Από:
εδώ

ΜΟΝΟΜΑΧΙΕΣ

ΑΘΗΝΑΙΟΓΡΑΦΟΣ Τίμος Μωραϊτίνης αποδίδει το έθιμο στο ρομαντικό πνεύμα που διέκρινε την εποχή και επισημαίνει ότι η συμμετοχή σε μια μονομαχία αποτελούσε τίτλο τιμής για τον συμμετέχοντα:

«…Αλλά ιπποτισμός χωρίς κινδύνους και χωρίς επίδειξιν γενναιότητος δεν ήτο δυνατόν να εννοηθή. Ο ιππότης έπρεπε να έχη τουλάχιστον μίαν μονομαχίαν ή έστω και μιαν πρόσκλησιν που κατέληξεν αδόξως εις συμβιβασμόν με τον αντίπαλον».

Οι αφορμές για πρόσκληση σε μονομαχία δεν χρειαζόταν να είναι σπουδαίες. Οι Αθηναίοι μπορούσαν να μονομαχήσουν ακόμη και για ψύλλου πήδημα. Ένα παρεξηγημένο βλέμμα, μία αδέξια έκφραση αρκούσαν κάποτε για να οδηγήσουν τους Αθηναίους στο «πεδίο της τιμής», όπου ο θιγείς επιζητούσε «να λάβει ικανοποίηση».

Ο εκδότης της εφημερίδας «Ακρόπολις» Βλάσσης Γαβριηλίδης σχολίαζε σχετικά: «Έτσι όπως κατήντησε το θέατρον του Φαλήρου, καλύτερα να πέφτης από την εξέδρα του χωρίς να ξέρης κολύμπι παρά να πηγαίνης εκεί χωρίς να ξέρης να μονομαχής!».

Αν οι Αθηναίοι επεδείκνυαν τόση έφεση προς τις μονομαχίες όταν ήταν νηφάλιοι, μπορεί κανείς να φανταστεί ότι η κατανάλωση οινοπνεύματος θα ενίσχυε αυτή την έφεση. Ο Μωραϊτίνης αναφέρει μια σχετική περίπτωση που αφορά ένα κέντρο διασκέδασης στην Κηφισιά:

«Η τσιγγάνικη ορχήστρα του Ράντο Τσολάκ τραβούσε πάρα πολύ κόσμο και ιδίως τους οπαδούς του πιοτού, που τόσο τους γοήτευε το δοξάρι του Τσολάκ. Όπως ήταν όμως φυσικό, το πιοτό και τα παθητικά βιολιά άναβαν τα αίματα. Κι έτσι το πάρκο, κάπου-κάπου μετεβάλλετο σε θέατρο ζωηρών επεισοδίων που τελείωναν σε μονομαχίες».

Ο ίδιος πάντα συγγραφέας γράφει για την ασήμαντότητα των κινήτρων που μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια μονομαχία:

«…Ένα επεισόδιον δεν ήταν δύσκολο να ευρεθή για να δοθή αφορμή μιας συναντήσεως εις το πεδίον της τιμής. Όπλα και μάρτυρες υπήρχαν πάντοτε. Εκείνο που έλειπε ήταν ο αντίπαλος. Κάποτε ο ιππότης συναντούσε τυχαίως στο δρόμο τον αλλοίθωρο που τον στραβοκύτταζε. Αυτό ήταν μία αφορμή.

― Γιατί με κυττάξατε, κύριε;

― Δεν σας κύτταξα, κύριε.

― Σας λέγω ότι με κυττάξατε.

― Σας είπα, δεν σας κύτταξα.

― Πολύ καλά.

»Την επομένην ο αλλοιθωρίζων άνθρωπος, που δεν εκύτταξε, εδέχετο δύο μάρτυρες και ωδηγείτο εις το πεδίον της τιμής, όπου, συμφώνως με τας οδηγίας του Ταβερνιέ, εδέχετο μίαν σφαίραν εις το κρανίον. Κι έτσι έκλεινε τα μάτια και δεν εκύτταζε πλέον».

Ο έρωτας ήταν μια από τις αιτίες που οδηγούσαν συχνά σε μονομαχίες. Ένας από τους ήρωες του θεατρικού έργου «Υπαίθριοι Αθήναι» δηλώνει αρειμάνια και ερωτόπληκτα:

«Ναι το αίμα μου θα χύσω

και για σε θα χτυπηθώ

κι αν τυχόν και ξεψυχήσω

σένανε θα θυμηθώ.

Θα μονομαχήσω φως μου

διά σε θα χτυπηθώ

διά σε το φως του κόσμου

διά σε θα στερηθώ ».

Η ειδησεογραφία των εφημερίδων της εποχής επιβεβαιώνει ότι η προσφυγή στα όπλα ως μέσο επίλυσης και των μικρότερων διαφορών ήταν εξαιρετικά ευχερής. Ένα παράδειγμα προσφέρει η «Εφημερίς» της 21ης Ιανουαρίου 1896, αναφερόμενη σε λογομαχία δύο κατά συνθήκην σοβαρών προσώπων, η οποία απέληξε σε πρόσκληση σε μονομαχία: «Επεισόδιον λυπηρόν συνέβη χθες την μεσημβρίαν μεταξύ του αρχιάτρου του πολεμικού ναυτικού και τινος ιατρού του αυτού σώματος. Ενώ ούτοι εκάθηντο μετ’ άλλων πολιτών εν τω παρά τη Β. αποβάθρα καφενείω του Δ. Αλεξανδροπούλου και συνωμίλουν, ανεφύει μεταξύ των ζωηρά έρις, ην ηκολούθησαν βαρείαι φράσεις, αίτινες θα είχον δυσάρεστα αποτελέσματα, αν οι παρακαθήμενοι εν τω καφενείω δεν προελάμβανον να επέμβουν.

Εν τούτοις το επεισόδιον δεν περιωρίσθη έως εδώ, διότι καθά εμάθομεν ο κ. αρχίατρος απέστειλε τους μάρτυράς του, όπως ζητήσωσιν ικανοποίησιν παρά του αντιπάλου του».

Την ασημαντότητα των κινήτρων που οδηγούσαν σε μονομαχίες σατιρίζει και ο Σουρής, χωρίς ωστόσο να συμμερίζεται την απαισιόδοξη πρόβλεψη του Μωραϊτίνη σχετικά με την έκβασή τους. Έγραφε λοιπόν ο Σουρής στο Ημερολόγιο του Σκόκου, του έτους 1893:

«Εικών μονομαχίας εν Ελλάδι που την ακούν και φρίττουν κι από τον Άδη

―Το ξεύρεις πως μ’ επρόσβαλες;

―εγώ; δεν το γνωρίζω.

―Αυτό που σου λε ’γω και σε διασπαθίζω.

Σου λέγω πως μ’ επρόσβαλες, γραπτώς και διά ζώσης,

κ’ ευθύς ικανοποίησιν οφείλεις να μου δώσης.

―Αφού το απαιτείς λοιπόν αντίρρησιν δεν έχω

Κ’ εις το πεδίον της τιμής με το ρεβόλβερ τρέχω.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Εντός αγρού ευρίσκονται κι οι δύο ερημοτά του

και πρόκειται να κτυπηθούν φρικτά μέχρι θανάτου.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . ..

Τραβά ο ένας και περνά η σφαίρα απ’ τη μέση,

τραβά ο άλλος και περνά η σφαίρα απ’ την άκρη…

κι’ αφού κανένας δεν μπορεί νεκρός ’ς τη γη να πέση

σφικταγκαλιάζονται κι οι δυο και χύνουν μαύρο δάκρυ.

Και γίνονται αχώριστοι και πάλι σαν πρωτύτερα.

Και είμαστε κι’ εμείς καλά κι εκείνοι πιο καλύ-

τερα».

Την ίδια σκωπτική στάση έναντι των προθέσεων των μονομαχούντων είχε επιδείξει ο Σουρής και στον πρωιμότερο (1884) διάλογό του «Το Επιτήδευμα και το Δρομοκαΐτειο», όπου οι ήρωές του Φασουλής και Περικλέτος σχολιάζουν:

«ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ

Αλήθεια τι ακούγεται για τις μονομαχίες;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ

Τι να σου πω βρε Περικλή, πολλές επιδημίες!

Και μήπως είναι μόνο μια, θαρρείς, μονομαχία;

εδώ, μωρέ, θα κτυπηθή η πυροβολαρχία,

θα κτυπηθή το πεζικό, το ιππικό οι ναύτες,

οι σκαπανείς, οι έμποροι, οι φοιτηταί,

οι ράφτες.

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ

Μα πες μου έγινε καμμιά πραγματική ως τώρα;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ

Και μήπως δεν ακούονται πέντ’ έξη κάθε ώρα;

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ

Τότε λοιπόν θα γέμισαν από νεκρούς οι δρόμοι.

Σαν πόσοι εσκοτώθηκαν;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ

Θαρρώ, κανείς ακόμη.

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ

Αμ’ τότε τι χρειάζεται η τόση ιστορία;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ

Να’ έτσι για να γίνεται ολίγη φασαρία».

Ο «Ραμπαγάς», από την πλευρά του (φύλλο της 20ής Ιουλίου 1886) επεσήμαινε στο ίδιο μοτίβο: «Πάντοτε είναι βέβαιός τις εκ των προτέρων ότι αμφότεροι οι αντίπαλοι θα φάγωσι μετά τον ανώδυνον συριγμόν δύο σφαιρών, την μακαρονάδα των με τους μάρτυράς των.

»Μονομαχία θα πη, αφού την θέλετε, κύριοι, να σταθείτε ο εις απέναντι του άλλου πέντε βήματα και πυροβολήσητε ταυτοχρόνως εις το πρόσταγμα, εν, δύο, τρία! Ή να κτυπηθείτε με ξίφος, ότε αφεύκτως εις των δύο θα αιματωθή βεβαίως, αν και μας διηγήθησαν τοιαύτην μίαν μονομαχίαν καθ’ ην οι ξιφομαχούντες ήσαν τόσον αδέξιοι, ώστε έλαβον περισσοτέραν ανάγκην του ράπτου παρά του χειρουργού, διότι επληγώθησαν, αλλά μόνον εις τα υποκάμισα».

Αν η σάτιρα διογκώνει την πραγματικότητα, συχνά η πραγματικότητα έφτανε στα όρια του γελοίου στην περίπτωση των αθηναϊκών μονομαχιών. Μια τέτοια περίπτωση, στην οποία η μοναδική απώλεια υπήρξε ένα… κουμπί αναφέρεται στην «Παλιγγενεσία» της 20ής Ιανουαρίου 1894: «Χθες περί ώραν 2 μ.μ. εν τω πολυγώνω του πυροβολικού έλαβε χώραν η ένεκα του μεταξύ των ιλάρχων κ. Τριγγέτα και Μεταξά λαβόντος χώραν επεισοδίου προκληθείσα μονομαχία. Κατά ταύτην γενομένην από αποστάσεως 25 βημάτων και ενώπιον των κ.κ. Κ. Σμόλενιτς, αντισυνταγματάρχου του πυροβολικού και Ιφ. Κοκκίδου, αντισυνταγματάρχου του μηχανικού, παραστάντων ως μαρτύρων του πρώτου και των κ.κ. Αργυρόπουλου και Βακάλογλου, ταγματαρχών του πυροβολικού και του ιατρού κ. Βελλίνη, η σφαίρα του κ. Τριγγέτα απέκοψε το κατά την οσφύν κομβίον της περισκελίδος του κ. Μεταξά, μεθ’ ο, τη παρεμβάσει των μαρτύρων εθεωρήθη λήξασα η μονομαχία».

Πάντως, πέραν από τη σκωπτική διάθεση των ευθυμογράφων, η αναίμακτη απόληξη των αθηναϊκών μονομαχιών εθεωρείτο στην πραγματικότητα ως ικανοποιητική, αφού σε αντίθετη περίπτωση η μικρή αθηναϊκή κοινωνία της εποχής θα θρηνούσε πολυάριθμους νεκρούς και τραυματίες. Διερμηνεύοντας αυτή την ανακούφιση, η «Εφημερίς» (φύλλο της 3ης Φεβρουαρίου 1896) εκτιμούσε ότι οι μονομαχίες καταλήγουν «πολύ σωστά και ανθρώπινα εις γεύματα και γλέντια».

Ως τόπος διεξαγωγής της μονομαχίας επελέγετο συνήθως κάποιος ανοικτός χώρος στα ακατοίκητα περίχωρα της πόλης.

Στις 31 Ιανουαρίου 1896 η «Εφημερίς» περιέγραφε μια μονομαχία που είχε διεξαχθεί την προηγουμένη στο Δαφνί: «Μονομαχία έλαβε χώραν χθες μ.μ. εις το Δαφνί μεταξύ του πρώην εισαγγελέως κ. Αχιλ. Τσιμπουράκη και του ανθυπολοχαγού κ. Συνωκίδη. Οι αντίπαλοι αντήλλαξαν μιαν μόνον βολήν άνευ αποτελέσματος. Μάρτυρες μεν του πρώτου παρίσταντο οι κ.κ. Ψύλλας, βουλευτής, και Τριγγέτας, ταγματάρχης, του δε δευτέρου οι αξιωματικοί κ.κ. Γκιταράκης και Βασιλάκος. Αίτιον υπήρξεν η υπό του ανθυπολοχαγού επίθεσις κατά του κ. Τσιμπουράκη επειδή ο τελευταίος, άλλοτε εισαγγελεύς ων, είχε καταδιώξει τον πρώτον».

Το Φάληρο ήταν ένας άλλος, προσφερόμενος για μονομαχίες χώρος. Η «Παλιγγενεσία» της 14ης Ιανουαρίου 1894 αναφέρεται σε μια μονομαχία που είχε διεξαχθεί σ’ αυτό: «Χθες περί ώραν 3 μ.μ. εν τω Φαληρικώ πεδίω έλαβε χώραν μονομαχία διά πιστολίου μεταξύ του Γάστωνος Πονς, υιού του γραμματέως του γαλλικού προξενείου και του εκ Πειραιώς κ. Ιωάννη Βατίστα, διδάκτορος τα νομικά, καθ’ ην επληγώθη σοβαρώς κατά την δεξιάν κνήμην ο πρώτος».

Όπως φαίνεται από τη συχνότητα της εμφάνισής του στη σχετική ειδησεογραφία, το Γουδί ήταν ο προσφιλέστερος τόπος των επίδοξων μονομάχων. Στις 3 Φεβρουαρίου 1896, η «Εφημερίς» περιέγραφε μονομαχία που είχε διεξαχθεί στην εν λόγω τοποθεσία:

«Μονομαχία εγένετο χθες μ.μ. μεταξύ του αξιωματικού του Β. Ναυτικού κ. Αντωνόπουλου και του ακολούθου παρά τω υπουργείω των Εξωτερικών κ. Καυταντζόγλου ένεκεν επεισοδίου τινός συμβάντος εν χορώ. Αμφότεροι συνηντήθησαν εις την θέσιν Γουδί, εκτυπήθησαν δε διά ξίφους.

Ο πρώτος υπέστη ελαφρότατον τραυματισμόν εις την δεξιάν χείραν και ούτως η μονομαχία έληξεν». Το «Άστυ» της ίδιας ημερομηνίας φέρει τον Αντωνόπουλο ως Αντωνιάδη και ως μάρτυρες του τελευταίου τους Βάσσο και Τυπάλδο και του Καυταντζόγλου τους Ρώμα και Μπούμπουλη. Στο Γουδί μονομάχησαν στις 31 Αυγούστου του 1895 ο ανθυπολοχαγός πυροβολικού Στ. Δελλαπόρτας και ο Θεόδ. Λάσκαρης με μάρτυρες τρεις υπολοχαγούς και έναν ανθυπολοχαγό. Ενώ στην ίδια τοποθεσία και στις 30 Ιουνίου 1895 οι βουλευτές Σμόλενιτς και Βασιλειάδης «αντήλλαξαν μίαν σφαίραν από απόστασιν 20 βημάτων άνευ αποτελέσματος».

Όταν το όπλο της μονομαχίας δεν ήταν το περίστροφο, αλλά το ξίφος, η τελευταία μπορούσε να διεξαχθεί και σε κλειστούς χώρους. Το «Άστυ» της 9ης Φεβρουαρίου 1896 αναφέρεται σε μια μονομαχία που διεξήχθη σε αίθουσα ξιφασκίας: «Χθες περί την μεσημβρίαν έλαβε χώραν μονομαχία εν τω οπλασκητηρίω του καθηγητού της ξιφασκίας κ. Όθ. Ηλιοπούλου μεταξύ δύο σημαιοφόρων του Βασ. Ναυτικού. Αποτέλεσμα της μονομαχίας υπήρξεν ο ακίνδυνος τραυματισμός του ενός εις το μετακάρπιον της δεξιάς χειρός. Κατά πιστοποίησιν του παραστάντος ιατρού κ. Κατζουράκη, ο κτυπηθείς ήτο ανίκανος να εξακολουθήση την περαιτέρω μονομαχίαν». Η «Εφημερίς» της ίδιας ημερομηνίας αναφέρει ότι μάρτυρες των μονομαχησάντων ήταν οι ανθυποπλοίαρχοι Πινότης και Δουρούτης για τον ένα και Τσιριμπίκος και Ρατζηκότσικας για τον άλλο και οι «Καιροί» προσθέτουν ότι «η πάλη διεξήχθη μετά γενναιότητος και δεξιότητος».

Η μονομαχία ήταν σχεδόν αποκλειστικό προνόμιο των στρατιωτικών και των ευρωπαϊζουσών ανώτερων κοινωνικών τάξεων. Αξιωματικοί, βουλευτές, πολιτευτές προσέφευγαν αφειδώς στα όπλα χάριν της τιμής.

Ακόμη και μια πολιτική αντιπαράθεση στο κοινοβούλιο μπορούσε να γίνει αφορμή πρόσκλησης σε μονομαχία, όπως διαπιστώνουμε από την ακόλουθη είδηση που δημοσίευσε η «Ακρόπολις» στις 17 Φεβρουαρίου 1896: «Μονομαχία μεταξύ του Δημάρχου κ. Δ. Καλλιφρονά και του βουλευτού κ. Μαύρου πρόκειται να γίνει συνεπεία επεισοδίου εν τη Βουλή. Του βουλευτού υπαινιχθέντος εις την προχθεσινήν συνεδρίασιν τον δήμαρχον, ο δεύτερος θεωρήσας τους υπαινιγμούς ως ύβριν προσωπικήν απέστειλεν ως μάρτυράς του τους κ.κ. Μαστραπάν και Στάικον».

Η περίπτωση πάντως του Ψυχάρη, ο οποίος κάλεσε σε μονομαχία τον καθηγητή της γλωσσολογίας Χατζηδάκι με αιτία τις διαφορετικές απόψεις τους για το γλωσσικό ζήτημα, είναι μάλλον πέραν των ορίων της φαντασίας του σύγχρονου αναγνώστη.

Κάποτε και οι λαϊκές τάξεις, εμπνεόμενες φαίνεται από τον οίστρο της αριστοκρατίας, προσέφευγαν στη μονομαχία ως μέσο επίλυσης των διαφορών τους. Στον Τύπο της εποχής αλιεύουμε μια ανάλογη περίπτωση που αγγίζει τα όρια της μυθιστορίας:

«Δράμα εν τη θαλάσση. Ο Επαμ. Μηλιώτης κρεωπόλης και ο Αλ. Μωραΐτης, λεμβούχος, διέκειντο εν θανασίμω προς αλλήλους εχθρότητι διά λόγους τιμής. Προ τριών ημερών συναντηθέντες μετά προηγουμένην συνεννόησιν απεφάσισαν να μονομαχήσωσι κατά παράδοξον και πρωτοφανή όλως τρόπον. Απεφάσισαν δηλονότι να εισέλθωσι εν τη λέμβω και αφ’ ου αναχθώσιν εις το πέλαγος να παλαίσωσιν εν τη λέμβω μέχρις ου ο εις εκ των δύο κατορθώση και πνίξη τον αντίπαλόν του. Ο μεν λεμβούχος επερείδετο εις την εμπειρίαν του εις τα της θαλάσσης ο δε κρεωπόλης εις την σωματικήν του ανδρείαν.

»Όταν ήλθεν η κρίσιμος στιγμή οι μονομάχοι ευρέθησαν εις μακράν της παραλίας απόστασιν και αφού εξεδύθησαν τα ενδύματά των ήρξαντο της πάλης ήτις διήρκεσεν εφ’ ικανήν ώραν, αποτέλεσμα δε αυτής υπήρξεν ο πνιγμός αμφοτέρων προελθών εκ της ανατροπής της λέμβου».

Ως έχουσα να κάνει με την τιμή αλλά και τη σωματική ακεραιότητα των συμμετεχόντων, η μονομαχία εθεωρείτο κάτι πολύ σοβαρό και η διεξαγωγή της δεν μπορούσε να αφεθεί στην τύχη. Αντίθετα, μάλιστα, όφειλε να διεξαχθεί με βάση ένα αυστηρά καθορισμένο τυπικό, το οποίο την καθιστούσε οιονεί ιεροτελεστία. Το τυπικό, αλλά και τη φιλοσοφία της μονομαχίας εξέθεταν ποικίλα εγχειρίδια.

Το υπό τον τίτλο «Κώδιξ Μονομαχίας» του απότακτου αξιωματικού του Οικονομικού Σωκράτη Χαλκιόπουλου φαίνεται ότι υπήρξε αρκετά δημοφιλές ώστε να σημειώσει «τη επιμόνω απαιτήσει» του αναγνωστικού κοινού και δεύτερη «βελτιωμένη» έκδοση «εν Πειραιεί» το 1901 (αγνοούμε τον χρόνο και τον τόπο της πρώτης έκδοσης).

Το εγχειρίδιο του Χαλκιόπουλου είναι μια μεθοδική μονογραφία χωρισμένη σε τρία μέρη απαρτιζόμενα από 14 κεφάλαια εκ 227 συνολικά άρθρων. Αρχικά ο συγγραφέας αιτιολογεί το έθιμο της μονομαχίας συνδέοντάς το με ανάλογα έθιμα από την αρχαία ελληνική ιστορία και επικαλούμενος παραδείγματα όπως οι μονομαχίες του Ετεοκλή με τον Πολυνείκη, του Αίαντα με τον Έκτορα, και των τριακόσιων Αργείων κατά τριακοσίων Λακεδαιμονίων στη Θηρέα.

Προς επίρρωση της θέσης του ως προς το δικαιολογημένο της μονομαχίας ο Χαλκιόπουλος παραθέτει τις απόψεις του νομικού Κωνσταντίνου Ν. Κωστή, όπως εκτίθενται στο έργο του τελευταίου «Ερμηνεία του εν Ελλάδι ισχύοντος Ποινικού Νόμου» (τόμος Β’ σελ. 31):

«Η μονομαχία ούτε υπό την έποψιν του δικαίου, ούτε υπό την έποψιν της ηθικής δικαιολογείται, αλλ’ όμως βέβαιον είναι ότι οι υπάρχοντες θεσμοί εισίν εν πολλαίς περιπτώσεσιν ανεπαρκείς προς ικανοποίησιν της προσβληθείσης τιμής. Η τιμή, κατά τας επικρατούσας εν τοις καθ’ ημάς χρόνοις δοξασίας, βάσιν έχει ουχί πολιτικήν, αλλά κοινωνικήν ιδέαν, ούσα το απεικόνισμα της ηθικής αξίας εκάστου εν τη συνειδήσει των συμπολιτών αυτού και η αναγνώρισις αυτής παρά των ομοίων του, ώστε οσάκις συμβή προσβολή της τιμής μόνος αρμόδιος δικαστής είναι η κοινή συνείδησις και η κοινή περί αυτής κρίσις. Η διά της δικαστικής οδού διδομένη ικανοποίησις είναι ανεπαρκής διότι η δικαστική απόφασις βεβαιοί μόνον το άδικον της γενομένης προσβολής, ουδόλως όμως δύναται να καταστρέψη την εκ της προσβολής ενδεχομένην να επέλθη αλλοίωσιν εν τη κοινή συνειδήσει.

Την έλλειψιν ταύτην επιδιώκει ν’ αναπληρώση η διά της μονομαχίας ικανοποίησις, ήτις χρησιμεύει ουχί ως μέσον εκδικήσεως, αλλ’ ως μέσον επανορθώσεως της τιμής αποδεικνύουσα ότι τοσούτον πολύτιμον κτήμα θεωρείται η τιμή, ώστε απέναντι αυτής ο κίνδυνος ή η βεβαιότης του θανάτου εις ουδέν λογίζεται».

Στην αρχή του κυρίως σώματος του «Κώδικα» προσδιορίζεται η προσβολή (άρθρο 1) και οι διαβαθμίσεις της (άρθρο 2) και διευκρινίζεται ότι «Αντικατάστασις προσβολέως ουδέποτε επιτρέπεται». Σε μονομαχίες απαγορεύεται κατά τον κώδικα η συμμετοχή ανηλίκων (κάτω των 21) με εξαίρεση τους φοιτητές. Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη η προσβολή από του βήματος της Βουλής και η προσβολή διά του Τύπου αξιολογούνται ως λόγοι πρόσκλησης σε μονομαχία.

Στο 22ο άρθρο ο συγγραφέας ορίζει ότι οι μονομαχίες των οποίων αίτιο υπήρξε η δυσφήμηση γυναικών ή η προσβολή της οικογενειακής τιμής του εγκαλούντος καλούνται «μέχρις εσχάτων» και «πρέπει αναγκαίως να καταλήγωσιν αν όχι εις θάνατον, τουλάχιστον μέχρι τελείας εξαντλήσεως ενός των αντιπάλων».

Ένα δείγμα του ιπποτικού πνεύματος της εποχής μας δίνει το άρθρο 23 του «Κώδικα», σύμφωνα με το οποίο κάθε καθωσπρέπει άντρας είχε την υποχρέωση να υπερασπίζεται την τιμή θιγόμενης γυναίκας: «Η κατά γυναικός μη συνοδευομένης προσβολή είναι ύβρις και περιφρόνησις εκ μέρους του προσβολέως προς πάντα άνθρωπον ευ ηγμένον, ακούσαντα την προσβολήν, και τω τελευταίω τούτω επιβάλλεται να ζητήση ικανοποίησιν και αν ακόμη η προσβληθείσα κυρία έχη οικογένειαν δυναμένην να εκδικήση την προσβολήν».

Η αποθέωση, πάντως, του καθωσπρεπισμού βρίσκεται στο άρθρο 29 του «Κώδικα», το οποίο επιτάσσει την με άκρα ευγένεια σύνταξη της πρόσκλησης σε μονομαχία. Ο εγκαλών, επιτάσσει το άρθρο, πρέπει να απευθύνει στον εγκαλούμενο «διά των μαρτύρων του πάντοτε έγγραφον πρόσκλησιν συντασσομένην υπό τύπον επιστολής καταληγούσης εις την εν χρήσει παρά τη καλή κοινωνία καθιερωμένην φράσιν: “Δέξασθε παρακαλώ, την διαβεβαίωσιν της προς Υμάς άκρας υπολήψεώς μου”».

Ο κώδικας τιμής της εποχής απέκλειε ουσιαστικά την εκ μέρους του εγκαλούμενου σε μονομαχία άρνηση, παρά μόνο για λόγους που είχαν σχέση με τον εγκαλούντα (αν ο τελευταίος ήταν υπερήλικας, ασθενής, κατώτερης κοινωνικής τάξης κ.λπ.). Σε κάθε άλλη περίπτωση εκείνος που αρνείτο να προσέλθει στο «πεδίο της τιμής» ήταν καταδικασμένος να αντιμετωπίσει την περιφρόνηση της κοινωνίας: «Ο αρνούμενος μονομαχίαν άνευ λόγου αποβλέποντος τον αντίπαλον αυτού είνε προγεγραμμένος παρά του Κοινωνικού Νόμου και οφείλει πας έντιμος άνθρωπος ν’ αποφεύγη αυτόν». Σε περίπτωση άρνησης του εγκαλούμενου, οι μάρτυρες (δύο τον αριθμό) του εγκαλούντος συνέτασσαν πρωτόκολλο αρνήσεως μονομαχίας ως τεκμήριο του εξευτελισμού του αρνούμενου.

Πάντως η επιτακτική δεοντολογία των μονομαχιών άφηνε και κάποια περιθώρια συνδιαλλαγής. Ο Χαλκιόπουλος γράφει σχετικά:

«Διά να ενθαρρύνωμεν μάλιστα τους μάρτυρας εις συνδιαλλαγήν (ικανοποιούσαν τον προσβεβλημένον, μη παραβλάπτουσαν δε και την τιμήν του προσβάλλοντος) παραθέτομεν αυτοίς ενταύθα το αθάνατον του Αλφόνσου Καρ ρητόν: “Δεν φονεύουσιν αι αιχμαί των ξιφών ούτε αι σφαίραι των πιστολίων αλλ’ οι μάρτυρες”, όπερ φρονούμεν επαρκές διά να εννοήσωσι την μεγάλην αυτών ευθύνην απέναντι της Κοινωνίας διά πάσαν μονομαχίαν, όταν μάλιστα αύτη εξ επουσιωδών λόγων αποφασισθείσα καταλήξη και εις αιματοχυσίαν».

Ο συγγραφέας του «Κώδικος» παίρνει θέση και κατά της υπερβολικής έφεσης προς μονομαχία την οποία επεδείκνυαν οι σύγχρονοί του: «Τασσόμεθα υπέρ του εθίμου της μονομαχίας προκειμένου περί προσβολών βαρειών, μετ’ αικίας και οικογενειακής τιμής και επιβάλλομεν διά την πρώτην χύσιν αίματος εκ μικράς πληγής, διά την δευτέραν εκ σοβαράς και διά την τρίτην θάνατον. Αποκηρύσσομεν τας ένεκα μικρών ή ολίγον σοβαρών λόγων μονομαχίας, τας λόγω επιδείξεως και τας άνευ αποτελέσματος, δι’ ας θεωρούμεν υπευθύνους τους αποφασίζοντας ταύτας αδεξίους μάρτυρας».

Το άρθρο 82 του «Κώδικα» προβλέπει μία ακόμη ασφαλιστική δικλίδα προς αποφυγή της προσφυγής στη χρήση των όπλων, αναφέροντας ότι, «η αναγνώρισις του λάθους εκ μέρους εκείνου ο οποίος το διέπραξε ουδόλως προσβάλλει την τιμήν του». Σε ανάλογη περίπτωση οι μάρτυρες συνέτασσαν και οι αντίπαλοι συνυπέγραφαν το πρωτόκολλο συνδιαλλαγής.

Σε άλλο κεφάλαιο ο «Κώδικας» του Χαλκιόπουλου αναφέρεται λεπτομερώς στα όπλα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για τη μονομαχία. Ιδού π.χ. τι λέει σχετικά με τα ξίφη: «Τα ξίφη δέον να ώσιν: 1. Ομοιοβαρή, 2ον Ισομεγέθη, 3ον Στέρεα και εν καλή καταστάσει, 4ον Αιχμηρά, 5ον Της αυτής ποιότητος, 6ον Ομογενή, 7ον Όχι κοπτερά, 8ον Να μη φέρωσιν οδόντας, 9ον Να μη διαφέρουσι αι λαβαί αυτών, 10ον Να μη διαφέρωσι τα ελάσματα αυτών και 11ον Το κέντρον βαρύτητος αυτών να ευρίσκεται επί του αυτού σημείου αποστάσεως από της λαβής και της αιχμής».

Μία καθώς πρέπει μονομαχία δεν μπορούσε να διεξαχθεί χωρίς γιατρό «…συνεπιφέροντα τα απολύτως αναγκαία χειρουργικά εργαλεία και τα διά τα τραύματα απαιτούμενα αντισηπτικά φάρμακα, όπως εν ανάγκη παράσχη τοις τραυματισθείσι τας πρώτας της επιστήμης αυτού βοηθείας», όπως αναφέρεται στο υπ’ αρ. 95 άρθρο του «Κώδικα».

Περαίνοντας το πόνημά του, ο Χαλκιόπουλος συμβούλευε τους υποψήφιους μονομάχους να εκτελέσουν πριν τη μονομαχία γυμναστικές ασκήσεις για προθέρμανση, να κάνουν τη «φυσική ανάγκη» τους και να φορούν «ευρέα ρούχα». Ακόμη και η επιλογή των υποδημάτων εθεωρείτο σημαντική: «…Φέρατε υποδήματα μεταχειρισμένα μετά πελμάτων ευρέων και χαμηλών υποπτερνίων (τακούνια) διά την ευστάθειαν του σώματος…».

Η συχνότητα των μονομαχιών στην Αθήνα της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα ήταν τέτοια ώστε η διεξαγωγή μιας μονομαχίας δεν εθεωρείτο ως εξαιρετική είδηση και ο Τύπος της εποχής δεν της αφιέρωνε παρά ελάχιστες από τις γραμμές του.

Η «Εφημερίς» του Δ. Κορομηλά φαίνεται ότι έκανε μια απόπειρα να δώσει πιο ζωντανές περιγραφές των μονομαχιών. Ένα βράδυ, στο σπίτι του Σουρή, ο Κορομηλάς ζήτησε από τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Μιχαήλ Μητσάκη να αναλάβει το σχετικό εγχείρημα.

Ο Χρήστος Αγγελομάτης γράφει σχετικά με αυτό το επεισόδιο: «Ο Μητσάκης έκαμε το σημείωμα και το υπέβαλε στον ταμία Βάμπαρην, ο οποίος ολίγου δειν έπιπτεν άπνους. Ο Μητσάκης εζητούσε, κατόπιν συνεργασίας με την συντροφιά, ένα κλακ, δύο ζεύγη γάντια, τρία ζεύγη μεταξωτές κάλτσες, πλήρες φράκο, δύο λευκές γραβάτες και τρία πουκάμισα. Και φυσικώ τω λόγω, η σημείωσις ετάφη στο συρτάρι του Βάμπαρη». (Τα Ρωμαντικά Χρόνια, σελ. 374.) Έτσι οι μονομαχίες καταδικάστηκαν να λαθροβιούν στον περιορισμένο χώρο των μονόστηλων των τετρασέλιδων τότε αθηναϊκών εφημερίδων και στα έμμετρα σχόλια των ουκ ολίγων σατιρικών φύλλων της εποχής.

Advertisements