Η Τετάρτη, 21 Μαΐου, ήταν μια σημαδιακή μέρα για μένα. Πλέον δεν ήμουν μαζί με την κοπέλα που αγαπούσα. Δυστυχώς χωρίσαμε μετά από 5 μήνες και 12 μέρες σχέσης, επειδή αγανακτήσαμε και οι δύο από διάφορα προβλήματα που προέκυψαν μαζεμένα προς το τέλος, τουλάχιστον η αφορμή ήταν αυτή, αλλά απ’ό΄,τι κατάλαβα αργότερα, αυτή δεν πήρε το ίδιο σοβαρά τη σχέση όπως εγώ.
Τη συγκεκριμένη κοπέλα την ήξερα από παλιά, πάντοτε φαινόταν χαρούμενος κι ανοιχτός άνθρωπος. Πάντοτε ήταν χαμογελαστή, της άρεζε να βοηθάει ανθρώπους, μιλούσε ευγενικά και δε θυμάμαι να προσέβαλε ποτέ κανέναν. Μπορεί να ήταν λίγο αμελής, αλλά δε με πείραζε αυτό, λες κι εγώ είμαι τέλειος χαρακτήρας. Ήταν κοντούλα κι αρκετά όμορφη, αν και ελαφρώς στρουμπουλή. Το όνομά της ήταν Μαρία. Πάντοτε την είχα σε ιδιαίτερη εκτίμηση, αλλά πραγματικά άρχισα να ενδιαφέρομαι από πέρσι τον Ιούλιο, όταν την γνώρισα καλύτερα σε μια κατασκήνωση που ήμασταν μαζί. Μπορώ να πω πως σύντομα την είχα ερωτευτεί. Κυριαρχούσε στις σκέψεις μου, τη θεωρούσα τέλεια κλπ. Από τότε άρχισα ν’ασχολούμαι πιο συστηματικά μαζί της, ώσπου στις 9 Δεκεμβρίου τα φτιάξαμε κανονικά. Τότε ένιωθα απίστευτα τυχερός, νομίζοντας πως βρήκα τη γυναίκα που πράγματι μου ταιριάζει. Έλεγα: «Ούτε χρειάστηκε να ψάξω μακριά, ούτε να γνωρίσω ό,τι νά’ναι άτομα και να φάω τα μούτρα μου στο τέλος, δίπλα μου την είχα τόσο καιρό χωρίς να ξέρω, και τώρα είμαστε μαζί. Υπάρχει κάτι καλύτερο απ’αυτό;»
Τους δύο πρώτους μήνες περάσαμε καλά, με λίγα σχετικά προβλήματα, από το Φεβρουάριο και μετά ωστόσο άρχισαν οι δυσκολίες. Αντιλήφθηκα πως άρχισε ν’απομακρύνεται από μένα. Είτε χανόταν, είτε ανέβαλλε πράγματα μαζί μου, και προέβαλε συνεχώς δικαιολογίες. Συνήθως επικαλούταν τα μαθήματά της, μιας κι έχει σχολείο ακόμα (αυτή είναι 17 χρονών, εγώ 20), ενώ άλλες φορές μπορούσε να καλυφθεί με οποιαδήποτε δικαιολογία, από το ότι είχε επισκέψεις μέχρι ότι ήταν κουρασμένη και δε μπορούσε. Στην πραγματικότητα οι περισσότερες αυτών των καταστάσεων δεν ήταν ψέματα, αλλά το πράγμα είχε πάρει απελπιστικές διαστάσεις. Καταλήξαμε να βγαίνουμε μια φορά το μήνα μόνο, ενώ τα τηλεφωνήματά μας ήταν συνήθως σύντομα, και μηνύματα ανταλλάσσαμε σπάνια, και πλέον όχι ερωτικού περιεχομένου. Οι πολύωρες συζητήσεις μας στο σκάιπ φάνταζαν πλέον γεγονός προηγούμενης ζωής. Προφανώς δεν ήμουν στις άμεσες προτεραιότητές της, αφού σχεδόν πάντοτε πρότασσε το πρόγραμμά της, τις δραστηριότητες της και την καλοπέρασή της αντί για μένα. Εντάξει, είναι λογικό και σωστό να μη μπορεί ν’ασχολείται πάντα μαζί μου, αλλά η περίπτωσή της δε μπορούσε να δείξει καταφανέστερα την έλλειψη ενδιαφέροντος. Ως μαθήτρια που ήταν και ίσως ήθελε να ξεκουραστεί στον ελεύθερο χρόνο της, συχνά την δικαιολογούσα, αλλά μετά από ένα διάστημα άρχισα ν’αμφιβάλλω και να διεκδικώ τα αυτονόητα, με αποτέλεσμα να μαλώνουμε. Κι εγώ μπορέι να ήμουν σκληρός στους διαπληκτισμούς μας, αλλά δεν πιστεύω πως αυτό δε θα μπορούσε να διορθωθεί, όπως έλεγε αυτή. Υπήρχαν βέβαια και μέρες που συμφιλιωνόμασταν και ήμασταν πάλι καλά, αλλά λιγόστευαν όλο και περισσότερο. Προς το τέλος αντιλήφθηκα πως όχι μόνο χανόταν, αλλ’επίσης με απέφευγε, και μάλιστα μού’λεγε ψέματα, που όπως παραδέχτηκε αργότερα, τα έκανε για να μη συναντηθεί μαζί μου και μαλώσουμε πάλι, αν και αυτό που δε σκέφτηκε ήταν πως αν συμπεριφερόταν πολύ καλύτερα, ίσως δεν υπήρχε θέμα καν, και πιθανό είναι να’μασταν ακόμα μαζί χαρούμενοι και το άρθρο αυτό να μην υπήρχε. Ε, και τελικά χωρίσαμε. Δε γράφω λεπτομέρειες για τα προβλήματά μας, επειδή πρώτον δε σας αφορούν, και δεύτερον δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα μας είναι η περιγραφή της αποσύνθεσης μιας υποτιθέμενης ιδανικής σχέσης, τα συναισθήματά μου, την άποψή μου και ό,τι μού’μεινε απ’αυτό.
Από τηλεφώνημα που της έκανα λίγο αργότερα, κυρίως για να εκτιμήσω τη συναισθηματική της κατάσταση, μήπως και ήταν δυνατόν να το ξανασκεφτούμε, διαπίστωσα πως δεν είχε επηρεαστεί, ή τουλάχιστον επηρεάστηκε ελάχιστα και πρόσκαιρα, από το χωρισμό. Μιλούσε σαν να μην είχε συνέβη τίποτα μεταξύ μας, και φυσικά η πιθανότητα να συνεχίσουμε χωρίς προβλήματα πλέον ήταν αδιανόητη. Άλλωστε πίστευε πως ο λόγος για τον οποίον δε θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε είναι επει΄δη θα μαλώναμε ξανά, και επέμενε πολύ σ’αυτό, αν κι εγώ κατάλαβα πως απλώς δεν ήθελε, για να μην έχει υποχρεώσεις, γιατί αν υπήρχε πραγματική αγάπη θα το ξανασκεφτόταν σίγουρα. Άλλα ζευγάρια χωρίζουν για πολύ σημαντικότερα θέματα, αλλά επειδή αγαπιούνται και επιθυμούν να βρίσκονται μαζί, τα ξαναφτιάχνουν. Αυτή λοιπόν ήταν ο ίδιος άνθρωπος, που πριν λίγους μήνες μού’λεγε πως μ’αγαπά, πως θά’ναι για πάντα μαζί μου και δίπλα μου σε κάθε δυσκολία, πώς το ένα, και πως το άλλο. Όλα αυτά αποδείχθηκαν άνευ νοήματος. Τελικά συμπέρανα πως ποτέ δε μ’αγάπησε όσο εγώ. Πέρα απ’τον αρχικο ενθουσιασμό, δε μου φάνηκε πως εξακολουθούσε να δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον στη συνέχεια. Ενώ εγώ της είχα δώσει αρκετά και είχα τη διάθεση να κάνω πολλά περισσότερα εφόσον με επέτρεπε – με τον τρόπο της δε μου άφηνε περιθώρια να κάνω πολλά -, αυτή δεν πρόσφερε σχεδόν τίποτα. Τα λόγια δεν έχουν αξία χωρίς αποδείξεις. Υποψιάζομαι πως ίσως τελικά απλώς έκανε μια σχέση για να νιώθει πως έχει κάποιον και να το δείχνει και στους άλλους, αφού και οι δύο προηγούμενες της ήταν τραγικές αποτυχίες, για το φαίνεσθαι δηλαδή. Εάν αυτό ισχύει, τότε είναι υπερβολικά ανώριμος χαρακτήρας κι απ’τα χειρότερα άτομα που έχω γνωρίσει χωρίς καμία υπερβολή. Ακόμα είμαι νέος, χωρίς πολλές αρνητικές εμπειρίες απ’τη ζωή, κι αυτή είναι το χειρότερο διαπροσωπικό πρόβλημα που συναντώ. Εντούτοις μια αχνή ελπίδα πως τα πράγματα θα μπορούσαν να τραπούν προς το καλύτερο εξακολουθούσε να βρίσκεται σε μια απόμερη γωνία του μυαλού μου, ώσπου τελικά συνειδητοποίησα, από την άκρρως αδιάφορη συμπεριφορά της προς εμένα, και λόγια που άκουσα πως είπε, πως σίγουρα δε με θέλει πια.
Απ’αυτήν την ψευδοσχέση έμαθα πολλά πράγματα, που ίσως με βοηθήσουν στο μέλλον: Πως δε θα πρέπει ν’αγνοώ μικροπροβλήματα, ώστε να προλάβω χειρότερες καταστάσεις έπειτα, αλλά παράλληλα θα πρέπει να είμαι πιο μετριοπαθής στη διαχείριση των διαφορών μου μ’έναν άλλον, γιατί ο άλλος μπορεί ν’αγανακτήσει, πως ακόμα κι άνθρωποι που θεωρούμε κοντινούς μας μπορει να είναι ανειλικρινείς, και, το σημαντικότερο, πως η διαίσθηση δεν έχει πάντα δικιο. Εγώ πίστευα, επειδή ήμουν αρκετά επίμονος μ’αυτήν μέχρι να την έχω κοντά μου, πως γνώριζα κατά βάθος πως η συγκεκριμένη είναι η κατάλληλη για μένα παρά τις διαφορές μας, και προσπαθούσα έτσι να λύσω τα προβλήματά μας πάση θυσία, αλλά έπεσα έξω.
Παρόλα αυτά είχε και αρκετά καλά. Επειδή την ήξερα αρκετά, αλλά εξακολουθούσε να μου είναι άγνωστη και διαφορετική, μπορούσαμε να συζητάμε και για τα κοινά μας στοιχεία και για τα διαφορετικά, έχοντας πολλά πιθανά θέματα συζήτησης. Όταν ήμασταν στα καλά μας, ήταν πολύ γλυκιά κι ευχάριστη, συνεννοήσιμη και λογική. Ήταν αρκετά ψύχραιμη και δεν αγχωνόταν εύκολα, χαρακτηριστικό που όπως δυστυχώς αποδείχθηκε αργότερα ήταν άμεσα συνδεδεμένο με την εκνευριστική της αναισθησία, που εκδηλωνόταν ως αδιαφορία, αμέλεια και μη διάθεση ανοιχτής έκφρασης των συναισθημάτων της όποτε έπρεπε. Επίσης ασχολούταν με την τέχνη, και το διάστημα αυτό συμμετείχε σε θεατρική ομάδα, ενώ γράφει ποιηματάκια. Παρακάτω θα παραθέσω μερικά από τα πρωτόλεια ποιήματά της που μου έδωσε, τα οποία θεώρησα καλύτερα, για να’χετε μια ιδέα. Πιστεύω πως αν ασχοληθεί σοβαρά, πράγμα που αμφιβάλλω, ίσως στο μέλλον διαπρέψει.

Αγάπη

Φεύγει ο έρωτας με τον καιρό
όμβως εγώ μια ζωή θα σ’ αγαπώ
μου ‘πες μια βραδιά
με το φεγγάρι στα μαλλιά.

Και εγώ σου γέλασα γλυκά,
γιατί ποτέ δεν πίστεψα σ’ αυτά,
τα λόγια τα μεγάλα,
τα φαντασμαγορικά.

Μια ταινία η ζωή
και σκηνοθέτης της εσύ
οδήγησε με στην κορφή
να ζήσω ό,τι έχω ονειρευτεί.

Σου το ‘χω πει πως σ’ αγαπώ
όπου θες μπορώ να ορκιστώ.
Απ’ τη ζωή μου μη χαθείς,
να μείνεις, να επιμείνεις
μονάχα εσύ μπορείς.

Αγάπη έχω στης καρδιάς τα βάθη
το τραγουδάνε τα πουλιά
σ’ όλης της γης
τα πλάτη.

Δυο μάτια καστανά
μ’ έχουνε τρελάνει
συνέχεια αναρωτιέμαι
που πάει και τι κάνει.

Μου λείπεις τόσο πολύ,
κοντά σου θα πετάξω σαν πουλί.
Θα σου δώσω, θα μου δώσεις ένα φιλί
και πάλι θα χαθώ σαν έρθει το πρωί.

Και να που τελικά
τον εαυτό μου δεν γνώριζα καλά,
με λάβωσαν του έρωτα τα βέλη
μα εμένα καθόλου δε με μέλει.

Δύσκολες μέρες

Στάθηκες στην πόρτα,
με κοίταξες θλιμμένα
τέλειωσε μου είπες
η ζωή για μένα.

Καθίσαμε δίπλα δίπλα
σου κράτησα τα χέρια
κι από μέσα βγήκανε
χιλιάδες περιστέρια.

Μίλα μου σου είπα,
μίλα μου
πως μπορώ να βοηθήσω
ζήτα μου.

Και μου απάντησες
κανένας δε μπορεί
ούτε εσύ μπορείς.
Μονάχα να ελπίζεις
αυτό να κάνεις, να χαρείς.

Και συνέχισες με θλίψη
του μυαλού μου
τα τεχνάσματα μ’ έχουν
πια συνθλίψει.

Δεν υπάρχω νιώθω
για κανέναν και για τίποτα
δεν αισθάνομαι
πια πόθο.

Θα πεθάνω νομίζω
τα βράδια που ‘μαι μόνος
και το στομάχι με την καρδιά
γίνονται ένας κόμπος.

Σε κοίταξα στα μάτια
κι ήμουν έτοιμη να κλάψω,
σώπα σου είπα, σώπα και
εγώ να σ’ αγαπώ ποτέ μου
δεν θα πάψω.

Μαζί θα το παλέψουμε
κι αυτό,
σώπα σε λίγο
πιάνουμε ουρανό.

Λευκό λουλούδι

Λευκό λουλούδι
η ψυχή του
κανένα δεν πείραξε
ποτέ μες την ζωή του.

Μέσα στου κόσμου
την κακία
να κρατήσει προσπαθεί
τη δική του ευωδία.

Αγκάθια μητερά
τον πληγώσανε βαθιά
και ο πόνος διαπέρασε
για πάντα την καρδιά.

Τώρα στέκεται αμίλητος,
βουβός, μαρμαρωμένος
και απ’ του κόσμου τις χαρές
αποξενωμένος.

Τίποτα δεν τον ενδιαφέρει,
τίποτα δεν τον συγκινεί
μόνο στον εαυτό του
ερμητικά έχει κλειστεί.

Ποίηση

Ποίηση είναι
η χαρά της ψυχής,
το ψωμί στο τραπέζι
της ζωής.

Ποίηση είναι
αγαλίαση ψυχής,
έκφραση γνώμης
πολύ δυναμικής.

Η ποίηση είναι
τρόπος ζωής,
ξεκίνημα διαδρομής
απίθανης, μαγευτικής.

Η ποίηση είναι αναζήτηση
στα μονοπάτια του μυαλού
εμπειρία ταξιδιού
αξέχαστου, μοναδικού.

Με την ποίηση μπορείς
την πέτρα να λυγίσεις
δράκους και εχθρούς
μ’ αυτή μονάχα να νικήσεις.

Ο ποιητής ποτέ
δεν ησυχάζει,
ακόμα και στον ύπνο του
όλο στιχάκια βγάζει.

Η ποίηση είναι πόνος,
ελπίδα, μοναξιά
είναι αισιοδοξία,
αγάπη, αγκαλιά.

Τα δύο πρώτα απευθύνονται σ’εμένα. Το πρώτο είχε να κάνει με την αγάπη μας, ενώ το δεύτερο το έγραψε όταν εγώ για λίγο καιρό το Μάρτιο ένιωθα πολύ άσχημα και νόμιζα πως κανείς δε μπορούσε να με βοηθήσει, η μόνη μου θετική σκέψη ήταν αυτή, αν και στην πράξη η υποστήριξή της ήταν τουλάχιστον ανεπαρκής. Όπως απέδειξε ο χρόνος πάντως, οι σκέψεις τις αυτές δεν είχαν αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Τα λόγια είναι εύκολα για όλους, η πράξεις είναι αυτές που ζορίζουν και απ’αυτές θα κριθεί εάν κάπιος αξίζει πραγματικά ή όχι.
Ακόμα κι αν έχω αποδεχτεί την κατάσταση και υπενθυμίζω συνεχώς στον εαυτό μου πως δεν ήταν τελικά κάτι το ιδιαίτερα σημαντικό, δεν μπορώ να πω πως έχω ξεπεράσει πλήρως τον πόνο. Ακόμα υπάρχουν λίγε στιγμές οπότε νιώθω θλίψη για τα γεγονότα αυτά. Αλλά θα πρέπει να πάω μπροστά, σε πράγματα ουσιωδέστερα. Ήδη έχω σχεδόν ανακάμψει, σε σημείο δηλαδή που δεν πρήζω τον κόσμο γι’αυτήν κι αν την συναντήσω μπροστά μου δε θα ενοχληθώ καθόλου, αλλά πιστεύω πως ο μόνος που μπορέι να με βοηθήσει είναι ο χρόνος. Και μετά δε θα είμαι απλώς όπως πριν, αλλά καλύτερα! Το μόνο σίγουρο και παρήγορο πάντως είναι πως αυτό δεν έπληξε μόνο εμένα, έχει συμβεί στους περισσότερους ανθρώπους. Μπορεί να είναι δυσάρεστο, αλλά μάλλον έτσι είναι η ζωή. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι για τον καθένα.
Και καταλήγω στο χιλιοειπωμένο συμπέρασμα που δε μαθαίνεται όσο κι αν λέγεται, πως οι άνθρωποι δεν είναι αυτό που δείχνουν.

Advertisements