Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια κουνέλα. Η κουνέλα γνώρισε έναν κούνελο απ’τη φωλιά της κι από τότε έπαιζαν μαζί. Την πρότεινε μια μέρα να κάνουν μπλουπ και συμφώνησε. Για ένα μήνα μετά ένιωθε διαφορετικά, ενώ η κοιλίτσα της είχε φουσκώσει. Ξαφνικά βγήκε έξω απ’την ασφαλή μεγάλη τρύπα για να κάνει φωλιά. Η μικρή κουνέλα ήταν πολύ κουρασμένη όταν τελείωσε την κατασκευή της φωλίτσας της. Για μέρες έσκαβε μια τρύπα στο έδαφος, έπειτα έφερε με κόπο ως εκεί χόρτα και κλαδιά για να στρώσει τον πυθμένα, και στο τέλος την έστρωσε με δικές της τρίχες απ’την κοιλίτσα για νά’ναι ζεστά. Μετά από λίγες μέρες, μπηήκε μέσα και γέννησε τέσσερα κουνελάκια (λιμπάκια), τα καθάρισε, τα θήλασε κι έφυγε. Κάθε μέρα ερχόταν συγκεκριμένη ώρα για να θηλάσει τα μικρά της και να τα δώσει αγάπη. Μπορεί επίσης να ερχόταν όταν τα άκουγε παραπονεμένα και τύχαινε νά’ναι κοντά. Μια μέρα όμως βρήκε τη φωλιά ανακατεμένη, και τα παιδιά της έλειπαν. Όσο κι αν τα έψαχνε, δεν τα βρήκε πουθενά. Κάθε επόμενη φορά που γενούσε, έχανε τα λιμπάκια της. Είχε γίνει μια στεναχωρεμένη μανούλα με εκατό μικρά νεκρά λιμπάκια. Παρόλα αυτά αυτό δε την εμπόδιζε να φτιάχνει την καλύτερη φωλιά για τα παιδιά της. Μια μέρα όπως όλες τις άλλες, καθώς βγήκε απ’τη σύρραγγά της για να βοσκήσει, ήρθε ένα μεγάλο ζώο και την έφαγε. «Μια ακόμα νεκρή κουνέλα,» είπαμε, δεν πειράζει.

Η συμπεριφορά της αυτή έχει ιστορικό εκατομμυρίων ετών. Όλα τα θηλαστικά, μηδενός εξαιρουμένου, φροντίζουν τα μικρά τους. Είτε μόνο από τη μητέρα είτε και από τον πατέρα ή και από άλλα μέλη της οικογένειας ή του ειίδους, είτε για λίγες μέρες είτε για χρόνια, η φροντίδα των μικρών απαντά σ’όλες τις τάξεις των θηλαστικών ως βασικό χαρακτηριστικό τους. Η εξέλιξη μιας τέτοιας συμπεριφοράς σε κάποιο είδος ζώου προφανώς προσδίδει πολλά πλεονεκτήματα, με το κυριότερο την προστασία των μικρών από διάφορες αιτίες θανάτου κατά τα πρώτα στάδια της ζωής τους, που συνήθως είναι και τα πλέον κρίσιμα για τη μετέπειτα επιβίωσή τους. Η γονεΪκή συμπεριφορά έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα σε διάφορες ομάδες ζώων από έντομα κι αραχνοειδή έως ψάρια, αμφίβια και αμνιωτά, κι αποδείχθηκε πολύ επιτυχής στρατηγική, αφού συνεχίζεται εδώ και εκατομμύρια χρόνια, παρά τα άμεσα κόστη στους γονείς από την εύρεση τροφής για τα μικρά και γενικότερα από όλες αυτές τις πράξεις που πρέπει να κάνουν οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να επηρεάσουν αρνητικά τη δική τους επιβίωση.

Δύο κυρίως κλάδοι αμνιωτών, σπονδυλωτών δηλαδή με αμνιωτικό αυγό (ερπετά/πτηνά, θηλαστικά) έχουν εξελίξει γονεϊκή συμπεριφορά, τα θηλαστικά και οι αρχόσαυροι, ενώ επίσης σποραδικά εμφανίζεται και στα φολιδωτά, την τάξη των ερπετών που περιλαμβάνει τα φίδια και τις σαύρες. Οι αρχόσαυροι είναι ο κλάδος εκείνος των ερπετών που περιλαμβάνει τα κροκοδείλια, τους πτερόσαυρους, τους δεινόσαυρους, τα πουλιά και λίγες ακόμα μικρότερες και λιγότερο γνωστές εξαφανισμένες ομάδες. Η γονεΪκή συμπεριφορά σ’αυτόν τον κλάδο φαίνεται να εξελίχθηκε αρκετά νωρίς, μιας και σχεδόν όλα τα μέλη της την παρουσιάζουν. Είναι ωστόσο διαφορετική απ’αυτήν των θηλαστικών. Τα μικρά των περισσοτέρων αρχόσαυρων γενιούνται αρκετά ανεπτυγμένα ώστε να μπορούν να ζήσουν ανεξάρτητα, αλλά διατρέχουν μεγαλύτερες πιθανότητε ςθανάτου αν εγκαταλειφθούν. Σε άλλους κλάδους της ομάδας η μητέρα, οι γονείς ή όποιος τα φροντίζει μπορεί να τα ταΐζει, να τα προστατεύει περισσότερο ή και να δημιουργεί ισχυρότερες σχέσεις μαζί τους, ενώ ορισμένες ομάδες πουλιών και ίσως δεινοσαύρων έχουν εξελιχθεί να γεννούν υπανάπτυκτα και αβοήθητα μικρά, τα οποία χρειάζονται απαραίτητα τη γονεΪκή φροντίδα. Ελάχιστες ομάδες πουλιώ, όπως οι μεγάποδες της Αυστραλίας, έχουν χάσει κάθε ίχνος γονεΪκής φροντίδας, με τα μικρά να είναι πλήρως ανεξάρτητα αμέσως μετά την εκκόλαψή τους.

Τα θηλαστικά ωστόσο αποτελούν μοναδική περίπτωση, όντας η μόνη ομάδα σπονδυλωτών που τρέφει τα μικρά της με ένα ειδικό έκκριμα, το γάλα. Από τους αρχόσαυρους μόνο τα περιστέρια φτάνουν κάπως κοντά σ’αυτήν την κατάσταση, ταΐζοντας τους νεοσούς μ’ένα έκκριμα απ’το λαρύγγι τους, και πάλι όμως τα μικρά τους ζουν και χωρίς την τροφή αυτήν. Τα μικρά των θηλαστικών ωστόσο είναι πλήρως εξαρτημένα τροφικά απ’το γάλα της μητέρας, το οποίο επίσης παρέχει και τα πρώτα τους αντισώματα. Επειδή αρχικά τα θηλαστικά ήταν μικρά, νυκτόβια, κι επομένως τα μικρά τους ακόμα μικρότερα κι ανίκανα να διατηρήσουν σταθερή θερμοκρασία από μόνα τους, προγονικά τα θηλαστικά γεννούν υπανάπτυκτα και αβοήθητα μικρά μέσα σε φωλιές. Ο θηλασμός τα παρέχει συμπυκνωμένα όσα θρεπτικά συστατικά χρειάζονται για τη σωστή ανάπτυξη, κι ακόμα δεν απαιτεί μεγάλη προσπάθεια από μέρους τους, οπότε αποδείχθηκε πολύ επιτυχημένη στρατηγική σίτισης των μικρών. Ορισμένα είδη που ζουν σε ανοιχτά περιβάλλοντα, πρέπει συνέχεια να κινούνται ή είναι θαλάσσια έχουν εξελιχθεί να γεννούν ανεπτυγμένα μικρά, αλλά πάλι αυτά δε μπορούν να ζήσουν χωρίς το γάλα. Σπάνια ομάδες που γεννούν ανεπτυγμένα μικρά εμφάνισαν είδη με δευτερογενώς υπανάπτυκτα μικρά, όπως ο άνθρωπος απ’τα πρωτεύοντα, του οποίου το μικρό δε θα μπορούσε να γεννθεί πιο ανεπτυγμένο εξαιτίας του μεγάλου κεφαλιού του, το οποίο σε μεγαλύτερο στάδιο ανάπτυξης δε θα μπορούσε να περάσει απ’τη γυναικεία λεκάνη. Επειδή λοιπόν οι μητέρες έχουν στενή σχέση με τα μικρά τους, αρκετά νωρίς στην εξέλιξη των θηλαστικών εξελίχθηκε κι ο συναισθηματικός δεσμός μεταξύ μητέρας και μικρών. Η μητέρα συνήθως προστατεύει τα μικρά της, είναι διατεθημένη να περάσει εμπόδια για να τα συναντήσει και τα ψάχνει αν χαθούν, ενώ και τα μικρά προσδοκούν την επαφή με τη μητέρα και σε περίπτωση που δεν τη βιώσουν ποτέ ή είναι προβληματική, θ’αναπτυχθούν ψυχολογικά διαταραγμένα, κι αυτό δεν ισχύει μόνο για πολύ έξυπνα κι έντονα κοινωνικά είδη όπως τα πρωτεύοντα, αλλά ακόμα και για τα τρωκτικά και προφανώς για όλα τα θηλαστικά.

Επομένως τα θηλαστικά είναι μοναδικά ως προς αυτό το στοιχείο. Αλλά πότε εξελίχθηκε όλο αυτό το σύμπλεγμα συμπεριφορών που έχει να κάνει με τη φροντίδα των μικρών; Τα απολιθώματα σπάνια μας δίνουν τέτοιες πληροφορίες, μιας και είναι υπερβολικά απίθανο μια οικογένεια θηλαστικώ να πεθάνει σε συνθήκες κατάλληλες για απολίθωση. Ωστόσο είμαστε σίγουροι ότι στα πρώτα θηλαστικά, τα οποία εμφανίστηκαν στο ύστερο Τριαδικό πριν 225 εκατομμύρια χρόνια, υπήρχε γονεϊκή συμπεριφορά, σύμφωνα με διάφορα μορφολογικά χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν ενδοθερμία σε συνδυασμό με το μικρό τους μέγεθος, διότι είναι αδύνατο ένας μικροσκοπικός ενδόθερμος οργανισμός, όπως το μικρό ενός μικρού θηλαστικού, να ζήσει εκτεθημένος στο περιβάλλον. Τα θηλαστικά αυτά ωστόσο ξεχωρίζουν απ’τους άμεσους θηλαστικόμορφους προγόνους κυρίως ως προς λεπτομέρειες των γνάθων και των αφτιών, κι όχι σε κάποιο σημαντικό στοιχείο, οπότε μορφολογικά και οι άμεσοι πρόγονοι (θηλαστικόμορφα) είναι παρόμοιοι, άρα κι αυτοί φρόντιζαν τα μικρά τους. Εάν όμως πάμε πιο πίσω στο χρόνο, τα πράγματα δυσκολεύουν έχουμε μπει πια σ’έναν άγνωστο χαμένο κόσμο.

Ο χαμένος κλάδος που οδήγησε στα θηλαστικά έχει μακρά ιστορία, ξεχωριστή απ’αυτόν που οδήγησε στα ερπετά. Αρχικά τα μέλη του θεωρήθηκαν υποομάδα των ερπετών, αργότερα όμως αναταξινομήθηκαν σε δική τους ομοταξία σπονδυλωτών, τα συναψιδωτά. Αυτά διαχωρίστηκαν πολύ νωρίς κατά την εξέλιξη των αμνιωτών, στο ύστερο Λιθανθρακοφόρο, πριν περίπου 324 εκατομμύρια χρόνια. Αρχικά υπήρχαν μόνο αμφίβια διαφόρων μορφών, άλλα περισσότερο κι άλλα λιγότερο προσαρμοσμένα για την ξηρά. Μία ομάδα αυτών, οι ανθρακόσαυροι, είχαν αρκετές προσαρμογές για τη στεριά και είχαν κάποια κοινά στοιχεία με τα αμνιωτά. Γύρω στα 330 εκατομμύρια χρόνια πριν, εμφανίστηκαν τα πρώτα αμνιωτά, αρχικά μικρές σαυροειδείς μορφές με αρκετά προγονικά χαρακτηριστικά των αμφιβίων. Το αυγό τους περιβαλλόταν από πολλαπλές μεμβράνες που εμπόδιζαν την εξάτμιση του νερού, ώστε μπορούσε να εναποτεθεί στην ξηρά, ενώ ήταν κι αρκετά μεγαλύτερο, ώστε ο νεοσός νά’χει σημαντικά μεγαλύτερο μέγεθος από ένα γυρίνο. Τα ζώα αυτά ωστόσο είχαν ένα πρόβλημα – ενώ τα αμφίβια με απλό άνοιγμα του στόματος στο νερό, ή τουλάχιστον με απλό δάγκωμα, μπορούσαν να συλάβουν τη λεία τους, στην ξηρά αυτό ήταν πιο δύσκολο, ιδίως για μεγαλύτερα θηράματα. Έτσι βρέθηκαν υπό έντονη εξελικτική πίεση ν’αναπτύξουν καλύτερα σημεία πρόσφυσης των γναθικών μυών. Μία τέτοια εύκολη μεταβολή ήταν η δημιουργία αψιδωτών οπών στην κροταφική περιοχή του κρανίου. Η πρώτη λοιπόν ομάδα που τις εμφάνισε ήταν τα συναψιδωτά, με μια μεγάλη οπή χαμηλά στον κρόταφο, ενώ λίγο αργότερα από έναν άλλο κλάδο πιο ερπετόμορφων αναψιδωτών ή παραερπετών, εξελίχθηκαν και τα διαψιδωτά ή ευερπετά, τα γνήσια ερπετά, με δύο ζεύγη τέτοιων οπών, μια χαμηλά και μία ψηλότερα. Η πρώτη τάξη των συναψιδωτών ήταν τα πελυκοσαύρια, η οποία εξελίχθηκε σε διάφορες μορφές και στο μέσο Πέρμιο έδωσε τα θηριαψιδωτά, μια ακόμα πιο επιτυχημένη τάξη που εκτόπισε τελικά τον πρόγονό της και εξελίχθηκε σε ακόμα περισσότερες μορφές. Τα συναψιδωτά πλήγηκαν σοβαρά από τη μεγάλη Περμοτριαδική Εξαφάνιση πριν 250 εκατομμύρια χρόνια, με λίγους κλάδους στο Τριαδικό, εκ των οποίων ένας, οι κυνόδοντες, ήταν οι πρόδρομοι των θηλαστικών.

Αλλά εδώ η τάξη που μας ενδιαφέρει είναι η πρώτη, τα πελυκοσαύρια. Πρόκειται στην πραγματικότητα για λεγόμενη ταξινομική ομάδα σκουπιδοτενεκέ (wastebasket taxon), όπου ρίχνονται οργανισμοί παρόμοιας εξελικτικής βαθμίδας με παρόμοια μορφολογία, στη συγκεκριμένη περίπτωση διάφορα πρωτόγονα συναψιδωτά του ύστερου Λιθανρακοφόρου μέχρι το μέσο Πέρμιο. Σήμερα η θεώρηση των πελυκοσαύρων ως τάξη τείνει ν’αποφεύγεται στους επιστημονικούς κύκλους, και ανταυτού αναγνωρίζονται αταξινόμητοι κλάδοι μέσα στην ομάδα, αν και για λόγους ευκολίας, εφόσον η ομάδα αυτή είναι αρκετά σαφής, συχνά αναφέρεται ως η τάξη πελυκοσαύρια. Τα πρώτα απολιθώματα της ομάδας αυτής, όπως προανέφερα, προέρχονται από το ύστερο Λιθανθρακοφόρο με το γένος εοθυρίς (Eothyris), το οποίο δε διέφερε σε τίποτα απ’τα πρώτα αμνιωτά πέρα απ’το κροταφικο άνοιγμα. Από εκεί και πέρα οι πελυκόσαυροι χωρίζονται σε δύο κλάδους, τα παλαιότερα και χωρίς απογόνους κασεασαύρια (caseasauria) με τις οικογένειες των εοθυριδών και τω κασεΪδών, και τα νεότερα ευπελυκοσαύρια (eupelycosauria) με τις οικογένειες των βαρανοπιδών, τωνοφιακοντιδών, των εδαφοσαυριδών και των σφηνακοδοντιδών, τα οποία είτε προήλθαν από τα εοθυροειδή είτε από συγγενική ομάδα, και από τους σφηνακοδοντίδες έδωσαν τα θηριαψιδωτά. Όλα ήταν προγονικά σαρκοφάγα, με τα μικρότερα προφανώς εντομοφάγα, ενώ υπήρχαν και ιχθυοφάγες μορφές που έφεραν προσαρμογές για αμφίβια διαβίωση. Αργότερα κατά το Πέρμιο εξελίχθηκαν και φυτοφάγες μορφές στις οικογένειες των κασεϊδών και των εδαφοσαυριδών.

Σημερινό αντίστοιχο αυτών των ζώων δεν υπάρχει. Θα μπορούσαμε να πούμε πως οικολογικά είχαν τη θέση των σημερινών μεσαίων εντομοφάγων, μεσαίων και μεγάλων φυτοφάγων και σαρκοφάγων χερσαίων ερπετών ή θηλαστικών, αν και οι διαφορές μεταξύ εκείνων και των σημερινών ερπετών είναι μεγάλες. Ανατομικά, πέρα απ’το κροταφικό άνοιγμα, ήταν όμοια με τα πρώτα αμνιωτά. Είχαν το τυπικό σαυροειδές σώμα με τη μακριά ουρά και τα τέσσερα κανονικά πενταδάκτυλα άκρα, κοντό λαιμό και κεφάλι κανονικό. Τα δόντια τους ήταν απλά, με μόνα διαφορετικά 2-3 κυνοδοντόμορφα στην αρχή κάθε γναθικού οστού που κληρονόμησαν απ’τους αμφίβιους προγόνους τους και τελικά μεταλάχθηκαν στους άνω κυνόδοντες των θηλαστικών, ενώ τα διαψιδωτά τα έχασαν νωρίς, ώστε όλα τα ερπετά να’ναι προγονικά ομόδοντα (όμοια δόντια σ’όλο το στόμα). Τα μάτια τους ήταν κανονικά και μάλλον είχαν την ίδια καλή όραση με τα ημερόβια ερπετά, σε αντίθεση με τα νυκτόβια θηλαστικά αργότερα, και η όσφρησή τους θεωρείται πως ήταν κανονική. Η ακοή τους ωστόσο περιοριζόταν σε χαμηλές συχνότητες, μιας και τα οστά πίσω απ’τις σιαγόνες, τα οποία μεταδίδουν τον ήχο σε πολλές ομάδες αμνιωτών, ήταν γερά στερεωμένα χωρίς εξειδικεύσεις για τη μετάδοση του ήχου. Στην κορυφή του κρανίου υπήρχε βρεγματικό άνοιγμα για το βρεγματικο οφθαλμό, ένα τρίτο μάτι με κύριο σκοπό τη ρύθμιση του βιολογικού ρολογιού, που έχει απλοποιηθεί στους περισσότερους εξελιγμένους κλάδους σπονδυλωτών, με τα θηλαστικά την πιο ακραία περίπτωση. Το μέγεθος του εγκεφάλου τους υπολογίζεται για τις πρώιμες ομάδες περίπου στα μέτρα των αμφιβίων, ούτε καν δηλαδή των σημερινών ερπετών, επομένως η νοημοσύνη και οι ικανότητές τους θά’ταν αρκετά χαμηλές. Τέλος η τεράστια διαφορά με τα ερπετά ήταν στο δέρμα, και κατ’επέκταση στη φυσιολογία τους όσον αφορά τη διατήρηση του νερού – ήταν ερπετά με δέρμα θηλαστικού. Τα διαψιδωτά (ερπετά και πουλιά κατ’επέκτασην), από νωρίς στην εξέλιξή τους, ανέπτυξαν δέρμα υδατοστεγές με ελάχιστους έως καθόλου αδένες, το οποίο παρέμεινε λεπτό σχεδόν όπως και των αμφιβίων, αλλ’ενισχύθηκε με προστατευτικές φολίδες. Τα συναψιδωτά απ’την άλλη πήραν εντελώς διαφορετικό δρόμο, αυξάνοντας το πάχος της δερμίδας (το αποτελούμενο κυρίως από συνδετικό ιστό στρώμα του δέρματος κάτω απ’την επιδερμίδα), ώστε το δέρμα να γίνει ανθεκτικό, και διατηρώντας σε μικρότερο αριθμό και τροποποιημένους τους επιδερμικούς αδένες των αμφιβίω προγόνω τους για να ιδρώνουν σε υψηλές θερμοκρασίες ή αι για να παράγουν άλλα στοιχεία, π.χ. οσμές για την αναγνώριση του είδους. Στις πρώιμες μορφές υπήρχαν ορθογώνιες κοιλιακές πλάκες όμοιες μ’αυτές των πρώτων αμνιωτών και των τότε αμφιβίων, αντίστοιχες με τα λέπια των ψαριών παρά με τις φολίδες τω ερπετών, οι οποίες όμως αργότερα χάθηκαν εντελώς. Διάφορα είδη έπειτα μπορεί να εξέλισσαν οστέινες πλάκες με κεράτινο κάλυμα (οστεοδέρματα) για προστασία, αλλ’αυτό ποτέ δεν έγινε σταθερό χαρακτηριστικό των συναψιδωτών. Το τρίχωμα εξελίχθηκε πολύ αργότερα. Επομένωςο χαρακτηρισμός των πελυκόσαυρων ως γυμνές σαύρες ισχύει, κι εγώ θα πρόσθετα επίσης ιδρωμένες σαύρες. Οι πελυκόσαυροι ήταν πιθανότατα ποικιλόθερμα ζώα, αν και σε μεταγενέστερες προηγμένες μορφές παρατηρείται τάση για μεγαλύτερο θερμικό έλεγχο, με δύο οικογένειες, τους εδαφοσαυρίδες και τους σφνακοδοντίδες, να εξελίσσουν ανεξάρτητα ψηλό ραχιαίο ιστίο στηριζόμενο στις πολύ ψηλές νευρικές άκανθες της σπονδυλικής στήλης, προφανώς για θερμορρυθμιστικούς σκοπούς, αφού ως λεπτές επιφάνειες θα μπορούσαν εύκολα ν’απορροφήσουν ή ν’αποβάλουν θερμότητα. Δευτερευόντως μπορεί να είχαν και επιδεικτικούς σκοπούς, όπως οι διάφοροι στολισμοί σε σαύρες και πουλιά σήμερα. Από την τελευταία οικογένεια προέρχεται και το πλέον γνωστό γένος πελυκοσαύρων, οι σαρκοβόροι διμετρόδοντες, με το μεγαλύτερο τον πρώιμο Πέρμιο Dimetrodon grandis να φτάνει τα 4 περίπου μέτρα και προφανώς με ικανότητα κατανάλωσης σχεδόν κάθε άλλου χερσαίου σπονδυλωτού της εποχής. Συνήθως ωστόσο το μήκος των πελυκοσαύρω κειμενόταν μεταξύ 0,5-2,5 μέτρων.

Πέρα από τα δεδομένα πάντως που μας δίνουν οι σκελετοί για τον τρόπο ζωής αυτών των ζώων, δεν υπάρχει σχεδόν κανένα άλλο ίχνος τους. Ελάχιστα ίχνη συναψιδωτών έχουν βρεθεί ως τώρα, κι αυτά κυρίως από το Μεσοζωικό, δηλαδή από πιο πρόσφατη εποχή με περισσότερα επομένως διατηρημένα απολιθώματα. Τουλάχιστον για τους δεινόσαυρους έχουμε πληθώρα απολιθωμάτων και ιχνών, ενώ υπάρχουν και σημερινά ζωντανά μοντέλα με τα οποία μπορούμε να τους συγκρίνουμε, και πάλι μας μένουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Για τα παλαιοζωικά συναψιδωτά δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Δεν έχουν σωθεί αυγά, περιττώματα, καλά αποτυπώματα ή πατημασιές, φωλιές, συγκεντρώσεις ατόμων που ίσως δηλώνουν κοινωνική συμπεριφορά, κλπ, υπάρχουν μόνο σκελετοί, συνήθως κακοδιατηρημένοι. Για κάποια ωστόσο πράγματα είμαστε αρκετά βέβαιοι, όπως ότι τα πρώτα συναψιδωτά ήταν ποικιλόθερμα, ήταν ωοτόκα, είχαν πρωτόγονο εγκέφαλο κι επομένως απλή συμπεριφορά. Και σίγουρα τέτοια ζώα θα εναπόθεταν τα αυγά και θα εγκατέλειπαν τη φωλιά όπως τα περισσότερα μη αρχοσαυροειδή ερπετά σήμερα, πόσο μάλλον να φρόντιζαν τα μικρά τους για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η συγκλονιστική ανακάλυψη έγινε το 2007, όταν καθαρίστηκε λεπτομερώς απολιθωματοφόρος πλάκα από πετρώματα πέρμιας ηλικίας της Λεκάνης του Καρού της Νότιας Αφρικής, που είχε συλλεχθεί το 1995 και θεωρούταν πως περιείχε πελυκόσαυρους. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Pub Med το 2007 από τη Jennifer Botha-Brink του Εθνικού Παλαιοντολογικού Μουσείου του Καρού και του τμήματος ζωολογίας και εντομολογίας του Πανεπιστημίου του Μπλέμφονταϊν στο Ελεύθερο Κράτος (περιοχή της Ν. Αφρικής που ιστορικά επρόκειτο ν’ανεξαρτητοποιηθεί), και από το Sean P Modesto του τμήματος βιολογίας του Πανεπιστημίου του Ακρωτηρίου Μπρέτον στο Σίδνεϋ της Νέας Σκοτίας του Καναδά. Πρόκειται για μια απολιθωμένη ομάδα δύο ηλικιακών τάξεων είδους βαρανοποειδούς πελυκόσαυρου ηλικίας περίπου 260 εκατομμυρίων ετών, κοντά δηλαδή στην εποχή εξαφάνισης της όλης ομάδας. ΟΙ βαρανοπίδες (varanopidae), αν και παλιά οικογένεια με αρκετά πρωτόγονα χαρακτηριστικά σε σχέση μ’άλλους πελυκόσαυρους, κατόρθωσε να επιβιώσει περισσότερο από κάθε άλλη έως το μέσο Πέρμιο, ίσως και περισσότερο, κι όπως δηλ΄ώνει το όνομα, τα μέλη της έμοιαζαν με τους σημερινούς βαρανούς (οικογένεια varanidae σαρκοφάγων σαυρών), με λεπτό και μακρύ σώμα, ανεπτυγμένα άκρα και μακριά ουρά, μήκους περίπου 1-2 μέτρων, και προφανώς ήταν εξειδικευμένοι εντομοφάγοι ή θηρευτές μεσαίου μεγέθους τετραπόδων. Έφεραν οστεοδέρματα για προστασία σε κάποια μέρη του σώματός τους. Το εκπληκτικό λοιπόν με τη συγκεκριμένη ομάδα είναι πως αποτελείται από πέντε άτομα, τα τέσσερα εκ των οποίων είναι 50% μικρότερα απ’το πέμπτο, με λιγότερο οστεοποιημένο σκελετό, ενώ το μεγαλύτερο έχει ισχυρότερο σκελετό με διατηρημένα οστεοδέρματα σε εγκάρσιες σειρές πάνω απ’τον αυχένα και την ωμική ζώνη, που πιθανότατα είχαν προστατευτικό ρόλο κατά των εχθρών – προφανώς και τότε, όπως και σήμερα, πολλά σαρκοφάγα στόχευαν το λαιμό του θηράματος. Η ομάδα ήταν θαμμένη σε πηλίτη πιθανότατα παραποτάμιας προέλευσης, αλλά η ταφή τους θά’πρεπε να είχε γίνει πολύ γρήγορα κι ενόσο ήταν ζωντανά, γιατί η διάταξή τους είναι σε ζωντανές στάσεις κι όχι ανακατεμένη όπως θα περιμέναμε αν είχαν αποτεθεί τα πτώματα τυχαία κάπου έπειτα από πλημμύρα. Όλα τα άτομα βρίσκονται με τη ραχιαία πλευρά του σώματος προς τα πάνω, και όλα τα τέσσερα μικρά βρίσκονται σε σχεδόν παράλληλη διάταξη. Όλα κοίταζαν μπροστά, εκτός από ένα, του οποίου το σώμα δε σώθηκε, αλλά ο λαιμός του υπάρχει και φαίνεται πως είχε το κεφαλάκι του στραμμένο προς τα πίσω. Άραγε τρόμαξε και γύρισε για να δει την καταστροφή που ερχόταν κατά πάνω τους; Επίσης όλο το σώμα του ενήλικου ατόμου διακόπτεται κοντά στη μέση, αλλ’υπάρχει μια σειρά αρθρωμένων ουραίων σπονδύλω που ταιριάζει στο μέγεθός του σε θέση που στη ζωή θ’αγκάλιαζε τα μικρά. Γνωρίζουμε ότι ο σκελετός των μικρών ήταν λιγότερο ανεπτυγμένος επειδή τα νευρικά τόξα των σπονδύλων (το κοίλο τμήμα που στεγάζει το νωτιαίο μυελό) δεν είχαν πλήρως συνενωθεί με τα κέντρα (το κύριο σώμα του σπονδύλου) – τα σημερινά θηλαστικά γεννιούνται με συνενωμένους σπονδύλους -, ενώ τα οστά του σώματός τους ήταν λεπτά και συμπιέστηκαν κατά την ταφή.

Εφόσον τέτοιοι συσχετισμοί αμνιωτών σε προσφατότερα απολιθώματα και σήμερα αντανακλούν σχεδόν πάντοτε οικογενειακές ομάδες, οι επιστήμονες είναι σχεδόν σίγουροι πως η ομάδα αυτή ήταν ακριβώς μια τέτοια ομάδα, δηλαδή ένας ενήλικας γονέας, ας πούμε πιθανότατα η μητέρα, με τέσερα μικρά που ήταν αδέρφια. Υποθέτουν ότι πιθανόν ο κύριος ρόλος του γονέα ήταν αν παρέχει προστασία απ’τους εχθρούς, όπως γίνεται σε όσα σημερινά ερπετά εμφανιζουν γονεΪκή συμπεριφορά. Πάντως για να φτάσουν τα μικρά το 50% του τελικού τους μεγέθους και να είναι ακόμα υπανάπτυκτα, σημαίνει πως η προστασία τους απ’το γονέ αήταν μακρόχρονη. ΟΙ επιστήμονες προσπαθούν να παρομοιάσουν αυτήν την περίπτωση με το σημερινό σκίγκο των ερήμων της Αυστραλίας Egernia stokesii, είδος γένους σαυρών με ανεπτυγμένο σύστημα φροντίδας των μικρών για ασυνήθιστα μεγάλο χρόνο, που ζει σε σχισμές βράχω κι άλλες οπές ως οικογενειακές αποικίες. Πάντως όλα αυτά είναι υποθέσεις, και πέρα από το ότι το εν λόγω εξαφανισμένο είδος φρόντιζε και προστάτευε τα μικρά του για μεγάλο χρονικό διάστημα και μετακινούταν μαζί τους, δε γνωρίζουμε τίποτε άλλο.

Το εύρημα αυτό είναι η πρώτη έως τώρα απόδειξη παρουσίας γονεΪκής συμπεριφοράς σε τετράποδα του Παλαιοζωικού. Επόμενα απολιθώματα που μαρτυρούν τέτοια συμπεριφορά έχουμε από διάφορους δεινοσαύρους του Κρητιδικού, αν και σίγουρα θα υπήρχεπολύ πιο πριν, τουλάχιστον σε αρχόσαυρους και θηλαστικόμορφα.

Ολόκληρη η μελέτη, όχι μόνο η περίληψη, μπορεί να βρεθεί στο Pub Med:
Μια συγκέντρωση ‘πελυκοσαύρων’ αναμεμειγμένων ηλικιακών τάξεων από τη Νότια Αφρική: η παλαιότερη μαρτυρία γοννεΪκής συμπεριφοράς στα αμνιωτά;

Η περίληψη λέει:

Περίληψη

Τα ζώντα είδη θηλαστικών, κροκοδείλων και τα περισσότερα είδη πτηνών παρουσιάζουν γονεΪκή φροντίδα, αλλά τα ίχνη αυτής της συμπεριφοράς είναι υπερβολικά σπάνια στο απολιθωματικό αρχείο. Εδώ, παρουσιάζουμε ένα νέο δείγμα βαρανοπίδη πελυκόσαυρου απ’το μέσο Πέρμιο της Νότιας Αφρικής. Το δείγμα είναι μια συγκέντρωση, αποτελούμενη από πέντε αρθρωμένα άτομα διατηρημένα σε αδιατάρακτες, κοντινές, φυσικές στάσεις, με τη ράχη προς τα πάνω σε υποπαράλληλες θέσεις, καταδεικνύοντας ταφή σε στάση ζωής. Υπάρχουν δύο τάξεις μεγέθους. Η μία είναι 50% μεγαλύτερη απ’τις άλλες, είναι καλά οστεοποιημένη, έχει συνενωμένες νευροκεντρικές ραφές και διακρίνεται από ένα κάλυμμα δερμικών οστεώσεων που καλύπτει τις περιοχές του λαιμού και του ώμου. Θεωρούμε αυτό το άτομο ως ενήλικα. Οι εναπομείναντες τέσσερις σκελετοί θεωρείται πως είναι νεαρά άτομα, αφού έχουν περίπου το ίδιο μέγεθος, είναι ατελώς οστεοποιημένοι, έχουν ανοιχτές νευροκεντρικές ραφές και δεν έχουν δερμικές οστεώσεις. Συγκεντρώσεις νεαρών αμνιωτών αποτελούνται συνήθως από αδέρφια. Αρτίγονα (σημερινά) ανάλογα ομάδων ενηλίκων και νεαρών ατόμω ν υποδηλώνουν ότι το ενήλικο άτομο είναι ένας των γονέων, οδηγώντας μας να θεωρήσουμε τη συγκέντρωση ως οικογενειακή ομάδα. Η ύστερη μέση Πέρμια ηλικία της βαρανοποειδούς οικογένειας προηγείται 140 εκατομμύρια χρόνια της προηγουμένως γνωστής απολιθωματικής μαρτυρίας γονεΪκής φροντίδας στα χερσαία σπονδυλωτά.

Πρωτότυπο:

Abstract
Living species of mammals, crocodiles and most species of birds exhibit parental care, but evidence of this behaviour is extremely rare in the fossil record. Here, we present a new specimen of varanopid ‘pelycosaur’ from the Middle Permian of South Africa. The specimen is an aggregation, consisting of five articulated individuals preserved in undisturbed, close, lifelike, dorsal-up, subparallel positions, indicating burial in ‘life position’. Two size classes are represented. One is 50% larger than the others, is well ossified, has fused neurocentral sutures and is distinguished by a coat of dermal ossifications that covers the neck and shoulder regions. We regard this individual to be an adult. The remaining four skeletons are considered to be juveniles as they are approximately the same size, are poorly ossified, have open neurocentral sutures and lack dermal ossifications. Aggregates of juvenile amniotes are usually siblings. Extant analogues of adult and juvenile groupings suggest that the adult is one of the parents, leading us to regard the aggregation as a family group. The Late Middle Permian age of the varanopid family predates the previously known oldest fossil evidence of parental care in terrestrial vertebrates by 140 Myr.

Πόσο νωρίς άραγε εξελίχθηκε η γονεΪκή φροντίδα στα συναψιδωτά; Ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα όλης της ομάδας; Ή μήπως εξελίχθηκε ανεξάρτητα σε κάποιες ομάδες πελυκόσαυρων και θηραψιδωτών και στα προθηλαστικά έπειτα; Δεν ξέρουμε, αλλ’εγώ θεωρώ το δεύτερο πιο πιθανό, εκτός κι αν βρεθούν απολιθώματα που θα με διαψεύσουν.

Advertisements