας μου έτσι έχασε ένα παιχνίδι. Εγώ το έκλεινα πάντα, άρα δεν είχα πρόβλημα.
Εκεί ήμασταν 28 διαγωνιζόμενοι, από τα δύο αθλητικά σωματεία τυφλών της Θεσσαλονίκης (Πυρσός και Ήφαιστος), του Βόλου (Πειρατές) και της Αθήνας (Κεραυνός, Πήγασος Κυψέλης και ΠΕΤΑ). Εμείς του Πυρσού ήμασταν 7, με 4 αγωνιζόμενους και 3 συνοδούς. Επειδή ήταν αδύνατον να παίξουν όλοι μεταξύ τους, οι διάδες κληρόνονταν, στην αρχή τυχαία, έπειτα οι καλύτεροι με τους καλύτερους, οι χειρότεροι με τους χειρότερους κλπ. Ο νικητής έπαιρνε έναν πόντο, ο ηττημένος κανέναν, ενώ στην ισοπαλία μισό ο καθένας. Τα παιχνίδια γίνονταν σε μία ευρύχωρη αίθουσα συνεδριάσεων από 4 μέχρι 8 η ώρα το απόγευμα, με δύο ώρες ν’αναλογούν στον κάθε παίκτη, και με όλο τον υπόλοιπο χρόνο της ημέρας ελεύθερο για ό,τι θέλαμε.
Αν και θα σας φανει αστείο, είχα δύο νίκες! Η μία αντίπαλος ήταν αρχάρια κι όχι τόσο σίγουρη, ενώ ο άλλος, ο τελευταίος του διαγωνισμού, μου φαινόταν πως έστηνε επίτηδες τα πιόνια του να φαγωθούν, αν και μου έφαγε κανένα δύο συμβολικά. Ίσως κέρδιζα ακόμα μία φορά, αλλά δεν ήμουν σίγουρος για τις κινήσεις μου και με έφαγε παρά λίγο. Όλες τις υπόλοιπες φορές μου έκαναν ματ πριν καλά-καλά περάσει η πρώτη ώρα. Δεν πειράζει, του χρόνου θα είμαι καλύτερος. Ο Αργύρης Κουμτζής, που τυχαίνει να τον γνωρίζω, ήταν ο πρώτος στους νέους και ο δεύτερος σε όλους, ο οποίος είναι άριστος στο σκάκι κι έχει διακριθεί παγκοσμίως σε πρωταθλήματα νέων στο παρελθόν. Είναι πανέξυπνος, άριστος στα μαθηματικά, ασχολήθηκε με το σκάκι από παιδί και τώρα σπουδάζει φυσική στο Αριστοτέλειο. Πρώτος ήταν ο Κλήμης Λαέρτης του Κεραυνού, και στις γυναίκες πρώτη ήταν η Αθηνά Λιβανοπούλου του Πηγάσου. Μόνο 6 γυναίκες είχαμε, που μου φάνηκαν πολύ λίγες. Προφανώς δεν ασχολούνται και πολλές στην Ελλάδα, όπως γενικώς εδώοι γυναίκες δεν ασχολούνται με τίποτα. Εγώ ήμουν λίγες θέσεις πριν το τέλος με δύο πόντους. Ο πατέρας μου, επειδή αναγκάστηκε ν’αποχωρήσει λόγω ποδοσφαιρικών αγώνων την Πέμπτη, μάζεψε μόνο ενάμισι πόντο, και φυσικά θα είχε πολύ περισσότερους αν παρέμενε. Περισσότερα για το πρωτάθλημα μπορείτε να διαβάσετε στη σελίδα της Εθνικής Αθλητικής Ομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρίες.
Το ξενοδοχείο ήταν υπερπολυτελές. Είναι ένα από τα τρία που βρίσκονται στην έκταση του Αστέρα, που είναι γύρω στα 50 στρέμματα και βρίσκεται στην άκρη μιας μικρής χερσονήσου. Τα άλλα δύο ξενοδοχεία είναι θερινά και τώρα είναι κλειστά. Όλος ο κήπος ήταν φυτεμένος με γκαζόν, θάμνους και δέντρα, τα οποία ήταν στολισμένα με λαμπιόνια για τα Χριστούγεννα. Όλα τα αυτοκίνητα στάθμευαν σ’ένα πάρκινγκ μακριά από την είσοδο, αν και μερικά ακριβά βρίσκονταν μπροστά ακριβώς στην είσοδο, ίσως για λόγους φιγούρας. Στον εξωτερικό χώρο ήταν διασκορπισμένες μικρές βίλες, τις οποίες μάλλον νοίκιαζαν έναντι τεράστιου χρηματικού ποσού. Η θάλασσα ήταν δίπλα μας, ενώ αμέσως έξω απ’το ξενοδοχείο υπήρχε μαρίνα σκαφών, προφανώς όχι για το φτωχικό ιστιοφόρο σκάφος των 8,2 μέτρων που έχουμε εμείς. Το ξενοδοχείο μας ήταν εξαώροφο, με τους δύο ορόφους στο υπόγειο. Είχε γυμναστήριο, σάουνα, σπα, πισίνα και πολλλές άλλες ανέσεις. Τα δωμάτιά μας, που βρίσκονταν στον τρίτο όροφο, ήταν ευρύχωρα με μπάνιο σαν σαλόνι, χωρισμένο σε διαμερίσματα ανάλογα μ’αυτό που θα έκανες εκέι μέσα, ενώ είχαν θέα στη θάλασσα και αρκετά μεγάλο μπαλκόνι. Ευτυχώς το Ίντερνετ ήταν γρήγορο παντού. Ο τέταρτος όροφος, με τα πλέον πολυτελή δωμάτια, είχε ανεξάρτητη πρόσβαση στο ισόγειο. Σκεφτείτε τι προσωπικότητες έχουν διαμείνει εκεί. Από Άραβες, μεγαλοεπιχειρηματίες και παγκόσμιοι τραπεζίτες μέχρι Έλληνες πολιτικοί και άνθρωποι του υποκόσμου. Άσχετα με τα άτομα που πέρασαν από εκεί, το μόνο σίγουρο είναι πως λίγα έστω μόρια κοκαΐνης υπάρχουν κάπου στο σύμπλεγμα. Αυτά πάνε πακέτο με το χρήμα.
Αλλά το καλύτερο κομμάτι ήταν το φαγητό. Στο πρωινό είχαμε τεράστια ποικιλία για να διαλέξουμε, από γαλοπούλα, φρούτα και αυγά μέχρι ροκφόρ, καπνιστό σολωμό και τηγανίτες, ενώ ο μάγειρας μπορούσε να σου φτιάξει ομελέτα με ό,τι συστατικά ζητούσες. Το μεσημέρι και το βράδυ είχαμε ένα πιάτο σαλάτα, ένα φαγητό κι ένα γλυκό ο καθένας. Έφαγα πολλά γκουρμέ και πρωτότυπα γεύματα εκεί. Θα μου μείνει ένα μοσχάρι μαγειρεμένο με πολλά λαχανικά, μπαχαρικά και κασέρι, μία σαλάτα με χάλιμπουτ και σολωμό καπνιστά, ένα πιάτο με σολωμό και ταμπουλέ, ραβιόλι γεμιστο με κασέρι, και πολλά γλυκά όπως σοκολατόπιτα, τάρτα σοκολάτας, διάφορα τουρτοειδή και σιρωπιαστά. Ένα μους σοκολάτας με ολόκληρα φουντούκια μέσα, που καθόταν πάνω σ’ένα μπισκότο ήταν το καλύτερο. Δυστυχώς ορισμένοι, όπως μερικοί παππούδες στις εκδρομές που είναι κλειστοί προς οτοιδήποτε καινούργιο και δυσανασχετούν με τα πάντα, ζητούσαν από τους μάγειρες να τους κάνουν κοινότοπα φαγητά όπως μακαρόνια με κιμά. Πέρσι οι μάγειρες είχαν θυμώσει τόσο πολύ με τη συμπεριφορά τους, που σταμάτησαν να κάνουν γενικώς για όλους τους σκακιστές και τους συνοδούς τους τα ωραία τους φαγητά. Ευτυχώς φέτος δεν έγινε κάτι τέτοιο. Πάντως εμείς ενημερώναμε τους σερβιτόρους όποτε μπορούσαμε για το καταπληκτικό φαγητό που μας πρόσφεραν, για να μην μας εξισώνουν μ’εκείνους. Βασικά για το φαγητό πήγα, αφού στο σκάκι δεν περίμενα να διαπρέψω.
Το ξενοδοχείο πάντως ήταν λίγο πεσμένο από το σύνηθες, απ’ό,τι μας λέγανε, γιατί βρισκόταν σε διαδικασία πώλησης. Τώρα το έχουν κατά 70% Άραβες και κατά 30% Τούρκοι, αλλά σύντομα θα παραδοθεί όλο σε Άραβες του Κατάρ. Ο κόσμος ήταν λιγότερος, τα σπα κρύα, και τα κλειστά θερινά ξενοδοχεία κάπως παραμελημένα.
Πολλά μέρη για βόλτα δεν υπήρχαν στη γύρω περιοχή, μιας και ήμασταν σε απομακρισμένο μέρος. Ήταν να πάμε στο Σούνιο, αλλά ήταν αρκετά μακριά τελικά. Πήγαμε ένα πρωί στο καφέ Αλκιονίδες στη Βάρκιζα, ένα απ’τα πιο γνωστά καφέ των Αθηνών, σ’ένα μικρό γκρεμό πάνω απ’τη θάλασσα. Πολύ όμορφο μέρος. Την Παρασκευή το απόγευμα πήγαμε στο θέατρο Πράματα και Θάματα με το Ζουγανέλη, το οποίο παιζόταν στο Μικρό Παλάς και πολύ δε μ’άρεσε. Ήταν μέτρια κωμωδία με πολλές ατάκες, γενικώς τύπου Σεφερλή και με πλοκή λίγο ασύνδετη. Στην αρχή μία γυναίκα παραπονιόταν για τον άντρα της που πήγε στη Γερμανία για δουλειά. Μετά εμφανίστηκαν τρεις κρατούμενοι στη φυλακή, οι οποίοι βρέθηκαν εκέι εξαιτίας υποτιθέμενης εμπλοκής σε συμμορία ηλεκτρονικής κλοπής χρημάτων από τραπεζικούς λογαριασμούς πολιτών. Μία αστυνόμος της αντιτρομοκρατικής έκανε ψεύτικα προφίλ ως γκόμενα όλων τους με αποτέλεσμα να τους συλλάβει, αν και στην πραγματικότητα μονο ο ένας ήταν ενόχος, οι άλλοι απλώς πιάστηκαν για να φαίνεται πως η αστυνομία κάνει έργο. Στήνοντας χιουμοριστικά διαφημιστικά σποτάκια, τα οποία δεν έγιναν δεκτά από κανέναν, π.χ. «στην Ελλάδα περνάς καλύτερα έξω, γι’αυτό μην κλέβεις) προσπάθησαν να προσελκύσουν την προσοχή του κοινού. Αργότερα η γυναίκα της αντιτρομοκρατικής ερωτεύτηκε τον ένοχο, και τη θέση της ανέλαβε άλλος. Τους πρότεινε πως θα είχαν μεγαλύτερη ελπίδα να βγουν αν παραδέχονταν τη συμμετοχή τους στο έγκλημα ως επαναστατική πράξη, που ίσως έτσι τους ευνοούσε το αντίπαλο κόμμα άπαξ και κέρδιζε τις εκλογές. Έπειτα προσπαθούσαν να τους πλησιάσουν πολλοί του παρόντος κόμματος με λεφτά ώστε να τους βγάλουν και να τους δώσουν κάποια θέση και να σταματήσουν να διαμαρτύρονται, αλλά δεν το δέχονταν. Τελικα ο θείος του εμπλεκόμενου, ο οποίος ήταν πρόσωπο της μαφίας και μισούσε ο εμπλεκόμενος, κατόρθωσε να τους βγάλει με μεγάλο χρηματικό ποσό. Αφού βγήκαν από τη φυλακή, συνέχισαν τη ζωή τους απλά, και σταμάτησαν ν’ακούγονται εντελώς. Υποτίθεται πως το χρήμα κερδίζει την ιδεολογία. Στο τέλος ξαναεμφανίζεται αυτή η γυναίκα, της οποίας ο άντρας επιστρέφει, στον οποίο διηγείται για ένα όνειρο που είδε μ’αυτόν να μπλέκει στη φυλακή με τα παραπάνω. Δεν έβγαλα και πολύ νόημα από την ιστορία. Αυτό που μου έμεινε είναι ότι οι γυναίκες είναι επικινδυνες και δεν ξέρεις ποτέ τι σου στήνουν. Ευχόμασταν όλες τις μέρες πριν κατέβουμε στο κέντρο της Αθήνας να μην ψοφήσει, όπως λέγαμε, ο ληστοτρομοκράτης Ρωμανός την ημέρα εκείνη και γίνουν επεισόδια, αλλ’ευτυχώς δεν ψόφησε. Ευτυχώς εκεί που βρισκόμασταν, ακόμα και πόλεμο ν’άνοιγαν οι κουκουλοφόροι, δε θα καταλαβαίναμε τίποτα.
Πέρασαν λοιπόν οι μέρες, κι έφτασε η ώρα της επιστροφής. Αφού δώσαμε τα κλειδιά μας και η υπάλληλος μας ευχήθηκε εις το επανιδείν (λίγο δύσκολο αν δεν ξαναμείνω με δωρεά), φύγαμε. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο του Πυρσού είχε κάποια μικροπροβλήματα ως παλαιό όχημα, αλλ’ευτυχώς δεν ήταν πολύ σοβαρά.
Μόλις γύρισα εδώ, βρέθηκα και πάλι αντιμέτωπος με την πραγματικότητα των φτωχών. Τηλέφωνο και Ίντερνετ δεν είχαμε για 3 ημέρες, και η CYTA δεν φαινόταν να παίρνει τα αιτήματά μας υπόψη. Πολύ συχνά και τις προηγούμενες μέρες είχαμε διακοπές στην τηλεφωνία και το Ίντερνετ, και υποπτεύομαι ότι η εταιρεία φταίει, αφού όσους ηλεκτρολόγους κι αν φωνάξαμε δεν βρήκαν κάποιο ελάττωμα. Λίγο Ίντερνετ είχα το πρωί της Δευτέρας στις 9, αλλά από εκεί και στο εξής κόπηκε. Έτσι επιστρέψαμε και πάλι στον ΟΤΕ, ο οποίος δε μας έχει παρουσιάσει απολύτως κανένα πρόβλημα ως τώρα.
Χωρίς Ίντερνετ λοιπόν, διάβαζα βιβλίο. Τελείωσα την τέταρτη έκδοση του βιβλίου της ερπετολογίας, που ξεκίνησα ενόσω ήμουν στην Αθήνα, για το οποίο περισσότερα θα διαβάσετε εδώ.

Advertisements