Νεαροί και ανθισμένοι βλαστοί του φυτού στη Σχολή Τυφλών της Θεσσαλονίκης.

Περσινοί ξεροί βλαστοί με λίγους εναπομείναντες καρπούς στην ίδια τοποθεσία, δίπλα στους βλαστούς της προηγούμενης φωτογραφίας.

Είναι απ’τα κοινότερα ζιζάνια της περιοχής της Θεσσαλονίκης, και μέσα στην πόλη αλλά και γύρω της. Εάν βρεθείτε σε εγκαταλελειμμένα πάρκα ή παρτέρια, ή στις ανοιχτές περιοχές των παρυφών της πόλης, σίγουρο είναι πως θα το βρείτε σε αφθονία. Το καλοκαίρι μάλιστα όλες οι ανοιχτές περιοχές έξω απ’την πόλη κατακλύζονται μ’αυτό το απαίσιο φυτό, χωρίς σχεδόν τίποτα άλλο, αφού τα στάχυα έχουν ήδη ξεραθεί. Δημιουργεί σχεδόν αδιαπέραστες αγκαθωτές συστάδες δηλητηριώδεις προς κάθε φυτοφάγο, ενώ το χειμώνα τα λεπτά ξυλώδη υπολείμματά του, που σπάνε εύκολα και τρυπούν, δυσκολεύουν την πορεία μέσα απ’αυτό.

Το φυτό αυτό, μέλος της οικογένειας των σολανιδών (solanaceae), μαζί με διάφορα άλλα δηλητηριώδη ή λαχανικά (σε ορισμένες περιπτώσεις ή ορισμένα μέρη τους), όπως η ντομάτα, η πατάτα, η πιπεριά, η μελιτζάνα, ο καπνός, η
ντατούρα,
η πετούνια ή το στρίχνο, ανήκει μαζί με την
Πατάτα,
Τη ντομάτα, το στρίχνο και διάφορα άλλα στο μεγάλο γένος Solanum, ως το είδος Solanum elaeagnifolium. Πιθανόν κατάγεται από τη Βόρεια Αμερική, όπου μπορεί να βρεθεί σε μερικές νοτιοδυτικές πολιτείες και λίγο στα βορειοδυτικά του Μεξικού, αλλά βρίσκεται επίσης και στην Ουρουγουάη, στην Αργεντινή και στη Χιλή της Νότιας Αμερικής μάλλον ως εισαγόμενο από παλιά. Σήμερα έχει εξαπλωθεί στη λεκάνη της Μεσογείου, στη Νότια Αφρική και στην Αυστραλία. Το όνομα «Γερμανός» δεν προέρχεται από την ακάθεκτη επέκτασή του και τη σκληρότητά του όπως των Γερμανών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά από την εισβολή του στη χώρα μας από σπόρους ζωοτροφών γερμανικής προέλευσης τη δεκαετία του 1960 (περισσότερες λεπτομέρειες γι’αυτό δε μπόρεςα να βρω). Λέγεται και αγριοντοματιά, αν κι αυτό το όνομα φέρουν επίσης πολλά άλλα άγρια σολανοειδή φυτά. Στα αγγλικά αποκαλείται συνήθως “silver nettle = αργυρή τσουκνίδα», “bull nettle ή horse nettle = τσουκνίδα του ταύρου ή του αλόγου», ενώ στα αφρικάανς αποκαλείται «satansbos”, δηλαδή θάμνος του Σατανά.

Έως τώρα νόμιζα πως αυτό το φυτό είναι μονοετές, αφού φαινομενικά ξεραίνεται το χειμώνα, μη δίνοντας μάλλον μεγάλη σημασία στη δυσκολία ξεριζώματός του. Το φυτό κανονικά είναι πολυετές και ριζωματώδες, με σκληρά, βαθιά και ταχέως εξαπλούμενα ριζώματα. Οι υπέργειοι βλαστοί είναι επίσης σκληροί, ποικίλουν από 10-100 εκατοστά σε ύψος, διακλαδίζονται και φέρουν εναλλάξ λογχοειδή οδοντωτά φύλλα μέγιστου μήκους 15 εκατοστών και πλάτους 0,5-2 εκατοστών, καλυμμένα με πυκνά τριχώματα που δίνουν σ’αυτά και τους βλαστούς αργυρό χρώμα, χαρακτηριστικό κοινό σε ξηρόφυτα που αποτρέπει την απώλεια νερού. Το φυτό επίσης φέρει λεπτά επιδερμικά αγκάθια σε ποικίλο βαθμό, με άλλα φυτά να’ναι εντελώς καλυμμένα μ’αυτά και άλλα νά’χουν ελάχιστα. Τα άνθη εμφανίζονται φαινομενικά στις κορυφές των βλαστών, αλλά όπως και σ’άλλα σολανοειδή, κοντά στην κορυφή γίνεται διακλάδωση και το φυτό συνεχίζει την ανοδική ανάπτυξή του, ώστε οι καρποί αργότερα να φαίνονται πλευρικά τοποθετημένοι στους βλαστούς. Είναι μικρά, με πέντε συνενωμένα ρόδινα, ιώδη ή σπάνια λευκά πέταλα, με τους πέντε στήμονες και τον ύπερο να προεξέχουν. Οι καρποί είναι ράγες με ποδίσκο κυρτό προσ τα κάτω, πράσινες αρχικά, οι οποίες κιτρινίζουν, κοκκινίζουν ή πορτοκαλίζουν όσο ωριμάζουν. Το χειμώνα τα φύλλα πέφτουν και τα υπέργεια μέρη ξεραίνονται, οπότε οι καρποί καφετιάζουν και μαραίνονται. Σ’εκείνη τη φάση έχουν σκληρό δερματώδες περίβλημα που εσωτερικά έχει λίγο ελεώδη χυμό και πολλά σπέρματα, ανάλογη κατάσταση μ’αυτήν άλων σολανοειδών με σχετικά κοίλους καρπούς όπως η πιπεριά, η
Ντατούρα
κι άλλα.

Το φυτό εξαπλώνεται γρήγορα χάρη στα σπέρματά του και στα ριζώματα, ενώ ευδοκιμεί στα πιο φτωχά και ξηρά εδάφη. Η καταπολέμησή του είναι δύσκολη, μιας και τμήματα ριζώματος ακόμα κι ενός εκατοστού μπορούν υπό ορισμένες συνθήκες ν’αναγεννήσουν το φυτό. Είναι επίσης τοξικό για τα φυτοφάγα θηλαστικά, τα οποία ωστόσο δύσκολα θα το φάνε. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα έδινα κορυφές στα
Κουνέλια
Μου, αλλά πρόσεχα πως μασουλούσαν λίγο και το υπόλοιπο το άφηναν. Έπειτα δοκίμασα μαλακότερες κορυφές, μήπως εκείνα που τους έδινα ήταν πολύ σκληρά και ινώδη, αλλά πάλι τα άφηναν, οπότε το αφαίρεσα πλήρως απ’το διαιτολόγιό τους. Ως ζιζάνιο είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικό σε καλλιέργειες βαμβακιού ή αραχίδας (φυστικιού), ενώ μπορεί να προκαλέσει προβλήματα σε ανοιξιάτικα λαχανικά, οπωρώνες και αμπέλια. Είναι αλληλοπαθητικό, εκκρίνοντας τοξικές ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη γειτονικών φυτών, ενώ μπορεί να μεταφέρει παθογόνους οργανισμούς στα καλλιεργούμενα φυτά, όπως το έντομο Lygus hesperus και τους μύκητες Rhizoctonia solani, Cercospora atromarginalis και Verticillium albo-atrum.

Παρά την αντιμετώπισή του ως ζιζσάνιο πάντως, κάποιοι το χρησιμοποιούν ως καλλωπιστικό σε ξηροφυτικούς κήπους χάρη στην αντοχή του στην ξηρασία σε συνδυασμό με τη μεγάλη ανθοφορία του και τους μικρούς στρογγυλούς καρπούς το χειμώνα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το Solanum elaeagnifolium
Solanum elaeagnifolium – Η Χλωρίδα της Αττικής
Τα ζιζάνια απειλούν τα πάρκα της Θεσσαλονίκης.

Advertisements