Την Πέμπτη, στις 17 του μηνός, επισκέφθηκα μια συλλογή αραχνών κι ερπετών ενός μέλους του
Reptiles Greece.
Είναι η δεύτερη συλλογή που βλέπω από κοντά, η οποία είχε διάφορα είδη, άλλα γνωστά κι άλλα πιο σπάνια. Κάτοχός της είναι ο Ηλίας, με όνομα μέλους Fogo, ο οποίος, μαζί με τον αδερφό του Περικλή (όνομα μέλους Isle of Eco) έχουν ανοίξει ένα κατάστημα μοναδικό στο είδος του στην Ελλάδα, εξειδικευμένο στην κομποστοποίηση με γεωσκώληκες και στις ζωντανές τροφές για κατοικίδια – πολλά ζώα, όπως αρθρόποδα, ψάρια, αμφίβια, ερπετά, πουλιά και μικρά εντομοφάγα θηλαστικά χρειάζονται ζωντανά έντομα κι άλλα ζωντανά ασπόνδυλα στη διατροφή τους. Και σε άλλα καταστήματα μπορούν να βρεθούν υλικά σκωληκοκομποστοποίησης ή τέτοια έντομα, αλλά σ’αυτό το απόθεμα είναι μόνιμο και οι τιμές αρκετά προσιτές. Η σελίδα του είναι
Αυτή.
Στέλνουν προΪόντα σ’όλη την Ελλάδα.

Δυστυχώς έτοιμες φωτογραφίες δεν υπήρχαν, οπότε, μέχρι να έρθουν, θα χρησιμοποιώ φωτογραφίες μελών των ίδιων ειδών από το Διαδίκτυο. Επειδή όμως τώρα δεν έχω τον απαιτούμενο χρόνο, οι φωτογραφίες θ’ανέβουν στο εγγύς μέλλον. (ενημέρωση 3/11/2013: ο Ηλίας άρχιζε ν’ανεβάζει ο ίδιος φωτογραφίες των ζώων του, οπότε μπορείτε να τις
δείτε απ’το φόρουμ).
Η συλλογή στεγάζεται στο κατάστημα, αφού άλλωστε δεν πιάνει πολύ χώρο. Μεγάλη αγάπη του Ηλία είναι οι ταραντούλες, απ’τις οποίες είχε γύρω στις 40, συμπεριλαμβανομένων των νεογνών μέσα σε κυπελάκια. Από ενήλικες είχε γύρω στις 16. Είχε διάφορα μεξικανικά και κεντροαμερικανικά είδη του γένους Brachypelma (B. smithi, B. Emilia, B. Vagans, B. albopilosum), μία βασιλική ποικιλοθηρία της Ινδίας (Poecilotheria regalis), μία κοβάλτινη ταραντούλα (Chromatopelma cyaneopubescens), αλλά κι ένα ζευγάρι βραζιλιανών γιγάντιω ταραντουλών (Lasiodora parahybana), που μπορούν να φτάσουν σε άνοιγμα ποδιών τα 25 εκατοστά. Απ’όλες τις αράχνες, μόνο η αρσενική L. parahybana κινήθηκε όταν μετακινήσαμε το δοχείο της για να την δω. Οι περισσότερες έμεναν ακίνητες σε διάφορες καταστάσεις, συνήθως μέσα ή δίπλα στις κρυψώνες τους. Άλλωστε είναι ζώα με απλό νευρικό σύστημα που δεν έχουν την ίδια αντίληψη του περιβάλλοντος μ’εμάς. Εάν οι ανάγκες τους είναι καλυμμένες, δεν κινούνται και πολύ κι επίσης δε φαίνεται νά’χουν πραγματικό ενδιαφέρον για το περιβάλλον τους.

Ταραντούλες δεν είναι όλες οι μεγάλες τριχωτές αράχνες, αλλά μόνο αυτές τις οικογένειας therafosidae, περίπου 900 είδη με παγκόσμια εξάπλωση κυρίως στους τροπικούς. Το όνομά τους προήλθε από μια μεγάλη αράχνη της περιοχής του Τάραντα στην Κάτω Ιταλία (Lycosa tarantula), το δάγκωμα της οποίας θεωρούταν στο Μεσαίωνα πως προκαλούσε έντονα συμπτώματα (ταραντισμό), ακόμα και θάνατο. Ένας ειδικός αμγικός χορός συνιστούσε τη θεραπεία, η ταραντέλα. Πιθανότατα ο ένοχος ήταν μια πολύ μικρότερη αράχνη του γένους της μαύρης χήρας (Latrodectus). Μαζί λοιπόν με λίγες ακόμα οικογένειες, οι ταραντούλες ανήκουν στα μυγαλόμορφα, έναν παλαιότερο και ξεχωριστό κλάδο από τις περισσότερες αράχνες με διάφορα δικά του χαρακτηριστικά, όπως τον παχύ και σχεδόν υφασματώδη ιστό που δε χρησιμοποιείται για τη σύλληψη της λείας, αλλά για το στρώσιμο της φωλιάς ή την αναπαραγωγή, και τις δαγκάνεςπου κινούνται μόνο πάνω-κάτω. Η μεγαλύτερη ταρατνούλα είναι η Therafosa blondi, ανοίγματος ποδιών στα 30 εκατοστά και βάρους 150 γραμμαρίων, πάλι αρκετά μικρή σε σχέση με αρθρόποδα που έζησαν σε πιο οξυγονούχες γεωλογικές εποχές, όπως στη Λιθανθρακοφόρο. Στα Δωδεκάνησα και την Κύπρο μπορούν να βρεθούν είδη του γένους Chittopelma, νομίζω οι μόνες ευρωπαΪκές ταραντούλες, αν και πολύ λίγα στοιχεία μπορώ να βρω για τα ευρωπαϊκά είδη ώστε νά’μαι σίγουρος. Η κύρια μέθοδος κυνηγιού της ταραντούλας είναι η ενέδρα, οπότε η αράχνη συνήθως παραμονεύει ακίνητη στην είσοδο της φωλιάς της, κι όταν το θήραμα πλησιάσει αρκετά κοντά, τρέχει γρήγορα και το πιάνει. Η σημαντικότερη αίσθησή τους είναι η αντίληψη των δονήσεω του εδάφους, μια μορφή ακοής, που επιτυγχάνεται χάρη στις αναρίθμητες τρίχες, που κανονικά είναι προεκβολές του εξωσκελετού, σ’όλο το σώμα τους, με την οποία εντοπίζουν τη λεία, τα αρσενικά (οι θηλυκές) και τους εχθρούς. Η όρασή τους είναι αρκετά ασθενής, με 8 οματίδια πάνω στον κεφαλοθώρακα που μπορούν αν διακρίνουν μόνο φως και αδρά κινούμενα αντικείμενα, όπως εχθρούς. Παρά το τεράστιο μέγεθός τους, οι αράχνες αυτές κατά κανόνα δεν είναι επικίνδυνες για τον άνθρωπο. Το δηλητήριο των περισσοτέρων προκαλεί μόνο τοπικά συμπτώματα, αν κι ορισμένα είδη, κυρίως των γενών Poecilotheria και Pterinochilus, έχουν ισχυρότερες τοξίνες που μπορούν να επιφέρουν και συστημικά συμπτώματα, αλλά κανένα είδος δεν είναι θανατηφόρο. Οι ταραντούλες του Νέου Κόσμου ωστόσο, που έχουν ασθενέστερο δηλητήριο, έχουν εξελίξει κνηδωτικές τρίχες για άμυνα, τρίχες λεπτές και διακλαδιστές που μπορούν να εκτοξευθούν στον εχθρό προκαλώντας ερεθισμό. Τα διάφορα είδη διαφέρουν κατά πολύ στην τάση εκτόξευσης τέτοιων τριχών, και μερικά δε ρίχνουν σχεδόν ποτέ. Από τις ταραντούλες που είδα εκεί, καμία δεν ήταν σε διάθεση να ρίξει, αν και σίγουρα με λίγη ενόχληση μερικά είδη θα έριχναν. Σ’έναν άνθρωπο δεν προκαλούν έντονα συμπτώματα συνήθως, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις αν μπουν στα μάτια ή στο αναπνευστικό σύστημα μπορούν να προκαλέσουν σοβαρό ερεθισμό. Οι σκληρότερες τρίχες ωστόσο μερικών μεγάλων ειδών, όπως της T. blondi, μπορούν να σκοτώσουν ένα μικρό ποντίκι. Τα ε΄ίδη της δενδρόβιας υποοικογένειας avicularinae αποθέτουν τις κνηδωτικές τρίχες εξ επαφής, ενώ πολλά και άσχετα είδη εντάσσουν τροποποιημένες τέτοιες τρίχες στον ιστό τους για ν’αποτρέψουν παρασιτικά έντομα.

Όπως είπα, οι ταραντούλες είναι απλά ζώα. Βασικά οι ανάγκες τους στην αιχμαλωσία είναι μια τρύπα και τροφή. Χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στις δενδρόβιες και στις εδαφόβιες/γεώβιες. Οι πρώτες χρειάζονται περισσότερο ύψος, κλαδιά στα οποία θα υφάνουν την ίστινη φωλιά τους, είναι πιο ευκίνητες, ανθεκτικές στις πτώσεις αλά γενικά πιο δύσκολες, ενώ οι δεύτερες είναι η συντριπτική πλειονότητα των ειδών, που χρειάζονται απλώς χώμα με κάποια κρυψώνα έτοιμη, όπου άλλα είδη θα σκάψουν περαιτέρω λαγούμι κι άλλα θ’αρκεστούν στην έτοιμη τρύπα, και επειδή μπορούν να τραυματιστούν από αμελητέες πτώσεις, χρειάζονται χαμηλό τερράριο, αφού μπορούν να σκαρφαλώσουν τα τοιχώματα. Όλες οι ταραντούλες τρέφονται με ζωντανά έντομα, τα οποία πέπτουν εξωτερικά με το δηλητήριό τους κι έπειτα ρουφούν τα υγρά τους. Έχουν χαμηλό μεταβολισμό και δε θα πρέπει να ταΐζονται πολύ συχνά. Ορισμένα είδη μπορούν ν’αντέξουν μήνες χωρίς τροφή. Το ρεκόρ πάει στη ρόδινη ταραντούλα της Χιλής (Grammostola rosea), η οποία μπορεί να διακόψει το φαΐ και για περισσότερο από ένα χρόνο, ξαναξεκινώντας έπειτα σαν να μη συνέβη τίποτα. Εξαιτίας αυτού οι αράχνες αυτές ζουν ασυνήθιστα πολύ για αρθρόποδα, γύρω στα 20-25 και πλέον χρόνια τα θηλυκά και γύρω στα 3-6 τα αρσενικά, τα οποία συνήθως πεθαίνουν από επιπλοκές της έκδυσης λόγω των διογκωμένων μπροστινών άκρων τους που χρησιμοποιούνται για τη γονιμοποίηση, ή τρώγονται από εχθρούς καθώς κινούνται σε ανοιχτό χώρο ψάχνοντας θηλυκά. Όπως όλα τα αρθρόποδα, η ανάπτυξή τους είναι επεισοδιακή, με
Εκδύσεις
του παλιού εξωσκελετού ανά διαστήματα, πολύ συχνότερα κατά τη νεαρή ηλικία – οι ενήλικες εκδύονται αραιά, μόνο για ανανέωση του εξωσκελετού ή αναγέννηση ενός κατεστραμμένου μέλους που μπορούν να κάνουν. Κατά την έκδυση, κρύβονται συνήθως στη φωλιά τους, σχεδόν πάντοτε αναποδογυρίζουν κι αποβάλλουν το παλιό περίβλημα, οπότε χρειάζονται λίγες μέρες μέχρι να σκληρύνει επιτυχώς το νέρο. Στο διάστημα αυτό η υγρασία θα πρέπει νά’ναι αυξημένη ώστε να φύγει ο παλιός εξωσκελετός εύκολα, ηδάλλως τα προβλήματα της έκδυσης είναι πολύ σοβαρά και συχνά μοιραία. Πριν την έκδυση συνήθως δεν τρώνε, η κοιλιά τους χάνει πολλές τρίχες και κρύβονται περισσότερο, ενώ μετά η όρεξή τους αυξάνεται. Μολονότι τα περισσότερα είδη είναι ευπροσάρμοστα σε μεγάλη κλίμακα θερμοκρασιών (μεταξύ 18-30 βαθμούς, με ιδανικές τις μέσες τιμές) και υγρασιών (μεταξύ 40-70%), ορισμένα είδη τροπικών δασών, όπως η L. parahibana ή η T. blondi, απαιτούν υψηλή υγρασία (70-90%) και συνεχείς υψηλές θερμοκρασίες, γύρω στους 24-27 βαθμούς Κελσίου.

Ο Ηλίας επιδιώκε να κάνει ζευγάρια των περισσότερων ειδών της συλλογής του με σκοπό να τα’αναπαράγει, αν κι αυτό δενείναι πάντοτε εύκολο. Αρχικά το αρσενικό θα πρέπει να πλησιάσει το θηλυκό με τρόπο τέτοιον, ώστε να μη συγχυστει με τροφή. Έπειτα, κατά την αναπαραγωγική διαδικασία, θα πρέπει να πιάσει τις δαγκάνες του θηλυκού για να μη φαγωθεί. Στο τέλος θα πρέπει ν’αφαιρεθεί απ’το δοχείο του θηλυκού, γιατί κινδυνεύει να φαγωθεί. Όταν το θηλυκό έπειτα θα γεννήσει αυγά και θα τα περιβάλει σε ίστινο σάκο τον οποίο αναμοχλεύει συνεχώς, υπάρχει πιθανότητα να τα φάει ή να τα εγκαταλείψει. Όταν τα μικρά εκκολαφθούν, κινδυνεύουν σοβαρά από αφυδάτωση εξαιτίας του μεγέθους τους κι από κανιβαλισμό, αν και το τελευταίο ίσως είναι επιθυμητό ως ενός σημείου σε γέννες εκατοντάδων. Έπειτα τα μικρά θα πρέπει να στεγάζονται ξεχωριστά, και να ταΐζονται με μικροσκοπικά έντομα όπως φρουτόμυγες (Drosophila melanogaster). Αρκετά δύσκολη υπόθεση.

Εκτός από αρθρόποδα είχε και λίγα ερπετά. Τα ερπετά φυσικά είναι σπονδυλωτά, ταξινομικά κοντά στα πουλιά στην πραγματικότητα, επομένως δεν έχουν άμεση σχέση με ασπόνδυλα, ωστόσο πολλοί κάτοχοι ερπετών τείνουν νά’χουν και αρθρόποδα εξαιτίας κάποιων κοινών στοιχείων στη φροντίδα τους, π.χ. η στέγαση σε τερράρια ή η σίτιση με έντομα. Ίσως επίσης η απέχθεια που προκαλούν και οι δύο ομάδες ζώων στον ευρύ κόσμο νά’ναι ένας ακόμα παράγοντας σύνδεσής τους – αυτός που δε σιχαίνεται τις ταραντούλες είναι πιθανότερο νά’χει και φίδι για παράδειγμα. Υπάρχουν ωστόσο συλλέκτες αποκλειστικά αρθρόποδων που δεν έχουν άλλα ζώα, αφού τα ζώα αυτά έχουν τα ιδανικά συλλεκτικά χαρακτηριστικά: είναι μικρά, ζουν σε μικρό χώρο, έχουν παραπλήσιες ανάγκες και μεγάλη ποικιλία στη μορφολογία τους. Συλλέκτες ερπετών τείνουν νά’χουν κι άλλα ζώα, αρθρόποδα, θηλαστικά κλπ, ή τουλάχιστον έτσι έχω προσέξει εγώ.

Το μεγαλύτερο και πρώτο ερπετό της συλλογής ήταν ένας κινέζικος δράκος του νερού (Physignathus cocincinus), με το όνομα Βίρνα. Το γένος Physignathus (Φυσίγναθος, δηλαδή με φυσημένο/φουσκωμένο σαγόνι, από τον ομώνυμο βάτραχο ήρωα στη βατραχομυομαχία του Αριστοφάνη) περιλαμβάνει μόνο δύο είδη, το παραπάνω, που κατάγεται από την τροπική νότια Κίνα, την Καμπότζη, την ΤαΪλάνδη και το Βιετνάμ, και το P. lesueuri της Αυστραλίας, που παρόλο που κατέφθασε στην ήπειρο πριν 20 εκατομμύρια χρόνια, δεν άλλαξε και πολύ. Οι δράκοι αυτοί φτάνουν τα 60-90 εκατοστά σε μήκος, με τα αρσενικά μεγαλύτερα απ’τα θηλυκά, εκ του οποίου τα 3/4 αποτελεί η πλευρικά πεπιεσμένη ουρά που τους βοηθά να κολυμπούν στο νερό. Έχουν πλατύ κεφάλι με βρεγματικό οφθαλμό όπως κι άλλοι αγαμίδες, παχύ σώμα και αυχενικό και ραχιαίο λοφίο όπως οι ιγκουάνες. Είναι δενδρόβιοι και, όταν απειληθούν, πέφτουν στονερό και φεύγουν όπως οι ιγκουάνες. Κυρίως εντομοφάγοι, μπορεί να φάνε και μικρά σπονδυλωτά και φυτικό υλικό σπανιότερα. Ο συγκεκριμένος δράκος είναι από άλλο μέλος του φόρουμ, επομένως αρκετά προσαρμοσμένος στην αιχμαλωσία. Το κύριο πρόβλημα μ’αυτά τα ερπετά είναι πως η συντριπτική πλειοψηφία τους στην αγορά είναι πιασμένη από τη φύση, συνήθως ζώα ταλαιπωρημένα, με πολλά παράσιτα και αρκετά δυσπροσαρμοστικά. Πανικοβάλλονται με την παραμικρή κίνηση, με αποτέλεσμα να χτυπούν σοβαρά το κεφάλι τους κάθε φορά που προσκρούουν στα γυάλινα τοιχώματα ή στον πυθμένα του ρηχού δοχείου νερού τους προσπαθώντας να ξεφύγουν. Επίσης πολλοί προσπαθούνα φύγουν τρίβοντας τη μύτη τους σε γωνίες των τοιχωμάτων, ενώ η αντανάκλασή τους στο γυαλί, την οποία δεν αναγνωρίζουν, τους αγχώνει. Δράκοι προσαρμοσμένη στην αιχμαλωσία συνήθως δεν έχουν τέτοια προβλήματα, αλλά δεν παύουν να’ναι δύσκολα ερπετά. Χρειάζονται αρκετό χώρο, υψηλές θερμοκρασίες, αρκετά κλαδιά για αναρρίχηση και υπεριώδη ακτινοβολία για τη σύνθεση της βιταμίνης d3, όπως και μ’όλα τα ημερόβια ερπετά.

Ο συγκεκριμένος ζούσε σ’ένα πλουσιοπάροχο ξύλινο τεράριο με γυάλινες θύρες περίπου 1,2 μέτρα ψηλό και λίγο μεγαλύτερο στις άλλες διαστάσεις νομίζω, με κλαδιά και
Πόθο
Για αναρρίχηση, και με τις κατάλληλες λάμπες. Στα ζεστά μέρη η θερμοκρασία φτάνει τους 29-31 τη μέρα, ενώ την ύχτα κατεβαίνει γύρω στους 26, αν και απ’ό,τι διάβασα μπορεί να πέσει και λίγο παραπάνω, παρόλα αυτά δε θα πρέπει να κρυώσει περισσότερο ως τροπικό είδος. Όταν ήρθε στον Ηλία, ο δράκος έκανε σχεδόν ένα μήνα να συνηθίσει το νέο του χώρο, οπότε ούτε έτρωγε ούτε έβγαινε σε κοινή θέα. Σιγά-σιγά άρχιζε να τρώει, αλλ’επειδή ήταν συνηθισμένος σε σκουλήκια, αναγνώριζε μόο τα μακρόστενα πράγματα ως τροφή. Σιγά-σιγά δέχτηκε και τα άλλα έντομα, αν κ ως τώρα δεν έχει φάει λαχανικό. Το παράξενο ήταν πως μια φορά που αρρώστησε παλινδρόμησε για λίγο πάλι στα σκουλήκια. Πώς μπορεί να ψυχολογηθεί αυτό;

Μετά ήταν τα γκέκο. Ένα λεοπαρδαλώδες ή στικτό (Eublepharis macularius) κι ένα αφρικανκό παχύουρο (Hemitheconyx caudicinctus). Και τα δύο νυκτόβια, ερημόβια και της οικογένειας των ευβλεφαριδών, μιας παλιάς ομάδας με μόνο 25 είδη σήμερα, που διατηρούν προγονικά χαρακτηριστικά που δε συναντώνται σε μεταγενέστερα είδη, έχοντας για παράδειγμα κινούμενα βλέφαρα όπως σ’άλλες σαύρες, μη έχοντας κολλητικές επιφάνειες στα πόδια κλπ. Τα περισσότερα είδη είναι χερσαία νυκτόβια ξηρών θερμών περιοχών.

Το στικτό γκέκο είναι το κοινότερο γκέκος το χόμπι των ερπετών, εξαιτίας της ευκολίας διατήρησης κι αναπαραγωγής του στην αιχμαλωσία. Κατάγεται από τις ερήμους του Ιράν, του Πακιστάν, του Αφγανιστάν και της βορειοανατολικής Ινδίας, όπου μπορεί να βρεθεί σε σκληρά ή πετρώδη εδάφη, συνήθως όχι στην άμμο. Κρύβεται σε σχισμές βράχων ή τρύπες του εδάφους και τη νύχτα βγαίνει για να ψάξει αρθρόποδα όπως γρύλλους, σκαθάρια και σκορπιούς. Φτάνει τα 20-25 εκατοστά, με χοντρό σώμα και παχιά ουρά, στην οποία αποθηκεύει λίπος για τις δύσκολες εποχές ή το χειμώναπου πέφτει σε νάρκη – ναι, τα γκέκο αυτά πέφτουν κανονικά σε νάρκη, παρότι οι περισσότεροι στην αιχμαλωσία τα κρατούν σε υψηλές θερμοκρασίες όλο το χρόνο. Ο φυσικός τους χρωματισμός είναι κιτρινωπός με σκούρες κηλίδες, που, όπως σε κάθε γραμμωτό ή πιτσιλωτό είδος, διαφέρουν σε κάθε άτομο, κι απ’αυτήν τη φυσική ποικιλία έχουν επιλεγεί διάφορες χρωματικές παραλλαγές στην αιχμαλωσία (μορφικά). Το γκέκο του Ηλία για παράδειγμα ήταν ένα μικρό θηλυκό super snow, δηλαδή του έλειπαν όλες οι χρωστικές ουσίες και ήταν γκριζόλευκο. Ήταν ακόμα μικρό, γύρω στα 10 εκατοστά. Στην πραγματικότητα το είδος της αιχμαλωσίας δεν είναι πλέον το ίδιο με τις μορφές στη φύση, αφού την εποχή που άρχισε να πρωτογίνεται αναπαραγωγή, γύρω στο 1970, τα διάφορα φυσικά υποείδη μπασταρδεύτηκαν και πλέον είναι αδύνατη η εύρεση της προέλευσης ενός κοινού στικτού γκέκο της αγοράς, εκτός κι αν προέρχεται επιβεβαιωμένα από κάποιο συγκεκριμένο υποείδος. Η φροντίδα των γκέκο αυτών είναι πολύ απλή. Χρειάζονται απλώς ένα μικρό τερράριο, με χαρτί ως υπόστρωμα, αν και μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμμος ή άλλο ξηρό χωματώδες υλικό σε μεγαλύτερα άτομα που μπορούν να το περάσουν ασφαλώς απ’το πεπτικό τους σύστημα. Θα πρέπει να υπάρχουν δύο κρυψώνες, η μία ζεστή και η άλη κρύα, ένας χώρος με χώμα ή τύρφη για υψηλότερη υγρασία όπου το γκέκο μπαίνει για να ενυδατωθεί ή για να υγράνει το δέρμα του πριν το αλλάξει, κι ένα μπολ νερού – στη φύση σχεδόν ποτέ δε συναντούν λιμνούλες νερού, αλλά συνήθως το βάζουν μήπως και πιει αν χρειαστεί. Με μια θερμαντική πλάκα κάτω απ’τη ζεστή κρυψώνα η θερμοκρασία διατηρείται γύρω στους 29-32 την ημέρα και πέφτει στους 22-24 τη νύχτα. Τρέφεται με τα κοινά έντομα (γρύλλοι, αλευροσκούληκα, κηροσκούληκα, κατσαρίδες). Ενστικτωδώς επιλέγει συγκεκριμένη γωνία στο τερράριο όπου αφοδεύει, επομένως το καθάρισμα του περιβάλλοντός του είναι εύκολο. Παρά το μικρό μέγεθός τους, τα γκέκο αυτά εύκολα φτάνουν τα 20 χρόνια ζωής.

Το αγαπημένο μου πάντως ήταν το παχύουρο γκέκο, με πολύ παράξενη εμφάνιση. Ήταν ενήλικο θηλυκό γύρω στα 20 εκατοστά, αρκετά στρουμπουλό και με μια υπερβολικά διογκωμένη ουρά με στενή βάση, στην οποία αποθηκεύει το λίπος. Εάν αυτή η ουρά κοπεί, η αναγεννημένη ουρά θά’ναι κοντότερη και παχύτερη, κάπως σαν το κεφάλι. Το κεφάλι του ήταν αρκετά μεγάλο και στρογγυλεμένο. Όπως τα περισσότερα γκέκο, από πάνω καλύπτεται με κοκκώδεις φολίδες κι από κάτω με λεπτές πλακώδεις, αλλά σ’αυτό το είδος οι πάνω φολίδες ήταν αρκετά μεγάλες, σαν σουσάμια, προφανώς για να κάνει απτικό καμουφλάζ με τα χαλίκια στο φυσικό του περιβάλλον. Στο μέγεθος είναι όμοια ή ελαφρώς μεγαλύτερα απ’τα στικτά, με το ρεκόρ σ’ένα θηλυκό στα 35 εκατοστά. Κατάγονται από της ξηρές περιοχές της Δυτικής Αφρικής από τη Σενεγάλη ως το Καμερούν, και μολονότι το κλίμα είναι ξηρό, περνούν τον περισσότερο χρόνο τους σε υγρές τρύπες, οπότε μία κρυψώνα με αυξημένη υγρασία είναι πολύ σηματνική γι’αυτό το είδος στην αιχμαλωσία, αλλιώς αφυδατώνεται εύκολα κι έχει προβλήματα με την έκδυση του δέρματος. Κατά τα’άλλα η φροντίδα του είναι παρόμοια μ’αυτήν του στικτού γκέκο. Ο φυσικός χρωματισμός είναι εναλλασόμενες σκουρότερες με ανοιχτές καφέ εγκάρσιες ζώνες, ενίοτε με μια ανοιχτόχρωμη γραμμή κατά μήκος της ράχης του ζώου. Ευτυχώς αυτό το είδος δεν έχει πέσει τόσο πολύ στο στόχαστρο των παραγωγών μορφικών όπως άλλα γκέκο.

Τέλος ήταν και το καλαμποκόφιδο (corn snake) Pantherophis guttatus, ένα πολύ πρόσφατο απόκτημα της συλλογής. Το κολουβροειδές φίδι αυτό είναι ένας αμερικανικός λαφιάτης, που μέχρι πρότινος ταξινομούταν στο ίδιο γένος (Elaphe) με τους ευρασιατικούς. Κατάγεται από τις κεντρικές και νοτιοανατολικές ΗΠΑ, όπου μπορεί να βρεθεί σε λιβάδια, ανοιχτά δάση, εγκαταλελειμμένους αγρούς, ακόμα και σε εγκαταλελειμμένα κτίρια. Είναι συσφιγκτήρας που τρέφεται κυρίως με τρωκτικά, αν και κατ’εξαίρεσιν τρώει μικρές σαύρεςή αμφίβια, ενώ ενίοτε ανεβαίνει στα δέντρα για να βρει αυγά πουλιών. Φτάνει τα 1,2-1,5 μέτρα, με ρεκόρ τα 1,8 μέτρα, αν και είναι πολύ λεπτό κι ελαφρύ, συνήθως γύρω στα 300-500 γραμμάρια. Παρά τη διατήρησή του σε μόνιμες θερμοκρασίες, κι αυτό το είδος πέφτει κανονικά σε χειμέρια νάρκη, η οποία ωφελεί τη γονιμότητά του. Το όνομα το πήρε είτε εξαιτίας του σχεδίου στην κοιλιά του που θυμίζει καλαμπόκι, είτε από τις συχνές επισκέψεις του σε αποθήκες καλαμποκιού, όπου έτρωγε τα ποντίκια. Μέχρι πρότινος αναγνωρίζονταν δύο υποείδη, το κοινό P. G. guttatus με κοκκινωπό χρωματισμό των νοτιοδυτικών πολιτειών και το καλαμποκόφιδο του Έμορι (P. g. emoryi), κεντρικότερων περιοχών μέχρι το βόρειο Μεξικό, το οποίο τώρα έχει αναταξινομηθεί ως ξεχωριστό είδος (P. emoryi). Στην αιχμαλωσία κυριαρχεί το κοινό καλαμποκόφιδο με πάμπολα μορφικά. Ο φυσικός χρωματισμός είναι καφεκόκκινο βασικό χρώμα με μεγάλες πορτοκαλοκόκκινες κηλίδες οριοθετούμενες από μαύρο, και ασπρόμαυρη κοιλιά.

Στην αιχμαλωσία είναι απ’τα πιο εύκολα φίδια. Χρειάζεται ένα μεσαίου μεγέθους τερράριο με δύο τουλάχιστον κρυψώνες, μία στη ζεστή και μία στη δροσερή μεριά, ένα μπολ νερού και κάποια κλαδιά προαιρετικά για αναρρίχηση. Το υπόστρωμα μπορεί να είναι χαρτί ή κάτι άλλο σχετικά ξηρό κι ασφαλές. Η θερμοκρασία στη ζεστή πλευρά θα πρέπει να κυμαίνεται στους 28-29 βαθμούς για βέλτιστη πέψη την ημέρα, με πτώση το βράδυ στους 22-24 βαθμούς. Η υγρασία θα πρέπει ν’αυξηθεί λίγο πρι την αλαγή δέρματος, οπότε τα χρώματα του φιδιού θολώνουν, για να μπορεί το παλιό δέρμα να ξεκολλήσει ευκολότερα – η κερατίνη είναι υγροσκοπική και διαστέλλεται με την υγρασία, γι’αυτό άλλωστε το δέρμα και τα μαλιά μας μαλακώνουν στο νερό, και οι κάλλοι κόβονται πιο εύκολα. Τα καλαμποκόφιδα είναι πιο κινητικά από άλλα φίδια όπως βόες και πύθωνες, επομένως έχουν ταχύτερο μεταβολισμό και θα πρέπει να τρώνε συχνότερα. Ένα κατάλληλου μεγέθους ποντίκι κάθε 7-10 μέρες για τα ενήλικα είναι καλό, ενώ τα μικρά θα πρέπει να τρώνε κάθε 3-5 μέρες για τη μέγιστη ανάπτυξη. Είναι πολύ ήρεμο φίδι που σπάναι δαγκώνει, προτιμώντας να ξεφύγει αν φοβηθεί. Το φίδι του Ηλία ήταν μόλις 40 εκατοστά και σε διάμετρο μόλις ενάμισι εκατοστό, οπότε εγώ ψιλοφοβόμουν να το πιάσω μήπως και το ζουλήξω. Κινούταν αρκετά γρήγορα και πιανόταν με το σώμα του απ’οπουδήποτε, χρησιμοποιώντας ακόμα και την ουρά του. Φοβόταν ωστόσο να του πιάσω το κεφάλι, και τότε τιναζόταν πιο πέρα. Ένα μεγάλο θέμα με τα λεπτά αυτά φίδια είναι η ευκολία με την οποία διαφεύγουν από μικρά ανοίγματα, γι’αυτό και το τερράριο θα πρέπει να’ναι απολύτως ασφαλές. Το όνομά του είναι κροταλίας ειρωνικά, δήθεν για την τρομακτική του όψη.

Πολύ ωραία όλη η συλλογή, με αγαπημένα μου το φίδι και το παχύουρο γκέκο. Ο δράκος ζούσε σε τερράριο αριστουργηματικά φτιαγμένο, αλλά δυστυχώς δεν έχω φωτογραφίες για να δείξω. Είχα και τα παράπονά μου όμως. Τα τερράρια των λοιπών ερπετών μου φάνηκαν πολύ απλά, επειδή περιείχαν μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Ο Ηλίας το σκέφτεται υπερβολικά πολύ ν’αλλάξει αυτό το σχήμα, επειδή φοβάται μην τραυματιστούν από ατυχήματα σ’ένα πιο «φυσικό» περιβάλλον. Πιστεύω πως σ’ένα καλά σχεδιασμένο περιβάλλον η πιθανότητα ατυχημάτων είναι πολύ μικρή, και τα οφέλη του πολύ περισσότερα. Στη φύση τα ζώα αυτά ζουν σ’ένα πολύπλοκο περιβάλλον με ανηφόρες, κατηφόρες, διάφορους τύπους χώματος, εμπόδια, διάφορες τρύπες, κλπ, εξασκώντας συνεχώς το μυικό και το νευρικό τους σύστημα. Στην αιχμαλωσία συνήθως δε μπορούμε να παράσχουμε ό,τι υπάρχει στη φύση, αλλά κάποια στοιχεία μπορούμε να τα αναδημιουργήσουμε. ΚΙ εφόσον θέλουμε να λέμε πως αγαπούμε να παρατηρούμε τα ερπετά μας, θά’πρεπε να δημιιουργούσαμε το περιβάλλον τους έτσιώστε να μπορούν να κάνουν ορισμένες φυσικές συμπεριφορές άξιες παρατήρησης. Σ’ένα κουτί με δυο κρυψώννες και σκέτο χαρτί κάτω το ζώο ούτε γυμνάζεται, ούτε ψάχνει την τροφή του. Γι’αυτό πιστεύω πως γενικά τα δενδρόβια είδη ζουν καλύτερα απ’τα εδαφόβια, γιατίς τα πρώτα αντικείμενα διαφόρων σχημάτων σε διάφορα ύψη και κλίσεις είναι απαραίτητα για την αναδημιουργία τυ περιβάλλοντώς τους.

Πριν φύγω, πήρα και μερικές κατσαρίδες Αργεντινής (blaptica dubia) για το
Γκέκο μου,
ένα αρσενικό Correlophus ciliatus, Είδα τα feeders κι έφυγα. Πέρα από έντομα, εκτρέφουν και
Ποντίκια
ως τροφή για ερπετά, αν κι είναι αρκετά λίγα και η αναπαραγωγή τους όχι και τόσο εύκολη, αφού το θηλυκό, αν νιώθει ανασφαλές, εύκολα τρώει τα μικρά του. Τα είδα, ήταν μικράλευκά λιμπάκια, σαν κουνελάκια, χωμένα μέσα σε κυλίνδρους χαρτιού υγείας.

Advertisements