superworms στο δοχείο τους

Την Τετάρτη στις 29 Οκτωβρίου επισκέφθηκα το feeders.gr, για αγορά εντόμων, μερικά εκ των οποίων θα χρησιμοποιούταν ως τροφή για το λοφιοφόρο γκέκο μου, το Βαρώνο. Το εν λόγω μαγαζί είναι ένα απ’τα ελάχιστα στην Ελλάδα που εξειδικεύεται σε ζωντανές τροφές όπως έντομα και σκουλήκια για κατοικίδια εντομοφάγα ζώα, καθώς και σε εξοπλισμό διατήρησής τους. Πρόσφατα η ποικιλίαπροΪόντων του έχει αυξηθεί, με πληθώρα εντόμων για τροφή, όπως και έντόμων για κατοικίδια. Εγώ, εκτός από κατσαρίδες red runners (Shelfordella tartara) και κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia) που παίρνω συνήθως για τη σίτιση του γκέκο, πήρα και μερικές ακόμα μεγάλες κατσαρίδες Blaberus craniifer για να δημιουργήσω μια αποικία σε τερράριο, η οποία εν μέρει θα ταΐζει το γκέκο, μαζί με τις παλιές που είχα, και πλατιές κατσαρίδες Μαδαγασκάρης (Aeluropoda insignis), οι οποίες είναι αρκετά σπάνιες, και, όπως παρόμοια συγγενικά ήδη, μπορούν να παραγάγουν ήχο με εκπνοή αέρα από τις τραχίες. Εκτός αυτών, πήρα και μία χιλιοποδαρούσα του Τέξας (Orthoporus ornatus), ως αντικατάσταση για μία που είχα αγοράσει το καλοκαίρι και έχασα από χαζό ατύχημα – πιάστηκε το σώμα της στο χείλος του πλαστικού δοχειου που την αγόρασα καθώς την έβγαζα και ράγησε. Θα αφιερώσω επόμενα άρθρα σ’όλα αυτά τα αρθρόποδα. Από προνύμφες θέλησα να κάνω μία αλλαγή, εφόσον έφερε και superworms, και πήρα αυτά αντί για τα αλευροσκούληκα που παίρνω συνήθως.
Τα αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor) δεν είναι σκουληκια κανονικά, αλά οι μακρόστενες προνύμφες ενός είδους σκαθαριού, που διατηρούνται πολύ εύκολα και ως εκ τούτου χρησιμοποιούνται ευραίως στη θρέψη των ερπετών. Οι προνύμφες που έχω τώρα είναι συγγενικού είδους – κι αυτό της οικογένειας tenebrionidae -, με την κύρια διαφορά ότι είναι μεγαλύτερες. Πριν αποφασίσω να δοκιμάσω τα έντομα αυτά για το γκέκο μου, έψαξα αρκετά, μιας και είναι σχετικά μεγάλα και σκληρά, και κατά πολλούς δεν προτείνονται γι’αυτό το είδος, παρόλα αυτά βρήκα και απόψεις πολλών άλλων που τα ταΐζουν για χρόνια χωρίς πρόβλημα, μερικών εκ των οποίων τα γκέκο τα προτιμούν πολλοί. Σκεπτόμενος ότι ένα υγείες γκέκο δεν έχει πρόβλημα και με σκληρότερα έντομα, τα πήρα. Την πρώτη μέρα που τα έφερα σπίτι, έδωσα στο γκέκο δύο τέτοια και μια κατσαρίδα κόκκινο δρομέα, και μολονότι ήταν ήδη παραγεμισμένος με ροδάκινο απ’την προηγούμενη μέρα, επειδή τους δύο τελευτάιους μήνες δεν είχε ζωντανά έντομα πλην μιας κάμπιας και λίγων ακόμα, άφησε μόνο το ένα superworm, με αποτέλεσμα τις επόμενες μέρες να είναι βαρυστομαχιασμένος, κι έτσι να ψάχνει το ζεστότερο σημείο να χωνέψει και γενικα να βρίσκεται σε μια μορφή κατάπτωσης. Ακόμα ένα superworm έφαγε την Παρασκευή, στις 31 Οκτωβρίου. Ο φόβος μου ότι δε θα τα θέλει εξανεμίστηκε.
Ποιες είναι όμως οι διαφορές των superworms από τα κοινά αλευροσκούληκα ή mealworms; Πρώτο απ’όλα, επειδή οι μη ελληνικοί όροι δεν είναι ανεκτοί από το Ιστολόγιο, ή μάλλον από το συγγραφέα του, θα πρέπει να βρούμε μία καλή ελληνική απόδοση της λέξης «superworm”. Η επιστημονική ονομασια του είδους είναι Zophobas morio, και λανθασμένα μπορείτε να τη συναντήσετε ως «Zoophoba morio”, “Zoophobus morio”, ή “Zoophoba morio” σε διάφορα άρθρα. Πιθανότατα ωστόσο δεν έχει να κάνει με το ζωόφοβο, όσο με το Ζόφο, το μυθικό μαύρο σκύλο που φέρνει σκοτάδι και θάνατο, μάλλον εξαιτίας του κατάμαυρου χρώματος των ενήλικων σκαθαριών. Στα ελληνικα ανεπίσημα έχουν αποδωθεί ως μόρια ή γιγάντια αλευροσκούληκα, αν και το τελευταίο προκαλει σύγχυση με τα τεχνητώς μεγαλωμένα αλευροσκούληκα ή giant mealworms, στα οποία χορηγείται ορμόνη νεότητας των εντόμων για να μη μεταμορφωθούν, και ήταν αρκετά διαδεδομένα στην αγορά πριν την ευρεία κυκλοφορία των superworms. Θα μπορούσαν να μεταφραστούν απευθείας από τον αγγλικό εμπορικό όρο ως υπερσκούληκα, αλλά αυτό ακούγεται ολίγον τι αστείο, όπως το υπερκοπέλι ως μετάφραση του Superman στα κρητικά. Οπότε μια μετάφραση μένει από μία εναλλακτική ονομασία τους «king mealworms”, δηλαδή βασιλικά αλευροσκούληκα. Από εδώ και στο εξής θ’αναφέρομαι σ’αυτά είτε ως βασιλικά είτε ως γιγάντια αλευροσκούληκα.
Η κύρια διαφορά τους λοιπόν με τα κοινά αλευροσκούληκα είναι στο μέγεθος. Ενώ ένα τυπικό αλευροσκούληκο δεν ξεπερνά τα 2,5-3 εκατοστά, ένα βασιλικό εύκολα φτάνει τα 4-5 εκατοστά. Το χρώμα τους εππίσης διαφέρει, με τα αλευροσκούληκα νά’ναι κιτρινωπά και τα μεγαλύτερα ξαδέρφια τους νά’χουν ένα πιο καφέ χρώμα, με σκούρο καφέ στο κεφάλι και το θώρακα και στην άκρη της κοιλιάς, σκουρότερες κάθετες ζώνες στις πλευρές τους στα όρια των κοιλιακών τμημάτων, και λίγο ανοιχτότερο χρώμα από κάτω. Η μορφολογία τους είναι ίδια, μ’ένα μικρό κεφαλάκι με μεγάλα στοματικά μόρια, ένα μικ΄ρο θώρακα με τρία ζεύγη μικρών ποδιών, και μια μακροστενη σκωληκόμορφη κοιλιά με 9 εμφανή τμήματα. Μου φαίνεται ωστόσο ότι η κοιλιά του βασιλικού αλευροσκούληκου έχει πιο μυτερή άκρη απ’το κοινό. Αυτό το πρόσεξε και ο μικρός μου αδερφός όταν τα είδε, ο οποίος τρόμαξε γιατί νόμιζε πως ήταν κεντρί! Κινούνται με τα πόδια τους σε συνδυασμό με την κοιλιά. Στο πρώτο τμήμα της κοιλιάς υπάρχοι ένα ζεύγος παραποδίων, προεκτάσεις των τμημάτων της κοιλιάς με μυικό σύστημα που φέρουν οι περισσότερες προνύμφες των εντόμων, τα οποία είναι νεόμορφα, και δεν έχουν καμία σχέση με απομεινάρια ποδιών προγονικών αρθροπόδων που χάθηκαν στα έντομα κι επανεμφανίστηκαν στις προνύμφες, όπως πιστευόταν παλαιότερα. Η επιφάνειά τους είναι εντελώς λεία, όπως αυτή των αλευροσκούληκων, κι έτσι, ακόμα κι αν τα κρατάτε σφιχτά, στριφογυρίζοντας, σπρώχνοντας, φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας μπορεί να σας γλιστρήσουν και να πέσουν απ’το χέρι σας. Φίδια, σκίγκοι, χιλιοποδαρούσες, αλευροσκούληκα και σίγουρα πολλά περισσότερα έρποντα μακρόστενα ζώα με ξηρή επιφάνεια έχουν εξελίξει λείο σώμα για να γλιστράνε καλύτερα στο έδαφος, να χώνονται ευκολότερα σε ανοίγματα και να ξεφεύγουν γρηγορότερα. Στη συμπεριφορά είναι παρόμοια, με ιδιαίτερη τάση να κρύβονται κάτω από αντικείμενα που συνήθως είναι η τροφή τους, αν και παρατήρησα πως δε σκαρφαλώνουν τόσο πολύ στην τροφή τους όπως τα κανονικά αλευροσκούληκα, ούτε τρώνε τόσο πολύ, αν κι αυτό μπορεί να οφείλεται στις χαμηλες χειμερινές θερμοκρασίες, αφού αυτά κατάγονται από τις θερμές περιοχές της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, ενώ τα αλευροσκούληκα είναι ένα παγκόσμιο, κοινότατο και ανθεκτικότατο είδος. Οι δαγκανίτσες τους μπορεί να τσιμπήσουν ελαφ΄ρα το δέρμα, αν κι εγώ δεν έχω πάθει κάτι τέτοι ως τώρα. Θα μπορούσαν ωστόσο να ενοχλήσουν ή και να τραυματισουν ερπετά τα οποία δεν τα τρώνε αμέσως, γι’αυτό πολλοί συνθλίβουν τα σαγόνια τους με τη λαβίδα πριν τα προσφέρουν, αν και αυτό΄είναι κάτι σπάνιο. Σε περίπτωση που δεν τα περιορίζετε σε μπολ, μπορείτε ν’αφήσετε ένα κομμάτι τροφής όπως φρούτο ή λαχανικό στο τερράριο του ερπετού αν δεν τά’χει φάει μέσα σε λίγες ώρες, για νά’χετε το κεφάλι σας ήσυχο.
Τα βασιλικά αλευροσκούληκα μπορούν να θρέψουν σχεδόν κάθε εντομοφάγο ερπετό, θηλαστικό, αμφίβιο, ψάρι, πουλί ή αρθρόποδο κατάλληλου μεγέθους. Μεσαία ή μεγάλα γκέκο, δράκοι, χαμαιλέοντες, νεροχελώνες, βατράχια και σαλαμάνδρες, ταραντούλες, πουλιά συμπεριλαμβανομένων των κοτών, σκαντζόχοιροι και πολλά άλλα ζώ ατα τρώνε. Τα μικρότερα άτομα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για μικρότερα ζώα, αλλα συνήθως γι’αυτό το σκοπό χρησιμοποιούνται τα κοινά αλευροσκούληκα, αφού τα βασιλικά πωλούνται συνήθως μεγάλα και συνήθως δε συμφέρει να τα μεγαλώνουμε εμίς, επειδή έχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες στην αναπαραγωγή τους. Από θρεπτικής απόψεως, τα βασιλικά αλευροσκούληκα δε διαφέρουν από τα απλά, με πρωτεΐνη 19,06%, λίπος 14,19, ίνες 2,60, υγρασία 61,92, και ασβέστιο 173 ppm σε νωπή ποσότητα 100 γραμμαρίων. Ο μεγαλύτερος όγκος τους σημαίνει πως αναλογικα με τα αλευροσκούληκα, έχουν λιγότερο χιτινώδη εξωσκελετό (ίνες) προς κρέας, κάνοντάς τα πιο εύπεπτα. Όπως ομως τα περισσότερα έντομα, είναι χαμηλότερα σε ασβέστιο απ’ό,τι σε φώσφορο, οπότε χρειάζονται πασπάλισμα με την ειδική σκόνη ασβεστίου, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για αναπτυσσόμενα μικρά ή αναπαραγόμενα θηλυκά. Επειδή είναι αρκετά λιπαρά, δε θα πρέπει ν’αποτελούν τη μόνη τροφή, όπως άλλωστε και κάθε έντομο. Αντίθετα με τα αλευροσκούληκα, δε μπορούν να διατηρηθούν στο ψυγείο για μήνες ως τροπικά που είναι, οπότε χρειάζονται συνεχή σίτιση όσο τα έχουμε. Πλεονέκτημά τους ωστόσο έναντι των αλευροσκούληκων είναι η τάση τους να μη μεταμορφώνονται για καιρό, και μπορούν να παραμέινουν στην προνυμφική φάση ως και 12 μήνες ή και παραπάνω σε θερμοκρασία δωματίου με τροφή. Η αναβολή της μεταμόρφωσης σε μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα έχει εξελιχθεί ως αντίμετρο κατά του έντονου κανιβαλισμού που εκδηλώνεται απ’τις προνύμφες προς τις νύμφες του είδους.
Οπότε για την επιτυχή αναπαραγωγή προαπαιτείται η απομόνωση των προνυμφών. Αφού διαλέξουμε τις πιο μεγάλες και ζωηρές προνύμφες και τις καλοταΐσουμε, τις τοποθετούμε σε μεμονωμένα δοχεία ή σε κάποιο κουτί με θήκες σε σκοτεινό και ήσυχο σημείο σε θερμοκρασίες 25-29 βαθμών, που μπορούμε να τις πετύχουμε είτε με προσεκτική χρήση θερμαντικών μέσων είτε περιμένοντας το καλοκαίρι, με λίγο πίτουρο για τροφή ή χωρίς τίποτα – οι απόψεις διίστανται. Μέσα σε 1-3 βδομάδες, ανάλογα με την κατάσταση των προνυμφών και τη θερμοκρασία, θ’αρχίσει η μεταμόρφωση. Οι προνύμφες θα μαζευτούν και θα παραμείνουν ακίνητες εκ΄τος κι αν τις αγγίξουμε, ενώ όσες παραμένουν τεντωμένες, άκαμπτες ή μαυρισμένες είναι νεκρές. Μέσα σε 2-3 βδομάδες, οι νύμφες αρχίζουν να καφετιάζουν και σύντομα από μέσα τους θα βγει το ενήλικο σκαθάρι, λευκό και μαλακό στην αρχή, σύντομα αποκτά κεραμιδί χρώμα και μέσα σε δύο ημέρες θά’χει πάρει το κατάμαυρο χρώμα του είδους. Στην εμφάνιση μοιάζει με μια μεγαλύτερη έκδοση του σκαθαριού του αλευροσκούληκου, και όπως το τελευταίο, μπορεί να εκκρίνει δύσοσμο υγρό αν απειληθεί. Γι’αυτό και για τη σκληρότητά του, δεν προτείνεται να ταΐζεται στα ερπετά, αν και πολλοί αγαμίδες (δράκοι) πιστεύω πως θα μπορούσαν να το φάνε, αφού στη φύση τέτοιες σαύρες συχνά εξειδικεύονται σε σκληρά ή χημικοπροστατευμένα έντομα. Τα σκαθάρια καλύτερο είναι να μετακινηθούν στο χώρο αναπαραγωγής μετά την πλήρη σκλήρυνσή τους, ώστε ν’αποτραπούν τυχόν τραυματισμοί και κανιβαλισμός, αν και πολλοί τα μεταφέρουν σε κοινό δοχείο ήδη από τη φάση της νύμφης, ώστε να εξοικονομήσουν χώρο για τη μεταμόρφωση άλλων προνυμφών. Αντίθετα μ’αυτό που κυκλοφορεί σε πολλά άρθρα, ότι δηλαδή έχουν συνενωμένα έλυτρα και δε μπορούν να πετάξουν, έχουν κανονικά φτερά και πετούν κανονικά, αλλά θα το κάνουν μόνο σε περίπτωση πλήρους έλλειψης τροφής, οπότε μπορούν να διατηρηθούν και σε ανοιχτά δοχεία όπως κουτιά αποθήκευσης ή λεκάνες χωρίς πρόβλημα, αφού δε μπορούν να σκαρφαλώσουν λείες επιφάνειες. Τα δοχεία θα πρέπει να στρωθούν με πίτουρο προτιμότερο βρώμης ως τροφή, με κομμάτια καρότου, αγκουριού κι άλλων υγρών λαχανικών για υγρασία κι επιπλέον θρεπτικά συστατικά και τσαλακωμένο χαρτί ή αυγοθήκες στην επιφάνεια για κρυψώνες. Η αναπαραγωγική δραστηριότητα θ’αρχίσει αμέσως, και τα έντομα θα πρέπει να μεταφέρονται σε νέο υπόστρωμα κάθε δύο εβδομάδες για ν’αποφευχθεί ο κανιβαλισμός των αυγών, τουλάχιστον στην αρχή. Τα έντομα θα ζήσουν για 3-5 μήνες, αν και μερικά μπορούν να φτάσουν τους 7. Μετά από έναν περίπου μήνα στις ίδιε ςυψηλές θερμοκρασίες, οι πρώτες μικροσκοπικές προνύμφες γίνονται οράτες με το γυμνό μάτι, οπότε εκτρέφονται σαν τα κοινά αλευροσκούληκα, αλλά προτιμότερα με ελαφρώς ανεβασμένη θερμοκρασία. Ζουν δηλαδή σ’΄΄ένα δοχείο με πίτουρο με λίγα κομμάτια λαχανικών για ενυδάτωση. Ο αριθμός των σκαθαριών μπορεί να ρυθμιστεί έτσι ώστε να υπάρχουν σκουλήκια για όλο το χρόνο, συν αυτά για την αναπαραγωγή. Γύρω στα 40 σκαθάρια μπορούν να γεννήσουν αυγά που θα θρέψουν 3 γκέκο ή ένα δράκο για ένα χρόνο.
Όπως και μ’όλα τα έντομα που εκτρέφονται ως τροφή για ερπετά, τα βασιλικά αλευροσκούληκα είναι κατάλληλα και για ανθρώπινη κατανάλωση. Έχουν μαγειρευτεί με διάφορες συνταγές και η γεύση τους περιγράφεται σαν κάτι ανάμεσα σε γαρίδα και ξηρό καρπό. Η γάριδ αδεν είναι κάτι το απροσδόκητο, αφού έντομα και καρκινοειδή είναι κοντινοί συγγενέις ως αρθρόποδα. Τρώμε θαλάσσια έντομα κατά κάποιον τρόππο, μα σιχαινόμαστε τα στεριανά. Δεν είναι περίεργο;
Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το Zophobas morio
εκτροφή superworms άρθρο στο φόρουμ του Reptiles Greece
φροντίδα των βασιλικών αλευροσκούληκων
εκτροφή superworms – άρθρο στο Geckotime
η θρεπτική αξάι διαφόρων εντόμων
βασιλικά αλευροσκούληκα στο Wiki της εντομοφαγίας

Advertisements