Φραγκοσυκιά με καρπούς στο Μαρόκο, από Βικιπαίδεια.

Πρόσφατα έτυχε να φάω φραγκόσυκα, η δεύτερη φορά που θυμάμαι μετά από μια το 2007 το καλοκαίρι,
Όταν ήμουν στη Σικελία.
Είχα πάει την Κυριακή στο εξωχικό του πατέρα μου στη Γερακινή, στο δεύτερο πόδι της Χαλκιδικής, όπου υπάρχουν πολλές φραγκοσυκιές δίπλα στη μεγάλη παραλία. Τέτοιους κάκτους έχω συναντήσει σε πολλά άλλα παραθαλάσσια μέρη, αλλά συνήθως όχι στην εποχή που ωριμάζουν οι καρποί τους. Έκοψα τα φρούτα χωρίς ευτυχώς να αγγίξω πολλά αγκάθια του φυτού, τα οποία είναι μικροσκοπικά και διεισδυτικά, και η γεύση τους ήταν πολύ γλυκιά, ας πούμε κάτι μεταξύ αχλαδιού και φράουλας, με πολλούς σπόρους όμως. Στην πραγματικότητα, όλοι οι καρποί των κάκτων τρώγονται.

Οι φραγκοσυκιές είναι τα φυτά του γένους οπουντία (Opuntia), ενός μεγάλου κι επιτυχημένου γένους κάκτων με περίπου 200 είδη. Παλαιότερα το γένος ήταν ακομα μεγαλύτερο, αλλά τώρα τα είδη εκείνα έχουν μετακινηθεί σε δικά τους γένη εξαιτίας σημαντικών διαφορών, για παράδειγμα φυτά του γένους Cylindropuntia έχουν κυλινδρικούς αντί για πεπλατυσμένους βλαστούς και ένας νοτιοαμερικανικός κλάδος τους έχει τοποθετηθεί στο γένος Austrocylindropuntia. Το γένος αυτό, μαζί με τα συγγενικά του, ταξινομείται στην υπεροικογένεια των οπουντιοειδών (opuntioideae), συγγενική αλλά ξεχωριστή απ’τη μεγαλύτερη υπεροικογένεια των κάκτων, τα κακτοειδή (cactoideae). Το γένος εξαπλώνεται από την Περιοχή των Μεγάλων Λιμνών του Καναδά έως την Παταγονία, με τη μεγαλύτερη όμως ποικιλία στο κεντρικό και δυτικό Μεξικό. Το βορειότερο υποείδος είναι η Opuntia fragilis var. fragilis, η οποία έχει βρεθεί κοντά στον ποταμό Μπεατόν στην κεντρική Βρετανική Κολομβ’ία του Καναδά, σε 56° 17’ βόρειο γεωγραφικό πλάτος και 120° 39’ δυτικό γεωγραφικό μήκος. Αναμφίβολα πάντως η σημερινή εξάπλωση του γένους είναι πολύ μεγαλύτερη χάρη σε ανθρώπινες εισαγωγές μερικών ειδών, ιδίως της κοινής φραγκοσυκιάς (Opuntia ficus-indica), σε σχεδόν όλες τις μεσογειακές και ξηρές τροπικές περιοχές του κόσμου κατά τους τελευταίους αιώνες.

Τα ονόματα του φυτού και του καρπού είναι πάρα πολλά. Ο πατέρας της σύγχρονης βιολογικής ταξινομικής, ο Σουηδός φυσιοδίφης Κάρολος Λινναίος, έδωσε στο γένος αυτό το όνομα «οπουντία» για την ομοιότητα μ’ένα αινιγματικό φυτό που αναφέρει ο Θεόφραστος, το οποίο φυόταν στον Οπούντα της Λοκρίδας (σημερινή Αταλάντη της Φωκίδας), και ρίζωνε απ’τα φύλλα του όπως η ινδική συκή, η οποία μάλλον θα ήταν κάποιο είδος φίκου της Ινδίας, που μόλις τότε άρχισαν να γίνονται γνωστοί στους Έλληνες, που ριζώνει απ’τα κλαδιά του.Το όνομα του είδους «ινδικο σύκο» είτε έχει να κάνει με την ινδική συκή του Θεόφραστου, είτε, πιθανότερα, δηλώνει την ινδική (τότε δυτικές Ινδίες η Αμερική) προέλευσή του. Στις περισσότερες γλώσσες το όνομα για το φραγκόσυκο δηλώνει ξενόφερτη προέλευση. Στα γαλλικά για παράδειγμα λέγεται «figue de Barbarie”, δηλαδή σύκο της Μπαρμπαριάς (Βερβερίας, Τυνησίας), στα ιταλικά «Fico d’India”, δηλαδή σύκο της Ινδίας, με παραφθορά στο Σικελικό ιδίωμα ως «ficudinnia”, ενώ στα αγγλικά «Indian fig”, δηλαδή ινδικό σύκο, αλλά συχνότερα «prickly pear”, αγκαθωτό αχλάδι. Στα τούρκικα έχει διάφορα ονόματα, όπως «Hint inciri» ινδικό σύκο, «dikenli inciri», αγκαθωτό σύκο και «frenk inciri» φραγκόσυκο. Στα αλβανικά λέγεται «φικ ντέτι», δηλαδή σύκο της θάλασσας, αφού ο μόνος πληθυσμός αυτού του φυτού στην Αλβανία βρίσκεται στα παράλια της νότιας Αδριατικής, δίπλα στα ελληνικά σύνορα. Στα αραβικά λέγεται «σάμπρα» και στα εβραϊκά «τσαμπάρ», λέξεις της ίδιας σημιτικής ρίζας που δηλώνουν φυτό της ερήμου. Η κοινή ελληνική ονομασία «φραγκόσυκο» δηλώνει προέλευση από τους Φράγκους, τους Δυτικοευρωπαίους δηλαδή όπως αποκαλούνταν απ’την εποχή των Σταυροφοριών μέχρι και αρκετές δεκαετίες μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αλλ’υπάρχουν και λιγότερο γνωστά τοπικά ονόματα: «παυλόσυκο» στην Κέρκυρα, «μπαρμπαρόσυκο» στην Κεφαλονιά, «φαραόσυκο» στις Κυκλάδες και «παπουτσόσυκο» στην Κύπρο. Ο κάκτος επίσης λέγεται γλώσσα ή γλώσσα της πεθεράς. Στα ισπανικά ωστόσο η ονομασίες είναι εντελώς διαφορετικές. Ο κάκτος αποκαλείτε «nopal (νοπάλ)», από τη νάουατλ λέξη «nopalli”, ενώ ο καρπός «tuna (τούνα), πληθ. tunas”, είτε από κάποια χαμένη γλώσσα των ιθαγενών της Ισπανιόλας (σήμερα χωρισμένη σε δύο κράτη, Αϊτή και Δομινικανή Δημοκρατία», είτε από το νάουατλ ρήμα «tona”, που σημαίνει φέγγω ή ζεσταίνω, παραπέμποντας στον ηλιακό συμβολισμό του φραγκόσυκου.

Οι κάκτοι αυτού του γένους συνήθως φύονται σε αμμώδη εδάφη κατά κλωνικές αποικίες, των οποίων η εξάπλωση διευκολύνεται από την εύθραυστη δομή των φυτών. Τα φυτά αυτά αποτελούνται από πλεγμένες αλυσίδες κλαδωδών, πεπλατυσμένων δηλαδή βλαστών που λειτουργούν ως φύλλα, με στενές αρθρώσεις ανάμεσά τους, κι έτσι για παράδειγμα αν φυσήξει ισχυρός άνεμος ή περάσει κάποιο μεγάλο ζώο, πολλά τμήματα σπάνε κι έπειτα ριζώνουν στο έδαφος δίνοντας νέα φυτά. Άλλα είδη είναι χαμερπή, ενώ άλλα αποκτούν δενδρώδεις διαστάσεις, εντούτοις τα περισσότερα είναι θαμνώδη. Συνήθως τα παλαιότερα μέρη αποκτούν σκληρό φλοιό και ξυλοποιούνται, ενώ τα κλαδώδη καλύπτονται με παχιά εφυμενίδα για τον περιορισμό της απώλειας του νερού. Οι φραγκοσυκιές φέρουν όλα τα
χαρακτηριστικά των κάκτων.
Όπως όλοι οι κάκτοι, οι βλαστοί τους φέρουν τροποποιημένα κλαδιά, τα περιοχίδια (areoles), τα οποία μοιάζουν με μικρά εξογκώματα, πάνω στα οποία εκφύονται δύο ειδών αγκάθια: Τα μεγάλα, που μπορεί να φτάσουν λίγα εκατοστά, μοιάζουν με καρφιά και προέρχονται από τροποποιημένα φύλλα όπως μ’όλους τους κάκτους, και τις γλοχίδες, μικροσκοπικά αγκαθάκια που αποσπώνται εύκολα και κολλούν στο δέρμα, στα ρούχα και γενικα παντού, και είναι το κύριο πρόβλημα μ’αυτά τα φυτά. Οι γλοχίδες είναι τροποποιημένες τρίχες του φυτού, και μπορούν να βρεθούν και σε λίγα ακόμα συγγενικά γένη. Τα άνθη εμφανίζονται στην περιφέρεια των κλαδωδών προς την κορυφή τους, κι όπως αυτά πολλών κάκτων είναι βυθισμένα μέσα στο βλαστό, γι’αυτό κι ο ψευδοκάλυκάς τους, που αργότερα αποτελεί το εξωτερικό μέρος του καρπού, φέρει περιοχίδια με γλοχίδες όπως και οι κανονικοί βλαστοί. Οι ανθήρες τους είναι θιγμοταξικοί, δηλαδή κινούνται γρήγορα προς κάποιο αντικείμενο που τους αγγίζει για ν’αποθέσουν τη γύρη, χαρακτηριστικό που πρωτοπαρατήρησε ο Κάρολος Δαρβίνος και που έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα σ’άλλα γένη κάκτων. Οι καρποί έχουν γενικό σχήμα σύκου ή αχλαδιού, με στενή βάση και μια περιοχή σαν πόμα απ’την αντίθετη πλευρά, και στο χρώμα συνήθως είναι κόκκινοι, μοβοκόκκινοι, κίτρινοι ή πορτοκαλί. Η O. ficus-indica είναι αρκετά μεγάλο μέλος του γένους, ύψους 3-5 μέτρων με κλαδώδη σαν ρακέτες, μήκους 30-40 εκ. και πλάτους 15-25 εκ. Τα άνθη του μπορεί νά’χουν λευκό, κίτρινο ή κόκκινο χρώμα, και οι ώριμοι καρποί του, που ζυγίζουν μεταξύ 150-400 γραμμαρίων, διαφέρουν στο χρώμα ανάλογα με την ποικιλία. Συνήθως οι ποικιλίες με τους κόκκινους καρπούς έχουν τους μεγαλύτερους και πιο χυμώδεις, αυτές με τους μοβοκόκκινους τους μικρότερους και πιο ινώδεις, κι εκείνες με τους κιτρινοπορτοκαλί τους πιο ξυνούς. Υπάρχουν ακόμα και ποικιλίες στις οποίες ο καρπός παραμένει πράσινος και κατά την ωρίμανση, ενώ άλλες ποικιλίες διαφέρουν ως προς τη γενική μορφολογία, π.χ. φυτά χωρίς αγκάθια, αν κι αυτά΄είναι ιδιαίτερα σπάνια.

Ο κύριος λόγος καλλιέργειας του κάκτου αυτού είναι για τους γλυκείς καρπούς του. Μπορεί στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας να μη μας είναι και πολύ γνωστοί, όμως στα νησιά και στην Πελοπόννησο τρώγονται κατά κόρον. Στην Κέρκυρα επίσης φτιάχνουν λικέρ απ’τον καρπό, αν και παγκοσμίως πιο γνωστά ποτά είναι το λικέρ bajtra (μπάιτρα) που παρασκευάζεται στη Μάλτα και το Tunji spirit στο βρετανικό νησί της Αγίας Ελένης. Στη Μάλτα το φυτό μπορεί να βρεθεί σ’όλη τη χώρα, και ο καρπός καταναλώνεται σε μεγάλες ποσότητες. Καταναλώνεται συχνά επίσης στις χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής ως δροσιστικό. Η χώρα ωστόσο με τη μεγαλύτερη κατανάλωση είναι το Μεξικό, όπου μπορούμε να πούμε πως το φραγκόσυκο έχει τη θέση που εδώ έχει το μήλο ή το πορτοκάλι. Αν και λίγα φρούτα μπορούν να κοπούν προσεκτικά με το χέρι, αυτό δεν είναι πρακτικό για μεγαλύτερες ποσότητες. Για την αποφυγή των γλοχίδων χρησιμοποιούνται διάφορες μέθοδοι συγκομιδής, όπως με γάντια κηπουρικής, με ξύλο στην άκρη του οποίου υπάρχει αιχμηρό αντικείμενο, με χρήση ενός κλαδώδους του φυτού ως μαχαιριού, κλπ. Παρόλο που τα φυτά είναι εύθραυστα, αυτό είναι σχετικό, οπότε το τίναγμα δε μπορεί να ρίξει τους καρπούς. Οι καρποί μαζεύονται σ’έναν κουβά ή σακούλα, κι έπειτα θα πρέπει να καθαριστούν απ’τις γλοχίδες. Ο παραδοσιακός τρόπος τω Ινδιάνων όταν δεν είχαν πολύ νερό είναι το τρίψιμο μέσα σε χαλίκια ή το καψάλισμα στη φωτιά. Και σήμερα, όταν θέλουν να φάνε βιαστικά ένα φραγκόσυκο στο Μεξικό, το βάζουν σε μια επιφάνεια και το χαράζουν γρήγορα με το μαχαίρι, ώστε να βγει όλη η φλούδα, αφήνοντας μόνο το εσωτερικό. Συνήθως ωστόσο οι καρποί ρίχνονται σ’ένα δοχείο ή στη σακούλα τους και ανακατεύονται έντονα μέσα σε νερό, ώστε όλα τα αγκαθάκια να ξεκολλήσουν. Έπειτα μπορούν να καταναλωθούν όπως είναι, να ξεφλουδιστούν με μαχαίρι, ή να τοποθετηθούν στο ψυγείο για αργότερα. Συνήθως τρώγονται με τους σπόρους, οι οποίοι είναι λίγο μικρότεροι απ’αυτούς του καρπουζιού, αν κι όσοι έχουν πρόβλημα με την πέψη σπόρων δε θα πρέπει να τους τρώνε σε ποσότητα. Η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φραγκόσυκων με τους σπόρους φέρνει δυσκοιλιότητα, ενώ χωρίς είναι μαλακτικά. Πέρα απ’τους καρπούς, κυρίως στο Μεξικό και σε γειτονικές χώρες, τρώγονται και οι νεαροί βλαστοί του φυτού ή nopales (νοπάλες), καθαρισμένοι και ψημένοι, οι οποίοι έχουν γεύση λαχανικού και είναι αρκετά βλενώδεις από το βλενώδη χυμό τους, όπως οι μπάμιες.

Πέρα απ’τους ανθρώπους, ο κάκτος καταναλώνεται κι από πολλά άλλα ζώα. Οι καρποί τρώγονται απ’τα πουλιά, τα οποία έπειτα αφοδεύουν τους σπόρους κάπου αλλού, διασπείροντας το φυτό ακόμα πιο μακριά. Στα νησιά της ΚαραΪβικής οι ιγκουάνες του γένους Cyclura τρώνε συστηματικά το φυτό αυτό, ενώ στα Νησιά Γκαλαπάγκος, όπου ενδημούν έξι είδη φραγκοσυκιάς, οι ιγκουάνες και οι γιγάντιες χελώνες το τρώνε επίσης. Σε όσα νησιά του συμπλέγματος υπάρχουν χελώνες τα φυτά έχουν εξελίξει αρκετά μεγάλο ύψος για να τις αποφεύγουν όσο γίνεται. Στα νησια ωστόσο αυτά οι χελώνες επίσης έχουν εξελιχθεί να’ναι ψηλότερες, ώστε να φτάνουν όσο μπορούν τους κάκτους, γεγονός που πρωτοπαρατήρησε ο Δαρβίνος. Όπου ωστόσο δεν υπάρχουν χελώνες, οι κάκτοι παραμένουν χαμηλοί. Εξαιτίας της μεγάλης περιεκτικότητας των βλαστών αλλλά και του καρπού σε ασβέστιο, μέταλλο που χρειάζονται σε αυξημένη ποσότητα τα ερπετά, η φραγκοσυκιά είναι κατάλληλη για όλα τα φυτοφάγα και παμφάγα ερπετά σε αιχμαλωσία. Οι ιγκουάνες, οι χερσαίες χελώνες, οι ουρομάστιγες, οι γενειοφόροι δράκοι, οι νεροχελώνες κι άλλα χορτοφάγα ή παμφάγα είδη μπορούν να φάνε τους βλαστούς και τους καρπούς, ενώ παμφάγα είδη που στο φυτικό μέρος της διατροφής τους περιλαμβάνουν κυρίως καρπούς, όπως το
Λοφιοφόρο γκέκο,
Αλλά και άλλα είδη γκέκο και ανολιδών, μπορούν να φάνε τους καρπούς. Για τα είδη που δε μπορούν να κόψουν τόσο σκληρά υλικά, οι βλαστοί θα πρέπει να είναι κομμένοι σε βολικά κομματάκια, ενώ για είδη που δε θα πρέπει να φάνε τους σπόρους, αυτοί θα πρέπει ν’αφαιρεθούν απ’τους καρπούς. Το φυτό επίσης το τρώνε τα κουνέλια, αλλά όχι πάντα. Η
κουνέλα μου
για παράδειγμα, όσες φορές της έχω δώσει, εννοείται χωρίς κανένα αγκαθάκι, έχει δοκιμάσει λίγο κι έπειτα το άφηνε, επειδή ο χυμός ήταν πολύς, γλοιώδης και της λέρωνε τη μυτούλα. Το ίδιο κάνει και για τροφές που πραγματικά της αρέσουν όπως τα γλυκά φρούτα, οπότε μπορείτε να την θεωρήσετε άτυπη περίπτωση. Φραγκοσυκιά επίσης με καψαλισμένα τα αγκαθάκια στη φωτιά ταΐζεται στα βόδια στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ και το Μεξικό, ως πηγή νερού σε ξηρές περιοχές.

Η φραγκοσυκιά έχει ποικίλες άλλες χρήσεις, άλλες συμβατικές κι άλλες λιγότερο γνωστές. Καλλιεργείται για την εκτροφή της κοχενίλας (Dactylopius coccus), ενός παρασιτικού κοκκοειδούς εντόμου προσαρμοσμένο μόνο γι’αυτό το γένος φυτών, το σώμα της οποίας δίνει κόκκινη βαφή. Τα κοκκοειδή είναι απλοποιημένα παρασιτικά ημίπτερα που ζουν σχεδόν ακίνητα πάνω στα φυτά που απομυζούν, με μόνο τα ενήλικα αρσενικά να πετάνε με το μόνο σκοπό της γονιμοποίησης τω ακίνητω θηλυκών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κύκλος της ζωης του εντόμου διαρκεί τρεις μήνες, οπότε το θηλυκό γεννά νύμφες, οι οποίες εγκαθίστανται στο φυτό καλυμμένες με στερεό έκκριμα απομυζώντας. Έπειτα δημιουργούν ένα μετάξινο νήμα, χάρη στο οποίο μεταφέρονται με τον άνεμο σε γειτονικά φυτά, οπότε μεταμορφώνονται σε ενήλικα, απ’τα οποία τα αρσενικά είναι μικροσκοπικά, ιπτάμενα και δεν τρώνε καν, ενώ τα θηλυκά ακίνητα και μυζητικά. Το σώμα μιας θηλυκής κοχενίλας περιέχει 17-24% καρμινικό οξύ ως μέτρο κατά των εχθρών, το οποίο μετά από ανάμειξη με άλατα του αλουμινίου ή του ασβεστίου δίνει μια φυσική κόκκινη χρωστική που ιστορικά έχει χρησιμοποιηθεί ως βαφή, αν και σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως ως χρωστική τροφίμων, με τον κωδικό ε120 (τα περισσότερα ε άλλωστε είναι κοινές ουσίες, όχι κάτι το τρομακτικό που
Θα σας σκοτώσει).
Όσο κι αν σας φανεί περίεργο, ακόλουθοι ακραίων θρησκειών που απαγορεύουν τα έντομα στη διατροφή, όπως οι ορθόδοξοι Εβραίοι, αποφεύγουν τρόφιμα χρωματισμένα με κοχενίλα. Η φραγκοσυκιά επίσης χρησιμοποιείται ως φράκτης σε χωράφια, ή για να κρατάει τα βόδια σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Στη Μάλτα συχνά την φυτεύουν ως χώρισμα για τις αναβαθμίδες. Ο χυμός της αναμειγνίεται με τη λάσπη για την πήξη τω πλίνθων. Φαρμακευτικά ο χυμός έχει χρησιμοποιηθεί από τους Ινδιάνους του Μεξικού για τη θεραπεία πληγών, φλεγμονών του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος, καθώς και για την ενδυνάμωση των μαλλιών. Ο χυμός της O. streptacantha έχει χρησιμοποιηθεί κατά του διαβήτη, και η δράση του έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Όπως και πολλοί άλλοι κάκτοι, έτσι και οι φραγκοσυκιές παράγουν διάφορα αλκαλοειδή σε μικροποσότητες, όπως κανδικίνη, ορδενίνη και μεσκαλίνη. Η τελευταία είναι παραισθησιογόνος ουσία, παρόλα αυτά στους κάκτους αυτούς είναι ελάχιστη, ώστε ούτε και οι σαμάνοι-χημικοί των Ινδιάνων δεν την είχαν βρει. Εντούτοις ενίοτε η φραγκοσυκιά χρησιμοποιείται ως επιπρόσθετο στοιχείο στην
Αγιαχουάσκα.

Η ιστορία αυτού του φυτού είναι μεγάλη. Προφανώς ο άνθρωπος κατανάλωνε τους καρπούς του από τότε που το ανακάλυψε, δηλαδή πριν αρκετές χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι γνωστή η εποχή της πρώτης καλλιέργειας του φυτού, αλλά πιθανότατα ξεκίνησε κατά τους προ Χριστού αιώνες. Από τη στιγμή ωστόσο που άρχισε η καλλιέργεια, δημιουργήθηκαν αρκετές ποικιλίες και το φυτό εξαπλώθηκε περισσότερο. Μαρτυρίες για τη χρήση του φυτού έχουμε από την πρώτη και τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας μ.Χ., τις εποχές δηλαδή των μεγάλων μεσοαμερικανικών πολιτισμών. Οι καρποί και οι νεαροί βλαστοί τρώγονταν, από τους καρπούς παρασκευαζόταν αλκοολούχο ποτό, η καλλιέργεια της κοχενίλας ήταν γνωστή, και η ιατρική χρήση επίσης διαδεδομένη. Οι Μάγια και οι Αζτέκοι έπειτα χρησιμοποίησαν πολύ την ερυθρή βαφή για τη ζωγραφική, τη συγγραφή των κωδίκων, τη βαφή των ενδυμάτων, αλλά και του σώματος. Σε κώδικες των Αζτέκων το φυτό αυτό αναπαριστάται συχνά, ενώ αναφέρεται πως τα προΪόντα του (καρποί, νεαροί βλαστοί, κοχενίλα) ήταν μέσα στα αντικείμενα που ζητούσε το Τενοτστίτλαν ως φόρο από τις υποτελείς πόλεις του. Στη μυθολογία των Αζτέκων το φυτό είχε μεγάλη σημασία. Οι Αζτέκοι, η τελευταία φυλή νάουατλ που κατέβηκε στην κοιλάδα του Μεξικού (Ανάουακ), μετά την αποδημία τους από το μυθικό Άστλαν στο βορρά (πιθανόν θα τους θυσίαζαν άλλοι εκεί, γι’αυτό δεν τους βόλευε), περιπλανιούνταν για 200 χρόνια στην έρημο ψάχνοντας την κατάλληλη περιοχή για να χτίσουν την πόλη τους. Ήταν ορδές αγρίων κι όλες οι πόλεις τους έδιωχναν. Τότε εμφανίστηκε ο θεός Ουιτζιλοπότστλι και έδωσε τοόραμα στους ιερείς να χτίσουν την πόλη τους σ’ένα νησί στη μέση μιας λίμνης, όπου ένας αετός κάθεται πάνω από έναν κάκτο φραγκοσυκιάς, και κατ’άλλους καταβροχθίζει ένα ιερό φίδι, ένα ιερό πουλί ή τίποτα (σκεφτείτε τι έπαιρναν αυτοί οι ιερείς). Τελικά βρήκαν τον οιωνό αυτόν στη μέση της λίμνης Τεξκόκο, όπου έχτισαν γύρω στο 1350 την πόλη τους Τενοτστίτλαν (Tenochtitlan), που σημαίνει χώρα του φραγκόσυκου πάνω στο βράχο, με το μεγάλο ναό στη μέση. Η σκηνή αυτή, μ’έναν αετό πάνω από έναν κάκτο να τρώει ένα φίδι, αναπαριστάται σήμερα στη σημαία και το εθνόσημο του Μεξικού. Στον διαστροφικό πολιτισμό της βίας και του αίματος που αναπτύχθηκε σ’εκείνη την πόλη λοιπόν το φραγκόσυκο απέκτησε μακάβριο συμβολισμό, συμβολίζοντας τις καρδιές που δίνονται ως θυσία στον Ουιτζιλοπότστλι. Όπως, έλεγαν, οι καρποί αυτοί δροσίζουν τους οδοιπόρους στην έρημο, έτσι και οι καρδιές των ανθρώπων δροσίζουν το μέγα Ουιτζιλοπότστλι, ο οποίος έπειτα θα μπορεί να συνεχίζει να κινεί τον ήλιο ομαλά.

Το φυτό ήρθε στην Ευρώπη γύρω στο 1500, σύντομα δηλαδή μετά τις πρώτες ισπανικές κατακτήσεις στην Αμερική, με διαφωνίες ως προς τον πρώτο Ισπανό θαλασσοπόρο που το έφερε. Στην Ελλάδα προφανώς ήρθε αρκετά σύντομα μετά την άφιξή του στην Ευρώπη. Σημαντικός λόγος για την εξάπλωσή του ανά τον κόσμο ήταν η χρήση του καρπού ως αντισκορβουτικού απ’τους ναυτικούς. Μετά την κατάκτηση του Μεξικού το 1521, το φυτό εξαπλώθηκε ακόμα περισσότερο, ενώ η Ισπανία είχε το μονοπώλιο παραγωγής κοχενίλας. Μετά ωστόσο την ανεξαρτησία του Μεξικού το 1821 (συμπτωματικά η ίδια χρονολογία με την Ελληνική Επανάσταση), η γνώση της καλλιέργειας αυτού του εντόμου εξαπλώθηκε, και πλέον το Περού είναι η κύρια χώρα παραγωγής αυτής της βαφής, η οποία είχε εκτοπιστεί εντελώς απ’τα μέσα του 19ου αι. από την ανακάλυψη συνθετικών χρωστικών, αν και τα τελευταία χρόνια γνώρισε επάνοδο εξαιτίας του αυξημένου ενδιαφέροντος προς τα φυσικά προΪόντα. Στην Αυστραλία εισήχθη το είδος O. stricta το 1788 με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για την καλλιέργεια κοχενίλας, αλλά και ως φράκτης στα χωράφια. Το φυτό άρχισε να εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα γύρω στα μέσα του 19ου αι., μετατρέποντας τελικά στις αρχές του 20 ου αι. 260.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα αρόσιμης γης σε πυκνή ζούγκλα αυτού του κάκτου, που μπορούσε να φτάσει τα 6 μέτρα. Τα μηχανικά μέσα και τα δηλητήρια δεν είχαν μεγάλη αποτελεσματικότητα,έτσι η κυβέρνηση της Αυστραλίας επιστράτευσε βιολογικά όπλα. Το 1919 εισήχθη η πεταλούδα Cactoblastis cactorum, φυσικός εχθρός των κάκτων του γένους, η οποία μείωσε δραματικά τον πληθυσμό τους. Σημειωτέον ότι το έντομο αυτό είναι ανεπιθύμητο σε άλλες περιοχές του κόσμου. Το έντομο αυτό έχει ως και δικό του άγαλμα στο του Κουίνσλαντ. Προβλήματα με τη φραγκοσυκιά υπήρχαν επίσης στη Νότια Αφρική. Σήμερα το φυτό μπορεί να βρεθεί σε κάθε μεσογειακή και ξηρή τροπική περιοχή, και καλλιεργείται σε κάθε κατάλληλο κλίμα παγκοσμίως.

Η καλλιέργεια του κάκτου αυτού δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Χρειάζεται ήλιο, ζέστη και χώμα με καλή αποστράγκιση. Αντέχει τις ελαφριές παγωνιές του μεσογειακού κλίματος, αλλά δε μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς προστασία σε μεγαλύτερα υψόμετρα ή γεωγραφικά πλάτη. Λίγο παραπάνω πότισμα και λίπανση κατά την περίοδο ανάπτυξης θα ωφελήσουν αυτό τον ασυνήθιστα ταχυαυξή κάκτο. Πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα, που όπως μ’όλους τους κάκτους, θα πρέπει ν’αφεθούν να στεγνώσουν και να τοποθετηθούν σε ξηρό έδαφος, ώστε να αναγκαστούν να ψάξουν το νερό βγάζοντας ρίζες, οπότε σιγά-σιγά μπορεί ν’αρχίσει το πότισμα. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται επίσης με σπόρο. Το φυτό έχει, πέρα από τα προαναφερθέντα έντομα, λίγους εχθρούς, όπως το μύκητα collecotrichum coccodes και τον ιό του sammons. Όπως και με τους περισσότερους φυτικούς ιούς, η καταπολέμησή του είναι σχεδόν αδύνατη, αλλ’ευτυχώς οι ασθένειες αυτές είναι σπανιότατες. Ένα μόσχευμα φραγκοσυκιάς μπορεί να δώσει καρπό σε μόλις δύο χρόνια, ασυνήθιστα μικρό χρονικό διάστημα για κάκτο. Πέρα από παραγωγικούς σκοπούς, τα φυτά αυτά μπορούν να καλλιεργηθούν ως καλλωπιστικά ή ως ισχυροί φράκτες για ασφάλεια. Διάφορα είδη υπάρχουν με ποικίιλα σχήματα και χρώματα, όπως η O. Microdasys, Ή αλλιώς αυτιά του κουνελιού, ή βορειότερα είδη με αντοχές στην παγωνιά.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο για το φραγκόσυκο στη Βικιπαίδεια
άρθρο για το γένος Opuntia στην αγγλική Wikipedia
άρθρο για την κοινή φραγκοσυκιά στην αγγλική Wikipedia
ελληνικό φυτώριο παραγωγής φυτών φραγκοσυκιάς
το σύκο που ήρθε απ’αλλού
οι αντιδιαβητικές ιδιότητες της Opuntia streptacantha

Advertisements