Πόθος στο δάσος Ουνταουατακέλε, πολύ δύσκολο τέτοιο φυτό να βρεθεί σε καλλιέργεια. Από Wikipedia.

Μπορούμε να πούμε πως είναι απ’τα πλέον διαδεδομένα φυτά εσωτερικού χώρου παγκοσμίως. Χάρη στην τεράστια για φυτό τροπικών δασών ανθεκτικότητά του, το είδος αυτό μπορεί να βρεθεί οπουδήποτε, σε σπίτια, αίθουσες αναμονής, ξενοδοχεία, καταστήματα, γραφεία και δημόσιες υπηρεσίες, φυτεμένο είτε μόνο του, είτε σε συνθέσεις, σε μεγάλες ή μικρές γλάστρες, σε πολύ φως ή σε μια ξεχασμένη γωνία, και παντού να ζει. Είναιο γνωστός πόθος ή χρυσό επίπρεμνο (Epipremnum aureum), από την τάση του να καλύπτειτα πρέμνα, δηλαδή τους κομμένους κορμούς. Το φυτό αναταξινομήθηκε από το γένος Pothos πρόσφατα, και σ’όλη την ταξινομική ιστορία του έχει αποκτήσει πάρα πολλά συνώνυμα εξαιτίας των συνεχών του αναταξινομήσεων, τα οποία είναι υπερβολικά πολλά για ν’αναφέρω εδώ, και γενικώς δεν απαντώνται συχνά ώστε να χρειάζεται να τα ξέρουμε. Το όνομα «πόθος» δεν ξέρω πώς ακριβώς το πήρε, ίσως απ’την τάση εκείνο το διάστημα του 19ου αιώνα να βαφτίζονται φυτά με ονόματα συναισθηματικών καταστάσεων, όπως το μικρό ποώδες με τα κόκκινα άνθη του γένους Impatiens που λέγεται έρωτας ή ανυπομονεσία, ο κάκτος της υπομονής κλπ. Μπορεί αυτά όλα νά’ναι κατάλοιπα της γλώσσας των λουλουδιών, ενός κωδικού συστήματος επικοινωνίας που αναπτύχθηκε μέγιστα κατά την ηθικά καταπιεστική Βικτοριανή Εποχή της Αγγλίας, που παρεμπιπτόντως ήταν και εποχή άνθησης της κηπουρικής, με τον οποίον επικοινωνούσαν κρυφά άνθρωποι στέλνοντας μια ανθοδέσμη, με κάθε άνθος ή φυτό να συμβολίζει μια συγκεκριμένη ιδέα ή συναισθηματική κατάσταση. Ο πόθος αυτός όμως μάλλον σε πόθο επεκτατισμού παραπέμπει, μιας και με τις κατάλληλες συνθήκες καταλαμβάνει μέσα σε λίγους μήνες αρκετά μέτρα, ξεπερνώντας κατά πολύ τον αργό αλλά σταθερό κισσό, εξού και το άλλο αγγλικό του όνομα «Devil’s ivy”, δηλαδή κισσός του Διαβόλου.

Ανήκει στην πολυπληθή οικογένεια των αροϊδών κυρίως τροπικής εξάπλωσης με λίγα εύκρατα είδη, ένα εκ των οποίων είναι το
Φιδόχορτο.
Άλλα γνωστά είδη είναι το σπαθίφυλλο, το φιλόδεντρο, το ανθούριο, η
Αλοκάσια,
Η κολοκάσια, η κάλα κι άλλα. Αρκετά παλιός κλάδος μονοκοτυλήδονων, η οικογένεια αυτή έχει εξελίξει διάφορα μοναδικά χαρακτηριστικά που της προσδίδουν μεγάλη επιτυχία. Εκτός απ’τη χαρακτηριστική ταξιανθία της, το σπάδικα που περιβάλλεται απ’τη σπάθη και φέρει πολλά μικροσκοπικά άνθη με ιδιαίτερους τρόπους επικονίασης σε πολλά είδη, άλλα χαρακτηριστικά των μελών της είναι τα πλατιά και δικτυόνευρα φύλα με δευτερογενείς μίσχους (τα μονοκοτυλήδονα κανονικά έχουν άμισχα, στενόμακρα και παραλληλόνευρα φύλλα, όσα έχουν μίσχο τον εξέλιξαν ανεξάρτητα από μια περίσφιξη κοντά στη βάση του φύλλου), και οι σαρκώδεις καρποί, που μπορούν να μεταφερθούν με τα ζώα μακριά, όπως τα φρούτα των δικοτυλήδονων. Ο πόθος είναι αρκετά συγγενικός με τις μονστέρες και τα φιλόδεντρα, με τα οποία συχνά συγχέεται. Η εξάπλωσή του στη φύση είναι τεράστια, από την Ινδία, τη νότια Κίνα και Ιαπωνία κι όλη τη Νοτιοανατολική Ασία, σε όλα τα συμπλέγματα νησιών του Ινδικού και του νότιου Ειρηνικού μέχρι τη βόρεια Αυστραλία, όπου μπορεί να βρεθεί σε υγρά τροπικά δάση. Στη φύση το φυτό είναι πολύ διαφορετικό απ’αυτό που έχουμε στις γλάστρες μας. Είναι ένα τεράστιο αναρριχητικό που μπορεί να φτάσει τα 20 μέτρα, με μεγάλα πτεροσχιδή φύλλα μήκους ενός μέτρου και πλάτους 40 εκατοστών, αν κι όπως τα περισότερα μονοκοτυλήδονα, ο βλαστός είναι ποώδης και δεν ξεπερνά τα 4 εκατοστά σε διάμετρο. Τα φύλλα έχουν κωλεό που αγκαλιάζει το βλαστό, όπως όλων των μονοκοτυλήδονων, αλλά με μια στενή περίσφιξη που θυμίζει μίσχο, ενώ ο βλαστός παράγει κατά διαστήματα εναέριες ρίζες για να πιάνεται στις επιφάνειες, όπως ο κισσός. Οι σπάδικες φτάνουν τα 20 εκατοστά, αρκετά ψηλά στο φυτό. Τα φυτά που συναντούμε συνήθως, με τα μικρά καρδιοειδή φύλλα 10-20 εκατοστών το πολύ, αντιστοιχούν στη νεαρή μορφή του φυτού, η οποία θα μεταλλαχθεί στην ώριμη μόνο εάν εκτίθεται σε τροπικές συνθήκες με υψηλο φωτισμό για καιρό, όπως σ’ένα τροπικό θερμοκήπιο, οπότε μπορει και ν’ανθίσει. Βλαστούς νεαρής μορφολογίας το φυτό παράγει επίσης στη φύση καθώς αναρριχάται, οι οποίοι κρέμονται προς τα κάτω, κι όταν έρθουν σε επαφή με το έδαφος ριζώνουν και συνεχίζουν να έρπουν μέχρι να βρουν νέο στήριγμα αναρρίχησης, ενώ το φυτό θα παραμείνει στη νεαρή φάση επ’αόριστον, εάν δε βρει έντονο φως. Εκτός απ’τον άγριο τύπο, έχουν δημιουργηθεί ορισμένες καλλιεργούμενες ποικιλίες, όπως οι ποικιλόχρωμες με κηλίδες ή γραμμές μη φωτοσυνθετικού κίτρινου ιστού στο φύλλωμα, ή οι συμπαγείς με τα πολύ βραχύτερα μεσογονάτια διαστήματα. Όπως και σε πολλά άλλα αροειδή, η επιφάνεια του φυτού είναι εντελώς λεία, χωρίς τρίχες ή αγκάθια.

Δεν υπάρχει τίποτα το αξιοσημείωτο στην καλλιέργειά του. Αντέχει στη ζέστη, στο μέτριο κρύο – προφανώς τότε θ’αναπτύσσεται πολύ λιγότερο -, σε μικρές γλάστρες, με λίγη ή και πολλή ατμοσφαιρική υγρασία, με λίγο ή και πολύ πότισμα, με λίγη ή και πολλή λίπανση, σε λίγο η πολύ φως, ακόμα και στην ξηρασία, οπότε θα χάσει πολλά φύλλα, αλλά θα επανέλθει γρήγορα με το κατάλληλο πότισμα. Επίσης δύσκολα προσβάλλεται από ασθένειες, αν και το υπερβολικό πότισμα χωρίς αερισμό του χώματος μπορεί να σαπίσει τις ρίζες του. Πολλαπλασιάζεται είτε με καταβολάδες είτε με μοσχεύματα. Με τις καταβολάδες δεν υπάρχει ανησυχία για την έλλειψη νερού, εφόσον ο βλαστός παραμένει συνδεδεμένος με το φυτό μέχρι να ριζώσει καλά, τα μοσχεύματα ωστόσο θα χρειαστούν υγρότερο περιβάλλον, επειδή χάνουν αρκετό νερό απ’τα φύλλα τους γρήγορα, και συχνά έτσι ξεραίνονται. Παρόλη τη μεγάλη ανθεκτικότητά του πάντως, δε θ’αναπτυχθεί εξίσου γρήγορα σε κάθε περιβάλλον. Με τις κατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες ωστόσο εύκολα μπορεί να φτάσει τα 2-5 μέτρα με κάποιο στήριγμα. Το φυτό επίσης είναι κατάλληλο για υδροπονική καλλιέργεια ή για την τοποθέτηση σε τροπικά τερράρια με μικρά αμφίβια ή ερπετά, όπου θ’αναπτυχθεί πολύ γρήγορα απορροφώντας και τα θρεπτικά συστατικά της αποσυντιθέμενης οργανικής ύλης. Φυσικά, σε τέτοιους στενούς χώρους θα πρέπει να κλαδεύεται όποτε γεμίζει το χώρο υπερβολικά. Θεωρητικά θα μπορούσε να καλλιεργηθεί και έξω σε ημισκιερές και προστατευμένες θέσεις κατά τη θερμή περίοδο του έτους. Ο πόθος, όπως και πολλά άλλα αροειδή, περιέχει ραφίδια, μικροσκοπικές βελόνες πυριτικών αλάτων στους ιστούς του, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ερεθισμό στους βλενογόνους και στο πεπτικό σύστημα, γι’αυτό και θεωρείται τοξικός για τους ανθρώπους και τα ζώα. Φυτοφάγα ζώα όπως κουνέλια δε θα πρέπει λοιπόν να βρίσκονται κοντά του.

Σε περιοχές όπου δεν είναι ιθαγενής, ο πόθος προκαλεί ευρεία διαταραχή στο οικοσύστημα ως επεκτατικό είδος, μιας και οι εχθροί του είναι ελάχιστοι εξαιτίας της τοξικότητάς του. Μπορεί μέσα σε λίγους μήνες να καλύψει αρκετά τετραγωνικά μέτρα τροπικού δάσους, πνίγοντας άλλα φυτά των χαμηλότερων ορόφων του δάσους. Στο προστατευόμενο δάσος Ουνταουατακέλε της Σρι Λάγκα για παράδειγμα το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τον πόθο
καλλιέργεια πόθου

Advertisements