Βρήκα το άρθρο
εδώ
ψάχνοντας για την
ψευδακακία.
Ο συγγραφέας μας αναλύει ακριβώς πώς και γιατί γίνεται η συμβατική πρακτική της αποκατάστασης δασών, και με το άρθρο του μας προβληματίζει όσον αφορά τις τρέχουσες πρακτικές «προστασίας» του περιβάλλοντος και τα κίνητρα πίσω απ’αυτές. Θα πρέπει να το διαβάσετε.

ΑΝΑΔΑΣΩΣΗ: Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ <!

Τα μεσογειακά δάση έχουν εγγενή δυνατότητα φυσικής αναδάσωσης μετα απο μια φωτιά. Η ανθρώπινη παρέμβαση, είναι απο άχρηστη έως επιβλαβής.Υπάρχουν άλλωστε πολλά παραδείγματα δασών εξαιρετικά πλούσιων και όμορφων, τα οποία πριν κάποια χρόνια ήταν κατεστρεμμένα απο την υπερβολική βόσκηση.

ΑΝΑΔΑΣΩΣΗ: Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

Για τα ελληνικά δάση, ως τμήμα ενός οικοσυστήματος που εκτέινεται απο 320 ώς 420 βόρεια και νότια του ισημερινού και περιλαμβάνει περιοχές όπως η καλιφόρνια και τα νοτιοδυτικά άκρα της αφρικής και της αυστραλίας και φυσικά τη μεσογειακή λεκάνη, η φωτιά δεν είναι μόνο ένα συχνό φυσικό φαινόμενο, αλλά και απαραίτητο στοιχείο της διατήρησης της οικολογικής τους ισσοροπίας(1). Η προσαρμογή της χλωρίδας στο μεσογειακό κλίμα (μακρυά ζεστά καλοκαίρια με έλλειψη νερού) συνεπάγεται έναν αγώνα διατήρησης ισσοροπίας, μεταξύ της παρεμπόδισης της ανεξέλεγκτης νέας βλάστησης, μέσω μηχανισμών όπως η αλληλοπάθεια (2) και της ανάπτυξης της απαιτούμενης βιοπικοιλλότητας για την υγεία του δάσους. Όταν διαταραχθεί αυτή η ισσοροπία και οι σπόροι των πεύκων δε βρίσκουν έδαφος για να δημιουργήσουν καινούργια δέντρα, συχνά η πυρκαγιά δρα ανανεωτικά για το δάσος. Οι σπόροι του πεύκου εκτοξεύονται σε μεγάλες αποστάσεις ενώ δεκάδες είδη όπως η κουμαριά, η αγριοτριανταφυλιά, ο σχίνος πετάνε αυτόματα βλαστάρια απο τις ρίζες τους οι οποίες δεν έχουν καεί. Ετσι, ένα δάσος γερασμένο, ανανεώνεται μέσα σε λίγα χρόνια .
ϑλλωστε, εκατομμύρια χρόνια προασαρμογής έκαναν το εξαιρετικά πυροπαθές πεύκο κοινό, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του μεσογειακού κλίματος. Δηλαδή, αν και το πευκόδασος, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, στην φυσική του κατάσταση καίγεται κάθε 100 ή 150 χρόνια, αυτό δεν εμπόδισε τα κατα βάση πευκοδάση να καλύπτουν το 50% της ελλάδος στις αρχές του 19ου αιώνα.
Τα μεσογειακά δάση λοιπόν, έχουν εγγενή δυνατότητα φυσικής αναδάσωσης μετα απο μια φωτιά. Η ανθρώπινη παρέμβαση, είναι απο άχρηστη έως επιβλαβής.Υπάρχουν άλλωστε πολλά παραδείγματα δασών εξαιρετικά πλούσιων και όμορφων, τα οποία πριν κάποια χρόνια ήταν κατεστραμμένα απο την υπερβολική βόσκηση. Η περιοχή του Καράντερε, στη Ροδόπη, ένα απο τα πιο διάσημα δάση της ελλάδος, δεν ήταν παρά απέραντα βοσκοτόπια μέχρι το ΄50 -όταν και οι τελευταίοι σαρακατσάνοι και λοιποί κτηνοτρόφοι αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν ένεκα αρχικά των βαλκανικών πολέμων και έπειτα του εμφυλίου και της γενικότερης ερήμωσης της υπάιθρου- ενώ το ίδιο ισχύει και για τα ελατοδάση του Πάρνωνα, τα οποία και αυτά ήταν βοσκοτόπια ένα αιώνα πριν.
Το πρόβλημα είναι όταν αμέσως μετά απο μια πυρκαγιά, το μέρος βοσκηθεί. Τα βλαστάρια που μόλις ξεμυτίζουν κατατρώγονται χωρίς να προλάβουν να αφήσουν σπόρο. Καταστροφικά επίσης αποτελέσματα έχει μια δεύτερη πυρκαγιά στο ίδιο μέρος, κάτι που συμβαίνει όταν τα οικοδομικά και αναπτυξιακά συμφέροντα στην περιοχή είναι αυξημένα ή όταν υπάρχουν παράγοντες συνεχιζόμενου κινδύνου π.χ. κακοσυντηρημένοι πυλώνες της ΔΕΗ.

Η ΑΝΑΔΑΣΩΣΗ ΩΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
Η αναδάσωση, ακόμα και να γινόταν με τις καλύτερες των προθέσεων, δε θα έφτανε σε αποτέλεσμα τη φυσική αναγέννηση. ϑλλά τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα με τον τρόπο που γίνονται οι αναδασώσεις. Σε μια λογική όσο το δυνατόν γρηγορότερων αποτελεσμάτων και σε ένα πνεύμα γενικότερης απαξίωσης της αξίας του δάσους ως ζωντανού οργανισμού, ο στόχος δεν είναι η δημιουργία ενός πλούσιου δασικού οικοσυστήματος, αλλά η γρήγορη και κερδοφόρος παραγωγή πρασίνου. Έτσι η αναδάσωση σπάνια έχει να κάνει με θάμνους ή ψυχανθή (παρόλο που σε πρώτη φάση αυτό θα ήταν το λογικό, για να συγκρατήσει το έδαφος στα πρανή). Επικεντρώνεται αντίθετα σε δέντρα και μάλιστα πολύ συχνά εντελώς άσχετα με την ντόπια οικολογία. Οπότε χρησιμοποιούνται όχι μόνο είδη που δεν είναι ντόπια όπως η κοινή (χαλέπιος) πέυκη ή το κυπαρίσσι , αλλά και είδη ξένα γενικά στην ελλάδα και με καταστροφικές μάλιστα συνέπειες για ευαίσθητα οικοσυστήματα, όπως η πολυχρησιμοποιημένη ακακία, ο ευκάλυπτος ή η βρωμοκαρυδιά. Το αποτέλεσμα είναι η ψευδαίσθηση «πράσινου» αλλά και η ολική καταστροφή του οικοσυστήματος, καθώς εισάγονται μη εγχώρια ή αυτοφυή είδη και διαταράσσεται συνολικά η, ούτως άλλως ευαίσθητη μετα την πυρκαγιά, ισσοροπία του. Τα τραγικά αποτελέσματα των αναδασώσεων μπορεί κανείς να τα δει τόσο στην πάρνηθα (ιπποκράτειος πολιτεία) με τη χαλέπειο πέυκη να έχει καταστρέψει το προηγούμενο οικοσύστημα, όσο και στην Πεντέλη όπου ευκάλυπτοι και κυπαρίσσια προκαλούν με την παρουσία τους.

Παράλληλα, οι αναδασώσεις συνήθως περιλαμβάνουν σκαπτικά και φυτευτικά μηχανήματα, εκατοντάδες εργατών ή -συχνά εξαναγκασμένων- εθελοντών (μαθητές, φαντάροι κτλ) με πλήρη άγνοια του οικοσυστήματος, ακόμα και χρήση εκρηκτικών για την άνοιξη ορυγμάτων φύτευσης, με αποτέλεσμα τα βλαστάρια να ποδοπατούνται, οι σπόροι να διαλύονται απο τα μηχανήματα ή να παραχώνονται βαθιά στη γη και γενικά κάθε τι που δε φυτεύεται τεχνητά να αποκτά μειωμένη πιθανότητα επιβίωσης.
Τις αναδασώσεις άλλωστε συνήθως τις αναλαμβάνουν μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες. Τις οποίες λίγο ή πολύ βολεύει η ιδέα ενός τεχνητού αλσύλιου, με μια πιθανή μελλοντική οικοδόμηση ελεύθερη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. ϑλλωστε το μεγάλο οικονομικό κίνητρο δεν επηρεάζει μόνο την επιλογή των ειδών και τον τρόπο της αναδάσωσης (λογικό είναι να επιλεχθούν είδη απο συνεργαζόμενα ή ιδιόκτητα φυτώρια με γνώμονα το οικονομικό κέρδος και όχι τη συναφειά τους με το οικοσύστημα), αλλά δημιουργεί και κίνητρα για την καταστροφή και ανοικοδόμηση του δάσους. Επιπρόσθετα, τα γρήγορα (αν και καταστροφικά) αποτελέσματα της αναδάσωσης φτιάχνουν το οικολογικό προφιλ της εκάστοτε κυβέρνησης, η οποία ασχέτως αν ευθύνεται άμεσα για την καταστροφή των δασών, περνάει έτσι την εικόνα του παντοδύναμου και ευεργετικού κρατικού μηχανισμού, που διορθώνει άμεσα τις οποιεσδήποτε ατέλειες. Ακριβώς όπως οι διάφορες Μ.Κ.Ο. εμφανίστηκαν μετά τον πόλεμο στην πρώην γιουγκοσλαβία, για να ξαναχτίσουν γέφυρες και να προσθέσουν τεχνητά πόδια σε παιδάκια, εξωραϊζοντας τη γενικότερη εικόνα των εμπλεκόμενων χωρών απο την αθλιότητα του πολέμου, έτσι και η αναδάσωση εξωραϊζει σε ένα θεαματικό πάντα επίπεδο την εικόνα της φυσικής καταστροφής. ϑν σ΄αυτό συνυπολογιστούν και τα λεφτά απο τις μίζες για την ανάθεση του έργου της αναδάσωσης και ανακατασκευής του δάσους σε μεγάλες κατασκευαστικές(3), γίνεται φανερό γιατί η αναδάσωση αποτελεί πρώτιστη πολιτική επιλογή.

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ
Η αναδάσωση αποτελεί το προπύργιο ενός ιδεολογήματος που θέλει τη φύση ως χρήζουσα ανθρώπινης προστασίας για να υπάρξει. Πάρα πολλοί μιλησαν για εγκατάλειψη των δασών και έλλειψη πόρων για τη διαχειρισή τους, ως αίτιο των καταστροφικών πυρκαγιών του καλοκαιριού, αγνοώντας ότι αντίθετα, τα δάση που πραγματικά έχουν παρατηθεί απο τις ανθρώπινες βλέψεις είναι σχεδόν τα μόνα που έχουν απομείνει. Οι πυρκαγιές και οι φυσικές καταστροφές συμβαίνουν εκεί όπου υπάρχει ανθρώπινη παρουσία ή βλέψεις για επιχειρηματικότητα. Τα σχεδόν άδεια απο χωριά και επιχειρήσεις βουνά της ευρυτανίας π.χ. δεν καίγονται: αντίθετα βουνά όπως η πάρνηθα, η πεντέλη, το πήλιο ή ολόκληρες περιοχές όπως η ηλεία που υποτίθεται ότι χαίρουν το μέγιστο της ανθρώπινης προστασίας, έχουν υποστεί ανυπολόγιστες καταστροφές.
Στο ίδιο πνεύμα, οι συζητήσεις για την αναδάσωση έφεραν στο προσκήνιο γνώμες «ειδικών» που μιλούσαν για ανάγκη αντικατάστασης των ντόπιων ειδών με άλλα λιγότερο εύφλεκτα. ϑντί δηλαδή για το πυροπαθές πεύκο προτάθηκαν φυλλοβόλα. ϑλλά τα αειθαλή, σκληρόφυλλα είδη που απαρτίζουν τα ντόπια οικοσυστήματα, χρειάζονται έως και 20% λιγότερο νερό κάθε άνοιξη για την παραγωγή νέων φύλλων, ενώ είναι καλύτερα προσαρμοσμένα στο ζεστό κλίμα απ΄ότι τα λιγότερο πυροπαθή φυλλοβόλα είδη. Γι΄αυτό και σε μια διαδικασία εκατομμύριων χρόνων μέσω της φυσικής επιλογής δημιουργήθηκαν τα εν λόγω οικοσυστήματα και όχι άλλα. Οι διαφόρων συμφερόντων «ειδικοί» που διατείνονται ότι θα βοηθήσουν το δάσος, αλλαζοντάς το, δε θα επιτύχουν παρά την επιτάχυνση στην ερημοποιησή του.
Ούτως ή άλλως, οι επιστημονικές γνώσεις για την κατανόηση των δασικών οικοσυστημάτων απέχουν πολύ απο το να είναι πλήρεις. Ετσι όποτε εμφανίζεται η ιδέα της διαχείρισης, το δάσος φθίνει. Δάση της Ν.Πίνδου για παράδειγμα που διαχειρίζονται απο το ϑ.Π.Θ. παρουσιάζουν όλο και πιο μειωμένη βιοποικιλλότητα. Τα άρρωστα δέντρα καθαρίζονται, χωρίς κανείς να σκεφτεί πρωτίστως που θα κάνουν τη φωλιά τους πουλιά και θηλαστικά τα οποία μεταφέρουν μέσω της αφόδευσης τους σπόρους, ξένα είδη εισάγονται, παράσιτα καταπολεμούνται με άλλα παράσιτα για να ανακαλυφθεί εκ των υστέρων ότι τα πρώτα ήταν απαραίτητα για το οικοσύστημα. Εν ολίγοις, η ανθρώπινη διαχείριση μοιάζει με παιχνίδι με ζάρια: κάποιες ζαριές βγαίνουν, οι περισσότερες όχι. Είναι σχεδόν αδύνατο να προβλεφθούν οι συνέπειες σε ένα τόσο πολύπλοκο και «χαοτικό» οικοσύστημα όπως το δασικό. Όπως και να΄χει, ο μεγάλος χαμένος είναι το δάσος. Που σε αντίθεση με το παρατημένο στη μοίρα του, φθίνει ολοένα και εξημερώνεται με τελική κατάληξη την προσομοίωση αστικού πάρκου. Ασφαλές, υποταγμένο και σχεδόν νεκρό δηλαδή.
Ακόμα και σε πιο πρακτικά και απλά ζητήματα, όπως για παράδειγμα η συγκράτηση του χώματος μετά απο μια πυρκαγιά, η ανθρώπινη διαχείριση δείχνει να κάνει μεγαλύτερη ζημιά παρά καλό. Τα γνωστά κορμοδέματα που τοποθετούνται κατά πλάτος των πλαγιών για να συγκρατήσουν το χώμα μετά απο τις πρώτες βροχές, συνήθως παραμένουν εκεί, ξερά και εξαιρετικά εύφλεκτα, για 2-3 χρόνια, καθώς λείπει η υγρασία απο το δάσος ώστε να βοηθήσει τη δράση των μικροοργανισμών και μυκήτων που επιτελούν το έργο της σήψης. Ετσι το δάσος κινδυνέυει να γίνει εκ νέου παρανάλωμα με καταστροφικές συνέπειες. Επίσης, συχνά τα συνεργεία που τοποθετούν τους κορμούς όχι μόνο κόβουν δέντρα που κοντά στη ρίζα τους είναι ακόμη ζωντανά, αλλά πληρώνονται και με ελεύθερη ξύλευση των καμμένων, κάτι που όχι μόνο στερεί το δάσος απο το απαραίτητο οργανικό υλικό για την αναγεννησή του, αλλά και πιθανώς αποστερεί τη δυνατότητα αναβλάστησης σε καμμένα αλλά ζωντανά δενδρύλλια όπως π.χ. η κουμαριά ή ακόμα και πεύκα.
Παρόλη την αποδεδειγμένη ανικανότητα του συστήματος ανθρώπινης διαχείρισης, αυτό συνεχίζει να προβάλλεται ως η μόνη λύση. Και οι ειδικοί επιστρατεύουν κάθε είδους κοτσάνες για να το διατηρήσουν. Και μαζί μ΄αυτό, το μισθό και το κύρος τους φυσικά. Ετσι, για παράδειγμα, των σύνολο των media μετά την πυρκαγιά στο ελατόδασος της πάρνηθος, προέβαλλε την άποψη ότι τα έλατα χρειάζονται σκια για να αναπτυχθούν, άρα πρέπει να αναδασώσουμε τα καμμένα, με δέντρα που θα τους παρέχουν σκια. Ξεπερνώντας εδώ τις εγκληματικές και σαφώς κινούμενες απο δόλο προτάσεις αδιάντροπων δασολόγων που προτείναν η σκίαση να γίνει με βρωμούσες(!) (4), προκαλεί απορία πως τότε υπάρχουν ακόμα έλατα κ μάλλιστα άφθονα, στη χώρα μας. Πιθανότατα, η σκίαση ίσως να βοηθά στις νότιες εκθέσεις, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι είναι απαραίτητη στις βορεινές. Σε ένα παράδειγμα αναδάσωσης (5) η εμφάνιση ελάτων χωρίς να έχουν φυτευθεί, σε «γυμνή» πλαγιά, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η ελάτη είναι είδος μάλλον σκιοανθεκτικό και όχι φιλόσκαιο. Ότι δηλαδή δεν είναι σε κάθε περίπτωση απαραίτητη η παρουσία προδάσους για να ευδοκιμήσει.
Η ύπαρξη άγριας, πλούσιας σε βιοπικιλλότητα ζωής, προκαλεί αμηχανία στο κράτος και το κεφάλαιο. ϑν το δάσος τα καταφέρνει καλά μόνο του, πως θα δικαιολογήσουμε τους μισθούς όλων των ειδικών που επιστρατεύονται μετά απο κάθε καταστροφή για να του δώσουν το τελειωτικό χτύπημα με την παρεμβασή τους; Και κυρίως, πως θα το εντάξουμε στην αγορά; Πως δηλαδή θα δικαιολογήσουμε τα μεγάλα κατασκευαστικά έργα, τις ανεργέσεις τουριστικών περιπτέρων και ξενοδοχειακών μονάδων, αν πρωτίστως δεν δείξουμε ένα περιβάλλον που αβοήθητο, ψυχορραγεί, και χρειάζεται η λαμπερή δύναμη της προόδου για να το σώσει απ΄τον αφανισμό;
Τουτέστιν, το ιδεολόγημα της αναγκαιότητας διαχείρισης, διέπει κατ΄ανάγκην τους μηχανισμούς της εξουσίας. Η ζωή οφείλει να εξημερωθεί και να διαμεσολαβηθεί. Η ίδια λογική (ο όρος χρησιμοποιείται καταχραστικά, έναντι του ακριβέστερου ηλιθιότητα) που διέπνεε τις δηλώσεις Μπους για ανάγκη αραίωσης των δασών του Ορεγκον για να προστατευθούν απο τη φωτιά, αντανακλάται και στις δηλώσεις του -ομοιδεάτη και εξίσου βλαμμένου- Πολύδωρα στο «η Πάρνηθα κάηκε γιατί ήταν πολύ πυκνή η βλάστηση». Χωρίς δηλαδή την ανθρώπινη παρέμβαση το δάσος είναι καταδικασμένο. Παρέμβαση που θα έχει τη μορφή και των μπουλντόζων αλλά και των εταιρειών φύλαξης και ελέγχου. Είναι άλλωστε ανεπίτρεπτο τόση ζωή να χαραμίζεται χωρίς ούτε ένα σεντς κέρδους.
Η διαχείριση του δάσους και κατ΄επέκταση του φυσικού περιβάλλοντος, επιβάλλεται παράλληλα με τον έλεγχο και την κρατική διαχείριση του σώματος, μ΄άλλα λόγια της ανθρώπινης ζωής. Η εξουσία οφείλει να ελέγχει (ή να παρέχει μια αληθοφανή αφήγηση ελέγχου) το ζωικό σε όλες τις εκφάνσεις του. ϑκριβώς όπως το άτομο οφείλει να κανονικοποιηθεί μέσω ιδρυμάτων (όπως το σχολείο ή οι φυλακές), φαρμάκων και ιατρικών επεμβάσεων για να ικανοποιεί πλήρως το τρίπτυχο της παραγωγής-κατανάλωσης-τάξης, ή τουλάχιστον να μην προκαλεί με την ανικανοτητά του να ανταποκριθεί σ΄αυτό, έτσι και η φύση οφείλει να κανονικοποιηθεί, το άγριο δηλαδή να εξημερωθεί και να διαμεσολαβηθεί πλήρως απο την ανθρώπινη παρέμβαση. Ετσι ώστε η αφήγηση -τουλάχιστον- της ολοκληρωτικής κυριαρχίας να είναι αδιάρρηκτη.

Η ΦΥΣΙΚΗ ΣΠΟΡΑ(6)
Ως εναλλακτική της αναδάσωσης η φυσική σπορά έχει το πλεονέκτημα ότι δεν εμπεριέχει τις τεράστιες οικονομικές σκοπιμότητες της αναδάσωσης (το κόστος των σπόρων και της σποράς είναι απειροελάχιστο σε σχέση με αυτό των δενδρυλλίων και της φύτευσης) και αφήνει κατά κάποιο τρόπο το περιβάλλον να επιλέξει ποιους απο τους σπόρους θα αφήσει να βλαστήσουν. ϑν και η φυσική σπορά δείχνει πράγματι ως το πλέον αποτελεσματικό και λογικό σύστημα σε περιπτώσεις ερημοποιημένων περιοχών, στο ζήτημα της αναδάσωσης καμμένων δασών χρειάζεται μεγάλη προσοχή και μελέτη.
Οι θιασώτες της φυσικής σποράς στην ελλάδα χαρακτηρίζονται απο τη σχεδόν μυστικιστική πίστη στη «σοφία της φύσης». Και ακόμη χειρότερα, την παλιά κάκιστη και επικίνδυνη new age δοξασία του «ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει για καλό». Έτσι, η επιλογή των σπόρων για το κάθε μέρος δεν συνοδεύεται συνήθως και απο την απαιτούμενη μελέτη. Χιλιάδες σπόροι πάνω-κάτω ελληνικών (αλλά όχι απαραίτητα ενδημικών για την κάθε περίσταση) φυτών και δένδρων θα ριχτούν στα καμμένα βουνά και η φύση θα αποφασίσει απο μόνη της τι θα βγάλει και τι όχι. ϑυτή η τελεονομία που διακρίνει το εν λόγω εγχείρημα, θέλει τη φύση ως ξεχωριστή (και μητρική) οντότητα να αποφασίζει με σοφία. Η οικολογία ενός τόπου δεν καθορίζεται ωστόσο απο εξώτερες, «εκ των άνω», αποφάσεις , αλλά απο ένα πεδίο συνεργασίας και ανταγωνισμού των ειδών. Η εισαγωγή μη αυτοφυών ειδών σε ένα προσφάτως πληγμένο απο φωτιά ή άλλη καταστροφή περιβάλλον, ενδέχεται να διαταράξει τις διαδικασίες της φυσικής αναγέννησης και να μειώσει τη βιοπικιλλότητα. Πολλά ξένα είδη δεν έχουν φυσικούς εχθρούς στο ντόπιο περιβάλλον, έτσι αποκτούν προβάδισμα στην επιβίωση και αλλάζουν ανάλογα και το οικοσύστημα. Ισως σε ένα βάθος χρόνου (χιλιάδων ετών) τα ενδημικά είδη να τα υπερνικήσουν και το οικοσύστημα να επανέλθει στην αρχική του ισσοροπία, αλλά τουλάχιστον σε μια πρώτη φάση θα έχουμε πτώχευση του δάσους.
Η ψευδοακακία για παράδειγμα έχει ελάχιστες απαιτήσεις νερού, το ίδιο και ο ευκάλυπτος (ο οποίος μάλιστα αποστραγγίζει και τον υδροφόρο ορίζοντα). Η σπορά τους σε μια πλαγιά όπου προηγουμένως κυριαρχούσε το ρείκι, η κουμαριά και το πουρνάρι, θα τα ευνοήσει πιθανώς σε βάρος των ενδημικών ποικιλιών. Ναι, πράσινο θα υπάρξει, η ζωή άλλωστε θα συνεχίζει να υπάρχει ό,τι και να κάνει ο άνθρωπος. Το θέμα είναι με τι μορφή.
Παρόλα αυτά η διαδικασία της φυσικής σποράς, δύναται να δράσει υποβοηθητικά σε περιοχές εκτεταμένων καταστροφών και ίσως να είναι μάλιστα απαραίτητη σε περιοχές που έχουν καει παραπάνω απο μια φορά πρόσφατα. Χρειάζεται ωστόσο, μελέτη και προσοχή στην επιλογή των σπόρων. Και τη δημιουργία αυτόβουλης και αυτόνομης δράσης των ανθρώπων, γιατί είναι εξαιρετικά απίθανο -ένεκα του ελάχιστου περιθώριου κέρδους- να επιχειρηθεί απο κρατικούς φορείς.

Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΛΟΤΗΤΑΣ
Η εντατική καλλιέργεια και η αποψίλωση των δασών, μαζί με τη γενικότερη περιβαλλοντική υποβάθμιση απο τις ανθρώπινες δραστηριότητες, οδηγούν σε μια ταχεία εξαφάνιση ειδών και ποικιλλιών, κάνοντας έτσι τη ζωή όλο και φτωχότερη. Παγκοσμίως, καλλιεργούνται μερικές δεκάδες μόνο φαγώσιμα είδη (συνήθως γενετικά μεταλλαγμένων ποικιλιών) και φυτεύονται μερικές δεκάδες είδη δένδρων στην αναδάσωση. Η φύση έτσι μοιάζει όλο και περισσότερο με χωράφι μονοκαλλιέργειας.
Στην ελλάδα, κατά την αρχαιότητα η έννοια του Δρυμού σήμαινε δάσος βελανιδιάς κατά κύριο λόγο και άλλων πλατύφυλλων και προστατευόταν απο τη θήρα και την οικοδόμηση. Στις μέρες μας δεν έχουν παραμείνει παρά ελάχιστα δάση βελανιδιάς. Ολόκληρες περιοχές έχουν απογυμνωθεί απο ζώα, ειδικά σαρκοβόρα, και καθώς το ποσοστό δασοκάλυψης πέφτει μέσα σε 200 χρόνια απο 48% σε γύρω στα 22%, όλο και περισσότερα είδη εξαφανίζονται για πάντα.
Η αναδάσωση εντείνει το φαινόμενο της βιομονοτονίας, παράγοντας δεντρικές μονοκαλλιέργειες στη θέση οικοσυστημάτων. Και οι άνθρωποι, εσχάτως αλλοτριωμένοι απο τον τόπο τους, με τη σχέση τους με τη φύση φρικτά διαμεσολαβημένη απο την κρατική παρέμβαση, δείχνουν να αρκούνται στην ύπαρξη «πρασίνου». ϑκόμα κι αν αυτό προέρχεται απο δένδρα κήπων και πάρκων. Και ενώ στην αρχαιότητα, τα ελάχιστα κοινωνικά αντανακλαστικά όριζαν και επιτύγχαναν την προστασία των δρυμών, ένεκα της ιερότητας των βελανιδιών, στις μέρες μας τα αντίστοιχα αντανακλαστικά εξαντλούνται σε ένα αίτημα κρατικής παρέμβασης για αναδάσωση. Η παρέμβαση του ατόμου, ως ενεργού συμμετέχοντα στο όλο θέμα της ζωής στον πλανήτη, ακυρώνεται μέσω της ανάληψης μεγάλων έργων αναδάσωσης και οικοδόμησης απο «ειδικούς» και εργολάβους. Η ίδια μονοτονία που επικρατεί παγκοσμίως στην ανθρώπινη κουλτούρα, με τις λιγοστές πολυεθνικές να κυριαρχούν σε όλο το μήκος του πλανήτη, εμφανίζεται και στη φύση.
Η σύγχρονη επιστήμη καταβάλλει κάθε προσπάθεια να θεραπεύσει τα συμπτώματα, αλλά ποτέ δνε εγείρει την παραμικρή ερώτηση για τα αίτια. Ένα άτομο που εργάζεται όλο και περισσότερο σε μια όλο και πιο επισφαλή και κακοπληρωμένη δουλειά, όντας αλλοτριωμένο απο τα προιόντα της εργασίας του, τις ουσιαστικές επιλογές στη ζωή του και -εσχάτως-και απο το ίδιο του το σώμα, θα είναι φυσιολογικό -και προς τιμήν του- να εμφανίσει συμπτώματα κατάθλιψης. Για να εμφανιστεί φυσικά το πανταχού παρών ευεργετικό κράτος να το «θεραπεύσει», κανονικοποιόντας τα συναισθηματά του με τη χορήγηση φαρμάκων ή με την παρακολούθηση ψυχαναλυτή(7). ϑντίστοιχα, σε ένα κλίμα που αλλάζει βίαια λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας, η ατμοσφαιρική και εδαφική μόλυσνη εκτοξεύεται στα ύψη και τα δασικά περιβάλλοντα γίνονται στόχος αναπτυξιακών έργων, οι διάφοροι «ειδικοί» σπεύδουν να προτείνουν τη δημιουργία εξορθολογισμένων δασικών περιβάλλοντων, όπου θα κυριαρχούν τα είδη που μπορούν να αντέξουν στις νέες συνθήκες – η ακακία, ο κέδρος, ο πλάτανος, το κυπαρίσσι κτλ Σε κάθε περίπτωση, όπως δε θα αμφισβητηθεί το μοντέλλο της ανθρώπινης ζωής, ως αίτιο κατάθλιψης, έτσι δε θα αμφισβητηθεί και η καταστροφική δραστηριότητα του κεφαλαίου και του κράτους. Το κλίμα όμως, όπως και η σύνθεση της ατμόσφαιρας δεν επηρεάζουν μόνο τα δάση: ταυτόγχρονα επηρεάζονται και απο αυτά. Η ύπαρξη δάσους, προκαλεί αύξηση στις βροχοπτώσεις, η απουσία του κάθετη μείωση(8). Ενώ και η σύνθεση της ατμόσφαιρας υφίσταται δραματικές αλλαγές μέσω της αλληλεπιδρασής της με τα φυτά και δένδρα. Η δημιουργία, ή καλύτερα, κατασκευή, ανθεκτικών δασών, με ελάχιστα είδη ανθεκτικά στη μόλυνση και τη ξηρασία , θα επιτέινει και τα φαινόμενα της μόλυνσης και της ξηρασίας. Σε ένα ατέρμονα βρόγχο που δε διακόπτεται παρά μόνο με τη συνολική ερημοποίηση – της φύσης και άρα και της ζωής μας.

ΜΕΤΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 2007 …
Η φωτιά συχνά δεν είναι παρά το πρώτο βήμα στην άλωση του δάσους απο τις δυνάμεις της αγοράς. ϑρχικά η αναδάσωση καλείται να το εξομαλύνει και να το εξημερώσει για να ακολουθήσουν έπειτα είτε οι διάφορες τουριστικές ή ψυχαγωγικές επιχειρήσεις, οι δυνάμεις του κεφαλαίου δηλαδή, ή η κρατική παρέμβαση με τη μετατροπή του σε διαχειριζόμενο και ελεγχόμενο χώρο πρασίνου.
Μετά απο ένα καταστροφικό καλοκαίρι, είναι σημαντικό το φυσικό περιβάλλον να αφεθεί μόνο του να γιατρέψει τις πληγές του. Και μόνο όπου αυτό είναι απαραίτητο (σε ιδιαίτερα υποβαθμισμένα περιβάλλοντα) να υποβοηθηθεί απο αυτόνομες πρωτοβουλίες ανθρώπων. Είναι σε κάθε περίπτωση ανεπίτρεπτο να αφήσουμε τον ίδιο το μηχανισμό που το κατάστρεψε ή το άφησε να καταστραφεί να αναλάβει την αναδασωσή του. Η μόνη ελπίδα για την αναγέννηση των δασών που κάηκαν και τη σωτηρία των υπολοίπων, είναι η απομάκρυνση κάθε κρατικής ή οικονομικής δραστηριότητας απο αυτά.

(1) Ορισμένοι σπόροι για παράδειγμα της αυστραλίας απαιτούν βράσιμο για να βλαστήσουν. Είναι δηλαδή προσαρμοσμένοι να βλασταίνουν μετά απο πυρκαγιές.
(2) Η ανάπτυξη ριζικών συστημάτων απο κάποιους θάμνους τα οποία εμποδίζουν μέσω διαφόρων παθογενών ουσιών την ανάπτυξη άλλων φυτών.
(3) Στην περίπτωση της Πάρνηθας π.χ. μετά το ολοκαύτωμα του Ιούνη, είχαμε την απευθείας ανάθεση της «ανακατασκευής» της σε μέλη του ΣΤΕΑΤ, τις μεγάλες δηλαδή κατασκευαστικές όπως Ακτωρ, ελληνική Τεχνοδομική κ.α. με προβλεπόμενη επένδυση ύψους απο 20-50 εκ. ευρώ.
(4) Βρωμούσα, βρωμοκαρυδιά, βρωμόδεντρο. Φυλλοβόλο δέντρο εισαχθέν απο την Κίνα, κοινό σε εγκατελλειμένα σπίτια, εργοστάσια, υποβαθμισμένες περιοχές. Μοιάζει με φτέρη ή καρυδιά, και οι ρίζες του εκκρίνουν ζιζανιοκτόνες ουσίες. Είδος επεκτατικό, ανθεκτικό και εν δυνάμει καταστροφικό για οποιοδήποτε οικοσύστημα. Στους κήπους ξεριζώνεται πάραυτα.
(5) Στην Σκιρίτιδα ϑρκαδίας, 1976. βλ. ET IN ARCADIA EGO, A.Στεφάνου.
(6) Πρακτική της φυσικής καλλιέργειας, εμπνευσμένης απο τον Fukuoka. Σύμφωνα με την αρχή ότι η φύση αξιωματικά μπορεί να παράγει περισσότερη ζωή και ποικιλλία απο οποιαδήπτε ανθρώπινη παρέμβαση, η φυσική καλλιέργεια προτείνει την ελάχιστη παρέμβαση. Στη φυσική σπορά, σπόροι καλύπτονται απο σβώλους άργιλου και πετιούνται στο χώμα, έτσι ώστε να βλαστήσουν με τις πρώτες βροχές, χωρίς να φαγωθούν ενδιάμεσα απο πουλιά. Ως αναδασωτέα μέθοδος στην ελλάδα, έχει εφαρμοστεί με μάλλον απογοητευτικά αποτελέσματα στη Βεγορίτιδα και με μεγαλύτερη επιτυχία στο Ποικίλλο Όρος.
(7) Είναι χαρακτηριστικό της εποχής μας, η επενεμφάνιση της ψυχής: μέσω των ασθενειών της αυτή τη φορά.
(8) βλ. J.Lovelock «Γαία»

suckerpunch tiltrec@yahoo.gr

Πα 10, 2007

Advertisements