ποικιλία μέσου ύψους

Πρόκειται για το γνωστότερο καλλιεργούμενο καλλωπιστικό φασκόμηλο. Δε θα πρέπει να συγχέεται με τη φλόγα (γένος Phlox), ένα γένος πολυετώ κυρίως φυτών, με γνωστότερο αντιπρόσωπό του το μόνο μονοετές μέλος του, που αποκαλείται λανθασμένα και βιολέτα. Η φωτιά είναι ένα απ’τα κοινότερα καλοκαιρινά λουλούδια, με το έντονο κόκκινο χρώμα της να χτυπάει από μακριά, και φυτεύεται σε μεγάλους αριθμούς σε κήπους, παρτέρια και μεγάλες ζαρντινιέρες για ένα θεαματικό αποτέλεσμα. Οι ταξιανθίες της διαρκούν πολύ, οπότε φαίνεται ανθισμένη όλο το καλοκαίρι.

Το επιστημονικό της όνομα είναι Salvia splendens (λαμπρό φασκόμηλο), κι αυτό αντανακλά επακριβώς την αλήθεια. Το φυτό παράγει τις κοινές για την οικογένεια των χειλανθών σταχυοειδείς ταξιανθίες, με έντονα κόκκινα βράκτια και άνθη, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το έντονο πράσινο του φυλλώματος. Σήμερα ωστόσο κυκλοφορούν πορτοκαλί, μοβ, κίτρινες ή λευκανθείς ποικιλίες, αν και δύσκολα μπορει να τις βρει κανείς. Τα άνθη έχουν μακριά πέταλα και, όπως πολλά αμερικανικά λουλούδια με κόκκινο χρώμα και σωληνωτή δομή, χρησιμοποιεί κυρίως τα πουλιά κολιμπρί για την επικονίασή του. Οι ταξιανθίες, οπως και σ’άλλα χειλανθή, ωριμάζουν από κάτω προς τα πάνω, οπότε συχνά μία μπορεί να’χει ήδη ξερές κάψουλες στη βάση, ενώ στην κορυφή τα άνθη της να μην έχουν ανοίξει ακόμα. Βλαστιτικά το φυτό είναι όπως πολλά άλλα φασκομηλοειδή και χειλανθή, με ποώδεις τετραγωνικούς βλαστούς και ωοειδή οδοντωτά αντίθετα φύλλα. Κατάγεται από τη Βραζιλία, όπου μπορεί να βρεθεί σε υψόμετρα 2000-3000 μέτρων, όπου εξαιτίας του τροπικού κλίματος η θερμοκρασίες παραμένουν σχετικά υψηλές όλο το χρόνο. Η άγρια μορφή φτάνει τα 1,3 μέτρα, με πολύ ψηλότερα φυτά κατ’εξαίρεσιν, έως και τα 8 μέτρα, αλλ’όμως οι περισσότερες καλλιεργημένες ποικιλίες είναι κάτω του ενός μέτρου, με πολύ δημοφιλείς τις νάνες που δεν ξεπερνούν τα 20 εκατοστά. Το φυτό, που στη φύση είναι σπάνιο, πρωτοπεριγράφκε το 1822.

Η καλλιέργειά του είναι πολύ εύκολη. Αν και βραχύβιο πολυετές στη φύση, στην εύκρατη ζώνη αντιμετωπίζεται συνήθως ως ετήσιο. Ως τροπικό, οι σπόροι του θα βλαστήσουν σε ψηλότερες θερμοκρασίες σε ελαφρύ έδαφος. Τα μικρά φυτά, είτε από σπόρο είτε έτοιμα αγορασμένα, θα πρέπει να φυτευθούν την άνοιξη σε καλά σκαμμένο έδαφος τουλάχιστον στα 20 εκ. εμπλουτισμένο με πλούσιο κομπόστ. Ένα φωσφορικό λίπασμα θα ενισχύσει την ανάπτυξη των ριζών, ενώ λίπανση μπορεί να χρειαστεί αργότερα το καλοκαίρι για ενδυνάμωση.Στα δοχεία το φυτό θα πρέπει να λιπαίνεται λίγο συχνότερα. Σε σχέση μ’άλλα ετήσια ανθοφόρα, είναι ανθεκτικότερο στην ξηρασία. Οι ξερές ταξιανθίες θα πρέπει ν’αφαιρούνται για την επίσπευση της δημιουργίας νέων. Έχω καλλιεργήσει τη νάνα ποικιλία του φυτού μερικές φορές, κι έχω να πω πως είναι απ’τα πιο εύκολα καλοκαιρινά λουλούδια. Το μόνο πρόβλημα με την ποικιλία αυτήν, όπως και μ’άλλες νάνες ετήσιων ή ποωδών πολυετών, είναι πως ανθίζουν πολύ νωρίς, ξοδεύοντας όλη την ενέργεια εκεί, κι έπειτα η νέα ανάπτυξη και ανθοφορία είναι πολύ πιο αδύναμες. Ο νανισμός προέρχεται από μια μετάλλαξη που επισπεύδει την αναπαραγωγική ωρίμανση πολύ πριν ολοκληρωθεί η σωματική, κάτι σαν τη
Νεοτενία,
οπότε το φυτό είναι λογικό να εξαντληθεί στο τέλος. Είναι σαν ένα παιδάκι ν’αρχίζει ν’αναπαράγεται απ’τα 5 του σε υπερβολικούς ρυθμούς. Δε θα γεράσει γρήγορα μετά;

Δεν έχω βρει κάτι σχετικό με τις παραδοσιακές χρήσεις αυτού του φυτού. Ίσως δεν είναι γνωστές, εάν ιδίως στα μέρη όπου φύεται σήμερα δεν υπάρχουν ιθαγενείς. Όσο κι αν σας φανεί παράξενο, η Βραζιλία είναι χώρα εποίκων (όχι μεταναστών όπως έλεγε κάποιος έξυπνος που διάβασα, εντάξει, ήρθαν μετανάστες αργότερα αλλά οι πρώτοι εγκαταστάθηκαν με τη βία), κυρίως ευρωπαΪκής και αφρικανικής καταγωγής, με πολλούς μιγάδες. Ελάχιστες φυλές Ινδιάνων παραμένουν κι αυτές σε υπανάπτυκτα κι απομακρυσμένα μέρη του Αμαζονίου. Το φυτό περιέχει το αλκαλοειδές σπλενδιδίνη, το οποίο υποτίθεται πως του δίνει ελαφριές παραισθησιογόνες ιδιότητες καρτά μερικούς, αλλ’αυτό δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Υποτίθεται πως το φασκόμηλο αυτό έχει παρόμοια δράση με το αποδεδειγμένα παραισθησιογόνο είδος Salvia divinorum, και οι χρήστες του δηλώνουν ηρεμιστική δράση και ελαφριές διαστρεβλώσεις των αισθήσεων με το κάπνισμά του ή την κατανάλωση μεγάλου αριθμού φύλλων, αλλά αυτό θα μπορούσε να’ναι αποτέλεσμα Πλακέμπο Ή της δράσης του καπνού. Τα κουνέλια πάντως το τρώνε κανονικά, ενώ ο χυμός του μυρίζει κάτι ανάμεσα σε φασκόμηλο και πιπέρι. Δεν είναι σχεδόν καθόλου πικρό απ’ό,τι έχω δοκιμάσει, άρα πιθανότατα δεν περιέχει τίποτα σημαντικό. Τα αλκαλοειδή κανονικά έχουν έντονη πικρή γεύση για να προστατεύσουν το φυτό από εχθρούς. Εάν ωστόσο ο εχθρός δε πτοηθεί απ’τη γεύση και φάει, αρχίζουν στον οργανισμό του τα συμπτώματα της κατανάλωσης, διαφορετικά ανάλογα με κάθε αλκαλοειδές, άλλα επικίνδυνα για τη ζωη΄κι άλλα απλώς ενοχλητικά. Έτσι το χορτοφάγο δε θα τολμήσει να ξαναφάει επόμενη φορά το φυτό που του προκάλεσε τόσο πρόβλημα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη φωτιά
καλλιέργεια φωτιάς
Είναι η φωτιά ψυχοενεργή;

Advertisements