Εδώ στηνΕλλάδα έχουμε μια αρκετά ανορθόδοξη άποψη για τους φοιτητές πανεπιστημίου. Γενικώς τους θεωρούμε ως μια τάξη νεαρών ρεμαλιών που συντηρούνται συνήθως από τους γονείς τους, άντε κι από κάποιο πρόχειρο επάγγελμα, ξενυχτούν και πίνουν κάθε μέρα και θυμούνται κάπως τα μαθήματά τους όταν πλησιάζει η απειλητική σκιά της εξεταστικής περιόδου. Φυσικά αυτό το στερεότυπο δημιουργήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, όταν η Ελλάδα βίωνε καιρούς ευημερίας, σε συνδυασμό με την επιθυμία όλων των Ελλήνων να φοιτήσουν σε πανεπιστήμιο (σύνδρομο νεόπλουτου), και δε φαίνεται ακόμα η σημερινή κρίση νά’ναι τόσο βαθιά ώστε ν’αλλάξει εντελώς αυτήν την κατάσταση. Σε παλαιότερες βέβαια εποχές, και στην Ελλάδα και σε πολλές χώρες του εξωτερικού, η ζωή για τους φοιτητές ήταν πολύ δύσκολη, αφού παρόλο που τότε συνήθως ήταν παιδιά εύπορων οικογενειών, συχνά έπρεπε να ζήσουν σε μεγάλη απόσταση απ’την πατρογονική τους εστία, με ελάχιστη επικοινωνία με τους δικούς τους, όπου θά’πρεπε να βρουν έναν τρόπο βιοπορισμού, καθώς και ν’αντιμετωπίσουν επιτυχώς όλες τις δυσκολίες που θ’ανέκυπταν από τη διαμονή σ’έναν εντελώς άγνωστο τόπο γι’αυτούς. Σε ακόμα παλαιότερες εποχές στις ευρωπαΪκές χώρες, κάθε φορά που οι πολιτικές συνθήκες γίνονταν ασταθείς, οι φοιτητές έπρεπε να επιβιώσουν, και γι’αυτό συχνά ήταν οπλισμένοι.

Το άρθρο αυτό θα γραφόταν ως συνέχεια εκείνου για τις
Μονομαχίες στην Παλιά Αθήνα,
Στην Αθήνα δηλαδή σύντομα μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, αλλά, για διάφορους λόγους δε μπορούσα να γράψω εκείνον τον καιρό. Ήταν ένα διάστημα που έψαχνα για τις μονομαχίες και την ιστορία τους στον ευρωπαϊκό χώρο, και πραγματικά έπαθα ένα μικρό πολιτισμικό σοκ όταν κατάλαβα πως σχεδόν όλοι οι άντρες των σημερινών «πολιτισμένων» κρατών μονομαχούσαν με την παραμικρή προσβολή, ενώ ενίοτε νομικά ήταν υποχρεωμένοι να μονομαχήσουν. Τελικά, μετά το διαφωτισμό, την εκβιομηχάνηση και τον εκδημοκρατισμό των κρατών, η μονομαχία, εκτός του ότι είχε σχεδόν εκλείψει, συμβολοποιήθηκε, ώστε οι φόνοι ήταν εξαιρετικά σπάνιοι, και τελικά εξαφανίστηκε.

Οι φοιτητές των πανεπιστημίων δεν αποτελούσαν εξαίρεση. Εκτός του ότι έπρεπε ν’αμύνονται από τους εγκληματίες, όσο κι αν μας φανεί παράξενο αυτό, συχνά έλυναν τις διαφορές τους με μονομαχία. Αν αποβάλουμε τα ελληνικά στερεότυπα που τους θέλουν απλώς μεγάλα παιδιά και σκεφτούμε πως ήταν ανεξάρτητοι άνθρωποι που διηύθυναν τη ζωη τους ολομόναχοι, συνήθως χωρίς καμία βοήθεια απ’τους οικείους τους (δεν είχε μανούλα πονάω τι να κάνω), ενώ οι περισσότεροί τους κατάγονταν από τιμημένες οικογένειες ευγενών, επομένως με πρότερη εξάσκηση στις πολεμικές τέχνες και στη σκληρή ζωη, καθώς κι ότι βρίσκονταν στη στρατεύσιμη ηλικία, αυτό δε φαίνεται πλέον τόσο παράξενο. Μονομαχίες γίνονταν συχνά με την παραμικρή αφορμή και μπορεί να κατέληγαν και στο θάνατο. Δεν υπήρχε κάποιος φορέας που έλεγχε αυτήν τη συμπεριφορά. Όταν οι συνθήκες μέσα στα κράτη άρχισαν να εξωμαλύνονται και οι αξίες των ευγενών να φθίνουν, οι μονομαχίες έχασαν γρήγορα τη δημοτικότητά τους, εκτός από τις γερμανόφωνες περιοχές τις Ευρώπης, όπου μετεξελίχθηκαν σε μια μορφή άσκησης γνωστής ως ακαδημαϊκή ξιφασκία, που συνεχίζεται από ελάχιστους ως σήμερα.

Η ακαδημαΪκή ξιφασκία δε θεωρείται απλό άθλημα από τους υπέρμαχούς της, αλλά μια μέθοδος δοκιμασίας και άσκησης του χαρακτήρα ενός ανθρώπου, ώστε ο άνθρωπος να εξασκήσει το θάρρος του, την ετοιμότητά του, την αντοχή του στις δυσκολίες, και λοιπές αξίες των παραδοσιακών πολεμοχαρών σκληρών Γερμανών, γι’αυτό δεν υπάρχει νικητής και ηττημένος. Παλαιότερα μάλιστα σε φανατικούς κύκλους του σπορ πιστευόταν πως ολόκληρος ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου μπορεί να διαφανεί από τη συμπεριφορά του σε μια μονομαχία. Η ακαδημαΪκή ξιφασκία γίνεται συνήθως μεταξύ διαφορετικών πανεπιστημιακών αδελφοτήτων, αν και μπορεί να γίνει μεταξύ μελών της ίδιας αδελφότητας. Οι γερμανικές φοιτητικές αδελφότητες (studentenverbindungen), παρόλο που σήμερα περιλαμβάνουν μόλις το 1% των φοιτητών στη Γερμανία, ιστορικά είχαν μεγάλη επιρροή. Οι απαρχές αυτών, καθώς κι άλλων παρόμοιων συστημάτων αδελφοτήτων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και στην Αμερική έπειτα, μπορούν να εντοπιστούν στις συντεχνιακού τύπου εθνικές αδελφότητες που αναπτύχθηκαν στα πρώτα ολίγα πανεπιστήμια του Μεσαίωνα, όπου φοιτούσαν άτομα από διάφορες χώρες. Φυσικά όταν οι χώρες αυτές βρίσκονταν σε πόλεμο οι σχέσεις των ομάδων αυτών δεν ήταν ειρηνικές. Οι γερμανικές πανεπιστημιακές αδελφότητες πήραν τη σημερινή τους μορφή κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, μία εποχή όπου η παράδοση της μονομαχίας ακόμα παρέμενε ισχυρή. Ήδη τα όπλα στους φοιτητές ήταν κάτι πολύ κοινό, αφού έπρεπε, εκτός του ν’αμύνονται τους ληστές, να αμύνονται κι από αντίπαλες ομάδες κατά την εποχή της Θρησκευτικής Μεταρύθμισης και του Τριακονταετούς Πολέμου. Μπορούμε να φανταστούμε τι γινόταν τότε. Κατά τα’άλλα οι φοιτητές μονομαχούσαν για το οτιδήποτε, ότι δηλαδή θεωρούσε ο καθένας προσβολή (κλεψιές, τσακωμοί, γυναίκες κλπ) με ατιμωρησία, αν κι άρχισαν να θεσπίζονται κανόνες για το τι είναι επιτρεπτό και τι όχι στις μονομαχίες. Η ακαδημαΪκη ξιφασκία πήρε τη σημερινή της μορφή αφότου ενοποιήθηκε η Γερμανία και τα πάθη κατευνάστηκαν, οπότε παρότι επικρατούσε ειρήνη, οι παλαιοί κύκλοι των αδελφοτήτων δεν επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν τα ήθη κι έθιμά τους, κι έτσι μετέτρεψαν το μαχαιροβγαλτισμό τύπου μάγκα του δρόμου (με έβρισες σου βγάζω μαχαίρι) σε τρόπο άσκησης του χαρακτήρα ας πούμε, διατηρώντας τα παραδοσιακά πολεμικά όπλα, ενώ άλλες ξιφομαχικές πανεπιστημιακές σχολές όπως η γαλλική υιοθέτησαν ακίνδυνα όπλα. Το διάστημα αυτό η μονομαχία ορίστηκε με τους αυστηρούς κανόνες που έχει ως σήμερα, ώστε να είναι δίκαιη και λιγότερο επικίνδυνη. Το εξέχον χαρακτηριστικό της, που της έχει δώσει το άλλο της όνομα “mensur”, απόσταση στα γερμανικά, είναι η καθορισμένη απόσταση που θα πρέπει νά’χουν οι ξιφομάχοι μεταξύ τους, χωρίς να κινούν τα πόδια τους, οπότε η άμυνα μπορεί να γίνεται μόνο με τα χέρια και τον κορμό. Το ξίφος που χρησιμοποιείται είναι σιδερένιο με αιχμή και καλείται mensurschlager ή απλώς schlager, με ευρεία κωδονόσχημη λαβή, που έχει μικροπαραλλαγές μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας. Παλαιότερα η προστασία που φορούσαν οι ξιφομάχοι ήταν ελάχιστη, κυρίως στο χέρι που κρατούσε το ξίφος, στο λαιμό και ίσως στον κορμό, αλλ’επειδή συχνά γίνονταν σοβαροί τραυματισμοί και ενίοτε φοιτητές πέθαιναν από διατρήσεις πνευμόνων, υπήρξε η ανάγκη για μεγαλύτερη προστασία. Η σημερινή στολή ενός ξιφομάχου είναι ένας ολόσωμος μεταλλικός θώρακας με μεταλλικό γάντι για το χέρι που ξιφομαχεί, προστασία για το λαιμό και ατσάλινα συρμάτινα γυαλιά με προστασία και στη μύτη, αφήνοντας ακάλυπτες περιοχές του προσώπου που μπορεί να χτυπήσει ο αντίπαλος. Δύο γιατροί βρίσκονται στο «πεδίο της τιμής», ένας για τον κάθε ξιφομάχο, σε περίπτωση τραυματισμού, οι οποίοι μπορούν να διακόψουν την ξιφομαχία αν κριθεί απαραίτητο.

Τα χτυπήματα τα δέχεται ο ξιφομάχος συνήθως στον αριστερό κρόταφο, σπανιότερα στην παρειά ής το σαγόνι, επειδή συνήθως ο αντίπαλος είναι δεξιόχειρας. Βασική αρχή της ακαδημαϊκής ξιφασκίας είναι η υπομονή των χτυπημάτων, γι’αυτό και επιτρέπονται. Η ουλή από ένα τέτοιο χτύπημα καλείται «schmiss”, πρβλ. αγγλ. «smight”, και στο παρελθόν θεωρούταν σύμβολο τιμής και της φοιτητικής ιδιότητας, ενώ εξαιρόταν από τους συγγραφείς, τους ποιητές και τους καλλιτέχνες της εποχής ως σύμβολο αρρενωπότητας. Ακόμα και ο Όττο φον Μπίσμαρκ τη θεωρούσε σημείο γενεότητας, και πίστευε ότι η ανδρεία κάποιου θα μπορούσε να μετρηθεί από τον αριθμό τέτοιων ουλών. Στο δεύτερο μισό μάλιστα του 19ου αιώνα, όταν η ακαδημαΪκη ξιφασκία ήταν πολύ δημοφιλής, σκοπός των ξιφομάχων συχνά ήταν να χτυπηθούν, και αρκετοί μάζευαν στο πρόσωπό τους ουλές από πολλές μονομαχίες. Άλλοι φοιτητές, για να μιμηθούν τους ξιφομάχους, χαρακώνονταν με ξυράφια κι άλλοι έβαζαν αλογότριχες σε μικρές πληγές για να τις ερεθίσουν και να τις διευρύνουν. Η επιτηδευμένη αυτή προξένηση ουλών μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ιστορικό παράδειγμα ούλωσης (scarification), κοινής πρακτικής σε διάφορους μη ευρωπαΪκούς πολιτισμούς, στο δυτικό κόσμο. Πλέον οι αξίες είχαν αλλάξει και οι φοιτητές δεν προσβάλλονταν τόσο εύκολα, επομένως ελάχιστες ήταν οι αφορμές πρόκλησης σε μονομαχία, την οποία εντούτοις οι αδελφότητες ήθελαν να διατηρήσουν, γι’αυτό επινόησαν συμβολικές προσβολές π.χ. είσαι βλάκας. Οι ξένοι περιηγητές εκείνη την εποχή δικαιολογημένα καταπλήσσονταν από την εμμονή των Γερμανών σπουδαστών με την ξιφομαχία, την οποία δεν χαρακτήριζαν και με τα καλύτερα σχόλια.

Το έθιμο της ακαδημαΪκής ξιφασκίας συνεχίστηκε και κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, αν και σιγά-σιγά άρχισε να φθίνει. Μετά την επάνοδο τω Ναζί, οι αδελφότητες αυτές, αν και αρχικά χρησιμοποιήθηκαν απ΄΄ο το καθεστώς για τη στρατολόγηση νέων μελών, γρήγορα θεωρήθηκαν δυνητικά φυτώρια επαναστατών και έκλεισαν, οπότε αναβίωσαν μετά το 1945. Σήμερα οι ξιφομαχούσες αδελφότητες είναι αρκετά λίγες, και δεν υποχρεώνουν όλες τα μέλη τους να ξιφομαχούν. Ιστορικά η ξιφομαχία θεωρούταν καθαρά αντρική ενασχόληση, και παρόλο που ιδρύθηκαν και γυναικείες αδελφότητες (ελάχιστες), καμία δεν εφήρμοσε την ξιφομαχία. Φυσικα΄δεν υπάρχει κάτι σήμερα που να εμποδίζει τις γυναίκεςνα ξιφομαχούν, αλλά πλέον δε συνηθίζεται γενικώς. Για να κρατηθεί η παράδοση και να μη συγχυστεί η ξιφομαχία με σημερινό άθλημα, οι μονομάχοι επιλέγουν απομονωμένες περιοχές, γι’αυτό και είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν βιντεοσκοπημένοι αγώνες. Οι περισσότεροι κρύβουν τις ουλές τους μέσα στα μαλλιά ή τα γένια τους. Παρόλα αυτά υπάρχουν μικρές ομάδες ανά τον κόσμο που ξιφομαχούν με το γερμανικό τρόπο ως πολεμική τέχνη, ακόμα και στην Ελλάδα.

Πηγές:
ακαδημαΪκή ξιφασκία
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ακαδημαΪκή ξιφασκία
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τις ξιφομαχικές ουλές

Advertisements