Αυτό που ήθελα εδώ και καιρό να βρω για να διαβάσω ήταν ένα εμπεριστατωμένο επιστημονικό βιβλίο για τα ερπετά, που όμως έλειπε απ’την ψηφιακή βιβλιοθήκη μου, αλλά σχετικά πρόσφατα βρήκα τελικά ακριβώς αυτό που έψαχνα, ένα μεγάλο δηλαδή επιστημονικό τόμο 700 και πλέον σελίδων για τη βιολογία των ερπετών και των αμφιβίων, τον οποίο διάβασα πριν δύο περίπου εβδομάδες στον ελεύθερό μου χρόνο όσο ήμουν στην κατασκήνωση, μέσα μόλις σε 5 μέρες. Ο τίτλος του είναι «Ερπετολογία: εισαγωγή στη βιολογία των αμφιβίων και των ερπετών», ή στο πρωτότυπο “Herpetology: an introductory biology of amphibians and reptiles”. Εγώ το διάβασα στο πρωτότυπο, δηλαδή στα αγγλικά, κι εφόσον τα γνωρίζω αρκετά καλά, δε συνάντησα προβλήματα. Το βιβλίο γράφεται απ’τους βιολόγους Laurie J. Vitt και Janalee P. Caldwell του τμήματος ζωολογίας Sam Noble του πανεπιστημίου του Norman της Οκλαχόμα. Το βιβλίο εκδίδεται από την Academic Press, παρακλάδι του μεγάλου επιστημονικού εκδοτικού οίκου Elsevier. Η πρώτη έκδοση τυπώθηκε το 1993 από τον George Zug, με πολλές ενημερώσεις και τροποπποιήσεις από τότε. Εγώ διάβασα την Τρίτη του 2009, αλλ’απ’ό,τι βρήκα, έχει βγει και τέταρτη φέτος με ορισμένες σημαντικές αλλαγές.

Το βιβλίο ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα να διαβάσω. Ένα σύγγραμμα για τη βιολογία και την οικολογία των ερπετών και των αμφιβίων, οργανωμένο κατά ενότητες, η κάθε μία να εξετάζει διαφορετικό τομέα του θέματος, όπως ταξινόμηση, εξέλιξη, ανατομία, φυσιολογία, αναπαραγωγή, θρέψη, οικολογία, απειλές στη φύση, κλπ. Στο τέλος υπήρχε μια ανασκόπηση των σημερινών κλάδων ερπετών κι αμφιβίων μ’όλες τις οικογένειές τους, και μετά παραπομπές και πηγές. Παραπομπές και πηγές υπήρχαν επίσης μετά από κάθε ενότητα, οι οποίες όλες μαζί μπορεί και να καταλάμβαναν πάνω από 20 σελίδες του βιβλίου. Στο τέλος κάθε ενότητας υπήρχαν ακόμα και λίγες γενικές ερωτήσεις κατανόησης, εφόσον το βιβλίο αυτό χρησιμοποιείται και από πανεπιστημιακούς φοιτητές, ενώ μεγάλες ενότητες που πραγματεύονταν πολλά θέματα είχαν και μία ανακεφαλαιωτική παράγραφο. Κάθε ενότητα εξέταζε συνήθως χωριστά τα αμφίβια και τα ερπετά ως προς το ίδιο στοιχείο, εφόσον οι δύο αυτές ομοταξίες διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα, η απόσταση μεταξύ αμφιβίων κι ερπετών θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν είναι μικρότερη απ’αυτήν μεταξύ ερπετών και θηλαστικών, αφού όλες οι συνδετικές μορφές έχουν εξαφανιστεί, αλλά επειδή ιστορικά και οι δύο αυτές ομάδες είχαν θεωρηθεί ως απλά μια ομάδα εκτόθερμων τετράποδων σπονδυλωτών, η παράδοση έμεινε να μελετώνται μαζί. Στην πραγματικότητα τα πουλιά είναι πολύ συγγενικότερα με τα σημερινά ερπετά, κι αυτό το βιβλίο το αναγνωρίζει, αναφέροντάς τα συχνά ως πτηνόμορφα ερπετά (avian reptiles), κι ως εκ τούτου η ερπετολογία θά’πρεπε να είχε απορροφήσει και την ορνιθολογία, αλλά εξαιτίας του ιστορικά αγεφύρωτου διαχωρισμού μεταξύ των δύο αυτών πεδίων, αυτό δε γίνεται. Συχνά λοιπόν το μέρος μιας ενότητας που ασχολούταν με τα αμφίβια ήταν εκτενέστερο απ’αυτό για τα ερπετά, εφόσον τα πρώτα έχουν εξελιχθεί σε πάμπολλες μορφές και εξαιτίας της ιδιόμορφης αναπαραγωγής τους και των δύο σταδίων ζωής, έχουν εξελίξει πολυάριθμες αναπαραγωγικές και αναπτυξιακές στρατηγικές που διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους, ακόμα και σε συγγενικά είδη.

Φυσικά, το βιβλίο αυτό ήταν μια σύνοψη παρόλο τον όγκο του, γιατί λογικά είναι αδύνατο να χωρέσουν ομοταξίες χιλιάδων ειδών, με τις χιλιάδες ξεχωριστές περιπτώσεις τους, σε 700 μόνο σελίδες. Παρά τα παραδείγματα που χρησιμοποιούσε, δεν ήταν δυνατόν να καλύψει όλες τις ειδικές περιπτώσεις. Δεν ήταν δυνατόν για παράδειγμα να καλύψει όλες τις περιπτώσεις πρόσληψης τροφής ή
Θερμορρύθμισης,
Εντούτοις σίγουρα πολλές επιπλέον πληροφορίες θα βρίσκονται μέσα στη σωρία των πηγών και παραπομπών. Επίσης δεν κάλυψε με την ίδια λεπτομέρεια κάποιες απ’τις λιγότερο φανερά οικολογικά σχετιζόμενες πλευρές των οργανισμών αυτών όπως τη δομή και τη λειτουγία του ανοσοποιητικού ή του νευρικού συστήματος. Ωστόσο οι ελλείψεις αυτές είναι πρακτικά ασήμαντες σε σχέση με το όλο περιεχόμενο του βιβλίου. Η ταξινόμηση που χρησιμοποιεί επίσης μπορεί να μπερδέψει πολλούς, αφού μέχρι το επίπεδο της οικογένειας χρησιμοποιεί το παραδοσιακό ιεραρχικό σύστημα, ενώ για μεγαλύτερες ομάδες χρησιμοποιεί την κλαδιστική. Και ασφαλώς ήταν αδύνατο να υπάρχουν πληροφορίες που ανακαλύφθηκαν μετά την έκδοση του βιβλίου. Για παράδειγμα νέα ευρήματα, όπως η ανακάλυψη της αρχαιότερης χελώνας Odontochelys semitestacea, ενός τριαδικού παραθαλάσσιου είδους με στοιχεία πλησιέστερα σε άλλα ερπετά, όπως οδοντοστοιχεία, μακριά ουρά και ατελές κέλυφος, που έγινε γύρω στο τέλος του 2009, δεν αναφέρονται, ούτε και η ανακάλυψη του
Μικρότερου βατράχου του κόσμου
(Paedophryne amouensis) Στη Νέα Γουινέα το 2012, μόλις 7 χιλιοστών. Επίσης στο βιβλίο αυτό οι χελώνες ταξινομούνται κοντά στα αρχοσαύρια (κροκοδείλια, πτερόσαυροι, δεινόσαυροι και πουλιά), θέση όπου τις κατατάσσει η μοριακή βιολογία, μια κατάσταση που ίσως έχει έχει αλλάξει στην επόμενη έκδοση εξαιτίας του συνεχιζόμενου ταξινομικού προβλήματος αυτής της ομάδας ερπετών. Η ταξινόμηση των φολιδωτών (σαύρες και φίδια, τα τελευταία παρακλάδι των σαυρών) τέλος ακολουθεί το παλαιό σύστημα, με τα ιγκουάνια στη βάση του εξελικτικού δέντρου των σαυρών, εξαιτίας της υποτιθέμενης διατήρησης πρωτόγονων χαρακτηριστικών απ’αυτά, και με όλες τις υπόλοιπες ομάδες στον κλάδο των αυταρχόγλωσσων, ώστε όλες οι οικολογικές, ανατομικές, συμπεριφορικές κλπ αναλύσεις να απορρέουν απ’αυτό το κλαδιστικό σχήμα. Στην τέταρτη έκδοση απ’ό,τι διάβασα, η ταξινόμηση των φολιδωτών ακολουθεί το επαναπροσδιορισμένο σχήμα, με τα ιγκουάνια ως μέλος ενός μεγάλου κλάδου φολιδωτών.

Απ’το βιβλίο αυτό έμαθα πολλά πράγματα που πραγματικά δεν ήξερα, και ακόμα μπόρεσα να συνδέσω προηγουμένως σκόρπιες γνώσεις και να λύσω πολλές απορίες. Όπως και να το κάνουμε, η ανάγνωση ενός πλήρους, έγκυρου και επιστημονικά τεκμηριωμένου τόμου πάνω σ’ένα θέμα δε συγκρίνεται με την ανάγνωση διάσπαρτων άρθρων, άλλων επιστημονικών, και άλλων αμφιβόλου ποιότητος. Το βιβλίο αυτό θεωρείται απ’τα βασικότερα ερπετολογικά συγγράματα, αφού περιέχει σχεδόν όλο το απόσταγμα της ερπετολογικής γνώσης οργανωμένο καταλλήλως και γραμμένο με εύκολα κατανοητό τρόπο. Περιττώ να πω πως η ανάγνωσή του επιβάλλεται για όποιον ενδιαφέρεται γι’αυτές τις ομάδες σπονδυλωτών.

Ενημέρωση 18/12/2014: Πρόσφατα τελείωσα την τέταρτη έκδοση του βιβλίου. Η ταξινόμηση και η εξελικτική ανάλυση έχει αλλάξει, με τα ιγκουάνια μέσα παρά στη ρίζα του εξελικτικού δέντρου των φολιδωτών, ενώ νέες πληροφορίες προστέθηκαν σε διάφορα κεφάλαια του βιβλίου. Δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στο θέμα των απειλών και της προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ μου φάνηκε πως θέματα οπως η ανατομία, η ανάπτυξη και τα οργανικά συστήματα παρουσιάζονταν κάπως πιο περιληπτικά. Η γνώμη μου για το βιβλίο δεν αλλάζει, είναι πραγματικός θησαυρός.

Advertisements