Μεγάλο δέντρο στη Σχολή Τυφλών της Θεσσαλονίκης.

Φύλλωμα χαμηλότερου κλαδιού γειτονικού δέντρου.

Άνθη από Βικιπαίδεια, δεν πρόλαβα να τα φωτογραφίσω εγώ, γι’αυτό.

Το κοινότατο αυτό δέντρο της χώρας μας, που κανονικά δεν είναι αυτοφυές, το αποκαλούμε συχνά ακακία, αν και στην πραγματικότητα δεν ανήκει στο μεγάλο γένος της ακακίας, βρίσκεται όμως στην ίδια οικογένεια των κιυαμιδών (fabaceae), μαζί με τις ακακίες, τις μιμόζες, τα όσπρια και παρόμοια φυτά με ψυχόμορφα άνθη, πτεροειδή φύλλα και συμβιωτικά αζωτοδεσμευτικά βακτήρια στο ριζικό τους σύστημα, και λόγω ομοιότητας με τις γνήσιες ακακίες πήρε το λάθος αυτό όνομα. Η κοινότερη ακακία που μπορεί να βρεθεί στην Ελλάδα αποκαλείται συνήθως γαζία, με επιστημονικό όνομα Acacia farnesiana, κι αυτή εισαγόμενο είδος. Την ψευδακακία έφερε στην Ελλάδα ο Όθωνας, μαζί με όχι και τόσο ωφέλιμα δέντρα όπως η
Βρωμοκαρυδιά
Για καλλωπιστικούς σκοπούς. Αν και δεν αποδείχθηκε τόσο καταστροφική, εντούτοις ορισμένοι ανησυχούν για την επέκτασή της στο ελληνικό οικοσύστημα. Είναι τόσο ανθεκτικό είδος ώστε σήμερα μπορεί να βρεθεί άγριο σε πολλά μέρη της Ελλάδας, ενώ φυτεύεται συστηματικά σε πάρκα, δενδροστοιχίες, μεγάλους κήπους και παρτέρια πόλεων, διότι αντέχει πολύ στις κακουχίες και στην ατμοσφαιρική ρύπανση.
Το δέντρο κατάγεται απ’τις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, από μια έκταση από την Πενσιλβάνια ως τη βόρεια Γεωργία και δυτικά ως το Αρκάνσας και την Οκλαχόμα, αλλά πλέον μπορεί να βρεθεί σε πολύ μεγαλύτερη έκταση της χώρας αυτής. Πέρα από την Ευρώπη έχει εισαχθεί στην Ασία και στη Νότια Αφρική, όπου θεωρείται ανεπιθύμητο εξαιτίας της γρήγορης εξάπλωσής του. Για Αυστραλία δε βρήκα τίποτα, αλλά αν εισαγόταν εκεί σίγουρο είναι πως θα εξαπλωνόταν γρήγορα προκαλώντας προβλήματα. Η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία έφτασε το φυτό δεν ήταν άλλη απ’αυτήν που ίδρυσε της αποικίες στην Αμερική, η Βρετανία δηλαδή, το 1636. Στην Αμερική το δέντρο έχει το κοινό όνομα «black locust”, δηλαδή μαύρη ακρίδα, μια επινόηση των Ιησουιτών ιεραποστόλων που παρομοίαζαν το δέντρο μ’αυτό που υποτίθεται πως συντηρούσε τον Ιωάννη το Βαπτιστή στην έρημο. Εδώ θ’αναρωτηθείτε αν τελικά έτρωγε δέντρο ή ακρίδες αυτός ο ερημίτης. Δεν έχουμε σαφείς πληροφορίες γι’αυτό, μιας και ορισμένοι σχολιαστές ερμήνευσαν τις ακρίδες ως τις άκρες των βλαστών ενός δέντρου. Εάν ο Ιωάννης έτρωγε τελικά κάτι από δέντρο, αν ο ίδιος υπήρχε, πιθανότατα το δέντρο αυτό νά’ταν η χαρουπιά (Ceratonia siliqua), που ενδημεί στη Μέση Ανατολή.
Το δέντρο είναι πυκνό και ταχείας ανάπτυξης. Συνήθως φτάνει τα 25-30 μέτρα σε ύψος με μέγιστη διάμετρο κορμού τα 80 εκατοστά, αλλά γηραιά δέντρα 50 μέτρων με διάμετρο 1,6 μέτρα δεν είναι άγνωστα. Τα ξυλώδη μέρη του φυτού είναι ανθεκτικά και δύσκαμπτα, με βαθιά αυλακωτό γκριζοκαφέ φλοιό που αποσπάται δύσκολα απ’το δέντρο. Όπως όλα τα φυλλοβόλα της οικογένειας, τα χειμερινά μάτια του συγκεκριμένου είδους είναι γυμνά και μικροσκοπικά, ανά 3-4 σε μικρές κοιλότητες του βλαστού, καλυμμένα μ’ένα λέπι από το υποτείνον φύλλο που έπεσε, χνουδωτό στο εσωτερικό. Κατά το σχηματισμό τους δε φαίνονται, διότι είναι προστατευμένα στο εσωτερικό της ελαφρώς διογκωμένης βάσης του μίσχου τουβ φύλλου. Η ανάπτυξη ξεκινά σχετικά αργά μέσα στην άνοιξη, εδώ στη Θεσσαλονίκη μέσα στον Απρίλιο. Αρχικά η νέα ανάπτυξη καλύπτεται με ψιλό ασιμωπό προστατευτικό χνούδι, το οποίο όμως γρήγορα πέφτει. Οι βλαστοί αρχικά είναι ανοιχτοπράσινοι, καθώς όμως προχωρά το καλοκαίρι και σχηματίζεται το περίδερμα κατά την ξυλοποίησή τους, γίνονται κοκκινοκαφέ. Τα έντονα ανοιχτοπράσινα σύνθετα πτεροειδή φύλλα είναι διατεταγμένα εναλλάξ, μήκους 10-25 εκ. με 9-19 ωοειδή απλά και λεπτά φυλλάρια, μήκους 2-5 εκ. και πλάτους 1,5-3 εκ. Από τα παράφυλλα της βάσης του φύλλου σχηματίζονται δύο σκληρά τριγωνικά και μυτερά αγκάθια, μήκους 1-2 χιλ. ή και ανύπαρκτα στους βλαστούς της κώμης του δέντρου, αλλά ως και 2 εκ. σε έντονα αναπτυσσόμενους βλαστούς της βάσης ή νεαρών δέντρων, προφανώς για μεγαλύτερη προστασία από χορτοφάγα. Τα αγκάθια μπορεί να παραμείνουν στο φλοιό για χρόνια, αλλά σπάζουν εύκολα. Τα άνθη εμφανίζονται μετά τα φύλλα, σε πυκνές κρεμαστές βοτρυοειδείς ταξιανθίες μήκους 8-20 εκ., και είναι επιμήκη ως και τα 2,5 εκ. με 5 πέταλα συνενωμένα στη βάση τους, πεντασέπαλο συνενωμένο κάλυκα, 10 στήμονες, εκ των οποίων οι 9 είναι συνενωμένοι κι ο ένας ελεύθερος όπως σ’άλλα μέλη της οικογένειας, και εξέχοντα στύλο. Είναι νεκταροφόρα με γλυκό άρωμα που μυρίζει από απόσταση, ώστε να προσελκύουν διάφορους επικονιαστές. Η ανθοφορία γίνεται στο διάστημα Μαΐου-Ιουνίου, και παρόλο που το δέντρο είναι φορτωμένο με άνθη, διαρκεί περίπου 10 ημέρες. Εδώ στη Θεσσαλονίκη έχουμε ανθοφορία νωρίς το Μάιο, λίγο πριν τις αγγελικές (Pittosporum japonicum). Τα περισσότερα άνθη μιας ταξιανθίας δε γονιμοποιούνται, αλλά όσα γονιμοποιούνται σχηματίζουν χέδροπες (φασολάκια) πεπλατυσμένους μήκους 5-10 εκατοστών με 4-10 σπόρους μεγέθους και σχήματος φακής, που ωριμάζουν το φθινόπωρο. Πολλοί καρποί παραμένουν στο φυτό και για την επόμενη χρονιά, μπορεί και περισσότερο. Τα φύλλα κιτρινίζουν και πέφτουν αργά το φθινόπωρο. Το φυτό δημιουργεί εύκολα παραφυάδες, χάρη στις οποίες αναγεννάται γρήγορα μετά από πυρκαγιά ή υλοτόμηση.
Πέρα απ’την καλλιέργειά του ως καλλωπιστικό, το δέντρο έχει κι άλλες χρήσεις. Τα άνθη του είναι πολύ καλή πηγή μελιού, αν και η παραγωγή δεν είναι σταθερή διότι η ποσότητα της ανθοφορίας μεταβάλλεται κάθε χρόνο. Στη Γαλλία, όπου το δέντρο αυτό έχει εισαχθεί από παλιά, το μέλι αυτό (μέλι ακακίας) παράγεται σε μεγάλες ποσότητες. Τα άνθη επίσης τρώγονται ωμά – έχω φάει κι εγώ -, με γεύση μεταξύ ωμού ρεβυθιού, αφού ανοίκουν στην ίδια οικογένεια, και μελιού απ’το νέκταρ. Γενικά ο χυμός του φυτού έχει μυρωδιά μεταξύ χόρτου και φρέσκου οσπρίου, πιο γλυκιά στα φύλλα και πιο πικρή στους νεαρούς βλαστούς. Το ξύλο του δέντρου είναι κιτρινωπό, πολύ σκληρό και ανθεκτικό στο σάπισμα χάρη στα φλαβονοειδή που περιέχει, και ως εκ τούτου είναι κατάλληλο για την επιπλοποιία, την κατασκευή δαπέδων, περιφράξεων, οικοδομημάτων, αλλά και θεμελιακών ή υπόγειω κατασκευών, ακόμα και σε τόπους με υγρασία, όπου μπορει να διατηρηθεί και για πάνω από 100 χρόνια στο υγρό έδαφος. Η ψευδακακία είναι πλήρως ανανεώσιμη πηγή ξυλίας με μεγάλη αναγεννητική ικανότητα και γρήγορη ανάπτυξη που θα μπορούσε ν’αντικαταστήσει την καταστρεπτική υλοτόμηση για σκληρή ξυλεία στα τροπικά δάση. Το ξύλο της είναι επίσης κατάλληλο για καύση, αφού σιγοκαίει δίνοντας πολλή ζέστη με λίγη φλόγα και καπνό. Πειραματικά ακόμα γίνεται η καλλιέργειά του για βιοκαύσιμο, μιας και ευδοκιμεί σε εδάφη άγονα για άλλες καλλιέργειες και αυξάνει γρήγορα σε βιομάζα. Η καλλιέργειά του σε μεγάλη κλίμακα για ξυλεία στην Αμερική είναι δύσκολη, εξαιτίας της παρουσίας του πολύ δύσκολου στην καταπολέμηση φυσικού εχθρού του, του σκαθαριού Megacyllene robiniae, οι προνύμφες του οποίου σκάβουν μέσα στον κορμό εξασθενώντας σοβαρά το δέντρο. Η ενήλικη φάση του εντόμου τρέφεται στα άνθη του σύνθετου γένους Solidago, σπάνιου εκτός Αμερικής, οπότε το σκαθάρι αυτό δε μπορεί να εξαπλωθεί σ’άλλες ηπείρους.
Ως ψυχανθές, στις ρίζες του φέρει ειδικές δομές, τα φυμάτια, που στεγάζουν συμβιωτικά αζωτοδεσμευτικά βακτήρια του γένους Rhizobium, τα οποία παρέχουν στο φυτό οργανικές ενώσεις του αζώτου απευθίας απ’τον ατμοσφαιρικό αέρα, έτσι το φυτό δεν εξαρτάται από αζωτούχα εδάφ για την ανάπτυξή του. Τα πλούσια σε άζωτο έπειτα αποβληθέντα μέρη του φυτού σαπίζοντας προσφέρουν στο υπόλοιπο οικοσύστημα αυτό το πολύτιμο θρεπτικό συστατικό. Η ανθοφορία του προσελκύει διάφορα είδη επικονιαστικών εντόμων, και το πυκνό φύλλωμα προσφέρει κρυψώνα και περιοχές φωλιάσματος για διάφορα ζώα και πουλιά. Παρόλα αυτά η παρουσία του δεν είναι πάντοτε ωφέλιμη όπου εισάγεται. Η γρήγορή του εξάπλωση μπορεί να εκτοπίσει άλλα φυτικά είδη, εκ των οποίων ορισμένα είναι πολύ σημαντικά για το εκάστοτε οικοσύστημα, και γενικώς ν’αλλοιώσει τον τοπικό χαρακτήρα του οικοσυστήματος, αν κι ακόμα οι πραγματικές του συνέπειες δεν είναι απολύτως γνωστές. Συχνά στην Ελλάδα προτείνεται ως δέντρο για αναδασώσεις, ως περισσότερο ανθεκτικό στην ξηρασία και στη φωτιά, αλλά μ’αυτόν τον τρόπο το αρχικό μεσογειακό δάσος συρρικνώνεται όλο και περισσότερο. Τα φύλλα του φυτού προστατεύονται απ’τα έντομα με πολλά φλαβονοειδή, όπως την ακακετίνη, την απιγένίνη, τη διοσμετίνη, και τη λουτεολίνη. Οι καρποί και οι σπόροι είναι τοξικοί, με κύρια ουσία την τοξαλβουμινοροβίνη, και ως μεταβολίτη τη μη τοξική ροβινίνη, αν και οι τοξίνες απενεργοποιούνται με το μαγείρεμα,
Όπως και μ’άλλα όσπρια,
οπότε θεωρητικά οι καρποί μπορούν να καταναλωθούν. Ο φλοιός και τα φύλλα είναι επίσης τοξικά για κάποια ζώα, όπως τα άλογα. Τα συμπτώματα της δηλητηρίασης ξεκινούν μια ώρα μετά την κατανάλωση στο άλογο, με ανορεξία, κατάπτωση, ακράτεια, κωλικό, αδυναμία και καρδιακή αρρυθμία. Απ’ό,τι έχω καταλάβει ψάχνοντας για διάφορα φυτικά είδη, τα άλογα δηλητηριάζονται εύκολα από πολλά φυτά. Τα κουνέλια ωστόσο, όπως έχω ψάξει, δεν επηρεάζονται απ’τα φύλλα. Εγώ ταΐζω συστηματικά με τέτοια φύλλα τα
Κουνέλια μου,
Σε συνδυασμό όμως με διάφορα άλλα φυτά. Έχωπαρατηρήσει ότι, αν και τρώνε αρκετά γρήγορα τα φυλλάρια και τα άνθη, αφήνουν τους μίσχους, τους βλαστούς, και τους καρπούς, τα οποία μάλλον περιέχουν δύσγευστες ή τοξικές ουσίες γι’αυτά. Η περιεκτικότητα των φύλλων σε πρωτεΐνη είναι υψηλή.
Μέχρι πρόσφατα πίστευα ότι η ψευδακακία, που νόμιζα πως ανήκε στο ίδιο γένος με την ακακία εξαιτίας της παραπλανητικής κοινής ονομασίας της, είναι ενδημικό της Ελλάδας, αφού την έχω βρει σε οποιοδήποτε άγριο μέρος. Στο Χωριό μου για παράδειγμα, στους Πύργους Κοζάνης, το δέντρο αυτό φυτρώνει παντού στις άγονες πλαγιές των ξερών ψηλότερων λόφων από πετρώδες κοκκινόχωμα, μαζί με διάφορα ετήσια και λιγότερα πολυετή ποώδη. Σε λιγο λιγότερο απότομες τοποθεσίες, συναντάται σε ίσους αριθμούς με τη φτελιά ή καραγάτσι (Ulmus minor). Μπορεί να βρεθεί σε όλες τις ηλικίες και τα μεγέθη, και φαίνεται πλήρως ανθεκτικό στην έντονη ζέστη και ξηρασία του καλοκαιριού, αλλά και στα κρύα και τα χιόνια του χειμώνα. Λιγότερα δέντρα υπάρχουν σε υγρότερες περιοχές, όπως κοντά στο ποτάμι. Είναι τόσα πολλά, ώστε παραπλανούν κάποιον εύκολα πως πρόκειται για αυτοφυές είδος. Μπορούμε να πούμε πως έχουν ενταχθεί στο τοπικό οικοσύστημα, ή τουλάχιστον στην παρηκμασμένη και διαταραγμένη μορφή του.
Αν και το γένος Robinia σήμερα είναι, ή μάλλον μέχρι πρόσφατα ήταν, αποκλειστικά βορειοαμερικανικό, υπήρχε και στην Ευρώπη όπως μαρτυρούν απολιθώματα από το Μειόκαινο. Επειδή τα σημερινά ζώα στην Αμερική που το τρώνε είναι λίγα, αν και το φυτό φαίνεται καλά προσαρμοσμένο για εκτεταμένη βόσκηση, πιθανολογείται πως τρωγόταν συστηματικά από τους μαστόδοντες, προβοσκιδωτά ζώα παρόμοια με τα μαμούθ που εξαφανίστηκαν πριν 10.000 χρόνια από τη Β. Αμερική, πιθανότατα με τη συμβολή του ανθρώπου, οι οποίοι επίσης έσπαγαν βοσκώντας όσους καρπούς δεν είχαν ανοίξει και διέσπειραν τους σπόρους μακρύτερα, όπως κάνουν οι αφρικανικοί ελέφαντες με τις ακακίες της σαβάνας. Απ’ό,τι φαίνεται ωστόσο σήμερα, το είδος επιβιώνει κανονικότατα και χωρίς μεταφορείς.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την ψευδακακία
ακακία και ευκάλυπτος ως βιοκαύσιμα

Ενημέρωση 5/7/2013: μερικές φωτογραφίες.

Άτυπη ανθοφορία που εντόπισα σήμερα. Δεν το περίμενα καθόλου! Η ταξιανθία έπειτα κόπηκε και δόθηκε στην κουνέλα μου, η οποία αγαπά πολύ τέτοιες γλυκιές οσμές και γεύσεις. Έκοψα επίσης και το κλαδί που έφερε την ταξιανθία για την κουνέλα, και μαζί με λίγο ιβίσκο συμπληρώθηκε η βοσκή της για σήμερα το βράδυ.

Νεαρή ταλαιπωρημένη παραφυάδα με ακανθώδη εμφάνιση. Οι φωτογραφίες είναι δέντρων του ίδιου τόπου με τις προηγούμενες.

Advertisements