λευκή ποικιλία

πολλαπλή ρόδινη ποικιλία

ρόδινη ποικιλία

Είναι κοινότατο φυτό στην Ελλάδα, φυτεμένο παντού – κατά μήκος των εθνικών οδών σε τεράστιες αποστάσεις, σε πάρκα, σε παρτέρια, σε κήπους, σε πρασιές, σε αυλές, σε προαύλια κτιρίων, σε παραλίες, στο δρόμο, σε γλάστρες, σε ζαρντινιέρες κλπ, όπου γεμίζει τον τόπο που βρίσκεται χρώμα και άρωμα με την πανέμορφη καλοκαιρινή ανθοφορία του. Λέγεται και ροδοδάφνη. Το φυτό αυτό είναι αυτοφυές της χώρας μας, ιδίως στα νοτιότερα μέρη, όπου μπορεί να βρεθεί σε ξηρά περιβάλλοντα με υπεδαφική υγρασία ή σε περιοδικά υγρά περιβάλλοντα όπως στις κοίτες χειμάρων. Η ακριβής προέλευσή του δεν είναι γνωστή εξαιτίας της συνεχούς του καλλιέργειας από τους αρχαίους χρόνους, πιθανολογείται όμως πως προήλθε από τη Μέση Ανατολή. Σήμερα μπορεί να βρεθεί σε αυτοφυή κατάσταση από το Γιουνάν της νότιας Κίνας και την Ινδία έως το Μαρόκο και την Υβηρική χερσόνησο, ενώ έχει εισαχθεί σε μικρούς αριθμούς υποτροπικές πολιτείες της Αμερικής όπως στην Καλιφόρνια και το Τέξας. Καλλιεργείται ως καλλωπιστικό ωστόσο σ’όλες τις θερμές εύκρατες και υποτροπικές χώρες.

Ανήκει στην τάξη των γενθιανωδώ (gentianales) και στη μεγάλη οικογένεια των αποκυνιδών (apocynaceae), μια κυρίως τροπική οικογένεια φυτών με μέλη που έχουν τοξικούς ή ερεθιστικούς χυμούς, χωανοειδή άνθη με συνενωμένα πέταλα στη βάση τους, επιμήκεις καρπούς και σπόρους με τρίχες που τους βοηθούν στην αερομεταφορά. Η πικροδάφνη φέρει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Ως μεγάλος θάμνος ή μικρό δέντρο ίναι αρκετά μεγάλο μέλος της οικογένειας, ύψους 2-6 μέτρων πυκνής δομής, με όρθιους βλαστούς που σε μεγάλα άτομα μπορεί να απλώνονται λίγο περισσότερο. Οι νεαροί βλαστοί καλύπτονται από γλαυκίζον λεπτό χνούδι, ενώ τα γόνατα ή κόμποι απ’όπου προέρχονται τα φύλλα και οι νέες διακλαδώσεις είναι ελαφρώς διογκωμένοι. Οι παλαιότεροι βλαστοί καλύπτονται με λείο γκριζωπό φλοιό, ο οποίος σχίζεται και γίνεται τραχύς όσο ο βλαστός αυξάνει σε διάμετρο όπως σ’όλα τα ξυλώδη φυτά, χωρίς όμως να σπάει σε μεγάλα κομμάτια. Τα φύλλα είναι αειθαλή και διατάσσονται σε σπονδύλους των τριών ή σε ζεύγη σπανιότερα, είναι σκληρά και δερματώδη, γκριζοπράσινα, βραχύμισχα, λογχοειδή με λείο περιθώριο και οξεία κορυφή, μήκους 5-21 εκ. και πλάτους 1-3,5 εκ. Η ανθοφορία ξεκινά αργά την άνοιξη και συνεχίζεται για όλο το καλοκαίρι μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου, ενώ σε ηπιότερα κλίματα προχωρά περισσότερο μέσα στο φθινόπωρο. Τα άνθη εμφανίζονται σε απλές ομάδες σε άφυλλους αλλά κανονικά διακλαδιζόμενους βλαστούς στην άκρη σχεδόν κάθε βλαστού του φυτού, συνολικά δηλαδή ένας μεγάλος αριθμός, φέρουν 5 πέταλα συνενωμένα ως τη μέση τους περίπου σε μια κυπελοειδή δομή, ενώ οι στήμονες και ο ύπερος βρίσκονται στο εσωτερικό, όπου επίσης υπάρχει το νέκταρ για τα επισκεπτόμενα έντομα επικονιαστές, κι έχουν διάμετρο 2,5-5 εκ. Συνήθως έχουν γλυκιά οσμή, αλλ’όχι πάντοτε. Το κοινότερο φυσικό χρώμα είναι το ρόδινο, αλλά με την καλλιέργεια έχουν παραχθεί άνθη όλων των αποχρώσεων αυτού του χρώματος, καθώς και κόκκινα ή λευκά, ενώ μερικά φυτά είναι διπλά ή πολλαπλά. Οι καρποί είναι κάψες κι εμφανίζονται το φθινόπωρο με τη μορφή ενός σκληρού, κυλινδρικού αλλλά ραβδωτού φασολιού, μήκους 5-23 εκ., οι οποίοι κατά την ωρίμανσή τους, συνήθως το χειμώνα, ανοίγουν για ν’απελευθερώσουν τους μεγέθους φακής χνουδωτούς σπόρους που μεταφέρονται με τον άνεμο μακριά. Τα περιβλήματα λίγων καρπών μπορεί να μείνουν πα΄νω στο φυτό και στην επόμενη χρονιά. Το φυτό εκκρίνει λευκό πικρό γάλα (κόμμι) αν σπάσει, το οποίο βρίσκεται σ’εξειδικευμένο σύστημα σωλήνων του φυτού, και είναι τοξικότατο.

Η τοξικότητα του φυτού αυτού είναι μεγάλη, και κάλλιστα θα μπορούσε να θεωρηθεί αππό τα πιο δηλητηριώδη καλλωπιστικά φυτά, αλλά οι δηλητιριάσεις είναι τόσο σπάνιες, ώστε το φυτό δε θεωρείται γενικά επικίνδυνο, αφού ακόμα κι ένα παιδάκι θα το αφήσει εξαιτίας της πικρής του γεύσεις. Το κόμμι ή γάλα περιέχει καρδιακές γλυκοζίδες όπως την ολεανδρίνη, τη νηριίνη, την ολεανδρογενίνη και τη διγογενίνη, που έχουν παρόμοια δράση μ’αυτές της δαχτυλίθρας (Digitalis sp), προκαλώντας καρδιακές αρρυθμίες και σε μεγάλες δόσεις καρδιακή ανακοπή. Συμπτώματα της δηλητηρίασης περιλαμβάνουν κοιλόπονο, ναυτεία, εμετό, διάρροια με ή χωρίς αίμα, ταχυκαρδία και αρρυθμίες αρχικά, βραδυκαρδία αργότερα, υπόταση, ζάλη, νύστα και αίσθημα κόπωσης, και σε σοβαρές περιπτώσεις σοβαρότερα νευρολογικά συμπτώματα όπως τρόμο, θολή όραση και κώμα, που μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο. Η συνήθης θεραπευτική πρακτική σε τέτοιες περιπτώσεις συνίσταται στην πρόκληση εμετού και στην πλύση στομάχου κι έπειτα σε υποστηρικτική θεραπεία, αλλά σε σοβαρές περιπτώσεις ίσως χρειαστεί προσωρινή βηματοδοσία της καρδιάς για λίγιες μέρες μέχρι το δηλητήριο να μεταβολιστεί ή και ορό κατά διγοξίνης που καλύπτει κι αυτές τις τοξίνες. Επειδή δύσκολα κάποιος άνθρωπος μπορεί να δηλητηριαστεί απ’το φυτό, οι περισσότερες περιπτώσεις προέρχονται από αυτοχορήγηση υποτιθέμενων φαρμακευτικών σκευασμάτων αυτού του φυτού ή απόπειρες αυτοκτονίας. Στην Ινδία ειδικότερα η πικροδάφνη είναι δημοφιλής διέξοδος απ’τον μάταιο τούτο κόσμο για εξαθλιωμένες μερίδες του πληθυσμού. Τα ζώα επίσης δηλητηριάζονται εύκολα, αν και η γεύση του φυτού συνήθως τ’απομακρύνει. Ιδιαίτερα επιρρεπή είναι τα οπληφόρα που βοσκούν, τα σκυλιά και οι γάτες, ενώ τα τρωκτικά και τα πουλιά έχουν υψηλότερη ανθεκτικότητα. Ιδιαίτερα τα άλογα μπορεί να μην ξεχωρίσουν εύκολα το φυτό εάν είναι κομμένες κορυφές ανακατεμένες μαζί μ’άλλα χόρτα, που έχουν και γλυκύτερη γεύση. Συμπτώματα περιλαμβάνουν κωλικό, διάρροια, καρδιακές αρρυθμίες και κατάπτωση σε σοβαρές περιπτώσεις. Μόλις 100 γραμμάρια μπορούν να σκοτώσουν ένα ενήλικο άλογο. Δυο φορές είχε τύχει να βρεθεί πικροδάφνη στην τροφή των
κουνελιών μου,
όταν ήταν χειμώνας και μάζευα χαμηλά χόρτα γι’αυτά. Αν και πετάω τα ξερά φύλλα που τυχόν βρίσκονται μαζί με τα χόρτα, κάποιες φορές μου ξεφεύγουν λίγα κι έτσι βρέθηκε και πικροδάφνη κοντά στα κουνέλια. Και τις δύο φορές την άφησαν εντελώς άθικτη. Από τότε προσέχω κάθε βλαστό και φύλλο πριν δοθεί στα κουνέλια. Τα ξύλα ή τα λεπτά κλαδιά του φυτού επίσης δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για το άναμμα φωτιάς ή το ψήσιμο φαγητού, επειδή οι αναθυμιάσεις τους είναι τοξικές. Το μέλι του φυτού επίσης θεωρείται τοξικό, αν και οι περισσότερες μέλισσες πεθαίνουν από το νέκταρ του.

Το φυτό θεωρείται πολύ εύκολο στην καλλιέργεια. Αναπτύσσεται γρήγορα, αγαπά τον ήλιο και τη ζέστη, αντέχει στην ξηρασία και τις ασθένειες, ευδοκιμεί σε φτωχά εδάφη, κλαδεύεται εύκολα σε σχήματα, γι’αυτό είναι κατάλληλο για τα περισσότερα μέρη της χώρας μας. Δεν επιβιώνει ωστόσο σε θερμοκρασίες κάτω των -10 βαθμών, και σε περιοχές τέτοιες, εάν καλλιεργείται, καλλιεργείται σε θερμοκήπια, ή σε μεγάλες γλάστρες που μετακινούνται σε προστατευμένο μέρος το χειμώνα. Σε μια μεγάλη γλάστρα η ζαρντινιέρα μπορεί επίσης να καλλιεργηθεί οπουδήποτε, φτάνοντας πάλι σε μεγάλο μέγεθος και ανθοφορώντας και καρποφορώντας κανονικά. Εάν το φυτό κλαδευτεί ακόμα και πολύ χαμηλά, σύντομα πετάει νέους βλαστούς από πρώην κόμπους σε ξυλώδη μέρη του και ξαναπυκνώνει γρήγορα. Μπορεί να κλαδευτεί σαν μπάλα, σαν δεντράκι με γυμνό κορμό, σαν φράκτης κλπ. Το φυτό αντέχει αξιοθαύμαστα στην παραμέληση. Έχω βρει καχεκτικές πυκροδάφνες σε ξερά εγκαταλελειμμένα παρτέρια με τσιμεντωμένο χώμα μέσα στη ζέστη, και άλλες σε μικρές γλάστρες σε γωνίες πεζοδρομίων ή σε καφετέριες κι άλλα μαγαζιά με τραπέζια έξω, που όμως ήταν ζωντανές και φαινόταν πως θα μπορούσαν να επανέλθουν με την κατάλληλη φροντίδα. Ειδικά για τις τελευταίες περιπτώσεις έχω συναντήσει αρκετές φορές φυτά των οποίων οι άκρες των φύλλων έλειπαν, όχι επειδή είχαν πρόβλημα, αλλά επειδή οι καταστηματάρχες τά’κοψαν για να μην τσιμπάνε το διερχόμενο κόσμο, όπως κάνουν μερικοί με τα
Γιούκα.
Απαίσια πρακτική και για τις δύο περιπτώσεις που καταστρέφει όλη την εμφάνιση του φυτού, και για το γιούκα ακόμα χειρότερο, αφού αναπτύσσεται πολύ βραδύτερα και τα φύλλα του διαρκούν πολύ. Αν δε θέλει κανείς φυτό που να τσιμπάει, ας φυτέψει άλλο είδος κοντά στα τραπέζια του.

Παρά την τοξικότητά του, το φυτό έχει εχθρούς. Συχνά τα καλλιεργούμενα φυτά κατακλύζονται από αφίδες τους θερμούς μήνες, που απομυζούνν χυμό απ’τις κορυφές και τα νεαρά κυρίως φύλλα, αλλ’ευτυχώς αντιμετωπίζονται εύκολα. Επίσης η προνύμφη της πεταλούδας Syntomeida epilais τρέφεται αποκλειστικά με πικροδάφνη, αποφεύγοντας τις ίνες του φύλλου που φέρουν τους κομμεοφόρους σωλήνες. Οι προνύμφες της πεταλούδας Euploea core επίσης τρέφονται με πικροδάφνη, στην περίπτωση αυτήν όμως το έντομο είναι ανθεκτικό στις τοξίνες και τςι συσσωρεύει για αμυντικούς σκοπούς εναντίον σπονδυλωτών όπως πουλιά, αφού οι άλλοι εχθροί του, αράχνες και σφήκες, δεν επηρεάζονται. Τέλος έχω βρει
Σαλιγκάρια
του είδους Eobania vermiculata σε κατάσταση αδρανοποίησης το καλοκαίρι προσκολλημένα σε βλαστούς πικροδάφνης πολλές φορές, αλλά αμφιβάλλω πως την τρώνε, απλώς τη χρησιμοποιούν ως θέση προσκόλλησης.

Η πικροδάφνη ήταν γνωστή απ’τους αρχαίους χρόνους, κι όλοι οι σημαντικοί γιατροί της αρχαιότητας προειδοποιούσαν για την τοξικότητά της, ωστόσο υπάρχουν αναφορές για ιατρική της χρήση. Ο Θεόφραστος στην πραγματεία του περί φυτών γύρω στο 300 π.Χ. αναφέρει για ένα φυτό καλούμενο ονοθήρα, του οποίου αν η ρίζα χτυπηθεί στο κρασί κάνει το πνεύμα πιο εύθυμο. Η περιγραφή του έχει κάποια στοιχεια της πικροδάφνης, αλλά δεν είμαστε σίγουροι ακόμα για την πραγματική ταυτότητα του φυτού. Οι Άραβες γιατροί του Μεσαίωνα χρησιμοποιούσαν την πικροδάφνη για τη θεραπεία του καρκίνου (ο καρκίνος ήταν γνωστός από την εποχή του Ιπποκράτη). Σημερινές μελέτες δε βρίσκουν κάποια ωφέλεια της πικροδάφνης κατά του καρκίνου. Έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για την τόνωση της καρδιάς. Σήμερα ωστόσο για την καταπολέμηση των αρρυθμιών χρησιμοποιούνται οι ηπιότερες τοξίνες του όχι άμεσα συγγενικού αλλά χημικά παρόμοιου γένους Digitalis σε μικρές και σταθμισμένες δόσεις. Το φυτό επιπλέον έχει χρησιμοποιηθεί ως εντομοκτόνο, αλλά, όπως προανέφερα, δεν αντιμετωπίζει όλα τα έντομα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για την πικροδάφνη
πικροδάφνη link του μήνα
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την πικροδάφνη
δηλητηρίαση πικροδάφνης

Ενημέρωση 21/8/2015: Οι ιστορικές αναφορές σε τοξικό μέλι ίσως αποτελούν υπερβολή ή σύγχυση με άλλα φυτά. Η πικροδάφνη κανονικά δεν παράγει νέκταρ, αλλά κοροϊδεύει τις μέλισσες με την οσμή των λουλουδιών της. Τα έντομα άσκοπα ψάχνουν για νέκταρ, κι έτσι μεταφέρουν τη γύρη απ’το ένα άνθος στο άλλο.

Advertisements