Το δεύτερο σαββατοκύριακο του Ιουνίου το πέρασα αρκετά διαφορετικά απ’ό,τι θα περνούσα σε μια συνήθη εκδρομή. Όχι μόνο με φαΐ, φαΐ, άντε και λίγο μπάνιο στη θάλασσα και ξεκούραση μετά, αλλά με σκληραγωγία και γυμναστική! Ανεβήκαμε στα απροσπέλαστα ύψη του Ολύμπου.
Η εκδρομή οργανώθηκε από τον αθλητικό σύλλογο τυφλών «Πυρσός» της Θεσσαλονίκης, με σκοπό την προσφορά μιας μοναδικής και διαφορετικής εμπειρίας σε νεαρά άτομα με πρόβλημα όρασης και όχι μόνο. Η ομάδα, συνολικά 25 ατόμων, αποτελούταν από εμάς τους τυφλούς, τους συνοδούς και τη δημοσιογραφική ομάδα, που όταν λειτουργούσε η ΕΡΤ διηύθυνε την εκπομπή «Έκτη Αίσθηση», η οποία μας μαγνητοσκοπησε σε πολές στιγμές της πορείας μας και μας πήρε συνεντεύξεις, ώστε να συνθέσει ένα ντοκιμαντέρ στο μέλλον. Επίσης είχαμε μαζί μας και τρία άτομα της Ομάδας Διάσωσης.
Ξεκινήσαμε λοιπόν χαρούμενοι το πρωί της Κυριακής 8 Ιουνίου από τη θέση Πριόνια, στα 1.000 μέτρα υψόμετρο, όπου φτάσαμε με λεωφορείο απ’τη Θεσσαλονίκη. Ο τόπος αυτός είναι το ψηλότερο σημείο του Ολύμπου με ασφαλτοστρωμένο δρόμο, και από εκεί και πάνω η πορεία γίνεται μόνο με μονοπάτια. Για βοηθητικούς λόγους, είχαμε και μια ομάδα τεσσάρων μουλαριών του καταφυγίου. Ανεβαίναμε το βουνό ο ένας πίσω απ’τον άλλον με τα σακίδια στην πλάτη, προχωρώντας σ’ένα μονοπάτι, που ήταν πολύ πιο δύσκολο απ’ό,τι μου είχαν πει, γιατί μου είχαν πει πως δε θά’χει πλάτος μικρότερο ττων 1,6 μέτρων, αλλά αυτό είχε σημεία μικρότερα των 60 εκατοστών, με πολλά εμπόδια όπως πέτρες, ρίζες δέντρων και σκαλιά που έσκαψαν οι ορειβάτες. Σε άλλα τμήματά του βρισκόταν στη μέση μιας ανηφόρας, και σε άλλα σχεδόν στην άκρη του γκρεμού, με ένα μικρό ανάχωμα μόνο πριν το βάραθρο ή και τίποτα, ίσως με λίγα ΄δέντρα πιο κάτω, που δεν είναι σίγουρο πως θα συγκρατήσουν κάποιον σε ενδεχόμενη πτώση. Εκτός από ένα απρόοπτο στην αρχή, όταν η συνοδός μου εγκατέλειψε επειδή ήρθε πλήρως απροετοίμαστη, δεν παρουσιάστηκε κανένα πρόβλημα ούτε στην ανάβαση ούτε και στην κατάβαση. Αν και για τους πεπειραμένους ορειβάτες η διαδρομή μας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απλώς ως πεζοπορία, για μένα ήταν κάτι το αρκετά δύσκολο, αφού είμαι αγύμναστος. Οι περισσότεροι εντούτοις της ομάδας δεν είχαν πολλά προβλήματα με την ανάβαση. Η διαδρομή ήταν περίπου 6 χιλιόμετρα, και την καλύψαμε σε 5 ώρες,, από τις 11 δηλαδή το πρωί έως τις 4 το απόγευμα.
Καθώς ανεβαίναμε υψόμετρο, το φυσικό περιβάλλον άλλαζε αισθητά. Από πυκνο δάσος οξιάς διάσπαρτο με έλατα, φτέρες και μικρότερα φυτά, και στρωμένο με ένα απαλό κάλυμμα πεσμένων φύλλων που μας προστάτευε από τη λάσπη που γλιστρούσε σε μερικά σημεία, το τοπίο άνοιξε πολύ ψηλότερα, όπου η βλάστηση ήταν αραιότερη – κυρίως πυξάρια και μαυρόπευκα -, και γι’αυτό το χώμα σκληρό και λιγοστό, με πολύ περισσότερες κοτρόνες που δυσκόλευαν την πορεία. Η αλλαγή στην ατμοσφαιρική πίεση επίσης ήταν αισθητή, αφού τα συσκευασμένα κρουασάν που μεταφέραμε μαζί μας είχαν διασταλεί επικίνδυνα μόλις φτάσαμε στον προορισμό μας. Τα αυτιά μας ευτυχώς δεν πόνεσαν, επειδή ανεβαίναμε σχετικά αργά, ιδίως προς το τέλος, αλλά στην κατάβαση, που τρέχαμε, ένιωσα λίγες ενοχλήσεις.
Μετά απ’αυτήν την αρκετά κουραστική διαδρομή λοιπόν, φτάσαμε στο καταφύγιο της Πετρόστρουγκας στα 2.000 μέτρα, το οποίο με εξέπληξε με τις ανέσεις του, αφού πίστευα πως θά’ταν εξαιρετικά φτωχικό. Ήταν ένα διώροφο παραδοσιακό πέτρινο κτίσμα, που όμως χτίστηκε μόλις το 2004 με κύριους μεταφορείς υλικών τα μουλάρια. Στον κάτω όροφο υπήρχε η κουζίνα, το σαλόνι, άλλοι βοηθητικού χώροι και οι τουαλέτες, ενώ επάνω βρίσκονταν τα υπνωτήρια στρατιωτικού τύπου, μεγάλα δωμάτια με πολλές κουκέτες σε σειρές. Όλοι οι χώροι ήταν ευρύχωροι και πολύ περιποιημένοι. Το μόνο αγαθό που έλειπε σε ποσότητα από το καταφύγιο ήταν το νερό, το οποίο φυλασσόταν σε δεξαμενές απ’τη βροχή. Ρεύμα παραγόταν από φωτοβολταΪκά και γεννήτριες, και βέβαια υπήρχε διαδικτυακή πρόσβαση. Από φαγητό είχε πολύ μεγαλύτερη ποικιλία απ’ό,τι νόμιζα, ενώ χάρη στις ξυλόσομπες δεν κρυώσαμε καθόλου. Ήταν ένα πολύ ωραίο σπιτάκι, στο οποίο θα μπορούσαμε να μείνουμε ευχαρίστως και για περισσότερο.
Το αρκτικό τοπίο θα μπορούσε να σου δώσει την εντύπωση πως βρίσκεσαι σε υψηλότερο γεωγραφικό πλάτος, αν δεν ήταν η διάρκεια της μέρας που σου θύμιζε πως ήταν καλοκαίρι στην Ελλάδα. Την ημέρα η θερμοκρασία ανέβαινε γύρω στους 15 βαθμούς, με υψηλότερες τιμές φυσικά κάτω απ’τον ήλιο, ενώ το βράδυ μπορούσε να πέσει ως και στους 0. Το χώμα ήταν σκληρό και πετρώδες, με χαμηλή σκληρή βλάστηση και αραιά δέντρα, κυρίως μαυρόπευκα και πολύ σπάνια ρόμπολα. Σε τέτοιο αφιλόξενο κλίμα τίποτε δε μπορεί να καλλιεργηθεί αξιόπιστα, αν και το καταφύγιο είχε ένα παρτέρι σε κάπως πιο προστατευμένη θέση με λίγα ραπανάκια, κρεμμύδια κι άλλα χειμωνιάτικα λαχανικά που φυτοζωούσαν, που όπως μας είπαν βάζουν κάθε καλοκαίρι και με μεγάλη δυσκολία φτάνουν μέγεθος συγκομιδής. Το αστείο ήταν πως είχε μια πινακίδα από πάνω, δήθεν του Μνημείου του Αγνώστου Εργάτη, που προειδοποιούσε πως όποιος πειράξει τα φυτά του θα τον έπαιρνε μαζί του, κι ένας φίλος μου πίστεψε πως τέτοιο μνημείο υπήρχε στην πραγματικότητα! Λίγα πουλιά ακούγονταν την ημέρα, και το βράδυ το μόνο που ακουγόταν ήταν ο απόκοσμος ήχος της πνοής του ανέμου ανάμεσα στις πευκοβελόνες,. Το καλό ήταν πως δεν υπήρχαν κουνούπια.
Την επόμενη ημέρα ανεβήκαμε ακόμα 200 μέτρα, ώσπου να φτάσουμε στο ελικοδρόμιο, που χρησιμοποιείται για επείγουσες καταστάσεις, το οποίο ήταν απλώς χρωματισμένες γραμμές στάθμευσης ελικοπτέρου στο έδαφος. Είδαμε και μερικά αιωνόβια πεύκα, και κάποια κεραυνοβολημένα και μαυρισμένα. Εκεί τα δέντρα φορτώνονται μ’αυτήν την «κατάρα», αν ξεπεράσουν περίπου τα 30 μέτρα κινδυνεύουν από κεραυνούς, αφού θα είναι τα ψηλότερα σημεία της περιοχής. Έπειτα ξεκινήσαμε την κατάβαση, η οποία, αν και για μένα πιο εύκολη από την ανάβαση, για άλλους αποδείχθηκε δυσκολότερη, πάντως κινούμασταν γρήγορα ώσπου μια ομάδα εκνευριστικά αργών ορειβατών μας έκλεισε το δρόμο μπροστά μας, και σύντομα μας έπιασε βροχή. Η μία ατυχία πάνω στην άλλη! Εδώ να σημειώσω πως οι ορειβάτες έχουν το έθιμο να χαιρετιούνται μόλις συναντιούνται στην ίδια πορεία, κάτι που μου φάνηκε παράξενο. Όπως μου είπε ο συνοδός μου, είναι για να δείξουν πως τους ενώνει αυτή η δραστηριότητα, πως ανήκουν στην ίδια ομάδα όλοι τους.
Αν και κουράστηκα λίγο, από την εκδρομή αυτή μόνο θετικά έχω να σχολιάσω, κι ελπίζω στο μέλλον να γίνουν παρόμοιες εξορμήσεις. Όσο για το ντοκιμαντέρ, θα σας ενημερώσω αμέσως μόλις ολοκληρωθεί.

Advertisements