Δύο μέρες που επέστρεψα απ’το ταξίδι με το σκάφος. Όπωςέχω προαναφέρει και σε
Προηγούμενες δημοσιεύσεις,
Ο πατέρας μου κατέχει ένα μικρό ιστιοπλοΪκό απ’το 2010. Είναι τύπου Imexus 27 μήκους 8,2 μέτρων με δύο πανιά και μηχανή, και μια καμπίνα. Τη μηχανή την αλλάξαμε από βενζινοκίνητη 90 ίππων σε μια πετρελαιοκίνητη 9 ίππων κινεζικής κατασκευής, η οποία, παρά τη δυσφήμιση των κινέζικων προΪόντων, αποδείχθηκε αρκετά ανθεκτική, αλλά δίνει πολύ μικρή ταχύτητα, για οικονομία καυσίμων. Με το σκάφος αυτό κάνουμε βόλτες στο ΘερμαΪκό άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπωρο, ενώ το χειμώνα βρίσκεται εκτός νερού για συντήρηση. Το καλοκαίρι μπορεί ωστόσο να κάνουμε και μεγαλύτερες διαδρομές. Φέτος το ταξίδι ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη ως τη Νικίτη, και μετά από λίγες μέρες από κεί ως τις Βόρειες Σποράδες και πάλι πίσω στη Θεσσαλονίκη, όπου ήμουν κι εγώ.

Στο σκάφος ήμασταν 6 άτομα, ο μέγιστος δηλαδή αριθμός επιβατών που θα μπορούσε να φέρει νόμιμα, μαζί με αποσκευές και προμήθειες, που όλα αυτά, μαζί με το έρμα, αύξησαν το βάρος του από τον ενάμισι τόνο σχεδόν στους τρεισίμισι επιβαρύνοντας το σκάφος. Ήμασταν ο πατέρας μου, ο οδηγός, ο θείος μου, η κόρη του (η ξαδέρφη μου) κι ο φίλος της. Ξεκινήσαμε στις 1 Αυγούστου το πρωί στις 9 από τη Νικήτη, που βρίσκεται στο δεύτερο πόδι της Χαλκιδικής, και κατευθυνθήκαμε προς το Πόρτο Κουφό κοντά στο άκρο του, ένα λιμάνι που πήρε το όνομά του από τη απομόνωσή του απ’τις θύελλες. Κλεισμένος μέσα σε ψηλούς βράχους, ο κόλπος αυτός άλλοτε ήταν άντρο πειρατών, σήμερα ωστόσο αποτελεί προορισμό κυρίως σκαφών αναψυχής. Γενικώς τα σκάφη που συναντούσαμε ήταν συνήθως μεγαλύτερα απ’το δικό μας, το οποίο στην πραγματικότητα είναι από τα μικρά και φτωχικά. Ένα μάλιστα, το Όνειρο,ήταν τριώροφο με γκαράζ στον κάτω όροφο και ειδικό προσωπικό φύλαξης και καθαρισμού, προφανώς ο κάτοχός του θα’ταν οικονομικά επιφανής. Πολλά πάντως σκάφη ήταν είτε ξένων είτε νοικιασμένα σε ξένους από εληνικές ή ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, κυρίως αγγλικές. Το ποσοστό ανθρώπων με σκάφη αναψυχής στην Ελλάδα είναι δυστυχώς πολύ μικρό σε σχέση μ’αυτό άλων χωρών όπως η Γαλλία και η Σουηδία, παρότι αρεσκόμαστε να καυχιόμαστε πως είμαστε ναυτικό έθνος. Ένας Γάλλος κάποτε, που επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη, απόρησε και ρώτησε τον πατέρα μου αν υπάρχει νόμος στην Ελλάδα που απαγορεύει τα σκάφη, γιατί δεν έβλεπε κανένα, αλλά ο πατέρας μου τον διαβεβαίωσε πως είναι νόμιμα. Η Σουηδία, χώρα πληθυσμού 8 εκατομμυρίων, έχει 750.000 βνηολογημένα σκάφη αναψυχής, ενώ τα ελληνικά μετριούνται στις λίγες εκατοντάδες χιλιάδες, τον ακριβή αριθμό δεν τον θυμάμαι όμως.

Αφού λοιπόν διανυκτερεύσαμε στο Πόρτο Κουφό, την άλλη μέρα κινήσαμε για την Κυραπαναγιά, μια βραχονησίδα των Βόρειων σποράδων απόστασης 40 μιλίων από το Πόρτο Κουφό. Το ταξίδι ήταν δύσκολο και σχεδόν δωδεκάωρο, με μέτριο κύμα που όμως φαινόταν έντονο και μου προκάλεσε ναυτεία, ίσως επιβαρυντικοί παράγοντες νά’ταν οι λίγεςώρες ύπνου το προηγούμενο βράδυ, επειδή δεν είχα προσαρμοστεί ακόμα στο σκάφος, και το άδειο στομάχι μου. Από τότε οι δραμαμίνες έγιναν απαραίτητη προμήθεια του σκάφους. Στον κόλπο του νησιού αυτού λοιπόν υπήρχαν λίγα ακομα σκάφ προς έκπληξή μας. Ψηλά στο βουνό υπάρχει ένα μοναστήρι, μ’έναν καλόγερο αυτό το διάστημα μόνο απ’ό,τι έμαθα, αν κι επειδή δε μάθαμε νέα πρόσφατα, μπορεί και νά’χει πεθάνει. Δε βγήκαμε ωστόσο στη στεριά, που ήταν αρκετά μακριά, και γι’αυτό γρήγορα φύγαμε για το λιμάνι της Στενής Βάλας στην Αλόνησο απόστασης 10 μιλίων από το σταθμό μας. Το λιμάνι αυτό είναι στενό, όπως δηλώνει το όνομά του, κι ακόμα όχι τόσο καλά προστατευμένο. Τα περισσότερα σκάφη εκεί ήταν βρετανικά ή νοικιασμένα από Βρετανούς, και ήμασταν μεταξύ των ελάχιστων Ελλήνων. Μπροστά απ’το λιμάνι υπήρχε μια ζώνη ταβερνών και λοιπών καταστημάτω που τροφοδοτείται αποκλειστικά απ’τα σκάφη, αφού το μέρος είναι απομονωμένο σχετικά και σχεδόν κανείς άλλος δε θα κατέβαινε σ’εκείνες τις παραλίες. Την άλη μέρα πήγαμε στη Σκόπελο, όπου διανυκτερεύσαμε και έπειτα ξεκινήσαμε το ταξίδι 50 μιλίων για τη Σκιώνη της Χαλκιδικής. Εκεί είδα για λίγο το γυμναστή και φίλο μου, και την επόμενη μέρα σταματήσαμε στην Καλλικράτεια, ένα λιμάνι αλιευτικών με Αιγύπτιους εργάτες παντού. Από εκεί έφυγα με την ξαδέρφη μου και το φίλο της, οι υπόλοιποι γύρισαν στη Θεσσαλονίκη την επόμενη μέρα.

Έφυγα επειδή το ταξίδι ήταν κουραστικό. Δέκα και δώδεκα ώρες κάθε μέρα ταξιδεύοντας συνεχώς, χωρίς τίποτα να’χω να κάνω, χωρίς την παρέα μου και χωρίς να μπορούμε να μιλήσουμε εξαιτίας του θορύβου της μηχανής. Η μηχανή δεν είχε υπερβολικό θόρυβο σχετικά μ’άλλες παρόμοιες, αλλά πάλι για να επικοινωνήσουμε κατανοητά έπρεπε να φωνάζουμε. Υπολογιστής ή ραδιόφωνο ήταν αδύνατο να λειτουργήσουν, αφού το ρεύμα που έδιναν οι μπαταρίες ήταν περιορισμένο, και η ανεμογεννήτρια και ο ηλιακός συλλέκτης, που προστέθηκαν στο σκάφος για να τις φορτίζουν, αποδείχθηκαν ανεπαρκή. Γενικώς ο άνεμος ήταν ασταθής, και γι’αυτό η ιστιοπλοΐα δε βοηθούσε πολύ ως το μόνο μέσο κίνησης του σκάφους. Συνήθως πηγαίναμε με συνδυασμό πανιών και μηχανής με ταχύτητες 4,5-5,5 κόμβων την ώρα, ενώ σκέτη η μηχανή μπορούσε να δώσει μόνο 4 κόμβους στο βαρυφορτωμένο σκάφος. Λίγες φορές με καλό αέρα πηγαίναμε και με 6 κόμβους ή και παραπάνω. Επίσης το νερό ήταν λιγοστό και δε μπορούσαμε να κάνουμε μπάνιο κανονικά μετά τις βουτιές μας στη θάλασσα, οι οποίες γίνονταν σε αρκετή απόσταση απ’τη στεριά, ώστε να μη μπορώ εύκολα να βγω στα ρηχά και να ψάξω για μαλάκια. Τη στεριά την επισκεπτόμασταν μόνο για φαΐ ή καφέ, επειδή ο χρόνος πίεζε υπερβολικά.

Ωστόσο υπήρχαν και θετικά στο ταξίδι, με το κυριότερο τη μεγάλη αυτονομία μας όσον αφορά τις ώρες ταξιδιού και τους τόπους στάθμευσης. Θεωρητικά μπορείς να πας οπουδήποτε μ’αυτό το σκάφος. Αλλά αν γίνει μεγαλύτερο ταξίδι του χρόνου, που μάλλον θα γίνει, και είναι όπως το φετινό πιθανόν δε θα είμαι παρόν.

Ο πατέρας μου πρόκειται να κάνει μια πιο ολοκληρωμέν ημερολογιακού τύπου παρουσίαση του ταξιδιού προσεχώς
στο ιστολόγιό του.

Ενημέρωση 23/9/2014: Φέτος τον Ιούλιο κάναμε ένα ταξιδάκι μέχρι μία βραχονησίδα κοντά στην Αμουλιανή κι επιστρέψαμε. Όπως και πέρσι, ο πηγεμός ήταν σπασμένος σε δύο μέρη – πρώτα λιμενιστήκαμε στο Πόρτο Καράς, κι έπειτα συνεχίσαμε. Τώρα ήμασταν μόνο 4 άτομα (εγώ, ο μπαμπάς μου, ο θείος μου και ο οδηγός), και όλα ήταν πολύ ανετότερα, κι επίσης είχα ένα βιβλίο για να διαβάζω και να περνώ το χρόνο μου. Ήταν ένα διεστραμμένο θρίλερ, οπότε η αγωνία μου ήταν πάντοτε στα ύψη. Το ταξίδι διήρκησε 7 μέρες, αν κι εγώ έφυγα στην έκτη στο Μαρμαρά, αφού έτσι κι αλλιώς ήμασταν κοντά στη Θεσσαλονίκη. Κι ευτυχώς που έφυγα, γιατί μετά τους έπιασε μπουρίνι προκαλώντας προσωρινή διακοπή του ηλεκτρικού και κάποιες μικροβλάβες στο σκάφος! Κανονικά προγραμματίζαμε να πάμε πιο μακριά φέτος, μέχρι τη Σκύρο, αλλά ο πατέρας μου δεν ήταν σίγουρος για τη μηχανή και τελικά αλλάξαμε σχέδιο. Ελπίζω του χρόνου να πάμε μακρύτερα. Όσο για τη μηχανή, τελικά αποδείχθηκε κινέζικη. Παρά τις πάμπολλες επιδιορθώσεις που είχε επιδεχθεί πριν το περσινό ταξίδι, μετά την επιστροφή παρουσίαζε συνέχεια προβλήματα – έσβηνε σε χαμηλές στροφές, δεν έπιανε την όπισθεν κλπ. Τελικά ο πατέρας μου αναγκάστηκε να την αντικαταστήσει με μια βενζινοκίνητη πάλι 10 ίππων, για οικονομία καυσίμων. Μας πηγαίνει λίγο γρηγορότερα από την προηγούμενη, αν και πάλι όχι τόσο γρήγορα όπως η πρώτη, που όμως ήταν ασύμφορη. Ακόμα όμως κι αυτή η μικρή, καίει πολύ περισσότερο αναλογικά με την προηγούμενη ντιζελομηχανή.
Μετά το μεγάλο ταξίδι, κάναμε κι ένα μικρό αυτό το σαββατοκύριακο (20-21 Σεπτεμβρίου) μέχρι τον Πλαταμώνα, όπου φάγαμε σε μια καλή ταβέρνα και γυρίσαμε. Στην επιστροφή έκανα και το τελευταίο μάλλον μπάνιο της χρονιάς. Αν και η θάλασσα δρόσισε λίγο, ακόμα δεν άρχισε να κρυώνει. Αυτήν τη φορά ο αέρας ήταν είτε ελάχιστος είτε αντίθετος, οπότε στο μεγαλύτερο μέρος της πορείας πηγαίναμε με μηχανή. Σ’ένα κομμάτι κοντά στην επιστροφή, που φυσούσε λίγο καλύτερα, χρησιμοποιήσαμε και πανιά και μηχανή και φτάσαμε τους 6,1 κόμβους ταχύτητα! Το ρεκόρ μας είναι οι 6,5 κόμβοι ως τώρα, οπότε όταν ξεπερνούμε τους 6 λέμε πως πάμε Φόρμουλα 1.

Advertisements