Προχθές τελείωσα ένα εξαιρετικό βιβλίο, το γνωστό «στα άδυτα της Μοσάντ» του ΚαναδοΪσραηλινού συγγραφέα Βίκτορ Οστρόφσκι. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο και αρκετά αμφιλεγόμενο βιβλίο, στο οποίο ο συγγραφέας περιγράφει τη συνεργασία του με τη γνωστή μυστική υπηρεσία του Ισραήλ από την επιλογή του ως την αποπομπή του έπειτα από μια σύντομη σταδιοδρομία ως κατσά (αρχικατασκόπου).

Ο πολλωνικής καταγωγής Οστρόφσκι γεννήθηκε το 1943 στην Αλμπέρτα του Καναδά, αλλά μετανάστευσε στο Ισραήλ με την οικογένειά του σε ηλικία 5 ετών. Όπως όλοι οι ανατολικοευρωπαΪκής καταγωγής Εβραίοι στην Αμερική (Ασκεναζίμ), έτσι και η οικογένεια του Οστρόφσκι διέφυγε εκεί για ν’αποφύγει τα αντιεβραϊκά ναζιστικά μέτρα. Στο Ισραήλ αργότερα συμμετείχε στο στρατό, στο ναυτικό και υπηρέτησε σε πολλούς πολέμους. Ήταν άρτια εκπαιδευμένος για στρατιωτικές επιχειρήσεις, κι έτσι δε δυσκολεύτηκε πολύ να επιλεγεί ως υποψήφιο μέλος της Μοσάντ, στο μηχανισμό της οποίας έπρεπε να εκπαιδευτεί τρία χρόνια μέχρι ν’αποκτήσει τον τίτλο του αρχικατασκόπου. Η ένταξη στη Μοσάντ είναι πολύ δύσκολο πράγμα, αφού από τους 5000 που επιλέγονται κάθε τρία χρόνια, το πολύ 15 να κατορθώσουν να ενταχθούν στην οργάνωση, ενώ υπάρχουν και φορές που δεν έχει επιτύχει κανένα μέλος. Η εκπαίδευση περιλαμβάνει εκτενέστατα ερωτηματολόγια, ψυχολογικές εξετάσεις, ασκήσεις στην παρακολούθηση, στην προστασία και στην προσωπική ασφάλεια, στη χρήση όπλων σε δύσκολες καταστάσεις, στην κάλυψη με ψευδώνυμα, ψεύτικα διαβατήρια κλπ, στο χειρισμό και παραπλάνηση άλλων ανθρώπων κλπ, και εάν κάποιος αποτύχει σε οποιαδήποτε βαθμίδα της εκπαίδευσης εκδιώκεται με συνοπτικές διαδικασίες χωρίς νά’χει το δικαίωμα επανεισαγωγής. Επειδή πολλές από τις ασκήσεις αντίκεινται στο νόμο, οι εκπαιδευόμενοι κινδυνεύουν κάθε φορά να συλληφθούν από την αστυνομία, και γι’αυτό το λόγο συχνά γίνονται αιφνιδιαστικές σκηνοθετημένες αστυνομικές παρεμβάσεις, ώστε να συνειδητοποιήσουν τον κίνδυνο. Γενικά για να φτάσει κανείς στο σημείο να γίνει μέλος της Μοσάντ θα πρέπει να είναι διατεθημένος να δώσει τη ζωη του για το Ισραήλ, το οποίο θεωρεί ως υπόδειγμα κράτους που απειλείται από τους πάντες, γι’αυτό και δε θ’αποκαλύψει εύκολα στοιχεία σε τρίτους. Οι εκπαιδευόμενοι της Μοσάντ διδάσκονται να λένε απλώς στο κοινωνικό περιβάλλον τους πως δουλεύουν στο υπουργείο άμυνας.

Μοσάντ (Mossad) σημαίνει απλώς ινστιτούτο, με πλήρες όνομα Ινστιτούτο Πληροφοριών και ειδικών αποστολών. Ιδρύθηκε το 1949, ένα χρόνο μετά την επίσημη ίδρυση του ισραηλινού κράτους. Η οργάνωση ασχολείται με θέματα κυρίως του εξωτερικού, όπως με τη βοήθεια των Εβραίων της διασποράς, την παρακολούθηση των σχεδίων αντιισραηλινών χωρών και την προσπάθεια ματαίωσής τους, την παρακολούθηση καίριων προσώπων αντιισραηλινών οργανώσεων ή κρατών και την προσπάθεια σύλληψης ή εκτέλεσής τους, κλπ. Αν και στρέφει κυρίως το ενδιαφέρον της στις αραβικές χώρες και σε όσες ευρωπαΪκές έχουν σχέσεις μαζί τους, πρακτικά παρακολουθεί όλον τον κόσμο. Από την αρχή υπήρξε συμφωνία με τις ΗΠΑ, το βασικό υποστηρικτή του Ισραήλ ως σήμερα, να μη χρησιμοποιούν μέλη της Μοσάντ ως κάλυψη αμερικανικές ταυτότητες κι ούτε νε νεεργούν εκεί, αλλ’όπως φαίνεται απ’το βιβλίο, υπάρχει η μυστικότατη ομάδα αλ που διεισδύει ακόμα κι εκεί. Άλλες εξειδικευμένες ομάδες είναι οι νιβιότ, εξειδικευμένοι στη χρήση κατασκοπευτικού εξοπλισμού κατά ατόμων, η μετσαντά με το τμήμα δολοφονιών κλπ. Οι κατσά είναι οι αρχικατάσκοποι, απ’τους οποίους υπάρχουν λίγες δεκάδες, οι οποίοι συνήθως διευθύνουν μικρές ομάδες πρακτόρων. Την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο υπήρχε ακόμα η Σοβιετική ένωση, όπου η υπηρεσία δεν είχε τόσο εύθκολη πρόσβαση. Η μυστική αυτή υπηρεσία προσπαθεί να είναι όσο μυστικότερη γίνεται, και αντίθετα με τη cia κι άλλες μυστικές υπηρεσίες ανά τον κόσμο, οι ιθύνοντές της δεν είναι γνωστή, δεν αναφέρεται δημόσια το μέρος του προΫπολογισμού του Ισραήλ που πάει στην υπηρεσία, ούτε είναι επισήμως γνωστό το κεντρικό γραφείο της, το οποίο βρίσκεται κανονικά έξω απ’το Τελ Αβίβ σ’ένα κτίριο που υποτίθεται φιλοξενεί πολιτικούς του εξωτερικού που επισκέπτονται το Ισραήλ. Αν και ισχυρή, η οργάνωση είναι πολύ μικρή, με περίπου 1200 εργαζόμενους, μαζί με τις καθαρίστριες και τους οδηγούς, όπως λέει με κάποια υπερβολή ο συγγραφέας. Η επιτυχία της οφείλεται μεν στο φανατισμό και την αποφασιστικότητα των μελών της, οι οποίοι σχεδόν ποτέ δε θα’λεγαν ούτε ένα πράγμα για τη δουλειά τους, οφείλεται δε και στις χιλιάδες Εβραίων εθελοντών (σαγιανίμ) ανά τον κόσμο, οι οποίοι καλύπτουν ποικιλοτρόπως τις ανάγκες των κατασκόπων στο εξωτερικό (π.χ. παροχή ηλεκτρονικού εξοπλισμού, όπλων, πληροφοριών, στέγης, ιατρικής περίθαλψης κλπ), είτε εν γνώσει τους είτε εν αγνοία τους. Δεν αποκλείεται ο Ζαν Κοέν, που τελούσε ως ανεπίσημος πράκτορας Ελλάδας-Ισραήλ μεταξύ 1970-1990, νά’ταν εθελοντής ή και μέλος της οργάνωσης, εφόσον αναφέρεται συχνά στο βιβλίο πως σε περιπτώσεις χωρών χωρίς επίσημες σχέσεις με το Ισραήλ, μεσολαβούν πράκτορες. Η Μοσάντ λοιπόν λειτουργεί σχεδόν ανεξάρτητα απ’το κράτος του Ισραήλ,και πρακτικά δε λογοδοτεί σ’αυτό. Οι πληροφορίες που κρίνει σκόπιμο να δοθούν στον προθυπουργό είναι επιλεκτικές και πολύ αποσπασματικές, ενώ ορισμένες επιχειρήσεις μαθαίνονται πολύ αργότερα ή και ποτέ. Ως αυτόνομη οργάνωση λοιπόν, η Μοσάντ επιστρατεύει και παράνομα μέσα για την εκπλήρωση των στόχων της, όπως παραπλάνηση της αστυνομίας σε ξένες χώρες ή μεσολάβηση στην πώληση όπλων και ναρκωτικών σε τρομοκρατικές οργανώσεις ή υπανάπτυκτα κράτη για απόκτηση των απαιτούμενων χρημάτων. Παρόμοια έχουν λειτουγήσει κι άλλες μυστικές υπηρεσίες, με τη cia πασίγνωστο παράδειγμα, αλλά στην περίπτωση της Εβραϊκής Μοσάντ η δράση αυτή είναι πολύ πιο έντονη και γίνεται με λιγότερα εμπόδια. Η Μοσάντ συνεργάζεται, ανάλογα με τους στόχους της, με άλλες μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ, καθώς και με τη CIA, ενώ στο βιβλίο αναφέρεται μια εποχή οπότε συνεργαζόταν και με τη δανική μυστική υπηρεσία, την οποία ωστόσο υποτιμούσε, αφού κατέληξε υπηρέτρια της Μοσάντ να της μεταδίδει επακριβώς τις κινήσεις μιας μικρής κοινότητας παλαιστινίων της Δανίας περίπου 500 ατόμων.

Ο Οστρόφσκι λοιπόν, με το κωδικό όνομα Σιμόν Μαχαλάβ (μαχαλάβ σημαίνει μεγάλο μαχαίρι, όπως και το οστρόφσκι στα πολλωνικά), κατόρθωσε να περάσει όλες τις σκληρές δοκιμασίες και να γίνει κατσά, θεωρητικά ισότιμος με τους υπόλοιπους. Ο αρχικός του ενθουσιασμός ωστόσο για τη συμμετοχή του στη σπουδαιότερη οργάνωση της χώρας του, σύντομα μετατράπηκε σε αμφιβολία και δυσπιστία, και τελικά σε απογοήτευση, βλέποντας την υπερβολική αυτονομία κι επομένως τις άκρως παράνομες πράξεις της οργάνωσης, την καλλιέργεια το εγωκεντρισμού – ο κατάσκοπος θά’πρεπε να επιβιώσει και να εξαγάγει πληροφορίες απ’το στόχο του με οποιονδήποτε τρόπο -, κι ως εκ τούτου την αντιμετώπιση των άλλων ανθρώπων ως μέσα, καθώς και τις ασιδοσίες των στελεχών της οργάνωσης, που συχνά ήταν σεξουαλικές, όλα εκ των οποίων τον οδήγησαν σε αντιπαραθέσεις με άλλα μέλη που οδήγησαν στην αποπομπή του το 1986, όταν δούλευε ως κατσά στην Κύπρο συλλέγοντας στοιχεία για μια συνάντηση αραβικών οργανώσεων στη Λιβύη υπό την Αιγίδα του Μουανμάρ Καντάφι, ώστε να χτυπηθούν απ’τη Μοσάντ καθώς έφευγαν όλοι μαζί με το αεροπλάνο, οπότε έμαθε τυχαίως πως θά’φευγαν με ξεχωριστά αεροπλάνα, αλλά μόλις δοκίμασε να ενημερώσει την οργάνωση, δέχτηκε σκληρή κριτική και μέσα σε μόλις μία μέρα το όνομά του διαγράφηκε. Και εξαιτίας του μη ελεγχόμενου από κάποια ανώτερη αρχή και ως εκ τούτου σχετικά αυθαίρετου περιβάλλοντος των μυστικών υπηρεσιών,
είναι πολύ δύσκολο να βρει κάποιος το δίκιο του.
Η αναχώρηση πάντως θα γινόταν την επομένη, πριν προλάβει η Μοσάντ να δράσει, και μάλλον γι’αυτό άφησαν οι άραβες τη διαρροή της πληροφορίας. Με τη διαγραφή του απ’την οργάνωση κατέρριψε τελικά το μύθο της δήθεν ανωτερότητας του ισραηλινού κράτους και του εβραϊκού έθνους, ο οποίος εμφυσείται σ’όλους τους Ισραηλινούς, και άρχισε να εξετάζει τη δράση του Ισραήλ αντικειμενικότερα. Συμπέρασμά του είναι πως ο κρατικός παρεμβατισμός είναι απαραίτητος για τη θεμιτότερη, ας πούμε, λειτουργία της Μοσάντ.

Ως εργαζόμενος στους υπολογιστές της οργάνωσης, είχε πρόσβαση σε στοιχεία διαφόρων επιχειρήσεων, τις οποίες μας αναφέρει στο βιβλίο. Οι επιχειρήσεις, κυρίως κατά μεσανατολικών κρατών ή παλαιστινιακών αυτονομιστικών οργανώσεων, είναι τόσο πονηρά σχεδιασμένες, μέσα στη δολοπλοκία και με πληθώρα επαφών σε διάφορες χώρες και θέσεις, αλλά κι εναλλακτικών λύσεων, ώστε κι εγώ συχνά δυσκολευόμουν ν’ακολουθήσω τη σειρά των γεγονότων. Αυτός ο πανούργος σχεδιασμός αντανακλά την αυστηρή επιλογή και εκπαίδευση των μελών αυτής της κλειστής ομάδας, που, εκτός από την υψηλή νοημοσύνη κι ευστροφία τους, θα πρέπει επίσης σίγουρα νά’χουν ανεπτυγμένα όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του κατασκόπου, όπως την τεχνική του χαμαιλέοντα (αληθοφανέστατη κάλυψη γιαπαραπλάνηση), την αποφασιστικότητα, την αδιστακτότητα. Η αφήγηση λίγων μόνο επιχειρήσεων μ’έβαλε σε προβληματισμό όσον αφορά τη δράση των μυστικών υπηρεσιών γενικότερα ανά τον κόσμο και το ποσό στο οποίο επηρέασαν την παγκόσμια ιστορία. Πραγματικά, η ρήση «η ιστορία είναι η ιστορία της κατασκοπίας» ισχύει. Και σήμερα, με την έκρηξη της τεχνολογίας των υπολογιστών, των τηλεπικοινωνιών, των κατασκοπευτικών μικροσυσκευών, των δορυφορικώ συστημάτων, καθώς και με την επέκταση του Διαδικτύου, η εργασία αυτών των υπηρεσιών μπορεί να γίνεται ακόμα ευκολότερα σε οποιαδήποτε θέσει στον κόσμο.

Ο Βίκτορ Οστρόφσκι έγραψε ακόμα ένα βιβλίο το 1997, πάλι με θέμα τη Μοσάντ, το «Η άλη πλευρά της απάτης». Ο κανονικός τίτλος του συγκεκριμένου είναι «Με τον τρόπο της απάτης» (By way of deception), αν και, όπως έχει γίνει και μ’άλλα βιβλία, ο τίτλος έχει αλλάξει με τη μετάφραση. Πηγή του τίτλου είναι ένα εδάφιο των παροιμιώ της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο χρησιμοποιούσε η Μοσάντ ως σύνθημα, όπου αναφέρεται πως με την απάτη κερδίζεται ο πόλεμος. Η έκδοση του βιβλίου το 1990, μέσα στον ισραηλοπαλαιστινιακό πόλεμο, ήταν ταραχώδης. Το κράτος του Ισραήλ, με μηνύσεις κατά του Καναδά και των ΗΠΑ προσπάθησε να εμποδίσει την έκδοση του βιβλίου για την προστασία υποτίθεται μελών της Μοσάντ και μελλοντικών επιχειρήσεων, ωστόσο αυτό δεν επιτεύχθηκε ευτυχώς, και δε θά’ταν δημοκρατικό άλλωστε να γίνει. Οι αντίπαλοι του Οστρόφσκι ισχυρίζονται πως ο συγγραφέας έγραψε απλώς ένα υποθετικό λογοτέχνημα ή ότι τό’γραψε επίτηδες για να δυσφημίσει το Ισραήλ, διότι, ως γνωστόν, ο παραμικρός εχθρικός λόγος γι’αυτό το «ιερό» κράτος είναι προσβολή. Η ίδια η Μοσάντ αρνείται κάθε συμμετοχή στα λεγόμενα του βιβλίου. Ο ίδιος ο Οστρόφσκι διαβεβαιώνει πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για τα μέλη της Μοσάντ, αφού τα επώνυμα δεν αναφέρονται, ενώ τα γεγονότα των επιχειρήσεων δε μπορούν ν’αποδειχθούν, επειδή τα αρχεία είναι μυστικά. Παρά τις κάποιες αλαγές που μάλλον έχει υποστεί το εν λόγω βιβλίο, ίσως και με απειλές προς το συγγραφέα, η πρωτοφανής ιστορικά παρέμβαση μιας χώρας σε μια άλλη για την έκδοση ενός βιβλίου δεν είναι τυχαία. Προφανώς το βιβλίο περιέχει πολλά πραγματικά στοιχεία.

Advertisements