καρότα σε ζαρντινιέρα

Είναι το πορτοκαλί μακρόστενο λαχανικό που αγαπούμε όλοι, το τρώμε μέσα σ’όλα τα φαγητά, τριμμένο ή σε κομματάκια στις σαλάτες, ή και ωμό, είτε με τη φλούδα είτε ξεφλουδισμένο, σαν φρούτο, αλλά το δίνουμε με αγάπη και στα κουνελάκια μας. Τα παραπάνω τουλάχιστον ισχύουν για μένα, αλλά πολύ πιθανόν και για πολλούς από τους αναγνώστες μου. Πώς καλλιεργείται όμως; Η καλλιέργειά του στην πραγματικότητα δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, αλλά υπάρχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες που δεν έχουν άλλα λαχανικά. Πρώτα όμως μία εισαγωγή για το είδος:

Το καρότο ή και καρώτο, με επιστημονική ονομασία Daucus carota (δαύκος ο καρότος), είναι διετές φυτό της οικογένειας των σελινιδώ (apiaceae) ή σκιαδιοφόρω (umbelliferae). Διετές σημαίνει ότι τον πρώτο χρόνο αναπτύσσεται βλαστητικά, ενώ το δεύτερο ανθίζει, καρποφορεί και πεθαίνει, με πλεονέκτημα μεγαλύτερης αποθηκευμένης ενέργειας για μεγαλύτερη τελική ανθοφορία σε σχέση μ’ένα μονοετές, με το μειονέκτημα εντούτοις μεγαλύτερης πιθανότητας θανάτου πριν την αναπαραγωγική ηλικία. Η οικογένεια του καρότου περιλαμβάνει διάφορα άλλα μονοετή, διετή ή σπανιότερα πολυετή φυτά όπως ο μαΪντανός, το σέλινο, ο μάραθος και το δηλητηριώδες κώνειο, που χαρακτηρίζονται από πασσαλώδη ρίζα, μεγάλα σύνθετα φύλλα και άνθη κατά σκιάδια, ταξιανθίες δηλαδή που μοιάζουν με ομπρέλες, μ’όλους τους ποδίσκους των ανθέων να προέρχονται απ’το ίδιο σημείο της κορυφής του ανθοφόρου στελέχους. Συνήθως τα σκιάδια είναι σύνθετα με βράκτια στα γόνατα, που στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι απλοποιημένες εκδοχές των βλαστητικών φύλλων. Η εδώδιμη μορφή του καρότου έχει αρκετές διαφορές απ’την άγρια ώστε να ταξινομείται σε ξεχωριστό υποείδος: το D. c. sativus (ο εδώδιμος). Το κοινότατο αγριοκαρότο του ίδιου είδους μπορεί να βρεθεί σε λιβάδια, διαταραγμένες περιοχές, ξέφωτα και ανοιχτά δάση όλης της Ευρασίας, ενώ έχει εισαχθεί και στη Βόρεια Αμερική. Όπως συμπέρανε και ο ίδιος ο Δαρβίνος, τα εξημερωμένα είδη πουεπιλέγονται για τον τονισμό ενός συγκεκριμένου μέρους του σώματος χρήσιμου για τον άνθρωπο, δε διαφέρουν τόσο πολύ απ’το άγριο αντίστοιχό τους στα υπόλοιπα μέρη τους, και το φυτό αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση. Στα υπέργεια μέρη και στα άνθη μοιάζει αρκετά με το ήμερο, αν και λεπτότερο, η ρίζα του όμως είναι λευκή, λεπτότερη και μικρότερη, ενώ μπορεί να φαγωθεί μόνο στους πρώτους μήνες, επειδή μετά πικρίζει εξαιτίας της μεγάλης περιεκτικότητας σε και γίνεται ινώδης. Το φύλλωμά του επίσης φέρει ουσίες που προκαλούν φυτοφωτοδερματίτιδα σε ευαίσθητα άτομα, ένας παράξενος αμυντικός μηχανισμός κάποιων φυτών κατά τον οποίο όταν το δέρμα ενός ζώου έρχεται σ’επαφή με ορισμένες ουσίες των σπασμένων μερών του, γίνεται υπερευαίσθητο στην υπεριώδη ακτινοβολία.

Τα καρότα ήταν γνωστά στους Αρχαίους Έλληνες μόνο ως άγρια και χρησιμοποιούνταν για φαρμακευτικούς σκοπούς, όπως για τα προβλήματα του πεπτικού συστήματος, ως εμμηναγωγά, ανθελμυνθικά ή διουρητικά. Το ήμερο καρότο πρωτοεμφανίστηκε στην περιοχή του Αφγανιστάν κατά τον 8ο αιώνα μ.Χ., (επομένως αν και πρωτόγονοι οι Αφγανοί, γνώριζαν από συστηματική καλλιέργεια), και μέσω των Μαυριτανών της Ισπανίας ήρθε στην Ευρώπη το 12ο αι., απ’όπου μέσω των Ισπανών πέρασε στους Ολλανδούς το 17ο αι., οι οποίοι έπειτα δημιούργησαν πολλές καλλιεργούμενες ποικιλίες. Έτσι οι σημερινές ποικιλίες του καρότου χωρίζονται σε δύο κύριες ομάδες: στις ανατολικές, εκείνες που προήλθαν απ’την Ασία με σκληρότερες ρίζες μοβ συνήθως χρώματος, αρκετά σπάνιες σήμερα, και στη μεγάλη πληθώρα των δυτικών, που πρωτοδημιουργήθηκαν με επιλεκτικές αναπαραγωγές στην Ολλανδία και μας είναι οι πιο γνωστές.

Το καρότο φέρει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της οικογένειάς του. Έχει έντονη ευθυτενή πασσαλώδη ρίζα, με λιγοστές λεπτότερες ινώδεις, κοντό, σκληρό, κυλινδρικό και πράσινο υπέργειο βλαστό με φύλλα εναλλάξ, κοντά μεταξύ τους ώστε να φαίνονται σπειροειδώς διατεταγμένα σε μορφή ρόδακα, μεγάλα, μακρύμισχα, διπτεροειδή ή τριπτεροειδή, με πολύ λεπτά τμήματα, καλυμμένα με αραιά και σκληρά τριχίδια. Η ανθοφορία γίνεται στο δεύτερο έτος, όταν εμφανίζεται ένας κεντρικός βλαστός στο φυτό ο οποίος ψηλώνει στα 60-200 εκ., ανάλογα με το φυτό και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Ο βλαστός αποτελεί στην πραγματικότητα ένα τεράστιο σύνθετο σκιάδιο, που διακλαδίζεται τρεις ή και περισσότερες φορές μέχρι τα ανθοφόρα σκιάδια. Πρώτα ανοίγει το σκιάδιο της κορυφής, κι έπειτα τα πλευρικά, ώστε η ανθοφορία στο φυτό να διαρκεί συνολικά 30-50 μέρες περίπου, ενώ σε κάθε σκιάδιο η ωρίμανση προχωρά απ’το περιθώριο στο κέντρο (κεντρομόλος). Τα άνθη είναι μικροσκοπικά, λευκά ή υπόλευκα με 5 πέταλα, 5 σέπαλα στον κάλυκα και 5 στήμονες. Είναι πρώτανδρα, δηλαδή η ωρίμανση των ανθήρω με την αποβολή της γύρης προηγείται της δεκτικότητας των θηλυκών στιγμάτων του ίδιου άνθους, ώστε ν’αποφεύγεται η αυτεπικονίαση. Το νέκταρ προσελκύει πολλούς επικονιαστές, γι’αυτό το ανθισμένο καρότο θεωρείται ωφέλιμο και γι’άλλα ανθοφόρα φυτά δίπλα του. Μετά την ανθοφορία σχηματίζονται οι καρποί, και τα πρώην ημισφαιρικά σκιάδια συστέλλονται σε κοίλο σχήμα, ώστε να σπάσουν και να μεταφερθούν μακριά με τον άνεμο ευκολότερα. Κάθε καρπός είναι χωρισμένος σε δύο ημισφαιρικά αχένια με την επίπεδη πλευρά προς το σημείο επαφής τους, ελαφρώς καλυμμένα με μικρά αγκάθια. Ο σπόρος του καρότου που φυτεύουμε συνήθως είναι ο καρπός ή φέρει μέρη του καρπού, μιας και είναι δύσκολος ο διαχωρισμός τους.

Το βασικό σχήμα της ρίζας ή ριζοκόνδυλου του καρότου είναι κωνικό και μακρόστενο, πάνω στο οποίο έχουν δημιουργηθεί πάμπολλες ποικιλίες, άλλες λεπτότερες, άλλες παχύτερες, άλλες μακρύτερες, ακόμα και σχεδόν σφαιρικές για σκληρά εδάφη. Τα χρώματα επίσης ποικίλουν εκτός από το γνωστό πορτοκαλί σε κίτρινο, κόκκινο, ιώδες ή λευκό. Ο φλοιός της ρίζας, ο οποίος είναι παχύτερος στα καλλιεργούμενα καρότα, αποθηκεύει το νερό, τα θρεπτικά συστατικά, τα σάκχαρα και το β καροτένιο που δίνει το πορτοκαλί χρώμα, με μικρότερο ποσοστό άλλων καροτενοειδών που δίνουν άλλες αποχρώσεις. Ο σκληρότερος και σκουρότερος κύκλος στο κέντρο της τομής μιας ρίζας καρότου είναι το ξύλωμα, ο αγωγός ιστός που μεταφέρει νερό προς τα φύλλα, το οποίο φαίνεται καλύτερα σε ανοιχτόχρωμες ποικιλίες. Η θρεπτική αξία του καρότου είναι μεγάλη. Σε 100 γραμμάρια φρέσκου καρότου περιέχονται: ενέργεια 41 θερμίδες, 9,6 γραμ. υδατανθράκων (σάκχαρα 4,7 γραμ., φυτικές ίνες 2,8 γραμ.), 0,24 γρ. λίπος, 0,93 γρ. πρωτεϊνη, 8285 mg β καροτένιο (77%) και 256 mg λουτεΐνη και ζεαξανθίνη (άλα καροτενοειδή), που αντιστοιχούν σε 835 mg βιταμίνη α (104%), 0,066 mg (6%) θιαμίνη ή βιταμίνη β1, 0,058 mg (5%) ριβοφλαβίνη ή βιταμίνη β2, 0,983 mg (7%) νιασίνη ή βιταμίνη β3, 0,273 mg (5%) παντοθενικό οξύ ή βιταμίνη β5, 0,138 mg (11%) βιταμίνη β6, 19 mg (5%) φυλλικό οξύ ή βιταμίνη β9, 5,7 mg (7%) βιταμίνη c, 0,66 mg (4%) βιταμίνη ε, 33 mg (3%) ασβέστιο, 0,3 mg (2%) σίδηρος, 12 mg (3%) μαγνήσιο, 0,143 mg (7%) μαγγάνιο, 35 mg (5%) φώσφορος, 320 mg (7%) κάλιο, 69 mg (5%) νάτριο, 0,24 mg (3%) ψευδάργυρος, και φθόριο 3,2 μικρογραμμάρια. Απ’ό,τι βλέπουμε δηλαδή, το καρότο είναι αρκετά θρεπτικό σε σχέση μ’άλλα λαχανικά που είναι κυρίως νερό, όπως κολοκύθες, αγκούρια ή συγκεκριμένες υδαρές ποικιλίες μαρουλιού, ωστόσο δεν είναι τροφή που από μόνη της μπορεί να συντηρήσει έναν άνθρωπο, εξαιτίας του σχετικά μικρού ποσοστού υδατανθράκων σε σχέση μ’αυτό που χρειαζόμαστε. Ο μεταβολισμός του β καροτενίου σε βιταμίνη α γίνεται ατελώς στο λεπτό έντερο, και μεγάλο ποσοστό του καροτενίου αποβάλλεται αμεταβόλιστο, οπότε δηλητηρίαση από βιταμίνη α από καρότα είναι αδύνατη. Δυνατή είναι ωστόσο η εναπόθεση καροτενοειδών στο δέρμα (καροτένωση), κάνοντάς το πορτοκαλί, είτε από φαρμακευτική χορήγησή τους για τη θεραπεία ασθενειών που προκαλούν φωτοευαισθησία είτε από την υπερβολική κατανάλωση καρότων. Για να πάθει όμως κάποιος καροτένωση από καρότα θα πρέπει να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες καρότου σταθερά καθημερινά για αρκετό καιρό. Αυτό δεν είναι τόσο απίθανο όπως φαίνεται, μιας και πολλοί καταναλώνουν καρότα για τις σχεδόν υπερφυσικές αποδιδόμενες ιδιότητές τους, ή προς αντικατάσταση πιο «ανθυγιεινών τροφών». Υπάρχουν ακόμα και περιπτώσεις
Εθισμού στα καρότα.
Γενικά κάποιος μπορεί να εθιστεί από οτιδήποτε, υπολογιστές, αυνανισμό, οπότε δε θα πρέπει να μας φαίνεται παράξενο κι αυτό. Τα καροτενοειδή έπειτα, ως λιποδιαλυτές ενώσεις, αργούν να αποβληθούν απ’το στόμα, γι’αυτό η καροτένωση απέρχεται αρκετό καιρό μετά τη διακοπή της λήψης καροτενοειδών, ως και εξάμηνο από χοντρότερα και πιο κερατινωμένα μέρη του δέρματος όπως οι παλάμες και τα πέλματα. Η καροτένωση ωστόσο θεωρείται καλοήθης κατάσταση και δεν προκαλεί κάτι αρνητικό στον οργανισμό. Καροτενοειδή μέσω της διατροφής σε μικροποσότητες πάντως έτσι κι αλλιώς εναποτίθενται στο δέρμα, τα οποία συμβάλλουν στο χρώμα του και το προστατεύουν κατά της υπεριώδους ακτινοβολίας.

Τα καροτενοειδή γενικότερα είναι διαδεδομένες βιολογικές χρωστικές σε διάφορους ζωντανούς οργανισμούς, κι εκτός από τα κίτρινα και τα πορτοκαλί πολλών φυτικών μερών, χρωματιζουν μύκητες, έντομα, ψάρια, μαλάκια, αμφίβια, ερπετά και πουλιά, όπου συνήθως εισέρχονται μέσω της διατροφής. Τα θηλαστικά, ως ιστορικά νυκτόβια, έχουν απλοποιήσει το σύστημα χρωματισμού τους και τα χρησιμοποιούν πολύ λιγότερο. Στα ερπετά και τα πουλιά ωστόσο είναι πολύ σημαντικό μέρος του χρωματισμού, γι’αυτό κι ο αλμπινισμός σ’αυτά τα ζώα δεν επηρεάζει τα κίτρινα, τα κόκκινα και τα πορτοκαλί. Η περιεκτικότητα καροτενοειδών στη διατροφή επίσης τα επηρεάζει πολύ ευκολότερα, γι’αυτό και οι εκτροφείς πτηνών ταΐζοντας καρότα ή άλλα πλούσια σε καροτενοειδή τρόφιμα στα ζώα τους επιτυγχάνουν πιο ζωηρά χρώματα ή εντονότερο χρώμα του κρόκου των αυγών.

Έχουμε συνδυάσει τα καρότα με τα κουνέλια, αλλά, ως συννήθως, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως νομίζουμε. Τα καρότα είναι πράγματι ωφέλιμα για τα κουνέλια, μιας και η σκληρότητά τους τα βοηθά να γυμνάζουν τα σαγόνια τους και να φθείρουν τα δόντια τους, που αναπτύσσονται συνεχώς, και προφανώς είναι πολύ νόστιμα αφού τα προτιμούν πολύ σε σχέση μ’άλλα λαχανικά. Ωστόσο η συχνή κατανάλωση καρότου δεν είναι και τόσο ωφέλιμη, αφού τα σάκχαρα που περιέχονται είναι υψηλότερα σε σχέση με τις συνήθεις τροφές των κουνελιών, κι αυτό ενδέχεται να προκαλέσει διαταραχές στο ευαίσθητο πεπτικό τους σύστημα. Τα φύλλα του καρότου είναι πολύ καταλληλλότερα, όπως κάθε άλλο χόρτο. Τα φύλλα επίσης τρώγονται κι απ’τον άνθρωπο (έχουν γεύση μεταξύ μαϊντανού και καρότου) όταν είναι φρέσκα, αλλά πάλι είναι σκληρά σε σχέση μ’άλλα λαχανικά.

Όσον αφορά την καλλιέργεια, το καρότο θεωρείται λαχανικό της ψυχρής περιόδου, με ιδανική θερμοκρασία ννάπτυξης μεταξύ 15 και 20 βαθμών Κελσίου. Οι χαμηλότερες θερμοκρασίες επιβραδύνουν την ανάπτυξη, ενώ οι υψηλότερες για μεγάλο χρονικό διάστημα ευνοούν την εμφάνιση ασθενειών. Τα καρότα μπορούν να σπαρούν οποιαδήποτε εποχή του χρόνου, εκτός προφανώς απ’το βαρύ χειμώνα, αλλά για τα ήπια κλίματα προτιμάται η σπορά από το τέλος τυ καλοκαιριού ως μέσα στο φθινόπωρο, ενώ για τα ψυχρά από την άνοιξη ως τη μέση του καλοκαιριού. Η θέση για τα καρότα θα πρέπει να εκτίθεται στον ήλιο, αν και το λαχανικό αυτό αντέχει λίγο περισσότερο την ημισκιά από άλλα λαχανικά ρίζας, με χώμα πολύ καλά δουλεμένο, με όσο το δυνατόν λιγότερα χαλίκια, πέτρες ή σβόλους που μπορεί να εμποδίσουν τη καλή ανάπτυξη της ρίζας για βάθος τουλάχιστον 20-30 εκ., και με αρκετή ποσότητα αναμεμειγμένης καλοχωνεμένης κοπριάς ή κομπόστ. Το ph του εδάφους για τη βέλτιστη ανάπτυξη θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 6-6,5, δηλαδή ελαφρώς όξινο. Οι σπόροι θα πρέπει να τοποθετηθούν σε βάθος 0,5-1 εκ., κι αν βρίσκονται σε σειρές αυτές θα πρέπει νά’χουν απόσταση μεταξύ τους 20-25 εκ. Οι σπόροι σε μέσες θερμοκρασίες φυτρώνουν σε 7-10 μέρες, και τα πρώτα φύλλα μετά τις κοτυληδόνες εμφανίζονται στις 14 περίου ημέρες, ενώ το αρχικό ριζίδιο αποκτά ελαφρώς μεγαλύτερο πάχος απ’την αρχή. Σ’εκείνο το στάδιο τα φυτά θα πρέπει ν’αραιωθούν σε απόσταση 7-10 εκ. μεταξύ τους στη σειρά, ή προς οποιαδήποτε κατεύθυνση αν βρίσκονται σε τετράγωνο. Με αραίωση σε κοντινότερη απόσταση θα μπορούσαν να χωρέσουν περισσότερα καρότα στον ίδιο χώρο, αλλ’έτσι ευνοείται η γρηγορότερη εξάπλωση ασθενειών. Επειδή η ανάπτυξή τους είναι πολύ αργή, τα ζιζάνια προλαβαίνουν κι αναπτύσσονται παντού, γι’αυτό θα χρειάζονται αρκετά προσεκτικά ξεβοτανίσματα, ιδίως στην αρχή. Λίπανση μπορεί να γίνει ελαφριά δύο ακόμα φορές κατά τη διάρκεια της περιόδου ανάπτυξης με ισορροπημένο λίπασμα ή πρόσθεση λίγου οργανικού λιπάσματος. Το υπερβολικό άζωτο, όπως σ’όλα τα λαχανικά, προκαλεί πυκνή αλλά αδύναμη ανάπτυξη και αρκετά αδύναμη ρίζα καλυμμένη με πολλές νηματοειδείς (τριχωτή) σ’αυτό το είδος. Μπορεί να χρειαστούν περιοδικά σκαλίσματα για τον αερισμό του χώματος, τα οποία δε θα πρέπει να γίνονται βαθύτερα από 3 εκατοστά, για να μην τραυματιστούν οι ρίζες, και πάλι με πολλή προσοχή. Εάν οι βάσεις των ριζών εκτεθούν στο φως, θα πρασινίσουν (μία απ’τις σπάνιες περιπτώσεις που η ρίζα γίνεται φωτοσυνθετική), το οποίο πρέπει ν’αποφεύγεται, επειδή υποβαθμίζεται η γεύση του καρότου, γι’αυτό κάθε εκτεθημένο καρότο θα πρέπει να σκεπάζεται με χώμα αμέσως. Τα καρότα αργούν να ωριμάσουν σε σχέση μ’άλλα λαχανικά ρίζας, και συνήθως συγκομίζονται σε 3-6 μήνες μετά τη σπορά με απλή εκρίζωση διά χειρός, που μετά από ένα καλό πότισμα θά’ναι πολύ εύκολη στο άλλωστε μαλακό χώμα όπου αυτά βρίσκονται, με μικρότερα αλλά τρυφερότερα καρότα στους πρώτους μήνες και μεγαλύτερα αλλά σκληρότερα αργότερα. Μια διάμετρος 2,5 εκατοστών στη βάση της ρίζας για τις κοινές ποικιλίες είναι καλό μέγεθος για συγκομιδή. Η αφαίρεση του φυλλώματος είναι σημαντική, διότι αλλιώς το νερό, τα θρεπτικά συστατικά και τα σάκχαρα θα συνεχίζουν να μεταφέρονται στα φύλλα (ζωντανά είναι τα καρότα και κάθε φρέσκο λαχανικό, μην το ξεχνάται), με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της γεύσης, της υφής και της θρεπτικής αξίας των καρότων. Τα καρότα έπειτα μπορούν να αποθηκευθούν σε θερμοκρασία 5-10 βαθμών με υγρασία 90-95% ως και για 10 μήνες.Στο ψυγείο συνήθως κρατούν για πολύ καιρό. Σε υψηλότερες θερμοκρασίες με αρκετή υγρασία ενεργοποιούνται και ξεκινούν την ανάπτυξη, με νέα φυλλαράκαι στην κορυφή κι ανάπτυξη λεπτών νηματοειδών ριζών πάνω τους, κάτι που έχω παρακολουθήσει αρκετές φορές. Παλιά τ’αποθήκευαν, όπως κι άλλα ριζώδη λαχανικά, μέσα σε άμμο στο πιο δροσερό μέρος της αποθήκης ή σε κάποιοδ ροσερό μέρος στο έδαφος. Καρότα θα πρέπει ν’αφεθούν για το δεύτερο χρόνο μόνο εάν είναι επιθυμητή η παραγωγή σπόρου, γιατί ως προς την εδωδιμότητά τους θά’ναι εντελώς άχρηστα τότε που η ρίζα θά’χει ξοδέψει όλα τα σάκχαρά της, ώστε να γίνει ινώδης και σκληρή.

Τα καρότα μπορούν να προσβληθούν από τις γνωστές ασθένειες που προσβάλλουν το φύλλωμα άλλων λαχανικών, στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως υπάρχουν και σημαντικές ασθένειες που επηρεάζουν τη ρίζα. Από έντομα, η προνύμφη της μύγας του καρότου Psila rosae και η προνύμφη του εντόμου Agriotes lineatus ή σιδηροσκώληκας μπορούν να σκάψουν σύρραγγες μέσα στη ρίζα. Οι νηματώδεις του γένους Heterodera προκαλούν παραμορφώσεις στις ρίzες. Επίσης το βακτήριο Erwinia carotovora και οι μύκητες Sclerotinia sclerotiorum και Alternaria radicicola μπορούν να προκαλέσουν σήψη της ρίζας. Δυστυχώς ο έγκαιρος εντοπισμός τους είναι δύσκολος εξαιτίας της υπόγειας θέσης του προβλήματος, και συχνά, εφόσον εντοπιστούν, δε μπορούν να θεραπευτούν ακόμα και με φάρμακα. Ως προληπτικά μέτρα προτείνονται η μεγαλύτερη απόσταση φύτευσης, ώστε να εμποδίζεται όσο γίνεται η μετάδοση της ασθένειας μεταξύ των καρότων, και η αποφυγή καλλιέργειας σε πολύ θερμό καιρό. Εάν εμφανιστεί κάποια ασθένεια, συχνά το καλύτερο μέτρο αποφυγής της είναι η αμοιψισπορά, η σπορά δηλαδή κάποιου άλλου λαχανικού στον τόπο των καρότων και η σπορά των καρότων κάπου αλλού. Εναλλακτικά, το έδαφος μπορεί να απολυμανθεί με τα ανάλογα χημικά παρασκευάσματα πριν τη σπορά. Τα καρότα επίσης μπορούν να σκάσουν με κάθετες ραγάδες από τη μεγάλη παραμονή στο έδαφος, ιδίως σε συνδυασμό με υψηλότερες θερμοκρασίες και προσωρινές ξηράνσεις, ή να διακλαδιστούν ή να πάρουν παράξενα σχήματα σε έδαφος που δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένο, κάτι που μπορεί να περιοριστεί σε περιπτώσεις υπερβολικά δύσκολου εδάφους με την επιλογή βραχύτερων ποικιλιών.

Το καρότο μπορεί θεωρητικά να καλλιεργηθεί και σε γλάστρα, αρκεί αυτή νά’χει βάθος τουλάχιστον 25-30 εκ. για τις κανονικές ποικιλίες, με παρόμοιες καλλιεργητικές μεθόδους όπως στο έδαφος αλλά σε μικρογραφία, αν κι εδώ η αποστράγγιση είναι σημαντικότερη, ενώ τα προβλήματα τω ζιζανίων συνήθως δεν υπάρχουν.

Η δική μου εμπειρία με τα καρότα ήταν και τις δύο φορές σκέτη αποτυχία. Τα είχα σε γλάστρα, κι επειδή νόμιζα πως αναπτύσσονται γρήγορα όπως άλλα λαχανικά, τα έβγαζα αρκετά νωρίς με αποτέλεσμα να’ναι πολύ μικρές οι ρίζες. Ο πατέρας μου πρόσφατα φύτεψε καρότα σε τεράστια ζαρντινιέρα, τα οποία στον καιρό της συγκομιδής είχαν ρίζες μαλακωμένες και σαπισμένες, προφανώς από κάποια ασθένεια. Ίσως η ασθένεια αυτή να μην εμφανίστηκε στη γλάστρα, αλλά να προήλθε από το πρότερο περιβάλλον των φυτών, γιατί τα καρότα δε σπάρθηκαν εξαρχής στο ίδιο μέρος, αλλά μεταφυτεύτηκαν από κήπο. Σε κήπους έχω συναντήσει περιπτώσεις που το χώμα δεν ήταν καλό, όχι απλώς πετρ΄δες, αλλά και αλίπαστο, και τα καρότα έπαιρναν άσχημα σχήματα ή τραυματίζονταν. Άλλοι ωστόσο παράγουν κανονικά καρότα. Πιθανόν με την κατάλληλη προετοιμασία του εδάφους και την παρακολούθηση της ανάπτυξης και της υγείας των φυτών η καλλιέργειά τους να μην έχει μεγαλύτερη δυσκολία απ’αυτήν άλλω λαχανικών.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το καρότο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το αγριοκαρότο
καλλιέργεια καρότου 1
καλλιέργεια καρότου 2
καλλιέργεια καρότου 3

Advertisements