Πηγή:
defencenet.gr

ΙΣΤΟΡΙΑ
Γιούκιο Μισίμα: Ο Ιάπωνας φιλέλληνας συγγραφέας που έκανε δημόσια «σεπούκου»
13:07
22/10/2014

Το πρωί της 25ης Νοεμβρίου του 1970, η ρουτίνα ξεκίνησε όπως κάθε άλλη μέρα στο σπίτι του Ιάπωνα συγγραφέα, Γιούκιο Μισίμα. Η σύζυγος του, Γιόκο, ξύπνησε τα παιδιά τους και τα βοήθησε να ετοιμαστούν για το σχολείο.

Ο Μισίμα ήταν απασχολημένος στο γραφείο του. Τα παιδιά και η γυναίκα του έφυγαν, χωρίς να υποπτευθούν τίποτα. Θα μάθαιναν τι σχεδίαζε ο Μισίμα ώρες αργότερα, όταν θα τον έβλεπαν να εκτελεί την τελετουργική αυτοκτονία «σεπούκου» σε ζωντανή μετάδοση από την τηλεόραση.

Ο Μισίμα μεγάλωσε με τη δεσποτική γιαγιά του, που καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια σαμουράι. Η ηλικιωμένη γυναίκα απαγόρευε στον εγγονό της να βγαίνει έξω από το σπίτι ή να μιλά σε άλλα παιδιά της ηλικίας τους. Έως την ηλικία των 12 ετών, ο Μισίμα ζούσε κλεισμένος σε ένα σκοτεινό σπίτι με μοναδική παρέα τη γιαγιά του και ορισμένα βιβλία. Όπως τα περισσότερα παιδιά πλούσιων οικογενειών της Ιαπωνίας, ο Μισίμα μελετούσε όχι μόνο ιαπωνική λογοτεχνία, αλλά και δυτική. Στο σπίτι της γιαγιάς του υπήρχαν βιβλία του Όσκαρ Γουάιλντ, του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και άλλων μεγάλων ευρωπαίων λογοτεχνών. Η αγάπη του για τη λογοτεχνία καλλιεργήθηκε και στο σχολείο, όπου ο νεαρός Μισίμα διακρίθηκε για τις επιδόσεις του.

Στα 16 του έγραψε μια 100σελιδη ιστορία που εντυπωσίασε τους λογοτεχνικούς κύκλους της Ιαπωνίας. Η ιστορία ήταν γραμμένη με μεσαιωνικό λόγο, χωρίς να υπάρχει ούτε ένα γραμματικό λάθος! Θα ήταν εντυπωσιακό ακόμα και για έναν έμπειρο λογοτέχνη, πόσο μάλλον για έναν έφηβο που δεν είχε ακόμα αποφοιτήσει από το σχολείο.
Το ψέμα για να αποφύγει το θάνατο στον πόλεμο

Ο ηρωικός θάνατος ενός πολεμιστή που θυσιάζεται για την πατρίδα του γοήτευε τον Μισίμα από πολύ νεαρή ηλικία. Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να υπηρετήσει την Ιαπωνία στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο συγγραφέας ήταν πανέτοιμος. Όμως, για λόγους που ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να εξηγήσει, είπε ψέματα στους γιατρούς ότι έπασχε από φυματίωση, για να μην τον δεχτούν. Ορισμένες βιογραφίες αναφέρουν ότι η διάγνωση ήταν ιατρικό λάθος και όχι ψευδής δήλωση του Μισίμα.

Όμως, στο δεύτερο βιβλίο του, «Εξομολογήσεις μιας Μάσκας», το οποίο θεωρείται από πολλούς ως αυτοβιογραφικό, ο Μισίμα γράφει: «Αυτό που ήθελα ήταν να πεθάνω ανάμεσα σε ξένους, χωρίς έγνοιες, κάτω από έναν ασυννέφιαστο ουρανό. Δεν ήταν ο στρατός η ιδανική λύση για το πρόβλημά μου; Γιατί φαινόμουν τόσο ειλικρινής όταν έλεγα ψέματα στον στρατιωτικό γιατρό; Γιατί είπα ότι είχα πυρετό για έξι μήνες, ότι ο ώμος μου πονούσε, ότι έφτυνα αίμα; Γιατί έτρεξα μακριά, όταν πέρασα τις πύλες του στρατοπέδου;» Ο Μισίμα έχασε την ευκαιρία του να βιώσει τον ηρωικό θάνατο που πάντα ήθελε. Έμεινε στην Ιαπωνία με τους άμαχους, ενώ οι συμμαθητές του έσπευσαν να θυσιαστούν για την πατρίδα τους. Ποτέ δεν ξεπέρασε τη στιγμιαία δειλία που επέδειξε μπροστά στο γιατρό και όλη του τη ζωή, έψαχνε ένα τρόπο να επανορθώσει.

Το ταξίδι στην Ελλάδα

Το 1952, ο 27χρονος Μισίμα ήταν ήδη διάσημος στην Ιαπωνία και η φήμη του άρχισε να διαδίδεται και στον υπόλοιπο κόσμο. Επισκέφτηκε την Αμερική και από εκεί συνέχισε τα ταξίδια του, φτάνοντας και στην Ελλάδα, που θαύμαζε από μικρός. Είχε μελετήσει τις ελληνικές τραγωδίες και ονειρευόταν να δει τα έργα των αρχαίων με τα μάτια του. Ο συγγραφέας έγραψε ότι «ερωτεύτηκε τις γαλάζιες θάλασσες και τον ουρανό της κλασσικής αυτής γης». Ανέπτυξε τη δική του θεωρία, ότι στην Αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε «πνευματικότητα», την οποία αντιμετώπιζε ως μία άσχημη εξέλιξη του Χριστιανισμού, αλλά υπήρχε μία ισορροπία μεταξύ του σώματος και του νου.

Όταν οι Έλληνες έχαναν αυτή την ισορροπία, η προσπάθεια να την επανακτήσουν, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ομορφιάς. Υποστήριζε ότι η τραγωδία, όπου οι άνθρωποι τιμωρούνταν για την αλαζονεία τους, ήταν ο τρόπος που οι Έλληνες ξαναέβρισκαν την ισορροπία. Το ταξίδι του Μισίμα στην Ελλάδα τον γιάτρεψε από το μίσος που έτρεφε για τον εαυτό του και εμπνεύστηκε το επόμενο βιβλίο του: «Ο Ήχος των Κυμάτων».

Η σεξουαλική ταυτότητα του συγγραφέα

Το 1958, ο Μισίμα παντρεύτηκε τη Γιόκο Σουγιγκιάμα, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Ο γάμος προέκυψε ύστερα από πιέσεις του πατέρα του, ο οποίος ήθελε ο γιος του να τακτοποιηθεί και να γίνει σωστός οικογενειάρχης. Όμως, η προσωπική του ζωή δεν ακολουθούσε τις αυστηρές ιαπωνικές αρχές. Κυκλοφορούσαν φήμες ότι ο Μισίμα είχε σεξουαλικές σχέσεις με άντρες, τις οποίες όμως διέψευσε η γυναίκα του μετά τον θάνατό του.

Ένας από τους πιθανούς εραστές του ήταν ο ηθοποιός Ακιχίρο Μαρουγιάμα, που έγινε γνωστός υποδυόμενος γυναικείους ρόλους. Μετά τοΝ θάνατο το Μισίμα, ο συγγραφέας Γίρο Φουκουσίμα, αποκάλυψε ότι διατηρούσε πολύχρονη σχέση με τον Μισίμα. Είναι επίσης γνωστό, ότι ο συγγραφέας επισκεπτόταν gay bar, κυρίως όταν βρισκόταν εκτός της Ιαπωνίας. Ο Αμερικάνος δημοσιογράφος Τόνι Ορτέγκα έγραψε σε αφιέρωμά του για τον Μισίμα, ότι ο Ιάπωνας συγγραφέας του είχε ζητήσει να τον συνοδεύσει σε μια τέτοια έξοδο, όσο τον φιλοξενούσε στην Αμερική.

Στο βιβλίο του, «Εξομολογήσεις μίας Μάσκας», ο Μισίμα έγραψε ότι ένιωσε πρώτη φορά σεξουαλική διέγερση, όταν αντίκρισε μία εικόνα του βασανισμένου Αγίου Σεβαστιανού, από το ζωγράφο Γκουίντο Ρένι. Ο Άγιος ήταν ημίγυμνος, δεμένος σε ένα δέντρο και βέλη προεξείχαν από το κορμί του. Η εικόνα έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση στον συγγραφέα, που φωτογραφήθηκε στην ίδια στάση, πολλά χρόνια αργότερα.

«Νους υγιής εν σώματι υγιεί»
Σε ντοκιμαντέρ του BBC για τη ζωή του Μισίμα, ο ηθοποιός Ακιχίρο Μαρουγιάμα, ο οποίος διατηρούσε σεξουαλική σχέση με το συγγραφέα, δήλωσε ότι ο Μισίμα ήταν εξαιρετικά ανασφαλής με την εξωτερική του εμφάνιση. Το μικρόσωμο, αδύνατο σώμα του δεν ανταποκρινόταν στην επιθυμία του συγγραφέα για την τέλεια ομορφιά, που είναι σταθερό μοτίβο στα έργα του. Εμπνευσμένος από την ομορφιά των αρχαιοελληνικών γλυπτών, ο Μισίμα έγραψε: «Αυτό που θέλω είναι εξυπνάδα που εξισορροπείται από τέλεια φυσική ομορφιά, σαν άγαλμα. Και για να το πετύχω αυτό, χρειάζομαι τον ήλιο. Χρειάζεται να αφήσω τη σκοτεινή σπηλιά που είναι το γραφείο μου».

Ο Μισίμα ξεκίνησε εντατική γυμναστική τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα για να αποκτήσει ρωμαλέο σώμα. Σε αντίθεση με το ιαπωνικό ιδεώδες της μετριοφροσύνης, ο Μισίμα ήθελε να αναδείξει το σώμα του με κάθε ευκαιρία. Συνεργάστηκε με τον φωτογράφο Κίσιν Σινογιάμα, ο οποίος απαθανάτισε το σώμα του συγγραφέα στην πιο τέλεια μορφή του. Οι εικόνες θα έμεναν για πάντα αναλλοίωτες, σε αντίθεση με το σώμα που θα καταστρεφόταν με το πέρασμα του χρόνου. Ο Μισίμα ήταν αποφασισμένος να μη βιώσει ποτέ αυτή τη φυσική παρακμή και υπήρχε μόνο ένας τρόπος να την αποφύγει. Η αυτοκτονία.

«Tatenokai», η ασπίδα του Αυτοκράτορα

Ο Μισίμα αναπολούσε τα περασμένα μεγαλεία των Σαμουράι, τον ηρωικό θάνατο των πολεμιστών και την αφοσίωση στον Αυτοκράτορα της Ιαπωνίας. Η ιδεολογία του χαρακτηρίστηκε ως «παλαιολιθική» από τους σύγχρονούς του και δέχτηκε δριμύτατη κριτική από τους αριστερούς. Μάλιστα, πολλοί υποστηρίζουν ότι έχασε το βραβείο Νόμπελ για το οποίο ήταν υποψήφιος τρεις φορές, λόγω των ακροδεξιών πεποιθήσεών του.

Ο συγγραφέας πίστευε στη θεϊκή υπόσταση του Αυτοκράτορα και ότι η Ιαπωνία έπρεπε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Ο φανατισμός του τον οδήγησε στο σημείο να δημιουργήσει δικό του στρατό, που αποτελούνταν από περίπου 80 φοιτητές, οι οποίοι λειτουργούσαν ως προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα. Το όνομα του στρατού ήταν «Tatenokai», δηλαδή «Ασπίδα». Παρά την αφοσίωσή του στον αυτοκράτορα, ο Μισίμα δεν δίστασε να ασκήσει δημόσια κριτική εναντίον του. Την 1 Ιανουαρίου του 1946, ο αυτοκράτορας Χιροχίτο αποποιήθηκε τη θεϊκή του υπόσταση, ύστερα από εντολή των νικητών του β’ παγκοσμίου πολέμου. Ο Μισίμα θεώρησε την πράξη προσβλητική και στα όρια εθνικής προδοσίας, καθώς εκατομμύρια Ιάπωνες είχαν θυσιαστεί στο όνομα του «θεϊκού» αυτοκράτορα.

Ο τελετουργικός θάνατος
Στις 25 Νοεμβρίου του 1970, αφού τα παιδιά του πήγαν σχολείο, ο Μισίμα έφυγε από το σπίτι αποφασισμένος να βάλει ένα θεαματικό και ηρωικό τέλος στη ζωή του. Μαζί με τέσσερα μέλη της «Tatenokai» εισέβαλαν στα κεντρικά του Υπουργείου Άμυνας στο Τόκιο. Κράτησαν τον διοικητή όμηρο και ο συγγραφέας βγήκε στο μπαλκόνι, όπου απεύθυνε λόγο στους στρατιώτες. Τους ζήτησε να εξεγερθούν εναντίον του συντάγματος που επέβαλαν οι Αμερικάνοι και απαίτησε την επιστροφή στην αυτοκρατορική Ιαπωνία. Ήταν ένα συμβολικό πραξικόπημα, το οποίο ουσιαστικά λειτούργησε ως δικαιολογία για βρει ο Μισίμα τον ηρωικό θάνατο που τόσα χρόνια επιζητούσε.

Ο συγγραφέας ολοκλήρωσε την ομιλία του και επέστρεψε στο δωμάτιο. Γονάτισε και έμπηξε την λεπίδα στην κοιλιά του, ενώ ο σύντροφός του ετοιμάστηκε να τον αποκεφαλίσει, όπως απαιτούσε το τελετουργικό. Ο ρόλος είχε ανατεθεί στον Μασακάτσου Μορίτα, ο οποίος δεν κατάφερε να εκπληρώσει την αποστολή του. Έδωσε το σπαθί του σε τρίτο σύντροφο, τον Χιρογιάσου Κόγκα, ο οποίος αποκεφάλισε τον ετοιμοθάνατο Μισίμα και λίγα λεπτά αργότερα, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα και στον Μορίτα, που αυτοκτόνησε με τον ίδιο τρόπο. Οι Ιάπωνες δεν αντιμετώπισαν με συμπάθεια το θάνατο του Μισίμα. Ένιωσαν ότι με τη εμμονή τους στις ιαπωνικές παραδόσεις, ο συγγραφέας δυσφήμησε τη χώρα, που προσπαθούσε να εκσυγχρονιστεί και να συμβαδίσει με τις χώρες της Δύσης.

Tμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Ε, δεν ήταν και κάτι το απροσδόκητο για μία χώρα που φημίζεται για την τρέλα των κατοίκων της. Από τη ρομποτική σχεδόν προσήλωση στη δουλειά και την καθημερινότητα που τους κάνει να αμελούν το συνάνθρωπό τους στο γειτονικό σπίτι (ψάξτε kodokashi), μέχρι την πληθώρα διεστραμμένων σεξουαλικών φετίχ, ολόκληρη η ιαπωνική κοινωνία αναδίδει μία μορφή παραφροσύνης. Είναι μια από τις χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά βίαιων εγκλημάτων, αλά μία από τις υψηλότερες σε αυτοκτονίες, που έχουν λάβει διαστάσεις σοβαρού κοινωνικού προβλήματος, το οποίο όλοι αποδέχονται σιωπηρά. Δεν είναι διόλου απίθανο η τάση για αυτοκτονία να εντάθηκε στον πληθυσμό αυτόν διά φυσικής επιλογής, εφόσον στο παρελθόν αυτοί που δεν αυτοκτονούσαν για παραπτώματα του κώδικα τιμής θεωρούνταν άτιμοι κι εξοστρακίζονταν αππο την κοινωνία, ενώ αυτοί που αυτοκτονούσαν προσέδιδαν τιμή στην οικογένειά τους, η οποία διατηρούσε τη θέση της και κληρονομούσε τα προνόμια στους απογόνους. Αλλά ακόμα και οι απλοί χωρικοί συχνά αυτοκτονούσαν για διαμαρτυρία στον άρχοντα. Αυτό το φαινόμενο σίγουρα χρήζει επιστημονικής εξέτασης. Πραγματικά οι Ιάπωνες συμπεριφέρονται, ή τουλάχιστον΄συμπεριφέρονταν ως πρόσφατα, προς ττη ζωή τους ως απλώς εργαλείο για την επίτευξη σκοπών ανωτέρων, αφού μέχρι περίπου έναν αιώνα πριν ήταν τα υποκείμενα, ή καλύτερα τα αντικείμενα, ενός στυγνού στρατιωτικού καθεστώτος σπαρτιατικού τύπου, που απαιτούσε ακριβώς τέτοιες συμπεριφορές. Η σχετικά σύγχρονη ιστορία του Χίρο Ονόντα, στρατιωτικού του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου που πέθανε τον Ιανουάριο του 2014, πασίγνωστου επειδή δε σταμάτησε να πολεμά το φιλιππινέζικο στρατό κρυμμένος μέσα στις ζούγκλες του νησιού Λουπάνγκ μέχρι που ο γέρος διοικητής του ήλθε και τον διέταξε να καταθέσει τα όπλα το 1974 – ούτε φυλλάδια εξ αέρος, ούτε οι θάνατοι των τριών συστρατιωτών του, ούτε τα μέλη της οικογένειάς του που προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί του τον έπεισαν πως μάλλον έπρεπε να σταματήσει αφού τελείωσε ο πόλεμος -, καταδεικνύει αυτήν τη μανιώδη προσήλωση στο καθήκον. Γενικώς στις ασιατικές κοινωνίες η αξία και η υπόληψη ενός ανθρώπου κρίνονται περισσότερο από την ικανότητά του να εκπληρώσει ορισμένα καθήκοντα ώστε να συμφωνεί με τις κοινωνικές προσδοκίες για τη θέση του παρά από ατομικές αρετές όπως στη Δύση, αλλά στην Ιαπωνία αυτό είχε φτάσει στο έπακρο, αφού ακόμα και οι γείτονές τους τους θεωρούσαν ακραίους, μ’έναν πολύ περιοριστικό κώδικα τιμής, οπότε δεν είναι κατασκεύασμα εμάς των δυτικών που υποτίθεται δε μπορούμε να καταλάβουμε τον ασιατικό πολιτισμό, κι επίσης ακόμα έχουν τη φήμη των αδίστακτων και σκληρότατων πολεμιστών, από τα δεινά που υπέφεραν παλαιότερα απ’αυτούς (βλ. τις φρικαλεότητες που διέπρατταν κατά τους σινοϊαπωνικούς πολέμους).
Όπως προείπα, η Ιαπωνία ακόμα συνέρχεται από το στρατοκρατικο καθεστώς, στο οποίο είχε υποδουλωθεί από τα τέλη του 9ου αιώνα κι άρχισε να εξέρχεται με τις διάφορες μεταρρυθμίσεις που έκανε ο τότε αυτοκράτορας για το άνοιγμα στην Ευρώπη στα μέσα του 19ου αι. Έπειτα ακολούθησε αποικιοκρατική πολιτική για ν’ανταγωνιστεί τις δυτικές δυνάμεις που είχαν επεκτατικές βλέψεις στο χώρο της, με αποτέλεσμα η δύναμή της ν’αυξηθεί, μέχρι που δέχτηκε την ταπεινωτική ήττα του 2ου Π.Π., κι έκτοτε ακολουθεί το αμερικάνικο μοντέλο ανάπτυξης. Πιστεύετε πως ένας και κάτι αιώνας μεταρρύθμισης μπορεί να εξαλείψει νοοτροπίες που ίσχυαν για μία χιλιετία, αν εμείς παραπονιόμαστε για οθωμανικά ήθη και έθιμα που διατηρούμε ακόμα από την περίοδο της Τουρκοκρατίας που διήρκησε μισή χιλιετία; Παρόλα αυτά, αντίθετα με τους βάρβαρους Οθωμανούς, οι Ιάπωνες είχαν παραγάγει σπουδαία πολιτισμικά δημιουργήματα κατά την εποχή του σογκουνάτου, υιοθετώντας έθιμα, πρακτικές και μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης κυρίως από τη γειτονική Κίνα και ενσωματώνοντάς τα γόνιμα στον ιαπωνικό πολιτισμό, με έργα γνωστών ποιητών, λογοτεχνών, γλυπτών, ζωγράφων, χαρακτών, αρχιτεκτόνων και κηποτεχνών να συγκινούν το παγκόσμιο κοινό ως και σήμερα.
Οι σημερινοί Ιάπωνες ωστόσο έχουν φτάσει στο αντίθετο άκρο, απωθώντας το παρελθόν τους και σπάνια μιλώντας γι’αυτό. Η αντίδρασή τους για παράδειγμα στο σεπούκου του συγγραφέα δεν ήταν αυτή που θ’άρμοζε για ένα ψυχασθενές άτομο, αλλά αυτή της ντροπής για την πιθανή κακή γνώμη άλλων χωρών για την ιαπωνία, λες και οι Αμερικάνοι ή οι υπόλοιπες δυτικές χώρες είναι ο δικαιότατος κριτής των πάντων. Όλες οι χώρες έχουν τους φανατικούς τους, κάτι το οποίο όλοι γνωρίζουν, και η πράξη ενός τέτοιου δεν είναι φυσικά αντιπροσωπευτική ενός ολόκληρου λαού. Όπως όλοι οι απωανατολίτες όμως, θεωρούν τον πολιτισμό τους κατώτερο απ’αυτόν των δυτικών, αν και αντικειμενικά οι δεύτεροι διέπραξαν πολύ περισσότερα εγκλήματα με την επεκτατική πολιτική που ασκούσαν ανά τους αιώνες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν ταξίδεψα στη Νότια Κορέα το καλοκαίρι του 2010, ότι οι Κορεάτες δίσταζαν να μας παίξουν παραδοσιακή μουσική, να μας μάθουν παραδοσιακούς χορούς ή κορεάτικες εκφράσεις, και αν δεν πηγαίναμε σε λαογραφικό μουσείο και δεν τύχαινε να παρακολουθήσουμε αναπαραστάσεις παραδοσιακών εθίμων, η Σεούλ θα μας έμενε ως απλώς ένα Νιου Γιορκ με κυκλοφοριακό κομφούζιο (όχι Κομφούκιο), που ο πληθυσμός είχε αντικατασταθεί από κίτρινους σχιστομάτηδες. Παρόλα αυτά η Ιαπωνία παραμένει σχετικά πιο απομονωμένη από την Νότια Κορέα ή την Ταϊβάν – τις μη δημοκρατικές γειτονικές χώρες δεν τις περιλαμβάνω -, επομένως υπάρχει ελπίδα ν’ακολουθήσει ένα εντελώς εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης, που θα μπορούσε να σταθει παράδειγμα προς άλλους. Ήδη ως χώρα κινείται προς το καλύτερο: οι ταξικές διαφορές αμβλύνονται και η ελευθερία του ατόμου είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ό,τι παλιά. Οι Ιάπωνες έχουν ανταπεξέλθει σε πολλές δυσκολίες κατά την ιστορία τους, και δεν πιστεύω πως εδώ θ’αποτύχουν.

Advertisements